Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Εξάρτηση

Η πόλη μάς έχει διαφθείρει, το κατάφερε ύπουλα με τα χρόνια. Μας έχει δημιουργήσει εξάρτηση, να μην μπορούμε στιγμή μακριά της. Και δεν εννοώ αυτήν την άσχημη Αθήνα που κάθε μέρα μάς βγάζει γλώσσα, μάς βρίζει δείχνοντας την ασχήμια της, ουρλιάζοντας ότι άδικα την ντύσαμε αρχοντικά, αυτή κουρελού πάντα ήθελε να είναι και θα μας εκδικείται στον αιώνα τον άπαντα. Εννοώ την πόλη των ονείρων μας, αυτή που δεν παύουμε να επιθυμούμε σαν άρρωστοι εραστές, να καταδιώκουμε απελπισμένα. Την αληθινή πόλη που θα μπορούσαμε να έχουμε, μια πόλη που θα σε άφηνε να χαζεύεις και να χάνεσαι, να ξεχνιέσαι και να επανεφεύρεις τον εαυτό σου με μια βόλτα. Αυτή που θα σε αγκάλιαζε παρηγορητικά κάθε φορά που ο αρχαίος θεσμός της οικογένειας σού βαραίνει το στήθος και βγαίνεις από το πυρηνικό διαμέρισμα να πάρεις μια ανάσα. Αυτή που θα σε δεχόταν χωρίς να σε ρωτάει ποιος είσαι και τι θέλεις. Αυτή που θα σου έδειχνε τις ομορφιές της χωρίς να ζητάει ταυτότητα. Που θα χαμογελούσε χωρίς επιφυλάξεις και θα σε οδηγούσε στα θαύματα, όπως στις ταινίες του Φελίνι. Την πόλη που δεν θα σε εξαντλούσε στην ανούσια βία. Την πόλη που θα σε εκμαύλιζε να εγκαταλείπεις την εστία, δεν θα σε κυνηγούσε να ξαναχωθείς μέσα της κάθε φορά που βγαίνεις. Που θα σου υποσχόταν το τυχαίο, όπως κάθε αληθινή πόλη, και που θα σου προσέφερε το προγραμματισμένο, πάντα, σίγουρα, εγγυημένα. Όπως κάθε αληθινή πόλη. Που θα καμάρωνε για την παλιά της γειτονιά και θα κορδωνόταν για τις καινούργιες. Την πόλη που δεν θα έκλεινε τις Κυριακές και τις γιορτές. 

Ωστόσο ακόμα κι έτσι απαράδεχτη που είναι τώρα, μπορούσε να μην κλείνει τις Κυριακές και τις γιορτές. 

Από τα ΝΕΑ το 2010
http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4560593/?iid=2 

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Αγριο Καρναβάλι

Ας μπορούσε η Αποκριά να μας κατακτήσει όπως οι μεγάλες ιδέες. Αξιζε μεγαλύτερη προσοχή η παράσταση που πέτυχα τελείως τυχαία στο πάρκο, περνώντας για κάτι σοβαρότερο, στο κλίμα πια της πόλης κι εγώ, άκαμπτη, αγέλαστη, απαρατήρητη, ευτυχώς όχι αβάδιστη ακόμα. Βαδίζω και παραμιλώ.
Εκεί λοιπόν στην αμήχανη πλατεία του Κωνσταντίνου βασιλέα των Ελλήνων, του εφίππου, που πια τον βάζω στον εαυτό μου ως τεστ μνήμης, θυμάσαι ποιος ήταν ο πατέρας του, ποιος ο γιος του, όχι τη διαμάχη με τον Βενιζέλο, αυτή δεν την ξεχνάω ποτέ, δυστυχώς, μας σημαδεύουν οι διχασμοί, δεν γλιτώνουμε με τίποτε.
Εχουν φέρει καρέκλες για το καρναβάλι του δήμου, έχει και ήλιο αλλά με δόντια, τι αμφίεση κι αυτού εκ μέρους του. Πίσω από τους καθήμενους περιφέρονται οι επόμενοι καρναβαλιστές, κορίτσια που φοράνε βράκες, άνδρες με μαντίλια, διάφορες τοπικές ενδυμασίες, νέοι κυρίως, κάπως αδιάφοροι, ή προσπαθούν να δείχνουν ότι δεν τρέχει και τίποτε που φόρεσαν ένα μουστάκι και το καπέλο του παππού, είναι κουλ, σχεδόν αθέατοι.
Κι όμως έχουν προετοιμαστεί επί ώρα, έχουν ψάξει στα πατάρια τους κι έχουν δανειστεί ρούχα που οι άλλοι τρέμουν ίσως μην τα χαλάσουν, έχουν κοιταχτεί στον καθρέφτη με τις ώρες, έχουν αλλάξει, έχουν γελάσει, έχουν διστάσει κι έχουν νικήσει τον δισταγμό, έχουν προβάρει τραγούδια και χορό, σαν αυτή την παρέα αντρών από τον Μόλυβο Λέσβου, που ντυμένη με παππουδίστικες φανέλες και σώβρακα και πρόσωπα μουντζουρωμένα από κάπνα εμφανίζεται τώρα στην αυτοσχέδια σκηνή κουβαλώντας με άνεση ολόκληρη βάρκα και κραδαίνοντας τα απαραίτητα φαλλικά της σύμβολα σε κυκλική μιμική που ποιος ξέρει τι μυστήρια συμβολίζει πριν καταλήξει σε οικείο χορό.
Αν και ξέρουμε όλοι κατά βάθος τι συμβολίζει η μιμική, ξέρουμε πού αναφέρονται τα παμπάλαια μυστήρια, τι αναβιώσεις ανακαλούν μετά φόβου και θράσους, τι τελετές μαγικές που σκεπάζουν το άγριο παρελθόν αφήνοντάς το ελάχιστα να ξεσκεπαστεί στο άγριο καρναβάλι. Υπήρξαν κάποτε οι άνθρωποι φριχτοί πολύ, έτρωγαν συνανθρώπους, έσφαζαν κι έκαιγαν και βίαζαν και λεηλατούσαν, σκότωναν κι απειλούσαν, καταπιέζει βέβαια τις πρωτόγονες δυνάμεις ο πολιτισμός αλλά τους δίνει και μια χαραμάδα να εμφανίζονται για να ξορκίζονται.
Θαυμάζω τον ρυθμό του χορού που ξαναβρίσκουν οι άντρες μετά τα μαγικά τους, τι ωραία που χορεύουν τα νησιώτικα κραδαίνοντας τα ρόπαλα και τα κουδούνια τους, πόση χάρη έχει η επιστροφή τους στον ρυθμό που ξέρουμε κι αναρωτιέμαι μήπως η Αποκριά χάνει την αίγλη της όχι μόνο επειδή στη μεγάλη πόλη δεν έχουμε τρόπο να οργανώσουμε την αγριάδα μας με ασφάλεια αλλά για το αντίθετο, επειδή δηλαδή τόσο αγριέψαμε ή επιθυμούμε και υμνούμε τον πρωτογονισμό και τη βαρβαρότητα που η γιορτή χάνει το νόημά της.

Θεατρική πόλη

Την Κυριακή, θέλοντας κι εγώ να εμβαθύνω και να επιβεβαιώσω την εθνική μου ταυτότητα προσφέρθηκα να ξεναγήσω φίλους στην Ακρόπολη. Μ' αρέσει πολύ, το κάνω συχνά, το κάνω διακριτικά, μέχρι στιγμής δεν με έχουν ανακαλύψει οι επαγγελματίες ξεναγοί να με σταματήσουν, γιατί ξέρετε απαγορεύεται να ξεναγείς, κι αφού δεν με έχουν σταματήσει δεν χρειάστηκε να μάθω πόσο απαγορεύεται, αν δηλαδή απαγορεύεται τελείως ή απλώς να το κάνεις επί χρήμασι. Φαντάζομαι ότι δωρεάν μπορεί να κάνει κανείς ό,τι θέλει.
Καθώς περνούν τα χρόνια πλουτίζω τις γνώσεις μου, έχω μάθει για την Ακρόπολη ένα σωρό απίθανες λεπτομέρειες από όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, από πριν χτιστεί μέχρι λίγο πριν πάψει να είναι κάστρο, ποια βρύση χρησιμοποιούσαν οι πολιορκημένοι στην Επανάσταση, π.χ., και τίνος είναι το μνημείο που ανακαινίζεται στη δυτική πλευρά του βράχου, αυτό με τις άσπρες κολόνες οι οποίες μπορεί και να οδηγούν σε σπηλιά.
Το έχετε προσέξει; Ολοι οι επισκέπτες ρωτούν αν είναι πόρτα, αν μπορείς να μπεις μέσα σε κάτι. Κάτι να κρύβει η βάση της Ακρόπολης. Δεν νομίζω, είναι απλώς χορηγικό μνημείο, εξηγώ, κάποιος που νίκησε στους θεατρικούς αγώνες εδώ πριν από αιώνες το έφτιαξε, είχε δικαίωμα να απαθανατίσει τη νίκη του. Ολη η περιοχή, ο δρόμος από τις καινούργιες-παλιές αυτές κολόνες ώς το μνημείο του Λυσικράτη ήταν στη σειρά τέτοια μνημεία θεατρικών βραβείων. Και πώς να ήταν άραγε το ένα δίπλα στ' άλλο; Να ήταν όμορφο το αποτέλεσμα, να ήταν αρμονικό ή να ήταν παραφορτωμένο και κιτς; Ποτέ δεν θα το μάθουμε μάλλον.
Εκείνο που ξέρουμε είναι πως η Αθήνα εκείνη την εποχή ήταν η πρωτεύουσα του θεάτρου. Πόλη θεατρική ακόμα κι όταν κινδύνευε η ύπαρξή της με πολέμους και αρρώστιες, είχε ουσιαστικά δημιουργήσει το θέατρο, εκεί στο μικρό αυτό που βλέπετε, το ερειπωμένο (δείχνω το θεατράκι του Διονύσου) κι ύστερα ξετρελάθηκε με δαύτο, κάθε τρεις και λίγο έστηνε παραστάσεις, και δώσ' του διαγωνισμοί και τριλογίες, και χορηγίες, και τρίποδες, και στην αναμπουμπούλα εκείνη, στον δημιουργικό πυρετό, γράφτηκαν τα καλύτερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου - μέχρι τον Σέξπιρ, τουλάχιστον.
Κι από το θέατρο του Διονύσου ώς την πύλη του κάστρου όλα είναι πάλι θέατρο, η στοά του Ευμένους -παρασκήνια-, ύστερα το μεγάλο θέατρο του Ηρώδη Αττικού, ακόμα πάμε εκεί και βλέπουμε παραστάσεις, θέατρο και προς την Πλάκα η οδός των Τριπόδων, δηλαδή των βραβείων. Κάτι σαν τον δρόμο με τ' αστέρια στο Χόλιγουντ ή το κόκκινο χαλί των Οσκαρ σε μάρμαρο και χαλκό. Βιομηχανία θεάματος υψηλού προϋπολογισμού.
Σκαρφαλώνουμε στον βράχο, ατενίζουμε την πόλη από ψηλά, κρυμμένα στα πυκνά της κτίρια έχει ακόμα θέατρα, κάθε χρόνο αβγαταίνουν, παλιά σινεμά γίνονται θέατρα, η παράδοση συνεχίζεται. Μπορεί να παίζονται και χίλιες παραστάσεις τη σεζόν και δεν ξέρουμε πού να πρωτοπάμε εμείς οι απόγονοι του Λυσικράτη και του Θρασύλλου και άλλων τέτοιων φαντασμένων χορηγών, να μην ξέρουμε πού να δώσουμε τον οβολό του εισιτηρίου μας, καταλαβαίνετε το δράμα μας; Γελούν οι επισκέπτες μου και μυστικά ζηλεύουν τα διλήμματά μας.

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Βίος ανεόρταστος

Ακούω τους αγρότες που ετοιμάζονται να κλείσουν τους δρόμους, έχουν προβλήματα οι άνθρωποι, δεν υπάρχει αμφιβολία. Κάποια στιγμή κλείνοντας τους δρόμους αποκτούσαν, ασκούσαν, προσπαθούσαν τέλος πάντων να αποκτήσουν πολιτική εξουσία, έπαιρναν επιδόματα, αποζημιώσεις, κάτι, τώρα είναι μόνο η ελπίδα πως πάλι κάτι θα κερδίσουν από το λωλαμένο κράτος, ή μήπως συνήθισαν αυτή την ωραία χειμερινή σύναξη που τους φέρνει κοντά σε κλίμα ηρωικό κάθε χρόνο;
Υποπτεύομαι ότι περισσότερο τη βρίσκουν τώρα πια, παρά περιμένουν αποτελέσματα από την ταλαιπωρία των υπολοίπων. Γίνονται ομάδα, η μέθεξη στο διονυσιακό κλίμα των συγκεντρώσεων είναι αυταξία.
Πανάρχαιες, αταβιστικές ηδονές. Από το να κάθονται κλεισμένοι μέσα με την τηλεόραση ή να παίζουν συνέχεια χαρτιά στο καφενείο, δεν είναι σκέτο γλέντι να μαζεύονται με τα ποτά τους, με τις κάμερες, με το βασανιστήριο των άλλων να τους ζεσταίνει την καρδιά, το αγωνιστικό τους ποίημα να γεμίζει υδρατμούς τον παγωμένο αέρα; Σούπερ.
Γενικά διάγουμε βίο ανεόρταστο, κι ας προσπαθεί ο Δήμος Αθηναίων να οργανώσει αποκριάτικες γιορτές. Πλήττουμε θανάσιμα, κάθε ευκαιρία για λίγο ξέδομα είναι ευπρόσδεκτη, κι όταν έχει και την αύρα του αγώνα, ακόμα καλύτερα. Να κουνηθεί λίγο ο κόσμος ρε παιδιά, να ξεμουδιάσει ηρωικά, οπότε μετά το σουξέ της αντισκοπιανής συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη, θα γίνει και στην Αθήνα παρόμοια, στην καρδιά των Απόκρεω.
Αναμένονται πρωτότυπες εμφανίσεις, πολλές φουστανέλες, ίσως και βράκες, δεν παίρνω όρκο, περικεφαλαίες, θώρακες, λοφία. Υπάρχει πλούσιο υλικό στα μαγαζιά της Πλάκας, σημειώνω για όποιον δεν το ξέρει.
Το γιατί αυτή η ανάγκη για τζέρτζελο μένει τόσο ανικανοποίητη στην καθημερινότητά μας και χρειάζεται μάλλον αυτοκαταστροφικές εκδηλώσεις για να ξεδώσει, δεν αναλύεται εύκολα, ελπίζουμε πάντα στη συνδρομή των ψυχαναλυτών.
Φαίνεται πάντως ότι η ελπίδα για προσπορισμό εξουσίας σε καταστάσεις αστάθειας παίζει ρόλο καταλυτικό, αλλιώς κάπως θα είχαν πιάσει τόπο και οι χοροί των συλλόγων, οι κοπές πίτας, οι διαγωνισμοί τραγουδιού, μαγειρικής, γυμναστικής, διάφορα τέτοια αναίμακτα, που μπορούν να εγγυηθούν διάκριση και λάμψη για μερικές ώρες, μερικούς μήνες, μερικά χρόνια, ίσως και την ανεύρεση του ανθρώπου της ζωής σου.
Αλλά δεν περιέχουν την υπόσχεση ανατροπής που ίσως σου δώσει το πάνω χέρι, ίσως σε φέρει στην πάνω βόλτα, ή απλώς σου προσφέρει την ευκαιρία να καταστρέψεις το κτίριο που ζηλεύεις, να ταλαιπωρήσεις τον άνθρωπο της πόλης που σου τη σπάει κ.λπ. Τέτοιες χαρές πού να τις βρεις στις απλές γιορτές; Οπότε, ζήτω η αναρχία, η πρόκληση και το επικίνδυνο τζέρτζελο, να τρέμουν οι εχθροί μας.

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Για ένα όνομα μακρύ

Πολύ μεγάλη επιτυχία η κυριακάτικη διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη, με θέμα τη συντόμευση του επίσημου ονόματος της γνωστής γειτονικής χώρας. Επιβεβαιώσαμε ως Ελληνες ότι είμαστε ευαίσθητος λαός, γιατί μερικές φορές η κούραση που μας κυβερνά δίνει άλλη εικόνα. Βαριές εκφράσεις, παραιτημένες, απελπισμένες, ηττοπαθείς. Εχουμε περάσει δύσκολα τα τελευταία χρόνια.
Οικονομική κρίση, μισθοί που συρρικνώνονται, δουλειές που εξαφανίζονται, παιδιά που φεύγουν ή ετοιμάζονται να φύγουν, έξοδα που δεν συμμαζεύονται, μαγαζιά που κλείνουν, ελπίδες που γκρεμίζονται, αλλά να που στο βάθος η ψυχή μένει στητή κι ολόρθη, όπως είχαμε γράψει κάποτε στην έκθεση των εισαγωγικών εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο, και μόλις κινδυνεύει το μεγάλο και ωραίο όνομα της γειτονικής βόρειας χώρας, αυτής που ξεφύτρωσε αυθαίρετα ανάμεσα στην παλιά γνωστή και σκληροτράχηλη Βουλγαρία και τη μικρή αγκαθωπή Αλβανία, που τέλος πάντων τις ξέραμε κι από τα πέρσι, αυτής της απολύτως μεσαίας που στο βάθος δεν είναι μικρομεσαία καν, αλλά μικρή και καθόλου τριανταφυλλένια, μόλις λοιπόν αυτή η μπαμπέσα πάει να ονομαστεί από Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, σκέτο Δημοκρατία της Μακεδονίας, ε, όχι, αυτό είναι το όριό μας.
Θ’ αλλάξουν τώρα οι πολιτικές θέσεις των κομμάτων, έλεγαν οι δημοσιογράφοι του ραδιοφώνου, οι πιο κουλ. Δηλαδή φαίνεται πως όχι, δεν θα είναι εύκολο να συντομευτεί το όνομα αυτό, ήταν πολύ μαχητικό το συλλαλητήριο, κάψανε και μια νεοκλασική βίλα του 1899, αλλά ήταν λίγοι ακραίοι αυτοί, όπως εκείνοι στη Μαρφίν τότε, λίγοι ακραίοι που δεν αμαυρώνουν τους υπόλοιπους. Ετσι λένε αυτοί που ξέρουν. Οταν λίγοι ακραίοι δεν αμαυρώνουν τους πολλούς, καλύτερα να μην είσαι με τους πολύ λίγους, αυτούς που είναι μέσα στα καιόμενα κτίρια.
Γιατί θα πεθάνεις φριχτά και χωρίς καν αμαύρωση, χωρίς κανείς να τολμήσει να κάνει ανάλυση, όπως παλιά, για το πώς το πλήθος γίνεται όχλος. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς στο κτίριο που κάψανε οι λίγοι ακραίοι στη Θεσσαλονίκη (χωρίς να αμαυρώσουν τους υπόλοιπους, μόνο την πόλη μαύρισαν λιγάκι, σιγά μωρέ, ποιος θέλει τέτοια ερείπια;).
Περίεργο που οι ακραίοι, οι οποίοι μαυρίζουν την πόλη, παίρνουν ζωές ενίοτε, αλλά δεν αμαυρώνουν τα πλήθη (μαγικό πράγμα), διαλέγουν πάντα νεοκλασικά κτίρια να κάψουν. Πρέπει να αναλύσουμε κάποτε αυτή την αρχιτεκτονική προτίμηση, χωρίς να αμαυρώσουμε τα πλήθη, εννοείται.

Πολύ μαύρη η Δευτέρα

Αυτή ήταν και πάει, πέρασε. Η διεθνώς αναγνωρισμένη ως καταθλιπτικότερη μέρα της χρονιάς, η χθεσινή Δευτέρα. Εχουν τελειώσει οι γιορτές, αργούν οι επόμενες, έχει αρχίσει ο χειμώνας, αργεί η αλλαγή της ώρας, οι οικογένειες που είχαν μαζευτεί για τα Χριστούγεννα σκορπίζουν πάλι, κουράστηκε το ανοσοποιητικό, οι φίλοι δεν τηλεφωνούν επαρκώς. Περιμένουν κι αυτοί κάποιος να τους τηλεφωνήσει.
Οι φίλοι, αυτός ο νέος θεσμός, η ανακάλυψη του αιώνα, δεν μπορεί να βρει τελετές και να τις καθιερώσει. Μερικοί μαζεύονται κάθε Τρίτη και παίζουν χαρτιά, άλλοι τρώνε έξω τις Παρασκευές, αλλά την καταθλιπτική Δευτέρα την έχουν αφήσει λυτή να βασανίζει τους μοναχικούς και τους συνεσταλμένους.
Δεν είχε αρχίσει η μέρα να μεγαλώνει; Τι έπαθε και πάλι μίκρυνε; Το στολισμένο έλατο δεν έμεινε άθικτο για να μη μελαγχολήσουμε; Τότε γιατί με τα φωτάκια του ακόμα αναμμένα προκαλεί θλίψη; Και να υπάρχουν γύρω μας τόσοι αντιπερισπασμοί, ολόκληρο πολυνομοσχέδιο με χιλιάδες σελίδες, να μεταδίδεται από τα ΜΜΕ η συζήτηση στη Βουλή, τα πάντα όλα λύνονται σε τρεις ημέρες κατά τας Γραφάς, απεργία στα άλλα ΜΜ, τα ΜΜΜ, να αποκτήσει η διαδρομή στην πόλη ενδιαφέρον, ζωντάνια.
Γιατί άλλο να τρέχεις να προλάβεις ένα μετρό, ένα λεωφορείο που ξέρεις ότι θα περάσει, έστω και στριμωγμένος, έστω και καθυστερημένος, είσαι μέσα στη ρουτίνα, το μυαλό σου τρέχει αμέσως αλλού και πού αλλού θα τρέξει μέρα που 'ναι, παρά στη μελαγχολία;
Ενώ με την απεργία πρέπει να παλέψεις για κάθε μέτρο που κατακτάς στην άσφαλτο ως οδηγός ή επιβάτης ταξί ή πεζοπόρος, δεν περισσεύει χρόνος για σκέψεις υπαρξιακές και μαύρες. Οπότε κανονικά η Blue Monday, η μελαγχολική Δευτέρα, δεν πιάνει σε τούτα 'δω τα μάρμαρα, στον χαρούμενο και κάπως υστερικό Νότο.
'Η δεν θα έπρεπε να πιάνει, τέλος πάντων. Ακόμα και το «Μακεδονικό», όμως, που αναβιώνει ως ευχάριστη φαγούρα με αναμνήσεις από το ένδοξο παρελθόν, τότε που ήμαστε υπερδύναμη των Βαλκανίων, το κέντρο της οικονομίας τους και των πολιτικών ελπίδων ολονών τους και τους κρατούσαμε στο χέρι, αχ! μήπως τίποτε δεν άλλαξε, να καταθέσουμε ξανά απόψεις για το όνομα των άλλων, σαν να μην πέρασε μια μέρα, ακόμα κι αυτό δεν καταφέρνει να μας ανεβάσει όπως κάποτε, διότι πέρασαν πολλές μέρες, αυτό είναι το ζήτημα, η μαυρίλα, η μελαγχολία.
Ουφ! πέρασε πια, ευτυχώς.

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Η ταξιδιώτισσα

Η ταξιδιώτισσα
Δύσκολη μέρα σήμερα και να προσέχετε τις τσάντες σας, έλεγαν οι πωλήτριες στο πολυκατάστημα. Πρώτη επίσημη μέρα των εκπτώσεων, ουρά στα ταμεία,  πωλήτριες πιεσμένες, πελάτισσες πιεστικές, διάχυτη αγωνία να βρεθεί το κομμάτι το καλό και συμφέρον. Είχα καιρό να το ζήσω, και προσπαθώντας να συγκεντρωθώ να δω κι εγώ την πραμάτεια, σα να πλησίασε και να με πήρε από τους ώμους μια θεία αγαπημένη που έχω χάσει από δεκαετίες, και που της άρεσε πολύ να ψωνίζει στην Αθήνα.
Σε άλλη περίπτωση θα έκανα μεταβολή να φύγω βλέποντας  τόσες γυναίκες να φωνάζουν ταυτόχρονα, νευρικές και γκρινιάρες, αλλά έμεινα  να ψαχουλεύω κρεμάστρες και ράφια. Δεν θυμάμαι αν είχαμε πάει ποτέ μαζί για ψώνια με τη θεία, μιλούσε όμως πολύ με τη μητέρα μου, η οποία μάλλον βαριόταν, και προσπαθούσε να της μεταδώσει γνώσεις, τον ενθουσιασμό της και τα συμπεράσματα της. Ταξίδευε από την επαρχία  για να ψωνίζει στις εκπτώσεις, οργανωμένα και πολύ σοβαρά, έκανε έρευνα αγοράς, συγκρίσεις, παρατηρήσεις, τηλεφωνήματα, ολόκληρη εκστρατεία. Κυρίως μετέδιδε την ευφροσύνη της για το ταξίδι, τη χαρά της που μπορούσε  να ψωνίζει στην Αθήνα. Ήξερε τι έφτιαχνε ο τάδε, τι έραβε η δείνα, τι εισαγωγές υπήρχαν κι απο πού, ξεχώριζε ποιότητες. Έψαχνε συγκεκριμένα πράγματα, αλλά ήταν ανοιχτή στις προτάσεις, στους νεωτερισμούς, αλλιώς τι νόημα είχε να έρχεται στην πρωτεύουσα;
Θες η συζήτηση για την Αθήνα του 60, εποχή που άξιζε τη μετακίνηση, θες οι γιορτές που μας βυθίζουν στη νοσταλγία, με συνόδεψε ολοζώντανη η γλυκιά μου η θεία, και με συμβούλευε ακούραστα ό,τι κι αν ψηλάφιζα, με οδηγούσε σοφά και μετρημένα. Δεν έχασε στιγμή την  πρωταρχική χαρά, το βαθύτερο χαμόγελο, πίσω από το αυστηρό ύφος που έπαιρνε ενίοτε, μα όχι αυτό, δεν σου πάει, όχι ετούτο, ακριβά τα έχουν, ποικιλία γιοκ, δεν υπάρχει αυτό που ψάχνεις. Και πίσω από το περισπούδαστο ύφος των γνώσεων που συστηματικά συσσώρευε και των πληροφοριών που ακούραστα μάζευε, συνέχεια τα ματάκια της έλαμπαν, μα για δες τι σπουδαία πράγματα σκέφτονται οι υφαντές, τι φτιάχνουν οι σχεδιαστές, τι συνδυάζουν οι ράφτες, κι οι έμποροι πόσο σπουδαία τ' αραδιάζουν, τι θαυμάσια που είναι η Αθήνα, όλα τα έχει, τα πάντα βρίσκεις εδώ, φτάνει να έχεις παραδάκι βέβαια, κατέληγε στη γνωστή επωδό. Ή πιστωτική κάρτα και άτοκες δόσεις, αλλά αναρωτιέμαι αν πρόλαβε αυτά τα θαύματα.  
Βγήκαμε στην Ομόνοια, δεν κατάλαβε τίποτε από την αλλαγή του τοπίου, τους ταξιδιώτες πολύ σκληρών και πανάκριβων μετακινήσεων, τους ξένους και τους χαμένους, τους κυνηγημένους, τους αιτούντες άσυλο και μη ευρήσαντες.  Μπήκαμε αγκαλιά στο λεωφορείο, κρατούσε σφιχτά τη σακούλα με τα ψώνια μου, με πήγε σπρώχνοντας ελαφρά, σα να ήμουν κουρασμένο παιδί, μέχρι το σπίτι.


Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Παρενόχληση και φλερτ

Τώρα που πια κανείς δεν μας παρενοχλεί, το θέμα είναι πώς φλερτάρουμε.
Η χειρότερη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστην, επί σειρά ετών, κυκλοφορώντας στην Αθήνα με τα πόδια, σε παιδική ηλικία, μάλιστα, μετά τα δέκα, ήταν ότι δεν μπορούσα να κάνω ένα βήμα και να μη με πλησιάσει κάποιος σιχαμένος και ν' αρχίσει να ψέλνει στ' αυτί μου φριχτές ανοησίες που υποτίθεται ότι ήταν σεξουαλικές. Κάθε μέρα, για χρόνια, επί ώρες. Αν το έλεγα στους γονείς μου, θα απαγόρευαν τις βόλτες, δεν ήξερα τι να κάνω, συχνά φοβόμουν, πάντα έπρεπε να πηγαίνω από δρόμους με κόσμο, πάντα ασφυκτιούσα. Αραίωσε και σταμάτησε καθώς μεγάλωνα. Αυτοί που το έκαναν αυτό, πάρα πολλοί, όλων των ηλικιών, διάλεγαν το στόχο, το νεαρό, μόνο, άβγαλτο κι ανυπεράσπιστο θηλυκό.
Χρόνια αργότερα, μια μέρα που κατέβαινα τη Σόλωνος αεράτη, κάποιος είπε καθώς περνούσα δίπλα του:
"Μα τι όμορφο που είσ' εσύ!" και μου άρεσε τόσο που δεν το ξεχνάω. Καμία σχέση με κείνη την κολλώδη, απελπιστική κατάσταση που έζησα στην εφηβεία.
Υπάρχει δηλαδή μια ηλικία, κάποιο στάδιο που οι έφηβοι είναι υπερβολικά ανυπεράσπιστοι. Κι όχι μόνο στο δρόμο, προφανώς, κι όχι πάντα προστατευμένοι από το πλήθος. Αν εκείνη την εποχή γίνονταν αυτές οι συζητήσεις, θα είχα περισσότερο θάρρος, δεν θα φοβόμουν μην κατηγορηθώ για όσα τραβούσα επειδή γινόμουν γυναίκα, θα μπορούσα να πω και καμιά πληρωμένη απάντηση. Αυτοί που υποφέρουν όμως δύσκολα έχουν πρόσβαση σε αμυντικά μέσα, το ξέρουν οι επιτιθέμενοι.
Αλλά όπως είπα, όλ' αυτά είναι περασμένα μεγαλεία και αθλιότητες, για τη σειρά μου. Τώρα που κανείς δεν μας παρενοχλεί, το θέμα είναι πώς φλερτάρουμε. Διότι δεν έχουμε ξοφλήσει, κι αυτό είναι η μεγάλη είδηση που φτάνει στο κοντρόλ από τους ανταποκριτές στις χώρες της ευημερίας και της μακροζωίας.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Σακούλες

Στο σούπερ μάρκετ, πρώτη μέρα που χρεώνονται οι πλαστικές σακκούλες, ένας τύπος θυμώνει πολύ μόλις τον ρωτά η ταμίας αν θέλει σακκουλίτσα.
-Σιγά να μην πληρώσω και τη σακκούλα, φωνάζει δυνατά, δεν φτάνει που μου παίρνουν και μου κόβουν απ’ όλες τις μπάντες, θα πληρώσω και τη σακκούλα; Δεν είμαστε καλά μου φαίνεται! Ε όχι κύριε, δεν θα με πιάσεις κορόιδο εμένα!
Έχει φέρει μαζί του δυο μεταχειρισμένες σακούλες σούπερ μάρκετ και τις ξεδιπλώνει περήφανα να μας δείξει πόσο αποφασισμένος είναι να μην τον πιάσουν κορόιδο. Είναι κάπως ετοιμόρροπες οι σακούλες, ίσως δεν φτάσουν μέχρι το σπίτι του. Τις γεμίζει συνεχίζοντας να φωνάζει:
-Σώνει και καλά να με κάνουν εμένα ευρωπαίο με το ζόρι. Βρε δεν πάτε στο διάολο, ουστ από κει, που θα με κάνετε εμένα ευρωπαίο! Αντε στα κομμάτια, στα τσακίδια, εγώ θα γίνω ευρωπαίος ρε;
Δίπλα του στέκεται η γυναίκα του, κοντή και στραβοχυμένη γυναικούλα, που έχει περάσει τη ζωή της να ετοιμάζει παραπανίσια γεύματα κι έχει απλώσει απ’ όλες τις πλευρές σα να την έχουν ζουπήξει. Εκείνος όμως είναι ευθυτενής, ολόισια η πλάτη, και σηκώνει μια πελώρια κοιλιά με περηφάνια. Στο στόμα του έχει ένα μόνο δόντι, το πρόσωπο είναι κατακόκκινο, η φαλάκρα τόπους τόπους φιλοξενεί απρόσμενες τούφες μαλλιών, το δέρμα στα μπράτσα και στο στήθος είναι ερεθισμένο, φορά κοντομάνικο μέσα στο χειμώνα, μια μπλούζα ταλαιπωρημένη σαν τις σακκούλες του, κι αγορεύει με φωνή μπάσα, πάλι καλά δηλαδή, τουλάχιστον δεν τρυπάει τ’ αυτιά, πόσο πολύ τον προσβάλει η απόπειρα να του κλέψουν την πολιτιστική ταυτότητα.

Είναι τόσο γκροτέσκο που σε σκηνή του σινεμά θα λυπόσουν το σκηνοθέτη. Ωστόσο το ζω σε απόσταση αναπνοής, είμαι πίσω του στο ταμείο, και με κοιτάζει τώρα και αυτός και η πωλήτρια περιμένοντας ίσως κάποιο σχόλιο, κάποιο χαμόγελο κατανόησης ή συμπαράστασης. Το πρόσωπο μου μένει απολύτως ανέκφραστο, γρανιτένιο. Περιμένω να φύγουν και προχωρώ με τη γερμανική μου αναδιπλούμενη σακουλίτσα, που τη χρησιμοποιώ χρόνια τώρα στα ψώνια. Τώρα πια δεν θα την ξεχνάω ποτέ. Παίρνω τα ψώνια μου χωρίς σχόλιο. Δεν μπορεί κανείς να σε κάνει ευρωπαίο, φωνακλά, σκέφτομαι. Και δεν θέλει καν. Ποια δύναμη θα αλλοίωνε μια τέτοια προσωπικότητα; Θα συνεχίσεις να πετάς τα σκουπίδια σου όπου νά' ναι, να οδηγείς επικίνδυνα, να καπνίζεις εκεί που απαγορεύεται τα λαθραία σου τσιγάρα, αλλά θα πληρώνεις τις σακούλες σου στο εξής, τέσσερα λεπτά τη μία.  Αν καταφέρουμε να ισχύσει ο νόμος αυτός, και δεν τον κουρελιάσουμε σαν τον άλλο για το κάπνισμα. Αλλά κάτι βγάζει και το κράτος απ' αυτό, οπότε σε βλέπω να χάνεις.

Γιορτάζουμε τη συνείδηση του χρόνου


Πέρσι τέτοια μέρα κάναμε πάλι μπάνιο στη θάλασσα, λέει ο γιος μου, και μου δείχνει τη φωτογραφία. Εκείνοι, οι νέοι και γενναίοι, όχι εγώ. Και πρόπερσι, συμπληρώνει ο άλλος, και πριν από τρία χρόνια! Πόσα χρόνια κάνουμε μπάνιο την Πρωτοχρονιά;
Ψάχνουν στο κινητό τις αναμνήσεις, αλλά είναι σίγουροι ότι το έχουν καθιερώσει. Οπως το τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων με το ρεπερτόριο των τραγουδιών που ξεκινά από τις παρτιτούρες της γιαγιάς, προπολεμικές εκδόσεις Γαϊτάνου, και φτάνει ώς τα τραγούδια που τους συγκίνησαν τους τελευταίους μήνες και τα βρίσκουν κι αυτά στο κινητό με νότες, και βάζουν στο πιάνο την ταμπλέτα και τα παίζουν επί τόπου.
Κάθε χρόνο ένα με δυο τραγούδια μπαίνουν στο σώμα των παλιών για να συντονίζεται το παρόν με το παρελθόν. Το μεγάλο στερεοφωνικό που κάποτε έπαιζε δίσκους την ώρα που μαγειρεύαμε έχει χαλάσει από καιρό, αλλά βολευόμαστε με τα κομπιούτερ και τις κιθάρες.
Επανάληψη των τελετών, των φαγητών, των τραγουδιών, των συνηθειών, που σημαδεύει τις γιορτές στο τέλος του Δεκέμβρη. Και κάλαντα, ανελλιπώς, μας ξέρει η γειτονιά πια, βλέπουμε τα παιδιά να μεγαλώνουν, κάθε χρόνο τους βάζω κορδελίτσα στο τριγωνάκι, να πάλλεται σωστά τους εξηγώ, και την επόμενη φορά έρχονται πάλι χωρίς, γιατί όλα πρέπει να ξαναγίνουν. Μια φορά φτιάξαμε μελομακάρονα δικά μας, αλλά κάθε χρόνο αγοράζουμε από τους φούρνους και συγκρίνουμε, οπότε επανήλθαμε στην παλιά συνήθεια.
Επαναλήψεις που σημαδεύουν το δύσκολο χειμερινό ηλιοστάσιο. Δεν είναι μόνο ο θεός που γεννιέται μία από τις νύχτες που οι άνθρωποι χρειάζονται παρηγοριά, είναι και το φως που ξανάρχεται αργά αργά, είναι η κοινότητα που θυμάται την ύπαρξή της, που χωρίς αυτήν δεν υπάρχουμε, δεν είμαστε άνθρωποι. Βαρετή ίσως, απαιτητική, κουραστική, άδικη και κατώτερη των προσδοκιών, αλλά υπαρξιακά απαραίτητη.
Κι αυτό που γιορτάζει, σκέφτομαι καθώς ακόμα ψάχνουμε στο κινητό ίδιες φωτογραφίες των περασμένων γιορτών, είναι η κυριαρχία μας πάνω στον χρόνο, των ανθρώπων.
Γιορτάζουμε σαν να τον νικήσαμε, επειδή επαναλαμβάνουμε τα ίδια, κι επειδή μετράμε και νομίζουμε πως προχωράμε. Γιορτάζουμε σαν να τον κατέχουμε, ενώ ξέρουμε ότι δεν είναι έτσι, εκείνος μας κατέχει και είναι πάντα ο τελικός νικητής. Γιορτάζουμε που έχουμε συνείδηση του χρόνου, αυτό κερδίσαμε μόνο. Υπάρχουμε επειδή ξέρουμε να μετράμε και να βλέπουμε τους κύκλους να κλείνουν. Δεν είναι και μικρό πράγμα.
Καλή χρονιά.

http://www.efsyn.gr/arthro/kali-hronia-0

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Παγωμένα νερά

Κάτι άκουσα στο πρωινό ραδιόφωνο για Τούρκους αιτούντες άσυλο στις Οινούσσες. Τι άχαρη λέξη αυτή, «αιτούντες». Δεν κάνει να πούμε ικέτες, φαντάζομαι, γιατί είναι συναισθηματικά φορτισμένο, θυμίζει και αρχαία τραγωδία και χρησιμοποιεί υπέρ των αιτούντων αθέμιτα μέσα, έτσι δεν είναι;
Σαν τα τραγούδια του Θεοδωράκη επί χούντας, ας πούμε, που βάρυναν πολύ στην απόφαση τότε των Γάλλων πολιτικών να τον ελευθερώσουν από την ελληνική χούντα με ελικόπτερο. Ενώ οι άλλοι δεν είχαν ελικόπτερο. Επρεπε να πάνε με δικά τους μέσα στη Γαλλία ή την Ιταλία ή τη Γερμανία ή όπου αλλού μπορούσαν. Τους έδιναν άσυλο όμως, έστω κι αν δεν είχαν γράψει τραγούδια, ούτε ταξιδέψει με ελικόπτερο.
Εμείς είναι που έχουμε εύθραυστες διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία, γι' αυτό δεν τους πολυθέλουμε τους αιτούντες. Δηλαδή θέλουμε μόνο την κούρσα εξοπλισμών, τις αναφορές παραβιάσεων του φιρ και του κεφίρ (όπου κεφίρ κάθε παράλειψη αναφοράς σε ελληνικό παρελθόν των μικρασιατικών ερειπίων, πρόκειται για βαλκανικό όρο) τέτοια πράγματα. Γι' αυτό και τους άλλους ικέτες τούς έχουμε στη φυλακή, να δουλεύει και η αποθάρρυνση. Μη νομίζουν ότι θα έρθουν εδώ και θα μένουν σε στρατόπεδα υποδοχής προσφύγων, με όλα τα κομφόρ.
Ολα τα διπλωματικά τα πράξαμε σχολαστικά εν ολίγοις κι είναι παράξενο που επιμένουν μερικοί να καταφτάνουν για να ζητήσουν πολιτικό άσυλο. Νομίζουν ότι αρκεί να περάσουν έναν παγωμένο πορθμό με φουσκωτό κι έφτασαν στην Ευρώπη, με τις δημοκρατίες της και με τα ωραία της. Δεν βλέπουν εμάς, που τόσα χρόνια προσπαθούμε να ανήκουμε στη Δύση και με τίποτε δεν τη χωνέψαμε, να καθίσουν στ' αυγά τους;
Πέρασε το πρωινό, έψαξα στις εφημερίδες με φόβο, ας μη δω ότι τους γύρισαν πίσω, θεούλη μου, όλα αντέχονται αλλά έχουμε και όρια, κι ευτυχώς δεν είδα τίποτε. Μπορεί να ήταν παραίσθηση, φέικ νιουζ, ανυπόστατες διαδόσεις.
Μπορεί να ήταν γαλάζια κρουαζιέρα δημοσίων υπαλλήλων της γείτονος (μία είναι η γείτων) που θέλουν να διαπιστώσουν αν στην Ευρώπη η μέρα μεγαλώνει γρηγορότερα κι η νύχτα ντρέπεται να πέσει νωρίτερα. Αλήθεια, γαλάζιες κρουαζιέρες τα λένε αυτά τα ταξιδάκια εξερεύνησης, μην πάει το μυαλό σας στα δικά μας κλισέ, αυτοί έχουν άλλα.
Αδικα αγωνιώ, προφανώς. Αφού ξέρω ότι δεν γίνονται αυτά, δεν θα διώξουμε τους ικέτες, είμαστε Ευρώπη, ό,τι και να λέμε. Μπορεί να ζοριζόμαστε λιγάκι, να ξινίζουμε, να τους βάζουμε φυλακή, γιατί πού αλλού να τους βάλεις; Αλλά το καθήκον μας το ξέρουμε.
http://www.efsyn.gr/arthro/pagomena-nera 

Εξάρτηση

Η πόλη μάς έχει διαφθείρει, το κατάφερε ύπουλα με τα χρόνια. Μας έχει δημιουργήσει εξάρτηση, να μην μπορούμε στιγμή μακριά της. Και δεν ενν...