Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Λαύριο -Αθήνα αλλά με ΚΤΕΛ

Θάλασσα του Λαυρίου όπισθεν του παλιου πολυβολείου
Ερημιά το μεσημέρι στη στάση του ΚΤΕΛ για Λαύριο. Περίμενα μόνη μου στην αρχή, σε λίγο φάνηκε μια γυναίκα. Πιάσαμε κουβέντα. Δούλευε σ' ενα σπίτι πιο πάνω, είχε μείνει εκεί έξι χρόνια μου είπε, αλλά τώρα είχε δικό της στην Αθήνα κι ερχόταν με το λεωφορείο για μεροκάματο. Αλβανή μάλλον, μιλούσε τέλεια, της ξέφευγαν μερικά ουδέτερα.
-Κάθε μέρα παρακαλάω το Θεό να έχει καλά τα παιδιά μου, άρχισε να μου λέει. Κάθε μέρα απο το πρωί παρακαλάω. Να έχει καλά τα παιδιά μου, να έχει καλά την κυρία που δουλεύω εδώ, να πάνε καλά τα πράγματα, να μη μας βρει κακό..."
-Πολλή δουλεια για το θεό, αστειεύτηκα. Κούνησε το κεφάλι της. Εμφανίστηκε κι άλλος για το ΚΤΕΛ, ένας άντρας χωρίς φανέλα, ήρθε περπατώντας απο μακριά, μεσήλικας. Μόλις πλησίασε άρχισε τις ερωτήσεις:
-Λαυριώτισες είστε;
-Όχι, είπαμε κι οι δυο. 
-Μοιάζετε, αδερφές είστε;
-Όχι! 
Πραγματικά μοιάζαμε, είχαμε κι οι δυο άσπρα άβαφα κοντά μαλλιά, άβαφα πρόσωπα και κάπως μακρουλά, μαυρισμένες σχετικά απο τον ήλιο. 
-Από πού είστε;
-Από την Αθήνα, είπε η άλλη, κι εγώ κούνησα το κεφάλι μου. Επίσης απο την Αθήνα. 
Δεν είπε ότι είναι ξένη, που ήταν φανερό. Από την Αθήνα. Αυτή είναι η πατρίδα μας, ο τόπος που χάνονται οι ιδιαιτερότητες. Η πόλη που θα γινόταν μητρόπολη, σταυροδρόμι πολιτισμών, τέτοια. Αμπελόκηποι, είπε σε λίγο, όταν ο τύπος ρώτησε πού μένουμε, συνεχίζοντας την ανάκριση. Εγώ δεν είπα πού μένω. Του αρκούσε εκείνη, άρχισε να της λέει πόσο χάλια είναι η Αθήνα και πόσο την αποφεύγει. Ειδικά το κέντρο, σκέτο έγκλημα. 
-Εμείς κοιτάμε τη δουλειά μας, είπε η γυναίκα.
Ήρθε το λεωφορείο και γλιτώσαμε. Μπήκε μέσα, φόρεσε και τη φανέλα του. Βρωμοκοπούσε, αλλά ευτυχώς κατέβηκε στο Λαύριο. 
Το δρομολόγιο αυτό κάνει το γύρο απ' όλα τα χωριά των Μεσογείων. Δεν αφήνει κανένα παραπονεμένο. Απο το Λαύριο ως το Πεδίο του Άρεως κάνει 2 ώρες. Ανεβαίνει Μαρκάτι, Πλάκα Θωρικού, Καμάριζα, Μαρκόπουλο, Καλύβια, Κερατέα, Κορωπί, Παιανία. Κάνει στάσεις, στριφογυρίζει, περιμένει ανταποκρίσεις, και γενικά χρησιμοποιεί δρόμους στενούς, γεμάτους στροφές. Ο οδηγός, μόλις ξεκινήσαμε απο Λαύριο, έβγαλε ένα κινητό και το κόλλησε στ' αυτί του, δεν είχε καν ακουστικό, το κράταγε με το ένα χέρι και με το άλλο έκανε κύκλους στο τιμόνι σ' όλα αυτά τα βουνά και τα λαγκάδια. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, γελούσε του σκοτωμού, διπλωνόταν απο τα γέλια, καμιά φορά έπιανε το τιμόνι σταυρωτά, με το αριστερό, κρατώντας το κινητό με το δεξί, και γύριζε το τεράστιο τιμόνι με το αριστερό. Και δώστου γέλια. 
Μ' έπιασε αγωνία. Είχα καθίσει στο δεύτερο κάθισμα, να σηκωθώ να πάω πίσω, να μη βλέπω; Είχε αρχίσει να γεμίζει το λεωφορείο. Έμεινα στη θέση μου, σε λίγο κάθισε και δίπλα μου μια που είχε όρεξη για κουβέντα. Ερχόταν απο Πόρτο -Ράφτη.
-Στο προηγούμενο λεωφορείο ήταν ένας που έλεγε ότι όταν τρώμε κρέας τρώμε πτώματα, μου είπε σκανδαλισμένη. Κι ένας τον ρώτησε, και το γάλα που πίνουμε; Χαχα, το γάλα δεν είναι πτώμα;
-Είναι πτώμα το γάλα; πήγα να πω, αλλά σκέφτηκα καλύτερα να κουνήσω απλώς το κεφάλι μου, κι αυτό έκανα. Η γυναίκα συνέχισε να λέει ό,τι της κατέβαινε, κι εγώ κουνούσα το κεφάλι. Την εντυπωσίαζαν διάφορα, μου έδειχνε ας πούμε ένα τρακτέρ στο δρόμο, μα πώς βγαίνουν τα τρακτέρ έτσι στο δρόμο; Ε, δεν είναι κι εθνική οδός, πήγα να της πω, αλλά κούνησα πάλι το κεφάλι. Μόνο ο οδηγός με το κινητό δεν της έκανε εντύπωση.
Ο οδηγός μιλούσε ακατάπαυστα. Δεν είχε κουραστεί το αυτί του; Γελούσε, διηγόταν, έγερνε λίγο προς το παράθυρο, άλλαζε χέρι, έλεγε αστείες ιστορίες, έβγαζε επιφωνήματα. Τα πτώματα των ζώων τουλάχιστον τρώγονται, άρχισα να σκέφτομαι, τα δικά μας θα πάνε και χαμένα στο χαντάκι που θα πέσουμε όπου νάναι.. Κάποια στιγμή έκλεισε. Ουφ, πήγα να ανασάνω, κι εισέπνευσα καπνό. Είχε ανάψει τσιγάρο. 
Ο άνθρωπος ήταν νέος, νευρικός, τι να κάνει; Έπληττε. Κάπνισε, περάσαμε το Κορωπί, ξαναπήρε τηλέφωνο, περάσαμε την Παιανία. Το έκλεισε στο Σταυρό και άναψε κι άλλο τσιγάρο. 
Στην Αθήνα μέσα είχε κίνηση. Όποιος ήθελε να κατέβει ερχόταν μπροστά και ζητούσε στάση. Σταμάτησε όπου του ζήτησαν, ευγενικός, εξυπηρετικός. Ακόμα κι εκεί που δεν είχε στάση. Να ήταν η τακτική του για να αποφεύγει τις παρατηρήσεις; Πάντως κανείς δεν είχε πει κουβέντα για το κινητό, ή για τα τσιγάρα. Φαίνεται πως μόνο εγώ είχα φοβηθεί, είχα μάλιστα βάλει και τη ζώνη. Μόνο εγώ. Οι άλλοι όλοι προφανώς παρακαλέσαν το θεό εγκαίρως. 
Κάθε πρωί όταν σηκώνομαι θα πρέπει ίσως κι εγώ να παρακαλάω το θεό, όπως είχε μάθει πολύ καλά η ξένη γυναίκα. Αυτή που μου μοιάζει, κι αν ο θεός μας μπερδέψει απο μακριά, μπορεί να πιάσουν και για μένα οι προσευχές της. Αντε να είναι εδώ είκοσι χρόνια, έμαθε, εγώ ανεπίδεκτη. Να παρακαλάω το θεό να μη γίνει κανένα δυστύχημα με τους οδηγούς που μιλάνε στο κινητό, και τα σχετικά. Να τον ευχαριστώ όταν όλα πάνε καλά. Αυτή τη μέθοδο έχουμε, μια χαρά δεν δουλεύει;


Δημοσίευση σχολίου