Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Μπροστά σε μια βιτρίνα παπουτσιών

Από το Protagon
Δεν καταλαβαίνω πολλά πράγματα από οικονομία και πολλά που διαβάζω προσπαθώντας να καταλάβω, με μπερδεύουν χειρότερα. Ας πούμε, διαβάζω συνέχεια πόσο κακό πράγμα είναι η κατανάλωση, η οποία μας οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία και μπερδεύομαι απολύτως. Τι σχέση έχει η κατανάλωση των πολιτών με το χρέος του κράτους; Αυτό δεν είναι που δημιουργεί το πρόβλημα στην Ελλάδα; Στην Αμερική το 2008 η κρίση ξεκίνησε από χρέη νοικοκυριών προς τις τράπεζες, έτσι δεν είναι; Έσκασε η φούσκα των δανείων επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν οι άνθρωποι τα χρέη τους κι όλα τα πακέτα που είχαν κατασκευάσει οι φωστήρες των τραπεζών με τα χρέη τους και τα πουλούσαν και τα ξαναπουλούσαν, έμειναν στον αέρα. Σε μας εδώ δεν έγιναν  έτσι τα πράγματα, ή δεν έχω καταλάβει τίποτε; Το κράτος δανείζεται για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες του αλλά δεν μπορεί να μαζέψει χρήματα για να ξοφλά τα δάνεια ή έστω για να είναι αρκετά αξιόπιστο ώστε να συνεχίσει να δανείζεται.
Απ’ ό,τι έχω μάθει τελευταία, όλα τα κράτη δανείζονται και χρωστάνε υπέρογκα ποσά, αλλά μερικά χάνουν την αξιοπιστία τους περισσότερο από άλλα. Προφανώς θα ήταν όλα καλύτερα αν συνέχιζαν να λειτουργούν όλες οι βιομηχανίες που βρίσκονται στον κατάλογο οφειλετών του κράτους, όπως η Πειραϊκή –Πατραϊκή ας πούμε, με τα αξέχαστα σεντόνια, τα καλλιτεχνικά τεντόπανα, αλλά η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης είναι παλιά ιστορία. Θα ήταν καλύτερα αν υδραυλικοί, γιατροί, δικηγόροι, τζαμάδες και μπογιατζήδες, μεταξύ άλλων, δεν μπορούσαν να φοροδιαφύγουν,  αν οι πάμπλουτοι εφοπλιστές, χρηματιστές και δεν ξέρω τι άλλο δεν έβρισκαν σούπερ κόλπα για να μη φορολογούνται. Και θα ήταν ακόμα καλύτερα αν τα οικονομικά υπουργεία, αφού συνειδητοποιούσαν ότι δεν είναι σε θέση να εισπράξουν τα χρειαζούμενα, αποφάσιζαν να μειώσουν τις κρατικές δαπάνες. Αυτό όμως δεν το κάνουν ούτε τώρα. Και δεν βλέπω τι σχέση έχει με την κατανάλωση. Σχέση με τη συνείδηση των ελλήνων ως πολιτών, με τη σχέση που αναπτύσσουν απέναντι στο κράτος, αυτό ναι.
Διαισθάνομαι μια ηθικολογική διάθεση στην κριτική κατανάλωσης, που  τουλάχιστον αποπροσανατολίζει. Στέκομαι μπροστά σε μια βιτρίνα με παπούτσια και τα σκέφτομαι όλ’ αυτά. Κάθε Σεπτέμβρη έκανα μερικά ψώνια, φέτος δεν θα πάρω τίποτα. Δεν βλέπω ποιος κερδίζει απ’ αυτό. Εφόσον το μαγαζί πλήρωνε κανονικά φόρο και ΦΠΑ, όπως κι εγώ, το κράτος κέρδιζε από την αγοραπωλησία αφενός, κι από την καλύτερη εμφάνιση μου αφετέρου. Το να τριγυρνάνε γυναίκες καλοντυμένες στους δρόμους είναι θετικό για μια κοινωνία, προάγει την αισθητική της και την ψυχολογική της διάθεση. Ίσως να υπήρξαμε υπερβολικές οι γυναίκες στα ψώνια σε εποχές αφθονίας, αλλά δεν έριξαν έξω αυτά τις κρατικές δαπάνες. Ίσως να μην είχαμε αρκετή καλλιέργεια, όπως οι Ιταλίδες και οι Γαλλίδες, δεν είμαστε καλόγουστες σε γενικές γραμμές. Αλλά υπήρξαμε φτωχός λαός, δεν ξέραμε πολλά. Σιγά- σιγά μαθαίναμε.
Θυμάμαι την Αθήνα στη δεκαετία του '50 και του '60 που μεγάλωνα. Ο κόσμος φορούσε μπαλωμένα ρούχα. Το να κυκλοφορείς σε πόλη με ανθρώπους που έχουν καθαρά, αστραφτερά, καινούργια ρούχα, να ταξιδεύεις σε χωριά με παιδιά ντυμένα και ποδεμένα μια χαρά, υπήρξε μία από τις ευτυχίες της γενιάς μου, κι όσοι μαυρόψυχοι σάρκαζαν και ειρωνεύονται αντί να το χαίρονται, το έκαναν από ζήλια, κόμπλεξ και φόβο. Εντάξει, οι ηθικολόγοι μπορεί να είναι ευχαριστημένοι, θα αρχίσουν να βλέπουν παλιά ρούχα στο δρόμο. Ίσως ονειρεύονται επαναστάσεις από κουρελήδες, ή τη φτώχεια που θα τιμωρήσει τους αμαρτωλούς.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9025

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Παιδιά σηκωθείτε να βγείτε στους δρόμους.

Μετά τον υιό Αγγελόπουλο που πέρασε το καλοκαίρι του με τους Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα κι έγινε διάσημος γράφοντας ένα πολύ επαναστατικό άρθρο, ο υιός Παπανδρέου δηλώνει ότι πηγαίνει κι αυτός σε πορείες. Ωραία, τουλάχιστον μπορεί να κάνει κανείς χρήσιμες γνωριμίες διαδηλώνοντας εν Αθήναις.
Πέρα απο τις πολιτικές και κοινωνικές αναλύσεις, φαίνεται ότι υπάρχει μια μεγάλη ανάγκη για συνεύρεση της νεολαίας σε δημόσιους χώρους. Της καλής και χρυσής νεολαίας, που ξέρει να μιλάει, να γράφει και να διατυπώνει, και ασφυκτιά στα πλαίσια της ζηλότυπα αποκλειστικής ελληνικής οικογένειας. Τα παιδιά θέλουν να βγουν έξω να ξεσκάσουν. να δουν κόσμο, να μιλήσουν, να συγκινήσουν και να συγκινηθούν, οπότε πού αλλού να πάνε; Ένα κέντρο το' χουμε, συμβολικό και ελάχιστα πλέον ουσιαστικό, εκεί όμως θα πάνε.
Κρίμα που έχει μαγαζιά, κρίμα που το χρησιμοποιούν τα τρόλει και τα λεωφορεία, κρίμα που και μερικοί δουλεύουν εκεί, είναι υποχρεωμένοι να περνάνε κάθε μέρα, γιατί άλλη τέτοια σκηνή δεν διαθέτει η χώρα. Κρίμα που συρρικνώνεται το καημένο όλο και περισσότερο καθώς η ασχήμια και οι βανδαλισμοί το πολιορκούν στενά, κι όλο και λιγότερο μπορεί να το αποκαθιστά ο Δήμος και η πολιτεία. Θα χρειάζονταν άλλοι θεσμοί, άλλοι χώροι, άλλοι χοροί ενδεχομένως, που δεν τους έχουμε και δεν φαίνεται να τους αποκτάμε.
Εκεί λοιπόν στη μεγάλη σκηνή, θα συναντήσετε Αγγελόπουλους και Παπανδρέου, καθώς και άλλους υιούς και θυγατέρες, θα γνωρίσετε καλό κόσμο, θα ακούσετε πολλά, κι αν δεν ξεθυμάνετε αρκετά, τουλάχιστον μπορείτε να ελπίζετε ότι θα επενδύσετε για το μέλλον. Αν δεν εκφραστείτε απολύτως πολιτικά, τουλάχιστον θα δικτυωθείτε. Αν δεν αποδειχτείτε αρκετά ξύπνιος για να αξιοποιήσετε τις γνωριμίες σας, μπορεί να αποδειχτείτε αρκετά ευαίσθητος για να αναγνωρίσετε τον άνθρωπο της ζωής σας και να ταιριάξετε. Αντε, καλό χειμώνα...

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Κάποια μελαγχολία έπιασε ακόμα και τον Ελύτη κάποτε

Στίχοι του Ελύτη. Απίστευτο. Τον μάθαμε βλέπετε ως υμνητή θετικών πραγμάτων, αντίποδα στον Καρυωτάκη.
Μάλλον θα πρέπει να έχεις γράψει πολλά -πολλά ποιήματα μοντέρνα, σουρεαλιστικά, ερωτικά, πολλές -πολλές λέξεις συνειρμικά και ρυθμικά, τολμηρά και να έχεις μαζί τους πλεύσει το δύσκολο δρόμο σε μια κακοτράχαλη για καλλιτέχνες χώρα, μέχρι να μπορεσεις να ξεσπάσεις με τόσο απλό τρόπο:
Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι κείνα που αγαπώ
εγώ γι αλλού ξεκίνησα
στ' αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και το ομολογώ
σα νά' μουν άλλος κι όχι εγώ
μές στη ζωή πορεύτηκα
όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα- πάντα θα είναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει
Θα μπορούσε αυτούς τους στίχους να τους έχει γράψει και ο Καρυωτάκης; Όχι, δεν νομίζω, ο Καρυωτάκης ειρωνευόταν τόσο πολύ τη μελαγχολία του που δεν θα μπορούσε να μελαγχολήσει κατά τέτοιον τρόπο.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Σχολείο, ηδονές και οδύνες

1959, Πρώτη Δημοτικού, "Αττικό Λύκειο" στην Κυψέλη,
 με το αγαπημένο Αλφαβητάριο
Στην Πρώτη Δημοτικού είχαμε καρεκλάκια μπαμπού αντί για καρέκλες και μας είχαν μαγέψει. ΄Το άλλο καταπληκτικό πράγμα εκείνη την περίοδο ήταν το αλφαβητάριο με την Άννα, τη Λόλα και το Μίμη. Η Άννα του βιβλίου δεν έμοιαζε καθόλου με την Άννα εμένα,  που φορούσα γυαλιά κι είχα κοντά μαλλιά, αλλά δεν είχε σημασία. Ούτε οι εικόνες με τα μικρά πέτρινα σπίτια κάποιας πολίχνης έμοιαζαν με τις πολυκατοικίες της Κυψέλης όπου ήδη οι περισσότεροι μεγαλώναμε, ήταν όμως τόσο όμορφες που το βιβλίο το ίδιο ήταν σαν  λαχταριστό γλυκό.

Χρόνια αργότερα, όταν πήγε σχολείο ο μεγάλος μου γιος, έμεινα κατάπληκτη με το πόσο αδιάφορο ήταν το πρώτο του βιβλίο. Είχε τίτλο "Η γλώσσα μου", ήταν πνιγμένο στις εικόνες και στις φράσεις, με ζάλιζε ακόμα κι εμένα. Ένα βιβλίο που δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να σου τραβήξει το ενδιαφέρον να το ξεφυλίσεις. Γιατί, πότε και ποιοι αποφάσισαν ότι δεν άξιζε τον κόπο να προκαλούν στα παιδιά ευχαρίστηση τα βιβλία τους;
Κάποια στιγμή κυκλοφόρησε ξανά το δικό μας Αλφαβητάριο, σαν αναμνηστικό. Το αγόρασα, και τα μικρότερα παιδιά μου, πριν πανε σχολείο, το είχαν ξεπατικώσει και αντιγράψει ολόκληρο, τόσο τους γοήτευε. Κι ας ήταν ακόμα πιο απομακρυσμένες οι εικόνες του απο τη δική τους ζωή. Είναι ένα βιβλίο ωραίο, πριν απ' όλα. Δεν ξανάδα άλλο τέτοιο όλα τα χρόνια της σχολικής ζωής τους.
Ήμασταν τυχερή φουρνιά. Εκτός απο το υπέροχο αυτό Αλφαβητάριο στην Α' Δημοτικού, ζήσαμε και την μεταρρύθμιση του Παπανούτσου στα πρώτα χρόνια του Γυμνασίου. Ήταν ένα σύντομο όνειρο. Κάναμε την Οδύσσεια και την Ιλιάδα σε μετάφραση και γράφαμε παρατηρήσεις για τις ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων και τέτοια. Με το που έγινε η χούντα αυτά καταργήθηκαν, μπήκε η αρχαία γλώσσα στο Γυμνάσιο απο την Α΄ και εξοβελίστηκε η ιδέα της ευχαρίστησης απο τη μάθηση της γλώσσας. Ακόμα κι όταν είχαν βγει τα αρχαία απο το Γυμνάσιο, δεν μπόρεσε να μπει ξανά εκείνη η πεποίθηση, ότι η γνώση μπορεί να φέρει χαρά, και η χαρά να φέρει δίψα για νέα γνώση. Όποιος μαθητής κατάφερνε να το νοιώσει αυτό, ας πορευόταν το μοναχικό του δρόμο, το επίσημο σχολείο έγινε κάπως σαν το εκπαιδευτήριο της Κοκτάουν στα "Δύσκολα χρόνια" του Ντίκενς. Χρήσιμες και πρακτικές γνώσεις, όχι φαντασίες και χαρές. Παπαγαλίες επι παπαγαλιών, βασανιστήρια και ανακάτεμα διαφόρων θεωριών παιδαγωγικής. Ας πούμε, δεν θεωρούσαν πια σωστό να βάζουν τα παιδιά να αποστηθίζουν ποιηματάκια. Στο δημοτικό λοιπόν τα σημερινά παιδιά δεν μαθαίνουν απέξω τίποτε, όπως μαθαίναμε εμείς. Στο Λύκειο όμως αποστηθίζουν επιστημονικά βιβλία, όπως την Ιστορία και την Διοίκηση επιχειρήσεων, για να περάσουν τις Πανελλήνιες.
Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στα σημερινά παιδιά κάτι παραπέρα απο τη μίρλα για τα βιβλία που δεν μοιράστηκαν ακόμα. Τους το χρωστάμε, γιατί θα είναι υποχρεωμένα μια ζωή να δουλεύουν για τις συντάξεις μας.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Get the most out of public transports



Το πολυαγαπημένο λεωφορείο 224
Πήρα ένα εμπιθρί.  Έτσι το άκουγα, έτσι το ζήτησα, κι έτσι το πήρα. Είναι το κουτάκι με τις μουσικές, αλλά μπορείς να βάζεις ό,τι θέλεις, το Θέατρο της Δευτέρας ας πούμε, μαθήματα ξένων γλωσσών ή τη Λιλιπούπολη. Επίσης ραδιόφωνο. Είναι πολύ φτηνά τα εμπιθρί, γιατί τώρα όλοι έχουν στα κινητά τους μουσική, αλλά το δικό μου ακόμα δεν χωράει. Βουλώνω τ’ αυτιά μου πλέον όταν μπαίνω σε τρόλεϊ. Δεν αντέχω άλλο ν’ ακούω τη μίρλα των συνεπιβατών, τα τρελά ξεσπάσματα τους, τις δήθεν φιλικές συζητήσεις που ξεκινάνε ρίχνοντας ρατσιστικά δολώματα.
Η αλήθεια είναι ότι τα ρατσιστικά έχουν αραιώσει τελευταία. Ή συνήθισαν τους ξένους, ή φοβούνται. Στη γραμμή μου, Κυψέλη- Παγκράτι, οι περισσότεροι είναι ξένοι, οπότε δεν τους παίρνει τους δικούς ν’ αρχίσουν τις εχθρικές παρατηρήσεις.
Το άλλο καλό με τους ξένους είναι ότι σε γενικές γραμμές δεν χρειάζεσαι καν εμπιθρί. Έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνεις τίποτε από ό,τι λένε, οπότε δεν ενοχλείσαι. Αν και κάποιος γέρος μια μέρα έβαλε τις φωνές σε δυο αφρικανούς που μιλούσαν μεταξύ τους μια άγνωστη γλώσσα: «Σταματήστε πια, τους είπε, μου πήρατε το κεφάλι με τη φλυαρία σας!» Θα ήθελε να καταλαβαίνει τι έλεγαν προφανώς, και η σκέτη μουσική της ομιλίας του έσπασε τα νεύρα. Το άλλο του πρόβλημα ήταν πως νόμιζε ότι είχε δικαίωμα να μιλάει στους ξένους ανθρώπους σα να τους ήξερε από μικρά παιδιά και να τους έριχνε σφαλιάρες. Ή λες και μεγάλωσε σε αγρόκτημα του αμερικανικού Νότου στις αρχές του 19ου αιώνα κι είχε σκλάβους στην υπηρεσία του. Πώς την έχουν δει έτσι μερικοί, υποτίθεται ότι δεν είχαμε παράδοση στη δουλεία, στο απαρτχάιντ, στο ρατσισμό. Πώς προσαρμόζονται στις χειρότερες δυνατές συμπεριφορές οι ελληνάρες, πώς τις επινοούν και τις λανσάρουν, πάντα θα απορώ.
Χτες στο 022 έπεσα σε μια απαίσια γριά που μιλούσε με έναν ανεκδιήγητο λούμπεν τύπο κι ο καθένας έλεγε τα δικά του. Έλεγε ο τύπος: «Μαντάμ έχω ένα θείο 78 χρονών και να σας πω…» με μια μάγκικη βαριά φωνή, αλλά εκείνη δεν τον άφηνε να τελειώσει, άρχιζε τα δικά της: «Ο άγιος Παπαδόπουλος, ο άγιος, ο άγιος… ένα κακό έκανε, δεν έκανε εκλογές…» Αμάν, πόσο να αντέξει κανείς αυτές τις κουβέντες;
Εν των μεταξύ η γριά δεν βολευόταν, είχε κι ένα μπαστούνι και χτυπούσε στα πόδια τους επιβάτες που ήταν όρθιοι, για να αλλάζει θέση. Καθόταν σε μια θέση μονή, από την έξω πλευρά, αλλά δεν τη χωρούσε ο τόπος, σηκώθηκε, αφού χτύπησε κάμποσα πόδια, και πήγε σε μια θέση ημίδιπλη, να χωράει άνετα. Αφού απλώθηκε και ηρέμησε το μπαστούνι, μπαίνει μέσα μια χοντρή και κάθεται δίπλα της. Έβαλα τα γέλια από την άκρη του διαδρόμου όπου είχα καταφύγει. Της έφυγε η μαγκιά, κατέβηκε κι ο μάγκας, έμεινε στριμωγμένη δίπλα στον τεράστιο κώλο της άλλης που ήταν μια δυναμικιά, ορθόστητη, νεαρότερη, αγριοκοίταξε τη γριά κι εκείνη δεν τόλμησε να βγάλει κιχ.
Σήμερα έβαλα το εμπιθρί μου και πήρα το τρόλεϊ. Μια χαρά. Ας λένε ό,τι θέλουν. Ας βρίζουν, ας υμνούν τον Παπαδόπουλο, εγώ μαθαίνω ξένες γλώσσες.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Αν ήμουν δασκάλα

Σχολείο χωρίς βιβλία; Ευκαιρία να τα αγαπήσουμε!
Αν ήμουνα δασκάλα θα ήμουν πολύ χαρούμενη φέτος που το υπουργείο καθυστερεί τη διανομή βιβλίων. Θα είχα την ευκαιρία να ξεκινήσω μαθήματα χωρίς αυτά τα τόσο μελετημένα και από τόσους πολλούς υπογεγραμμένα (έχετε προσέξει πόσους πολλούς συγγραφείς έχει το καθένα;) σχολικά βιβλία.
Την πρώτη μέρα,  αν υποθέσουμε ότι είχα την Πρώτη Δημοτικού, θα είχα πάρει μαζί μου το βιβλιαράκι της Παυλίνας Παμπούδη που λέγεται «Με το άλφα και το βήτα». Ίσως και το αλφαβητάρι που είχαμε στη δεκαετία του 60, το οποίο τόσο αγαπήθηκε ώστε κυκλοφόρησε ξανά κι έχει γίνει καλτ. Τα παιδιά μου πριν πάνε στο Δημοτικό το αντέγραφαν σελίδα- σελίδα, τόσο τους άρεσε. Θα το έδειχνα στους μαθητές και θα ζητούσα να το αγοράσουν. Ναι, να πάνε στα μαγαζιά και να δώσουν πέντε ή δέκα ευρώ, τόσο κάνουν αυτά τα βιβλία. Όσο τρεις τυρόπιτες ή τέσσερα κρουασάν. Υπολογίζοντας έτσι, θα κάναμε και την αριθμητική μας.
Αν είχα Δευτέρα Δημοτικού θα διάλεγα κάτι πιο δύσκολο, μια ιστορία του Τριβιζά, ή τις μεγαλύτερες ιστορίες της Παμπούδη. Δεν θα άφηνα να τελειώσει η χρονιά χωρίς να διαβάσουμε με τα παιδιά τις σειρές «Ιστορίες για γέλια και για χρώματα» και «Δεκαπεντέμιση παράξενα παραμύθια» (ενάμισι ευρώ το κάθε μικρό βιβλιαράκι). Στην Τρίτη θα ξεκινούσα τον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα και το «θείο Πλάτωνα» της Άλκης Ζέη.. Στην Τετάρτη θα δοκίμαζα το Μόγλη του Κίπλινγκ και τη Μοβ ομπρέλα, πάλι της Άλκης Ζέη, που είχε  κάνει τα δικά μου να γελάσουνε μέχρι δακρύων σε αντίστοιχη ηλικία. Πέμπτη και Έκτη θα περνάγαμε στα μεγάλα, Χάρι Πότερ, αν δεν το είχαν όλα ξεκοκαλίσει ήδη, τις «Μικρές κυρίες» της Λουίζας Μέι Άλκοτ, τα πιο μεγαλίστικα της Άλκης Ζέη, της Ζορζ Σαρρή, κι ένα σωρό άλλα φυσικά, τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό γράφω. Κλασσική, καλή λογοτεχνία, η συνταγή δεν αποτυγχάνει ποτέ.
Για τα άλλα μαθήματα, Φυσική, Ιστορία κλπ, θα παράγγελνα τα καταπληκτικά εικονογραφημένα βιβλία που κυκλοφορούν για κάθε επιστημονικό θέμα. Καθαρές εικόνες, απλά κείμενα, συναρπαστική επαφή με τον κόσμο, καμία σχέση με τα πολυσέλιδα αλλά μίζερα βιβλία του Υπουργείου. Είναι λίγο ακριβότερα, πέντε κρουασάν και επτά κόκα- κόλες το καθένα.
Θα περνούσαμε έναν υπέροχο Σεπτέμβρη, μέχρι να μας πάρουνε χαμπάρι…