Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019

Το εξοχικό ως κάψουλα του χρόνου



Στο εξοχικό είμαστε παιδιά όσο οι γονείς μας ζουν. Μας υποδέχονται εκεί όπως μας υποδέχονταν στο σπίτι που μεγαλώσαμε, μας φροντίζουν με την ίδια επιμονή, ίσως και λίγο παραπάνω τώρα, έχουν περισσότερο χρόνο. Τους πηγαίνουμε ψώνια από την πόλη όπως κάποτε τους πηγαίναμε τους ελέγχους του σχολείου, περιμένουμε επιδοκιμασία όπως τότε, κι είναι δύσκολοι, όπως ήταν τότε.
Στο εξοχικό ζούμε σε κάψουλα του χρόνου, μένουμε στο παιδικό δωμάτιο. Όταν φέρνουμε μαζί μας τα παιδιά, τα εγγόνια τους, τότε η κάψουλα του χρόνου μετατίθεται στην εποχή που ζούσε μαζί η ευρύτερη οικογένεια, σε κάποιο χωριό κάποτε, σε κάποιο μέγαρο με παράσπιτα. Χαλαρώνουμε σα να μη χρειάστηκε ποτέ ν’ ανοίξουμε τα φτερά μας, να βρούμε δουλειά που θα συντηρούσε δικό μας διαμέρισμα, να αποδείξουμε ότι κάτι αξίζουμε τέλος πάντων, να ικανοποιήσουμε τα στάνταρ για το μισθό, για το σύντροφο, για τους φίλους, για τα παιδιά. Χαλαρώνουμε σα να ήταν πάντα στοργικοί γονείς χωρίς απαιτήσεις, μπορούμε να απλώνουμε τα πόδια στην απέναντι καρέκλα σα να είμαστε φίλοι, σα να ήμασταν λέει πάντα φίλοι. Αποδεκτές οι ανάγκες για σπορ και βόλτες και ξεκούραση και εξόδους, επιτέλους, όλα αυτά που υπήρξαν κάποτε τόσο δύσκολα. Μέχρι και να κουτσομπολέψουμε χωρίς άγχος, κρατά, λέει, γερά η βασική συμμαχία, η οικογένεια, δεν αμφισβητείται η προσωπικότητα, οι βασικές επιλογές. Πάνε αυτά, ξεπεράστηκαν, κι εν πάση περιπτώσει είναι γλυκός ο αέρας, είναι δροσερή η θάλασσα, είναι σωστά αλατισμένο το ψαράκι, κι όλα καλά κι αγαπημένα. Τρεις γενιές, ενίοτε τέσσερεις, χωρίς εντάσεις, χωρίς ανταγωνισμούς, σα να πέρασε η ζωή ολόκληρη βαρκούλα απαλή στο κυματάκι.
Κάποια στιγμή φεύγουν οι γονείς και μένει το σπίτι πολύ παράξενο στα μάτια των παιδιών που είναι ήδη γονείς κι αυτοί, που είναι ήδη παππούδες. Πόσα πράγματα έχουν συσσωρευτεί, αρχίζοντας από τα πρώτα έπιπλα, τις παλιατσαρίες που ήρθαν εδώ από το διαμέρισμα αντί για άλλα έπιπλα όταν δεν υπήρχε το ΙΚΕΑ και τα άλλα φτηνά καταστήματα. Ντιβάνια μεταλλικά, αν είναι δυνατόν, με σωμιέδες. Δεν υπάρχει μουσείο να τα δώσουμε; Γουδί και γαβάνι για την παρασκευή σαλτσών και γλυκών, με αναμνήσεις πίσω στη δεκαετία του 60, πριν εφευρεθούν τα μίξερ. Τα πρώτα τάπερ που τα πουλούσαν σε πάρτι, τόσο συνταρακτική καινοτομία, σε σχήματα απολύτως άβολα, που ήρθαν εδώ μήπως και βρουν προορισμό, γιατί εδώ θα γίνονταν πράγματα πρωτάκουστα, όπως πρωτάκουστο ήταν το ιδιόκτητο σπίτι κοντά στη θάλασσα για τις διακοπές. Μετά τα δωμάτια με τσιμεντένιο πάτωμα και άβαφες πόρτες όπου κοιμόμασταν κι οι τέσσερεις μαζί, τις βρυσούλες που κρέμονταν στο δέντρο με όσο νερό χωρούσε μισός ντενεκές, ξαφνικά ένα σπίτι αληθινό, μετά τις στρωματσάδες και το ξέπλυμα με λάστιχο, ξαφνικά ένα διαμέρισμα με κανονικό νιπτήρα και μπανιέρα, και κουζίνα, και τζάκι, και όλα τα κομφόρ.
Δεν είχε γεμίσει βίλες η ελληνική ύπαιθρος ακόμα και τα νησιά, τα δε παραθεριστικά συγκροτήματα ήταν καινούργια ιδέα. Ίσως ήμασταν η πρώτη γενιά που έζησε την εξοχή σαν περιβάλλον ανάπαυσης και απόλαυσης, όχι μόχθου, τόσο μαζικά, αλλά έβαλε και μια πιατοθήκη στον τοίχο να θυμάται την ωραία πλευρά των στερήσεων. Ύστερα, όλα έπρεπε να επινοηθούν, η άνετη ζωή, οι διακοπές, η ρουτίνα του μπάνιου στη θάλασσα ως τρόπος ζωής. Κι επινοήθηκε η επιστροφή στα παλιά, η διευρυμένη οικογένεια χωρίς τους εξαναγκασμούς και τις εντάσεις της, σαν ντεκόρ πια γενναιοδωρίας και κατανόησης.
Πρώτο καλοκαίρι χωρίς τη μαμά μου, μαζεύω πράγματα στο σπίτι που μας περίμενε και που πάντα πηγαίναμε να τη βρούμε, να συναντηθούμε, νιώθω το βλέμμα της πάνω μου, περιμένω ακόμα την έγκριση της.
Αγαπούσαμε κι οι δυο τη θάλασσα, με έμαθε να κολυμπώ από νήπιο, κι ως τον προηγούμενο Αύγουστο την ξαναβρίσκαμε μαζί.  Ωραία περάσαμε μανούλα. Κι αν καταφέρω να πετάξω παλιά πράγματα από το εξοχικό, τη θάλασσα θα την βρίσκω πάντα καινούργια.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Mστικά για τα παιδιά



              Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος γέμισαν ειρωνεία τα κοινωνικά δίκτυα για τα παιδιά που πέρασαν με χαμηλούς βαθμούς στα Πανεπιστήμια. Ειρωνεία κι ένα ψέμα, ότι περνούν με «κάτω από τη βάση», ενώ όλα έχουν Απολυτήριο, αλλιώς δεν θα περνούσαν. Είναι τόσο απλό, αλλά οι απελπισμένοι με το επίπεδο βαθμολογίας δεν θέλουν να το ξέρουν, κι έχω βαρεθεί τόσα χρόνια να το γράφω και να το ξαναγράφω. Άλλο θέλω να πω σήμερα, έστω κι αν δεν ξέρω αν θα βρεθεί ενδιαφερόμενος να το διαβάσει.
Θα ήθελα να πω στα παιδιά που μπήκαν, έστω κι όχι ακριβώς στη σχολή που ήθελαν, έστω και με βαθμούς που κάνει τους γνωστούς τους να σηκώνουν το φρύδι, αυτό που λέω κατ’ ιδίαν σε όσα παιδιά γνωρίζω, όλων των ηλικιών, για το παρόν τους και για το μέλλον τους. Πρώτον, μπράβο τους και δεύτερον, να μην ξεχνούν ότι είναι πολύ τυχερά.
Είναι πολύ τυχερά διότι δεν μπαίνουν απλώς σε μια σχολή, αλλά σε ένα σύστημα το οποίο τους ανοίγει ορίζοντες που δεν φαντάζονται. Ίσως αυτό δεν είναι τόσο φανερό στην Ελλάδα όπου τα τμήματα είναι κλεισμένα αεροστεγώς, όμως ας μην περιμένουν την εκπαιδευτική επανάσταση, ας τα πάρουν έτσι όπως είναι. Υπάρχει το αντικείμενο που τα περιμένει, υπάρχουν τα κτίρια, η υποδομή, έστω μουτζουρωμένη και βανδαλισμένη, ας μην ασχοληθούν με τη γκρίνια. Καλό θα ήταν να έβρισκαν τελειόφοιτους στην είσοδο να τους ξεναγήσουν, όπως γίνεται σε μερικά ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, αλλά αφού δεν θα βρουν, ας ψάξουν μόνοι τους ανθρώπους που θα απαντήσουν στις ερωτήσεις τους, όχι απαραίτητα από τα κομματικά τραπεζάκια. Αλλά ακόμα κι αυτά, αν υπάρχουν ακόμα, γιατί όχι;
Σημασία έχει ότι κέρδισαν τον κόσμο της διδασκαλίας, πιο πλατύ, πιο ανοιχτό, πιο προνομιακό από ποτέ, και μαζί το χρόνο της και τους ανθρώπους της. Στη σχολή θα βρουν τους δασκάλους, αν θελήσουν να τους δεχτούν για δασκάλους, τους αυριανούς συναδέλφους ή συνεργάτες, τους φίλους και τους εχθρούς. Κι αν δεν είναι αυτή που διάλεξαν, ας δουν τι μπορούν να πάρουν και πού να οδηγηθούν, γιατί δεν είναι μόνο η πόρτα των Πανεπιστημίων της Ελλάδας που τους άνοιξε με το Απολυτήριο τους, αλλά όλου του κόσμου. Κι αν πήραν χαμηλό βαθμό σε κάποιο μάθημα κι οι σοφοί σχολιαστές τους κάνουν να ντρέπονται, δεν έχει καμία σημασία.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Η κουζίνα της μανούλας μου

Πιάνω να ξεκαθαρίσω κάπως την αποθήκη στο εξοχικό, πράγματα χρόνια αχρησιμοποίητα στα ράφια. Παλιά κουτιά από τσάι που σκούριασαν, αλουμινένιες φόρμες για γλυκά, το ξύλινο γουδί. Η κουζίνα της μαμάς μου είναι μάλλον κληρονομιά της από την κουζίνα της γιαγιάς, αυτά τα πράγματα ήταν παλιά αφότου ήμουν παιδί. Στο γουδί έχει γίνει συγκόλληση του ξύλου, ένα τέτοιο κομμάτι δεν πετιέται φυσικά, αλλά πρέπει να το γυαλίσουμε και να το στολίσουμε κάπου στο σαλόνι, και δεν είμαι σίγουρη αν έχουμε σαλόνι.
Στο εξοχικό αυτό που έφτιαξαν οι γονείς μου τη δεκαετία του 70, έφεραν τις παλιτσαρίες του αθηναϊκού διαμερίσματος για να το εξοπλίσουν, αυτό το γουδί ας πούμε έχει να χρησιμοποιηθεί από τότε που βγήκαν τα μίξερ. Έφτιαχναν σ' αυτό τη μαγιονέζα, θυμάμαι να προσπαθώ πολύ μικρή να βοηθήσω τη μαμά μου στάζοντας το λάδι σαν κλωστή, δεν έπρεπε να πέσει παραπάνω ούτε λιγότερο. Πώς το κατάφερνα κι εγώ δεν ξέρω, αλλά το έκανα, με χαρά με ενθουσιασμό, και είχαμε φτιάξει μαγιονέζα, εκείνη χτυπούσε το γουδοχέρι με το σωστό ρυθμό. Πόσες φορές έγινε αυτό; Ελάχιστες, η μαμά μας δεν ήταν της μαγειρικης, όπως φρόντιζε να μας τονίζει ακόμα κι όταν δεν της είχε μείνει άλλη ασχολία από το να μαγειρεύει για μας θέλαμε δεν θελαμε.
Τότε, την εποχή του γουδιού, η δουλειά της δεν της άφηνε χρόνο ν' ασχοληθεί. Λίγες φορές μόνο είχε γίνει αυτό, ίσως μετρημένες στα δάχτυλα. Είχαμε κάποτε πλάσει κουλουράκια σε μια ανοιχτή πήλινη λεκάνη. Με είχε αφήσει να φτιάξω κι εγώ μερικά, και τα είχε ψήσει δίπλα στα δικά της. Ύστερα είχε εκνευριστεί για κάποιο λόγο, θα είχα πασαλείψει μάλλον παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν την κουζίνα. Δεν είχε χρόνο για τέτοια, δούλευε στην Τράπεζα το πρωί, και συχνά ξαναπήγαινε το απόγευμα για υπερωρίες, να ξοφληθεί το σπίτι. Λίγες ακριβές αναμνήσεις έχω μαζί της στην κουζίνα.  Είχαμε φτιάξει αυτή τη μαγιονέζα, και στο άλλο γουδί, το γαβάνι, (ή μήπως αυτό είναι το γαβάνι;) με είχε βάλει να κοπανήσω καρύδια για το χαλβά της Ρήνας. Έφτιαχνε στις γιορτές αυτό τον χαλβά για πολλά χρόνια, μέχρι πριν μια πενταετία νομίζω, ένα γλυκό εξιαρετικό, δεν έχω φάει καλύτερο και δεν με συγκίνησε ποτέ κανένα άλλο τέτοιου είδους, ραβανί, πορτοκαλόπιτες, καρυδόπιτες κλπ. Τίποτε, πάντα από ευγένεια τα έτρωγα όλα τούτα. Τώρα που το σκέφτομαι, μπορώ άνετα και να τα κόψω. Ο οποίος χαλβάς έμπαινε σ' αυτή τη φόρμα με το μάνταλο, για να γίνεται σφιχτός, πολύ περίπλοκη διαδικασία που ποτέ δεν συμμετείχα αφότου το μπλέντερ αντικατέστησε το γαβάνι. Ή το γουδί. Μάλλον, και τα δυο.
Ποτέ της δεν μαγείρεψε αργά και περιγραφικά, όπως ο μπαμπάς μας που ανέλυε τα υλικά και τη διαδικασία χαμογελώντας, σα να μας παρουσίαζε κάποιο θίασο ποικιλιών. Όχι ότι έμαθα τίποτε κι απ' αυτόν, τα εξωτικά του φαγητά χάθηκαν δια παντός μαζί του. Η μαμά πάντα βιαζόταν, όλο κάτι καλύτερο είχε να κάνει, ουσιαστικά ασχολήθηκε με τη μαγειρική ως γιαγιά. Τότε καθιέρωσε τη στολισμένη σφυρίδα με μαγιονέζα που έκανε πάταγο σε κάθε της εμφάνιση.
Πρέπει να πετάξω τα σκουριασμένα κουτιά με τις Κινέζες. Θα ήθελα να έχω ένα παραπάνω διαμέρισμα για μουσείο της οικογένειας, θα άρεσε πολύ στα παιδιά μου, θυμώνουν όταν πετάω το παραμικρό. Ελπίζω να συμβιβαστούν με τη φωτογραφία. Το ξύλινο γαβάνι ή γουδί, θα το κρατήσω μάλλον.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Κατι που μου άρεσε



Υπήρχαν ακόμα στη δεκαετία του 70 στην Αθήνα ένα σωρό παλιά μεγάλα σπίτια, όπου η ζωή θα έπρεπε να είναι εντελώς διαφορετική από ό,τι στα διαμερίσματα.  Μερικά είχαν εκτός από την κυρίως τους είσοδο, πάνω στο δρόμο, μια ακόμα δίπλα, απ’ όπου έμπαινες στην αυλή και τον πίσω κήπο τους. Αυτή η εξωτερική διαρρύθμιση ήταν αδιανόητη για κάποιον που ζούσε σε διαμέρισμα, άσε δε και την εσωτερική διαρρύθμιση με την εσωτερική σκάλα και την κουζίνα που είχε ίσως κάποια άλλη δική της σκάλα η οποία έβγαζε στο υπόγειο. Κάποια μέρα λοιπόν ο Γιώργος Μπράμος που ήταν καινούργιος φίλος, τον είχα γνωρίσει από μια παλιά φίλη, αλλά με κάποιο τρόπο δημιουργούσε ευχάριστη οικειότητα αμέσως μόλις τον γνώριζες, μου πρότεινε να κάνουμε βόλτα στα Εξάρχεια, στις παρυφές του Λυκαβηττού, θα σου δείξω κάτι που θα σου αρέσει, είπε. Τι, τι, ρωτούσα εγώ καθώς πηγαίναμε, κι εκείνος έλεγε, μα περίμενε λίγο! Ήμουνα πολύ περίεργη τι είχε σκεφτεί ότι θα μου άρεσε, ακόμα και για την ίδια την ιδέα να μου το δείξει, ποιος νοιαζόταν με τέτοια τη στιγμή που είχαμε πάντα πολύ μεγάλα, τεράστια και σοβαρά θέματα να μας απασχολούν; Το τι αρέσει στον καθένα και να του το δείξουμε κιόλας; Γι αυτό τον αγάπησα νομίζω, από εκείνη την πρόταση και μόνο, πολλά χρόνια πριν. Κάτι που μου άρεσε πράγματι, ήταν ένα παλιό σπίτι στο οποίο δεν μπήκαμε από την κυρίως πόρτα αλλά από την πλαϊνή, εκείνη της αυλής, και στο πίσω μέρος υπήρχε ένα άλλο μικρό σπιτάκι               όπου έμεναν ίσως κάποτε οι υπηρέτες του μεγάλου σπιτιού, ποιος ξέρει, και μας υποδέχτηκε εκεί χαμογελαστή μια φίλη του, μια γοητευτική κοπέλα η οποία έγινε αμέσως δική μου, από τις πιο αγαπημένες μου. Το ήξερα, έλεγε μετά, χαμογελώντας ευχαριστημένος. Μα τι ήξερες, ότι θα μου άρεσε το σπιτάκι, ότι θα μου άρεσε η Αλίκη; Είναι δυνατόν να ήταν δημιουργία σου δηλαδή η φιλία μας, επειδή μας σκέφτηκες μαζί, να ήσουν κάτι σαν τους μάγους του Μπόρχες ξέρω γω για μας, να μας φαντάστηκες και να υπήρξαμε; Όπως το σούπερ μάρκετ που έλεγε ότι διαλέγει πριν από μας για μας, αλλά κάτι πολύ πιο δύσκολο και ειδικό;
Τον πίστεψα πάντως, εξάλλου το επιβεβαίωσε κι άλλες φορές αργότερα.  Φανταζόμουν ως πριν λίγες μέρες που πέθανε ο Γιώργος ξαφνικά, ότι πάντα ήξερε κάτι που θα μου άρεσε κι εγώ ακόμα δεν υποπτευόμουν καν ότι υπάρχει, και θα μου το αποκάλυπτε κάποια στιγμή για να  χαμογελάσει.




Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Παράταση ζωής


Μέρες στο μαγευτικό χωριό, στο σπιτάκι που έφτιαξαν εδώ οι γονείς μας πριν τέσσερεις δεκαετίες αναζητώντας ρίζες, γνήσιες και υιοθετημένες. Κι όπως κάθε καλοκαίρι, εργασίες αναστήλωσης, να κρατηθεί στο δύσκολο βουνό ένα σπίτι που καλά θα ήταν να είναι απλή ξύλινη καλύβα, όπως κάνουν  οι Σουηδοί τα εξοχικά τους, όμως όχι, εμείς εδώ φτιάχνουμε σπίτια αληθινά, όπως ήταν κάποτε στο χωριό, αλλά με όλα τα κομφόρ.
Στο μεταξύ το χωριό φυτοζωεί, πώς να ξαναβρεί τη ζωντάνια που το έχτισε πέτρα πέτρα, εφαρμοστό εργόχειρο στην πλαγιά, με την παράξενη οικονομική ανάπτυξη του 19ου αιώνα; Όταν αγόρασαν πολλοί Αθηναίοι σπίτια, λέγαμε θα ξαναζωντανέψει, αλλά δεν βρίσκονταν εργάτες για τη συντήρηση τους. Ύστερα ήρθαν μετανάστες, πάνω που μερικοί άρχισαν να τα εγκαταλείπουν κουρασμένοι. Δόθηκε γενική παράταση ζωής, μερικοί μάλιστα εγκαταστάθηκαν εδώ, συνέχισε να λειτουργεί το Δημοτικό σχολείο, άνοιξαν ταβέρνες, τα περβόλια κάρπισαν, κάτι κινήθηκε από τουρισμό. Τα σπίτια βέβαια κοστίζουν ακριβά, και στην κρίση επάνω μερικά ακόμα κόντεψαν να εγκαταλειφθούν, ανάμεσα και το δικό μας. Το έβαλα στο  Airbnb πρώτη και καλύτερη, με κοίταζαν με μισό μάτι οι γείτονες, μα θα βάζεις ξένους στο σπίτι σου; Σε λίγα χρόνια οι περισσότεροι είχαν υιοθετήσει την ίδια μέθοδο σωτηρίας. Τα παιδιά των πρώτων ιδιοκτητών έχουμε γίνει ξενοδόχοι, μαθαίνουμε τρόπους υποδοχής και εξυπηρέτησης, κι εκτός από σαπουνάκια και πετσέτες, μαθαίνουμε επιτέλους να υποδεικνύουμε τις ομορφιές του τόπου. Οπότε μπορεί να τις ανακαλύψουμε κι εμείς, ντόπιοι, μετανάστες και παραθεριστές. Πήραμε νέα παράταση ζωής. Αν και η παράξενη αντίσταση των παλιών του κατοίκων επιβιώνει με αυτοκαταστροφική επιμονή απέναντι σε κάθε τι καινούργιο, ίσως αυτή τη φορά τα καταφέρει.
Βέβαια ο τουρισμός δεν αρκεί αν δεν στεριώσει για τα καλά, να δημιουργήσει δουλειές με βάθος χρόνου, να κρατήσει τα παιδιά των μεταναστών και όσων ακόμα ζουν εδώ σε μια ισορροπημένη καθημερινότητα, με λίγη παραγωγή πρωτογενή, κανα μήλο, κανα ροδάκινο, κανα σύκο, λίγο λάδι, και εργαστήριο ξύλου θα μπορούσε, λέμε τώρα. Αλλά ας μην παρασυρόμαστε.
Οι μετανάστες, που τους κατηγορούν για μύρια όσα οι δεξιοί, η μίσθωση κατοικιών, που την κατηγορούν για μύρια όσα οι αριστεροί, έσωσαν προς το παρόν τον όμορφο τόπο. Να δούμε αν θα τα καταφέρουν στο μέλλον, ή θα τους τσακίσουν ένθεν και ένθεν, δεξιοσύνη,  αριστεροσύνη και συντηρητισμός που δεν συντηρεί τίποτε.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Παλιά μου τέχνη




Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, στην Ελλάδα μιλάμε για δημογραφικό ζήτημα. Βέβαια, γιατί οι Τούρκοι είναι δεκάδες εκατομμύρια κι αν παλαίψουμε σώμα με σώμα, θα αναλογούν δέκα στον καθένα μας, οπότε πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση, ο καθένας μας ένας Διγενής Ακρίτας. Στο μεταξύ οι άνθρωποι πάνω στη Γη έχουν ξεπεράσει τα εφτά δισεκατομμύρια και το μεγάλο ερώτημα πια είναι αν θα φτάνει ο πλανήτης να τους τρέφει, να τους ντύνει, να τους δικτυώνει, κι όλα τα υπόλοιπα που χρειάζονται πλέον όλο και περισσότεροι, όμως εμείς εδώ τα ίδια, το δημογραφικό μας. Πριν τριάντα χρόνια έδιναν πάλι επίδομα τρίτου παιδιού, θυμάμαι, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε, όλο και λιγοστεύουν τα παιδιά, όλο και ζουν περισσότερο οι γέροι. Εμένα ας πούμε, τα δικά μου παιδιά, έχουν φύγει και τα τρία από την Ελλάδα, όπου γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, μορφώθηκαν, βρήκαν την πρώτη τους δουλειά, έκαναν τις πρώτες τους φιλίες, κι όπου θα μπορούσαν να απολαμβάνουν διάφορες ευκολίες όπως κάποιο ιδιόκτητο διαμερισματάκι, κάποιο διαρκώς γεμάτο ταπεράκι, ένα πατρικό αυτοκίνητο, ένα πατρογονικό εξοχικό, κλπ. κλπ. Προτιμούν να ζουν σε δωμάτια μεγάλων σπιτιών όπου μοιράζονται μπάνια και κουζίνες με άλλους πέντε, πληρώνοντας πανάκριβο νοίκι, να δουλεύουν καθημερινά ατελείωτες ώρες, να μην έχουν αυτοκίνητο, να βιώνουν υγρά καλοκαίρια και ατελείωτους συννεφιασμένους χειμώνες. Δεν δίνουν βέβαια μάχες για τα αυτονόητα, όπως εμείς εδώ, από το αν θα τους πάρουν την ουρά στην τράπεζα, την εφορία και τη στάση, μέχρι αν θα μπορέσουν να πάνε μια βόλτα από το πεζοδρόμιο στην πόλη, αλλά αξίζει κάτι τέτοιο τόσες στερήσεις; Σίγουρα όχι, μάλλον μετράει και η ψυχολογία των νέων να θέλουν οπωσδήποτε να σταθούν στα πόδια τους, να ανακαλύψουν τις δυνατότητες τους, να αναμετρηθούν στον  με όλες τις δυνάμεις τους στον επαγγελματικό στίβο, να μη βολευτούν σε κάτι εύκολο που θα τους αποβλακώσει.
Καθόμαστε και συζητάμε για υπογεννητικότητα και άλλα ανύπαρκτα προβλήματα, ανύπαρκτα σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο ανθρώπους, και δεν βλέπουμε ότι η ζωή εδώ δεν είναι ελκυστική ούτε για όσους γεννιούνται ούτε και για όσους έρχονται από φτωχές χώρες. Δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε τους ανθρώπους, μορφωμένους κι ανειδίκευτους, οπότε τι να κάνουμε; Επιδιδόμαστε στην αγαπητή μας τέχνη, που τόσο έχουμε καλλιεργήσει, να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Τα κομμένα μπατζάκια

Πριν την Κατοχή, η οικογένεια με τον πατέρα Σπύρο,
 πρώτον αριστερά


Η μητέρα μου πρωτόδε το χωριό της δικής της μητέρας όταν ήταν σαράντα χρονών, κι εντελώς τυχαία, επειδή περνούσαν από κει κοντά, από την Πορταριά του Πηλίου. Το «δικό» της χωριό ήταν η Δράκεια, λίγο πιο κάτω από τα Χάνια, λίγο πιο πάνω από την Αγριά, και δεν το ήξερε κανένας τη δεκαετία του 70. Τότε συνάντησε για πρώτη φορά τα ξαδέρφια που ήξερε ότι είχε, πρώτα ξαδέρφια μάλιστα. Την κάλεσαν για Πάσχα, έτσι την επόμενη χρονιά πήγαμε οικογενειακώς. Θυμάμαι ακόμα το κρύο κάτω από τα βαριά παπλώματα, μέχρι να τα ζεστάνουμε με το κορμί μας. Όμως η φύση ήταν μαγευτική, περπατήσαμε σ’ ένα πετρόχτιστο μονοπάτι ως το απέναντι χωριό, τον Άγιο Λαυρέντη, και μαγευτήκαμε όλοι, μέχρι που άρχισαν οι γονείς μου να ψάχνουν ν’ αγοράσουν σπίτι, πράγμα που έκαναν λίγα χρόνια μετά. Αποκτήσαμε κι εμείς χωριό, έστω με καθυστέρηση.
Τα ξαδέρφια εκείνα είχαν ορφανέψει από πατέρα μικρά, και με τρόπο φριχτό. Τον είχαν μαζέψει οι Γερμανοί στην Κατοχή, το ’43, είχαν εκτελέσει 120 Δρακειώτες, αντίποινα, για δυο Γερμανούς μοτοσυκλετιστές που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες στο δρόμο προς τα Χάνια. Είχαν πάρει μαζί και το μεγάλο του γιο. Πόσο χρονών ήταν τότε, δεκαπέντε, δεκαεφτά; Δεν διευκρινίστηκε ποτέ. Έφηβος πάντως, και φορούσε μακρύ παντελόνι όπως οι μεγάλοι, κι εκεί που περίμεναν στο καφενείο την εκτέλεση είχε ο πατέρας την ιδέα να κόψει τα μπατζάκια, να φανεί μικρό το παιδί. Τότε φορούσαν κοντά παντελόνια τ’ αγόρια, και το σήμα ότι είχαν μεγαλώσει ήταν τα μακριά παντελόνια. Κι έτσι γλύτωσε ο Γιάννης, τον πέρασαν για μικρό και τον τράβηξαν στην άκρη. Είδε όμως να σκοτώνουν όλους τους υπόλοιπους, και τον πατέρα του μαζί.
Πώς ζει κάποιος που γλίτωσε το θάνατο παρά τρίχα; Χορεύοντας κάθε μέρα από χαρά, δημιουργώντας, γλεντώντας, στίβοντας την πέτρα; Θα έπρεπε. Ο Γιάννης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ήσυχα, όσο πιο ήσυχα γινόταν, στο πατρικό του σπίτι, καλλιεργώντας τα πατρικά χτήματα, μιλώντας ελάχιστα, τρώγοντας ακόμα πιο ελάχιστα, χαμογελώντας σαν παιδί, πιάνοντας λίγο χώρο με την παρουσία του, σα να ντρεπόταν που είχε επιζήσει από τη μεγάλη σφαγή, ή σα να φοβόταν ότι μπορεί ακόμα να παραφυλάνε οι διώκτες του μήπως ανδρωθεί. Οι έρευνες για την ψυχολογία των επιζώντων του Ολοκαυτώματος έχουν καταγράψει συναισθήματα ενοχής, σα να ενσωματώνουν τα θύματα τη στάση των θυτών και να μην μπορούν να ξεφύγουν. Η βία που αντικρίζει ένας νέος δεν ξεπερνιέται με τίποτε, μπορεί να μην έχουν ακόμα καταγραφεί όλες οι ψυχικές ζημιές που προκαλεί. Ας είναι, ας μείνει μυστήριο, τώρα που χάνονται όλοι οι μάρτυρες των τρομερών αυτών γεγονότων, ας μη δοθεί ποτέ ξανά η ευκαιρία να μελετηθούν οι επιπτώσεις τους. Ας μείνουμε με τις παρατηρήσεις που μπόρεσε να κάνει ο καθένας.
Δεκαετία του 50 με επισκέπτες στα κτήματα. Ο Γιάννης είναι
ο τρίτος από αριστερά

Πέρασαν χρόνια για να συνέλθει το χωριό, αν ποτέ συνήλθε, γιατί σα να μην έφτανε η εκτέλεση εκείνη, έζησε και το σεισμό του Βόλου ως επίκεντρο, οπότε ούτε τις αναμνήσεις τους οι άνθρωποι δεν είχαν καιρό και διάθεση να διηγούνται. Μετά τη μεταπολίτευση πια, όταν δόθηκαν συντάξεις ‘εθνικής αντίστασης’ και αναγνωρίστηκε το βάρος εκείνης της μαζικής δολοφονίας, άρχισε κι εκείνος, ο επιζών, να μιλά περισσότερο, να θυμάται, να διηγείται, αλλά πάντα αποσπασματικά, σα να είχαν τραυματίσει το νου του οι σφαίρες που σκότωσαν τους άντρες γύρω του. Έφτιαξε ένα ντοσιέ και φυλούσε τα δημοσιεύματα, τον καλούσαν στην κατάθεση στεφάνου, μίλησε στην τηλεόραση. Αδύνατος όσο δεν έπαιρνε, τρεφόταν με μπισκότα Μιράντα βουτηγμένα σε γάλα, προς απελπισία της αδερφής του που κάθε μέρα μαγείρευε. Εκείνη του σιδέρωνε καθημερινά και τα γαλάζια πουκάμισα, έφτιαχνε την τσάκιση στα παντελόνια με τα οποία εμφανιζόταν στην πλατεία για καφέ όταν τέλειωνε τις δουλειές στα κτήματα. Έτσι αδύνατος και γερός πέρασε τα ενενήντα, με διαρκές χαμόγελο που σα να ευχαριστούσε για τη ζωή, σα να ντρεπόταν που ζούσε ακόμα, που απολάμβανε στις δεκαετίες της άνεσης τη δροσιά του πλάτανου και τη μυρωδάτη ζεστασιά της μασίνας. Άσε πια το αιρκοντίσιον στο σπίτι.
Πρώτη συνάντηση των ξαδέρφων στη δεκαετία του 70


Τον είδα τελευταία φορά το Πάσχα, είχε σπάσει το γοφό, δεν ξεχώριζε κάτω από τα σκεπάσματα, τόσο ελάχιστος είχε απομείνει. Πέθανε χτες. Ιωάννης ο ήσυχος, ο λάθρα βιώσας. Φιλοσοφική στάση, ας πούμε.

https://www.athensvoice.gr/greece/566626_ta-kommena-mpatzakia

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

Χρόνια πολλά στη Δημοκρατία



Ήμουν ήδη εικοσιενός, είχα ήδη περάσει μέσα στη χούντα την εποχή που γίνεσαι άνθρωπος, και ποτέ δεν θα τους το συγχωρέσω, ήμουν στην Αθήνα και τριγυρίζαμε τη νύχτα σα χαμένοι, μην καταλαβαίνοντας πολύ καλά τι συμβαίνει, πράγμα που νομίζω ακόμα δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητό: το πώς έπεσε η χούντα αφού προσπάθησε να κάνει κάτι σαν ενοποίηση της Κύπρου με την Ελλάδα με πραξικόπημα και επιθέσεις, και απέτυχε με τον τραγικό τρόπο που απέτυχε, είχαμε τρομερή αγωνία αλλά στο βάθος- βάθος πίστευα σε κάτι χωρίς λέξεις, δεν το είχα διατυπώσει όμως το πίστευα μέσα μου, το περίμενα, ότι δεν θα μας άφηναν έτσι, να χαθούμε σε πόλεμο, κάτι θα γινόταν, ήμασταν στην Ευρώπη, έστω μόνο γεωγραφικά ακόμα τότε. Και όντως κάτι έγινε, πιο ανέλπιστο κι απο τις ελπίδες μας, τώρα που το σκέφτομαι. Βρέθηκαν οι πολιτικοί που πήραν το τιμόνι, φέρανε το σκάφος στο λιμάνι και μας έβαλαν στην Ευρώπη επίσημα, μνημονεύετε Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ναι, σα να γινόταν πραγματικότητα, να έπαιρνε σάρκα και οστά εκείνη η σιωπηλή ελπίδα που τότε είχα στο βάθος της ψυχής μου, εκείνη τη νύχτα, 24 Ιουλίου 1974.
Χρόνια πολλά στη Δημοκρατία, την εύθραυστη και πολύτιμη, που τόσο την έβρισαν και την απαξίωσαν τα τελευταία χρόνια, να μεγαλώνει απρόσκοπτα και να μη γερνάει. Γερνάμε εμείς και γινόμαστε σοφότεροι, αυτό αρκεί.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Μοιραία ομοιομορφία


Δεκατρία κτίρια θα πρέπει να κατεδαφιστούν, αποφάσισε ο Δήμος Αθηναίων. Είναι παρατημένα και επικίνδυνα. Πιθανόν να έχουν κριθεί διατηρητέα, αλλά πόσα χρόνια τώρα ισχύει αυτός ο νόμος για τα διατηρητέα; Πάνω από τριάντα, κι αυτά δεν εννοούν να διατηρηθούν, πόσο πια να περιμένουμε να το πάρουν απόφαση;
Αυτό το κακό έχουν τα κτίρια, δεν μένουν από μόνα τους στη θέση τους, εκτός κι αν είναι ο Παρθενώνας, που κι αυτός δεν ξέρουμε πώς θα ήταν αν δεν τον είχε βομβαρδίσει ο Μοροζίνι, αν δεν είχαν βγάλει τα αγάλματα οι χριστιανοί, αν δεν είχε περάσει ο Έλγιν, αν και αν. Αν δηλαδή κάποια διαχρονική υπουργός Πολιτισμού είχε αποφασίσει να τον κηρύξει διατηρητέο από το 300μ.Χ και όλοι σέβονταν τον νόμο αλλά δεν έκαναν τίποτε για να τον βοηθήσουν, θα είχε χαλάσει ο Παρθενώνας; Ίσως μόνο να ξεθώριαζε, πρέπει να είναι θεόγερη κατασκευή, και μας κακομαθαίνει, γεννηθήκαμε στη σκιά του, που λέει ο λόγος, και δεν συνειδητοποιούμε ότι τα ρημάδια- κυριολεκτικά- τα νεοκλασσικά και παλαιοκλασσικά και μοντέρνα και πρώην όμορφα κτίρια της πόλης δεν διατηρούνται μόνα τους. Θέλουν συντήρηση, φροντίδα, βάψιμο, ενίσχυση, καθάρισμα, φροντίδα, λεφτά. Ένας νόμος δεν φτάνει, όσο κι αν τον αγαπήσαμε, τρόπος του λέξεις επίσης.
Αναρωτιέμαι συχνά αν υπάρχει πόλη με τόση περηφάνεια σαν την Αθήνα, ή και λιγότερη, που να επιτρέπει στους ιδιοκτήτες ακινήτων να τα παρατούν με τόση άνεση στη μοίρα τους, να μην έχουν καμία υποχρέωση πέρα από το να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ, που κι αυτός λίγα χρόνια έχει που μπήκε και κόντεψε να καεί η πόλη. Άκουσα κάποτε για ευθύνες ιδιοκτητών σε κάτι Παρίσια, κάτι Πράγες, κι έπαθα σοκ. Εδώ, είτε γιαπί θες να παρατήσεις, είτε ερείπιο,  το σεβόμαστε όλοι μέχρι να μας πέσει στο κεφάλι. Ρίξε μαύρη πέτρα σίγουρος ότι δεν θα χτυπήσει παρά αγνώστους. Όχι την πόλη σου, δεν υπάρχει στις συνειδήσεις μας, ούτε, φοβάμαι, στη νομοθεσία μας. Ούτε πρόβλεψη να επεμβαίνει κάποιος σαν Κράτος ή σαν Δήμος, ας είμαστε υποτίθεται κρατιστές, να διορθώνει το ακίνητο αν αξίζει τον κόπο και να το χρησιμοποιεί. Πριν χρόνια έγινε αυτό, σώθηκαν μερικά όμορφα παλιά, γίνανε παιδικοί σταθμοί, κέντρα νεότητας κλπ, αλλά δεν επαναλήφθηκε, μέχρι να φτάσουμε στο σεισμό. Τώρα σκύβουμε το κεφάλι στη μοιραία ομοιομορφία.


Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Και θυμήθηκα για σένανε...


  Δεν μπορώ να χαρώ πια, κατέληγε η συζήτηση μαζί της.
Γιατί, αγαπημένη μας, δεν μπορούσες να χαρείς; Γιατί βιαζόσουν πάντα για κάτι άλλο από αυτό όπου βρισκόμασταν; Γιατί δεν με άφηνες να τελειώσω το τραγούδι που εσύ είχες ζητήσει; Εγώ τόσο χαιρόμουν που μπορούσα να το πω, το ζητούσες και το έβρισκα, ήξερα να στο τραγουδήσω. Αυτή θα ήταν η ζωή μου, αν μπορούσα να το κανονίσω, να μου δίνουν παραγγελιές και να βρίσκω τα τραγούδια, αλλά βγήκαν τα τζουκμποξ και μου πήραν τη δουλειά. Εσύ όμως βιαζόσουν. Μόλις ξεκινούσαμε, λέγαμε μισή στροφή, λάμπανε για λίγο τα ματάκια σου κι έλεγα ότι συναντήθηκαν επιτέλους οι διαθέσεις μας, τώρα θα αφεθείς στη χαρά να το πούμε ολόκληρο, είναι τόσο ωραίο, αυτά τα γυρίσματα,  οι εκπλήξεις των στίχων, της μουσικής, αχ, θα δακρύσουμε μαζί στο τέλος. Όμως όχι, εσύ δεν άντεχες. Σταματούσες στην πρώτη φράση, θυμόσουν άλλο, αυτό, αυτό να πούμε!
Δεν σου χαλούσα χατήρι, ίσως αυτό έπρεπε να έχω κάνει, να σου πω μια φορά, όχι, θα τελειώσουμε πρώτα αυτό,  ύστερα το άλλο. Σε ακολουθούσα σαν μικρός εξερευνητής στους δαιδάλους των αναζητήσεων σου, τραγούδια, αναμνήσεις, δρόμοι νυχτερινοί. Αλλά δεν φτάναμε κάπου να καθήσουμε ήσυχα,  να χαμογελάσουμε μια στιγμή ηρεμίας. Μόνο στο παρελθόν είχες βρει ευτυχία, έλεγες. Τότε που, νεότατη, σας κυνηγούσε η χούντα,  ένοιωθες ότι οι σύντροφοί σου σ’ αγαπούν. Τότε μόνο άξιζε η ζωή, που μπορούσες να είσαι ήρωας.
Εμείς σ’ αγαπάμε πιο πολύ,  η τωρινή καθημερινότητα έχει βαθύτερη ευτυχία, σου έλεγα και κουνούσες δύσπιστα το κεφάλι. Εγώ σ’ αγαπώ γι αυτό που είσαι, μοναδική, ακαταμάχητη, όχι κομμάτι ομάδας σε καταδίωξη. Το βλέμμα σου έφευγε προς κάτι μακρινό, σα να με κατηγορούσες πως δεν καταλαβαίνω. Ψυχική νόσος ή όχι; Πόνεσες πολύ. Τόσες φορές προσπάθησες να φύγεις, τελικά τα κατάφερες. Μα δεν κάνει να αναφερόμαστε σε ψυχική νόσο, είναι στίγμα πάντα, ειδικά σε δημόσιο λόγο, προκαλεί τα πλήθη που περιμένουν με το λίθο στο χέρι. Είναι βρισιά ή καγχασμός η αναφορά της. Ποιος ακούει εξηγήσεις; Καλύτερα να σωπαίνεις. Είμαστε σε πρώτο επίπεδο, δεν διακρίνουμε αποχρώσεις, παραμονεύουμε, καρχαρίες που ίσως αποδειχτούν ξιφίες, ή βασιλικές ζαργάνες. Γι αυτό θα φυλάξω το όνομά σου για άλλο μνημόσυνο, να βρεθούν οι σωστές λέξεις, στο απυρόβλητο.
 Ακούω πάντα τη φωνή σου ολοζώντανη, με το αιώνιο παράπονο, που δεν έβρισκε ρεφρέν να καταφύγει.

Το εξοχικό ως κάψουλα του χρόνου

Στο εξοχικό είμαστε παιδιά όσο οι γονείς μας ζουν. Μας υποδέχονται εκεί όπως μας υποδέχονταν στο σπίτι που μεγαλώσαμε, μας φροντίζουν ...