Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

Προϊόν συμβιβασμού

Ψηφίζουμε στη γειτονιά, χρόνια τώρα. Το «ψηφίζουμε» τέρμα όμως, τώρα πια «ψηφίζω» μόνο. Πρώτο ενικό. Τα παιδιά μου μετανάστευσαν, οι γονείς μου πέθαναν, ο αδερφός μου μετακόμισε, ο σύζυγος μου πιστεύει ότι ζει πάντα στο χωριό του, πήγα μόνη μου πρώτη φορά στο γνωστό σχολείο. Ήταν παράξενο να μην έχω να συνοδεύσω τη μαμά μου, να μην έχω να κάνω μαζί της τους ατελείωτους διαλόγους των τελευταίων χρόνων.
-Είναι πάνω το δέλτα, να ανέβουμε, ή να φωνάξω τον δικαστικό αντιπρόσωπο;
- Όχι, όχι, δεν θέλω να φωνάξεις κανέναν, μόνη μου θα πάω.
-Μα είναι δουλειά του αυτή, γιατί να κουραστείς;
-Λες να μην ξέρω τη δουλειά του δικαστικού αντιπροσώπου, είχα άντρα δικηγόρο, απλώς δεν θέλω να με λένε γριά!
-Κανείς δεν σε λέει γριά.
-Θα ξεκουραστώ λίγο εδώ. Θα ανέβουμε σιγά σιγά. Ή μάλλον, άντε να τη φωνάξεις. Γυναίκα θα είναι σίγουρα. Όλες γυναίκες είναι τώρα. Μόνο εσύ δεν ήθελες να γίνεις δικηγόρος.
-Έλα τώρα, περασμένα ξεχασμένα.
-Ο πατέρας σου είχε αλλάξει και κουρτίνες για να πάρεις το γραφείο του.
-Τι θα ψηφίσεις λοιπόν;
-Ε, πάλι τα ίδια θα λέμε, δεν συμφωνήσαμε χτες; Κοίτα αυτή τη γριά που κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, δεν μπορεί να σταθεί μόνη της! Ενώ εγώ, ήρθα και με τα πόδια! Θα της έχουν δώσει και ψηφοδέλτιο σταυρωμένο σίγουρα!
Εκείνη δεν έπαιρνε ποτέ σταυρωμένο ψηφοδέλτιο, κι ενώ είχαμε πάντα διεξοδικά συζητήσει τις επιλογές, και πίστευα ότι την έπειθα πάντα, στην πραγματικότητα θα μπορούσε να ψήφιζε κάτι άλλο. Απέφευγε γενικά τις πολιτικές συζητήσεις, δεν ήθελε να τσακώνεται. Ο πατέρας της ήταν βασιλόφρων αξιωματικός, ο άντρας της αριστερός. Συναντήθηκαν την αισιόδοξη δεκαετία του ‘50, αυτό ήταν καθοριστικό για τη δυνατότητα συνδυασμού των αντιθέτων. Δεν τσακώθηκαν ποτέ για την πολιτική, γι άλλα πράγματα ναι. Εκείνη πλησίασε περισσότερο προς το μέρος του, κι εκείνος όμως καταλάγιασε μετά τη μεταπολίτευση, πρέπει να προτιμούσαν κεντρώα κόμματα. Νομίζω ότι ψήφιζαν οι δυο τους το ίδιο κόμμα πάντα, αλλά μπορεί και όχι, ποιος να ξέρει; Πίσω από το παραβάν κάνει ό,τι θέλει κανείς, η μυστικότητα είναι ιερή, αν υπάρχει κάτι ιερό στην υπόθεση. Κι εκεί η οικογένεια υποχωρεί, ή έτσι πρέπει, οι δεσμοί και όλα, αφήνεται ελεύθερο το άτομο να αποφασίσει. Ακόμα κι αν δεν συμβαίνει έτσι ακριβώς, τουλάχιστον ως τις τελευταίες της εκλογές ήταν άψογη η τελετουργία.
Γεννήθηκα ως προϊόν συμβιβασμού, πράγμα που επειδή εκείνη δεν εκδηλωνόταν τα πρώτα χρόνια, δεν μπορούσα να καταλάβω. Ο πατέρας μας ήταν πληθωρικός, εκείνος με πάθος ανεφερόταν στις αδικίες που είχε υποστεί, την προσφυγιά που είχε ζήσει ως παιδί, τη φυλάκιση στο Σύρμα  ως άνδρας και αξιωματικός-μετά το κίνημα του Απρίλη στη Μέση Ανατολή, κι εμείς ήμασταν βέβαια αφοσιωμένοι στον πόνο του, αν και δεν καταλαβαίναμε πολλά. Η πατρική οικογένεια, η απώλεια της πατρίδας, τα μυθικά Σπάρτα μονοπολούσαν το ενδιαφέρον και το συναίσθημα, κι ας είχαμε σχέση μόνο με την πατρδία της μητέρας, το Αγρίνιο. Αλλά κι εκείνο δεν ήταν πατρίδα, "Δεν είμαστε από δω εμείς" έλεγε ο παππούς μας ο Θεσσαλός θυμωμένος συχνά με τους Ρουμελιώτες. Δεν αναφερόταν στην ιστορία του, ή δεν πρόλαβε, μας μεγάλωνε με παραμύθια. Η πιο γλυκιά ανάμνηση που έχω από άνθρωπο ήταν αυτός ο βασιλόφρων πρώην αξιωματικός, που είχε υπάρξει, κατά πώς μαθαμε μετά, αυστηρός πατέρας.
Η μητέρα λοιπόν δεν μιλούσε εκείνα τα χρόνια, πρίν τη χούντα. Μετά πρέπει να την έφερε κοντά στον πατέρα η χούντα, όπως κι εμάς. Μας κόλλησε επάνω του, δυστυχώς, ξαναζούσαμε τα πάθη του, ακριβώς τη στιγμή που θα κάναμε την ατομική μας επανάσταση. Πάλι καλά που κάπως ενημερωνόμασταν και τουλάχιστον μας βρήκε η μεταπολίτευση ευρωκομμουνιστές, κι όχι κνίτες.
Ωριμάζοντας καταλαβαίνω όλο και βαθύτερα τον συμβιβασμό που υπήρξε ο γάμος των γονιών μου στην ελπιδοφόρα εκείνη δεκαετία του '50. Θα ξεπερνιόνταν οι διαφορές, θα ζούσαν μαζί οι αντίπαλοι, που θέλησε η χούντα να ξαναχωρίσει, κι έκτοτε πολλοί πολιτικοί θέλουν να ξαναχωρίσουν για να εξασφαλίσουν οπαδική αφοσίωση. Γυρνώ στις ρίζες μου, στη μέρα που ο πατέρας μου είδε την ωραία κοπέλα και είπε αυτήν θέλω, και η μαμά είπε, αχ είναι Αθηναίος, θα φύγει, κάτι πρέπει να κάνω γρήγορα, και δεν επηρεάστηκαν ούτε εκείνος από τον βασιλόφρονα πατέρα της, ούτε εκείνη από το παρελθόν του φυλακισμένου σε στρατόπεδο. 



Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Όσο ζω ελπίζω

Ευρωεκλογές και μαζί δημοτικές εκλογές. Κόντεψα να ξεχάσω τη δεύτερη αίθουσα, τόσο φορτσάτη βγήκα από την πρώτη. Τέλος πάντων. Για μένα θα ήταν ο τέλειος συνδυασμός εκλογών, θα είναι ίσως κάποτε. Επειδή παραμένει η ιδέα της προόδου ριζωμένη στο υποσυνείδητο, το ασυνείδητο και το συνειδητό, δεν τα θεράπευσα όλα αυτά, ακόμα πιστεύω ότι κάποτε θα ψηφίζουμε μόνο για την ευρωπαϊκή βουλή και την αντίστοιχη κυβέρνηση με έδρα τις Βρυξέλλες, και στην πόλη μας για δημάρχους και κοινοτάρχες. Περιφερειάρχες μάλλον δεν χρειάζονται.
Τώρα βέβαια ψηφίζουν για την Ευρωβουλή, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, εχθρούς της Ευρώπης και στέλνουν τη Λεπέν οι Γάλλοι πρώτη και καλύτερη και τον Φάρατζ οι Βρεξιτανοί να τη διαλύσουν από τα μέσα. Διότι έτσι τη βλέπουν την Ευρώπη πολλοί πολίτες της (είτε είναι «οι πολλοί» του Τσίπρα, είτε «oi polloi» των Αγγλων, η πλέμπα αγγλιστί), ως αρένα όπου τα δικά τους παλικάρια, οι δικοί τους λεβέντες, θα διεκδικήσουν έκαστος για λογαριασμό του λαού του τις ευνοϊκές ρυθμίσεις και θα ρίξουν τους άλλους λαούς. Αυτό είναι το νόημα, αυτή θεωρείται η μαγκιά, κι είναι να θαυμάζεις που τόσα χρόνια τώρα, τόσες δεκαετίες, ελάχιστοι πολιτικοί έκαναν προσπάθειες να αλλάξει το πνεύμα αυτό, μόνο τον Ντελόρ θυμάμαι τώρα, μάλλον λόγω συνειρμού με τα πακέτα.
Είναι τόσο βολικό, απλό και συναρπαστικό το σχήμα: ξεκινάς αντιπρόσωπος των πάντα δίκαιων διεκδικήσεων κάποιου λαού που αδικήθηκε, το καλλιεργούμε κι αυτό χειμώνα-καλοκαίρι, το αίσθημα της αδικίας, «δίνεις τη μάχη», έχεις πάντα κάποιους να κατηγορείς αν δεν πετύχεις, τα μνημόνια, τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών, ενώ της Αθήνας οι γραφειοκράτες είναι σαρξ εκ της σαρκός μας, να ζητάς κάποια άλλη Ευρώπη -ποια; Ε, την Ευρώπη των λαών. Ποιων λαών, αφού οι άλλοι δεν είναι σαν εμάς, τους αδικημένους. Δεν πειράζει, οι αντιφάσεις δεν έβλαψαν τους πολιτικούς, τους προσδίδουν γοητευτικό μυστήριο.
Μπορεί οι λαοί του Νότου να μην πειστούν ποτέ, γιατί πάντα θα φοβούνται ότι οι Βόρειοι θα τους ρίξουν ως ψηλότεροι, πλουσιότεροι, ψυχραιμότεροι, κι οι λαοί του Βορρά να συνεχίσουν να φοβούνται ότι οι Νότιοι θα απομυζούν τους φόρους τους, ωστόσο όσο ζω θα ελπίζω ότι οι εκλογές σαν της Κυριακής θα είναι κάποτε οι μόνες που θα κάνουμε, θα βγάζουμε κυβέρνηση πανευρωπαϊκή και δημάρχους για τις πόλεις και όλα θα γίνονται με ελάχιστο χαρτί, αφισοκολλήσεις και προεκλογικές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα.

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Γυρίστε στην αφετηρία

Νοσταλγώ την εποχή που μας προβλημάτιζε η πολλή πρόοδος. Τότε που θέταμε ερωτήματα όπως «μήπως η πρόοδος δεν είναι πάντα καλό πράγμα;». Μήπως δεν αφορά όλον τον κόσμο, μήπως η πρόοδος δεν είναι προοδευτική; Μήπως δεν μπορεί να είναι ευθύγραμμη, μήπως δεν γίνεται να προοδεύουμε συνέχεια; Μήπως είναι κάτι κακό εν τέλει;
Μερικά απ’ αυτά απαντήθηκαν, μην παραπονιόμαστε. Ευθύγραμμη δεν είναι, σίγουρα πράγματα. Κι ας νιώθουμε ότι πέσαμε μικροί στο καζάνι με την πρόοδο, εμείς του πενήντα οι αισιόδοξοι. Εχει κάτι πισωγυρίσματα που κουτρουβαλάς στα πόδια του βουνού που ανέβηκες και δεν ξέρεις ποιο καρούμπαλο να πρωτοθεραπεύσεις. Και σίγουρα θεωρείται κάτι κακό από πολλούς σοβαρούς και στιβαρούς κατόχους εξουσίας, όπως στην Αλαμπάμα τα σεβαστά μέλη της Γερουσίας, που ψήφισαν απαγόρευση των αμβλώσεων, σχεδόν χωρίς καμιά εξαίρεση, και ποινές τρομερές για τους γιατρούς που θα τολμήσουν να παρακούσουν.
Σταθείτε, δεν είναι δυνατόν, και για περιπτώσεις βιασμού; Δεν το πιστεύουμε εμείς οι κακομαθημένοι της προόδου. Κάπως αλλιώς είχαμε φοβηθεί ότι θα προχωρά η πρόοδος, ότι θα ζαλιζόμασταν από την ταχύτητά της. Μάλιστα, απαγορεύεται και σε περιπτώσεις βιασμού. Και σε περιπτώσεις αιμομιξίας. Μόνο αν κινδυνεύει η ζωή της γυναίκας επιτρέπεται. Αλλες 28 Πολιτείες της Αμερικής έχουν ήδη υιοθετήσει νόμους που περιορίζουν το δικαίωμα στην έκτρωση, η μόδα εξαπλώνεται σαν λεκές στον χάρτη των ΗΠΑ.
Φαίνεται πως οι φόβοι μας περί προόδου ήταν λάθος. Αλλιώς είχαμε φανταστεί την εξέλιξη κι αλλιώς μας έρχεται. Σαν να έχουν πάθει οι ΗΠΑ φοβία από τις γρήγορες, τις ωραίες αλλαγές, και μαζεύονται οι κοινωνίες στο καβούκι τους. Πίσω ολοταχώς. Οχι, δεν θέλουμε ελευθερίες, δεν θέλουμε δικαιώματα, δεν θέλουμε καν εμβόλια. Μήπως και τα αντιβιοτικά να τα ξεχάσουμε. Να γεννιόμαστε τυχαία, να πεθαίνουμε σωρηδόν. Τι ωραία που ήταν πριν από δύο αιώνες, πόσο αθώα. Εκτρώσεις γίνονταν βέβαια, αλλά με κίνδυνο ζωής των γυναικών. Είχε σασπένς και γούστο. Να χάσουμε όλοι μαζί στο «Φιδάκι», να ρίξουμε το ζάρι που λέει «Γυρίστε στην αφετηρία».
Το 1971, στη Γαλλία, 343 διάσημες γυναίκες είχαν υπογράψει ότι έχουν κάνει άμβλωση, προκαλώντας τον νόμο, που τότε το απαγόρευε, και φέρνοντας την αλλαγή του, σταδιακά, σε όλη την Ευρώπη. Πέρασε σχεδόν μισός αιώνας κι η πρόοδος που πήγαινε όλο δυτικά, σαν κάπου να σκάλωσε και να αναπηδά, λέτε να γυρίζει προς τα πίσω;

Νάπολη



Μια γυναίκα έπλενε την κατσαρόλα της στο νεροχύτη. Φαινόταν από το παράθυρο της, ένα από τα πολλά που έβλεπαν στην εσωτερική αυλή του κτιρίου όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο μας. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι το ξενοδοχείο που είχαμε κλείσει από το Ίντερνετ θα ήταν σε έναν από τους ορόφους ενός μεγάλου κτιρίου, ότι θα παίρναμε το ασανσέρ περνώντας από την κοινόχρηστη πόρτα όλων αυτών των διαμερισμάτων, το καθένα σε διαφορετικό στάδιο φθοράς των εξωτερικών τοίχων. Πολλά δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ξεκινώντας για τη Νάπολη, κι ας έχουμε διαβάσει ολόκληρη την τριλογία της Φερράντε, πέρα από τα έργα στο σινεμά με τη Σοφία Λόρεν και λοιπούς, που παιδιόθεν βλέπαμε.
Νύχτωνε καθώς φτάναμε στο ξενοδοχείο, κατακουρασμένες μετά την πρώτη τουριστική μέρα, και την κοιτούσα αφηρημένη τη γυναίκα να πλένει την κατσαρόλα της, να τη γυρίζει προσεχτικά γύρω γύρω και να τη σαπουνίζει μέσα έξω. Πέρασαν κάμποσα λεπτά που περιμέναμε το ασανσέρ, κι εκείνη ακόμα στριφογύριζε την κατσαρόλα, σχεδόν τη χάιδευε, και σκέφτηκα ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω πλύνει έτσι κατσαρόλα, ούτε τηγάνι, ούτε καν μπρίκι που είναι μικρό και εύκολο. Πάντα βαριέμαι αυτή τη διαδικασία, γρήγορα στριφογυρίζω το σφουγγάρι χωρίς να τη σηκώσω, την ξεπλένω βιαστικά κι αυτό ήταν. Συχνά βρίσκω μια εσωτερική γραμμή όταν ξαναβγάζω να μαγειρέψω, αλλά δεν δίνω σημασία. Να κάτι που δεν θα συμβαίνει σ’ αυτή τη γυναίκα, με τέτοιο τρίψιμο και επιμονή, θα ξαναβρίσκει τα σκεύη της κάθε φορά σαν καινούργια. Έρχεται το ασανσέρ κι ακόμα αυτή με την κατσαρόλα να τη χορεύει κάτω από το τρεχούμενο νερό, θα είχα πλύνει δέκα πράγματα ακόμα στο χρόνο αυτό. Και φεύγουν οι δυο πρώτες με το ασανσέρ, γιατί δεν χωράει πάνω από δυο, και καθώς περιμένω να γυρίσει κάτω, ακόμα εκείνη ασχολείται με την κατσαρόλα της. Η κουζίνα της είναι ανακαινισμένη, σχετικά με το παμπάλαιο κτίριο δηλαδή, όχι τίποτε περίλαμπρο. Και το ξενοδοχείο μας είναι ανακαινισμένο, μια κάψουλα σύγχρονης ζωής μέσα στο παμπάλαιο κτίριο, το οποίο δεν είναι κι από τα χειρότερα που είδαμε στο ιστορικό κέντρο. Βασικά γι αυτό το διαλέξαμε, επειδή ήταν στο ιστορικό κέντρο, αλλά αν ξέραμε τι τρελοκομείο είναι το ιστορικό κέντρο, ίσως να ψάχναμε κάτι άλλο. Κάτι σε πιο φαρδείς δρόμους, πιο ήσυχους, πιο συνηθισμένους τέλος πάντων.
Πέρασαν ακόμα δυο λεπτά, κι η γυναίκα στο νεροχύτη ξεπλένει την κατσαρόλα, μεγάλη, οικογενειακή και βάλε. Ίσως πρέπει να αρχίσω κι εγώ να συγκεντρώνομαι σε τέτοιες βαρετές δουλειές περισσότερο, να μην τις ξεπετάω νευρικά, ίσως σου χαρίζει ηρεμία μια τέτοια προσήλωση, πράγμα απαραίτητο στο περιβάλλον αυτό, γιατί πώς αλλιώς επιβιώνεις; Δεν επιβιώνεις, τρελαίνεσαι αν αφήσεις να σε παρασύρουν οι ρυθμοί της καθημερινότητας στο ιστορικό κέντρο της Νάπολης, με τα γκαρσόνια, τους μαγείρους κι όλους τους εργαζόμενους να πηγαινοέρχονται πυρετωδώς στα στενά διακινώντας την πραμάτεια τους, ποτήρια, μπουκάλια, πιάτα, στοίβες σεντόνια, φαγητό σε συσκευασία ντελίβερι, κούτες με μινιατούρες κόκκινης πιπεριάς, το σήμα κατατεθέν της Νάπολης που ξεχειλίζει από τα καλαθάκια τουριστικών ειδών, καφάσια με φρούτα, ή απλώς ντοσιέ με σχέδια για την τεχνική Σχολή που είναι απέναντι, ίσως κάτι σαν Πολυτεχνείο.

Όλοι αυτοί έχουν συνηθίσει το στρίμωγμα, τη συνύπαρξη, τα παλιά κτίρια, τους οδηγούς μοτοσικλέτας που σε στέλνουν να κολλήσεις στον τοίχο, και αυτοκινήτου, που σε στέλνουν στο κούφωμα της πλησιέστερης πόρτας. Ίσως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία για τους κατοίκους αυτών των παράξενων μεγάρων που πιθανότατα ονομάζονται Παλάτσα, από το να συγκεντρώνονται στη μικρή τους εργασία κάθε φορά, στο μικρό τους διαμέρισμα που μέσα στο παμπάλαιο πέτρινο κτίριο είναι ανακαινισμένο και καθαρό. Έξω τα σκουπίδια είναι παντού, συσσωρεύονται όπου υπάρχει χώρος, σε μια τέταρτη διάσταση μεταξύ τοίχων και λίθων του δρόμου, αρχαίοι λίθοι, αρχαιότεροι κι από τα κτίρια, αλλά μέσα, στην ανακαινισμένη σου φωλίτσα μπορείς να καθαρίζεις όσο θέλεις και να ζεις σε χωριστό σύμπαν όσο αντέχει η μέση σου.
Πώς αντέχουν οι άνθρωποι στο ιστορικό κέντρο, αναρωτιόμουν μέχρι τη μέρα που πήγαμε στις ισπανικές συνοικίες, κι έκτοτε αναρωτιέμαι πώς αντέχουν εκεί οι άνθρωποι. Εκεί οι δρόμοι είναι πιο στενοί και πιο βρώμικοι τα σκουπίδια περισσότερα, τα κτίρια είναι πιο μαύρα, τα κλιμακοστάσια των κτιρίων σκοτεινά, με γδαρμένους τοίχους. Καταφέρνουν να ανακαινίζουν τα διαμερίσματα τους μέσα σ’ αυτό το τρομερό περιβάλλον; Οι άνθρωποι που βλέπουμε στο δρόμο είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα κτίρια, κι έχουν ένα σωρό μικρά αυτοκίνητα, στριμωγμένα βέβαια, παρκαρισμένα ξυστά στους κατάμαυρους παλιούς πέτρινους τοίχους των στενών, αλλά πάντως σένια. Και μέσα στο μισάωρο που περάσαμε στα δρομάκια εκείνα, τουλάχιστον δέκα μηχανάκια με οδηγούς πιτσιρίκια πέρασαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όσο ιλιγγιώδη γίνεται σε τέτοιες συνθήκες. Είναι έθιμο της περιοχής κι αυτό, ποιος ξέρει από πότε και γιατί.

Πώς μπορεί να ανακαινιστεί ένα τέτοιο κτίριο; Ανήκει σε κάποιον, υπάρχει υποχρέωση να το βάψει ο ιδιοκτήτης; Βάφεται η παμπάλαιη αυτή πέτρα; Νιώθουν εγκλωβισμένοι οι άνθρωποι που ζουν εδώ, ή ανήκουν σε κοινότητες που τους καλύπτουν συναισθηματικά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην περισσεύει χώρος για θλίψη, ή και για ελπίδα; Μια κουστωδία που κουβαλούσε ένα απ’ αυτά τα θρησκευτικά φορεία με εικόνα της Παναγίας και του μικρού Ιησού πέρασε από τα στενά, άντρες έπαιζαν μουσική, γυναίκες κρατούσαν λάβαρα, παιδιά χόρευαν, όλοι με άσπρες και κόκκινες στολές, φαίνεται είναι τα χρώματα της Νάπολης. Έκαναν ένα είδος χάπενιγκ για τη Γιορτή της Μητέρας, σήκωσαν το φορείο και το έφεραν γύρα, έπαιξαν χάλκινα και τύμπανα, χόρεψαν, τραγούδησαν, έφτασαν σε διονυσιασμό με τα τύμπανα, όλα στο στενό. Σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Γιατί δεν πήγαιναν λίγα σκαλιά πιο κάτω, στο φαρδύ δρόμο, να τους δουν κι οι τουρίστες που λαχταράνε για τέτοια; Τι είδους σύνορα υπάρχουν στην παράξενη αυτή πόλη; Κι εμείς που δεν καταλαβαίνουμε από σύνορα, παρά αλωνίζουμε όπου μπορούμε, σε μέρη φτωχά και πλούσια, κεντρικά κι απόκεντρα, τι σκέψεις προκαλούμε; Η κυρία που χαζεύω στην κουζίνα, το ξέρει ότι την κοιτούν; Έχει συνηθίσει να γίνεται θέαμα από τους τουρίστες;
Από τουρίστες άλλο τίποτε στη Νάπολη. Στα δρομάκια εδώ γύρω ξενυχτάνε μέχρι πρωίας και ξεχύνονται νέα πλήθη από νωρίς το μεσημέρι εις εξεύρεση πίτσας. Εδώ εφευρέθηκε ο τουρισμός, στις πράσινες πλαγιές που κατεβαίνουν απότομα στη θάλασσα, εδώ συνέρρευσαν οι καλλιτέχνες από τα βόρεια για το φως, τ’ αρχαία, τη Μεσόγειο. Στο Κάπρι, στην ακτή Αμάλφι, στο Παυσίλυπο, βρήκαν την υγειά τους χλωμοί αριστοκράτες εδώ και τρεις αιώνες. Τώρα πλακώνουν αδιακρίτως τουρίστες από παντού, Κινέζοι διψασμένοι για τα ευρωπαϊκά αγαθά, Αμερικάνοι παραδοσιακά, πολλοί Γάλλοι, κι οι λίγοι Έλληνες που συναντάμε ρίζες και στη Δύση, καθότι η Ανατολή δεν μας χωρά. Η ματιά του ξένου περνάει κάθε στιγμή πάνω από την παράξενη αυτή πόλη, αλλά δεν μπορεί να είναι αυτή να την καθηλώνει στο παρελθόν. Κάτι άλλο συμβαίνει, που εμείς δεν το ξέρουμε. Εμείς πετάξαμε χαρούμενα από πάνω μας τις παλιές πόλεις, στεγάστηκε ο καθένας σε καθαρά καινούργια διαμερίσματα με το μπαλκονάκι ή τη βεραντούλα. Φτιάξαμε άσχημες πόλεις, αλλά δημοκρατικές και μοιρασμένες. Η Νάπολη παρέμεινε ωραία, με τους λόφους της γύρω από τη θάλασσα γεμάτους τα πολύχρωμα παλιά της κτίρια, με τα ελληνικά της, τα ισπανικά της, όλα τα ωραία της αναγνωρίσιμα, αλλά ασφυκτιά. Εμείς, τέτοια καταναγκαστική διαβίωση σε επιβλητικά ερείπια δεν την έχουμε ζήσει.
 Να ζήσεις ή να ξεφύγεις από τη Νάπολη. Αυτό είναι το θέμα της Φερράντε, και πρέπει να είναι και το κρυφό θέμα στις καρδιές των Ναπολιτάνων.



Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Καμμένο κόκκινο

Ισως αυτό το κόκκινο χρώμα, μας είπε η ξεναγός στην Πομπήια, να μην το είχαν δει ποτέ οι αρχαίοι κάτοικοι. Ίσως ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τέτοιο κόκκινο στις τοιχογραφίες τους. Μπορεί να ήταν κάποιο κίτρινο, ή απαλό πορτοκαλί, αλλά οι θερμοκρασίες που αναπτύχθηκαν κάτω από τη στάχτη που σκέπασε την πόλη να το μετέτρεψε σε κόκκινο.
Κι αν είναι έτσι όλη η αντίληψη που έχουμε εμείς για τις τοιχογραφίες της Πομπήιας να είναι λάθος και να είχαν στην πραγματικότητα τελείως διαφορετικά χρώματα
Όταν βλέπεις τις τοιχογραφίες μέσα στα σπίτια της μαρμαρωμένης πόλης σκέφτεσαι ότι πράγματι δεν έχει λογική να βάζαν τόσο κόκκινο. Θα έπρεπε να χρησιμοποιούν ανοιχτά χρώματα, για να φωτιζεται κάπως το σπίτι μέσα. Στο δωμάτιο μιας βίλας οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με μαύρο. Αυτό σίγουρα θα ήταν κάποιο άλλο χρώμα, το ηφαίστειο το μαύρισε. Ίσως γκρίζο ανοιχτό. Ποιος να ξέρει;
Μέσα από τα καμένα και ξεθωριασμένα χρώματα όμως οι φιγούρες μας κοιτούν ολοζώντανες, σαν να ζωγραφίστηκαν πριν μια βδομάδα, πριν μια γενιά, όχι πριν είκοσι αιώνες. Φιλάρεσκα σηκώνουν τα μπράτσα γυναίκες κι άντρες, γέρνουν μισόγυμνοι σε πολυθρόνες και ανάκλιντρα, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αναγνωρίζουμε μύθους, ο Δούρειος ίππος μπαίνει στην Τροία με πολύ σπρώξιμο και τα παιδιά χορεύουν με γιρλάντες γύρω γύρω. Ο Θησέας, ολόγυμνος, έχει μόλις νικήσει το Μινώταυρο και οι νέοι του φιλούν τα χέρια. Η Ιφιγένεια σοβαρή πλησιάζει στο βωμό της θυσίας, αλλά να ένα ελαφάκι που έρχεται από τον αέρα να τη σώσει. Η Αριάδνη σκουπίζει τα δάκρυά της καθώς βλέπει το καράβι του Θησέα να ξεμακραίνει εγκαταλείποντας την, και οι Έρωτες την παραστέκουν. Δεν ξέρει ότι θα βρει καλύτερον και μάλιστα Θεό. Παιδάκια παίζουν, πυγμαίοι αρπάζουν κροκόδειλους, χταπόδια ποζάρουν με ψάρια, η Ευρώπη ανεβαίνει στον ταύρο της. Παράξενα παραμύθια και απίθανοι μύθοι ξετυλίγονται σε εικόνες, κι οι άνθρωποι είναι στις εικόνες όπως τους ξέρουμε, μόνο με άλλα ρούχα, συναναστρέφονται δαίμονες, θηρία, θεούς, τέρατα, και τους συμβαίνουν πράγματα απίστευτα και χαίρονται στιγμές καθημερινότητας, κι είναι όμορφοι και συγκινητικοί, απίστευτα κοντινοί και ταυτόχρονα απίστευτα χαμένοι με τον κόσμο τους ολόκληρο.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Το περιττό και το αναγκαίο

Ενας λόγος που μου αρέσουν τα ταξίδια, ένα παράπλευρο κέρδος, είναι που σε αναγκάζουν να βολευτείς για λίγες μέρες με όσα πράγματα χωράει ένα μικρό βαλιτσάκι, η αποσκευή καμπίνας η λεγόμενη. Καμιά φορά αποδεικνύεται ότι ακόμα κι εκεί μέσα βάζεις πράγματα παραπάνω από όσα χρειάζεσαι και τα κουβαλάς χωρίς λόγο πάνω από τους αιθέρες σ' άλλη γη, σ' άλλα μέρη.
Γενικά, μέχρι να εφευρεθούν τα ξενοδοχεία που θα σε προμηθεύουν με ρούχα μαζί με οδοντόβουρτσες, έχεις την ευκαιρία να ανακαλύψεις τις χαρές της λιτότητας και της ελευθερίας, δύο σε ένα, ετοιμάζοντας τα λίγα ρούχα που θέλει ένα ταξίδι και ανακαλύπτοντας στη διάρκειά του ότι φτάνουν και περισσεύουν, ενώ νόμιζες ότι θα σου έλειπαν.
Κι αν έχω ζηλέψει κάτι από τη ζωή των νοικοκυριών σε ξένα μέρη, είναι οι συνήθειες να ξεφορτώνονται τα πράγματά τους και να ξαλαφρώνουν το σπίτι τους με απλές διαδικασίες, ξεπούλημα στην αυλή το λένε ή κάπως έτσι. Θα ευγνωμονούσα τον πρωτοπόρο μιας τέτοιας πρακτικής και στα δικά μας κατάφορτα μέρη, αν και φοβάμαι πως θα τον βρίσκαμε πολύ εκσυγχρονιστή και δεν θα μακροημέρευε. Ακόμα νομίζω βασανιζόμαστε από τις μνήμες της στέρησης και δεν έχουμε ωριμάσει τόσο ώστε να κατανοήσουμε την ανάγκη επιλογής κι απαλλαγής.
Με βλέπω μια χαρά με πάγκο στη Λαϊκή της περιοχής, να ξεφορτώνομαι τα ρούχα και λοιπά αντικείμενα που κατέχουν το ζωτικό μου χώρο και με εμποδίζουν να τεντωθώ. Ας θεωρηθεί προληπτική αγωγή κατά του γήρατος, αν δεν τεντωθούμε θα συρρικνωθούμε. Είναι δίκιο και πρέπει να γίνει πράξη. Να δημιουργηθούν θεσμοί, συνήθειες, χώροι και τρόποι να απαλλασσόμαστε από το περιττό με τρόπο κόσμιο και χρήσιμο, να ανακυκλώνουμε τα αντικείμενα που εξεπλήρωσαν την αποστολή τους κοντά μας και απεγνωσμένα ζητούν να ξαναγίνουν λειτουργικά κάπου αλλού. Ποτέ δεν είχαμε οι άνθρωποι τόσα πράγματα γύρω μας, ποτέ δεν μπορούσαμε να ικανοποιούμε τόσο εύκολα τις αγοραστικές επιθυμίες, πληρώνουμε όμως ακριβά την απληστία και τη χαρά της κατανάλωσης.
Ευτυχώς, κάποια κουτιά του Δήμου εμφανίστηκαν στις γειτονιές για μεταχειρισμένα ρούχα, και στο περιθώριο της συλλεκτικής ζωής μας κάποιοι ιδιοκτήτες τρίκυκλων μαζεύουν τα ατάκτως ερριμμένα αντικείμενα από τους δρόμους. Η τσαπατσουλιά των σκουπιδιών οφείλεται εν μέρει στην υποτίμηση της διαδικασίας επιλογής, δεν μας αρέσει να ξεφορτωνόμαστε, το κάνουμε βιαστικά και θυμωμένα. Μόνο στα ταξίδια το ζούμε όλο αυτό με τη χαρά που του αξίζει.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

Δικαίωμα στη μαυρίλα

Προβλήματα του Πρώτου Κόσμου: Κριτική στο σχεδόν υποχρεωτικό χαμόγελο και τη σχεδόν υποχρεωτική καλή διάθεση. Οχι, δεν είμαστε συνεχώς καλά και δεν είναι σωστό να μας αναγκάζουν να φαινόμαστε και να υποκρινόμαστε ότι δεν τρέχει τίποτα όταν είμαστε στις μαύρες μας. Θέλουμε να το δείχνουμε, να γκρινιάζουμε ελεύθερα κάθε στιγμή και κάθε ώρα, παντού και πάντα. Γιατί βγάλαμε από τη ζωή μας την κακή διάθεση; Γιατί την καταπιέζουμε και την περιθωριοποιούμε;
Τέτοια πικραμένα διαβάζω σε σάιτ και περιοδικά και σκέφτομαι πως πάλι μας πετυχαίνει η αμφισβήτηση πραγμάτων που δεν ζήσαμε, ακριβώς τη στιγμή που σκεφτόμασταν ίσως ως κοινωνία να αρχίσουμε να τα υιοθετούμε δειλά και διστακτικά. Πώς έγινε με το κίνημα της πολιτικής ορθότητας;
Πριν καλοκαταλάβουμε περί τίνος επρόκειτο, άρχισαν οι επικρίσεις και εκεί διέπρεψε η ελληνική κουλτούρα, που για λίγα δευτερόλεπτα είχε φοβηθεί μήπως αναγκαστεί από κάποια περιρρέουσα ατμόσφαιρα να καταπιεστεί η γνήσια ελληνική λεβεντιά κι αντρίλα. Κι αφού απεφεύχθη αυτός ο κίνδυνος μετά συνεχών θριάμβων, ετοιμάζεται η αντεπίθεση και σε κάποια τάση καταπολέμησης της κατάθλιψης και της τσαντίλας που είχε αρχίσει να παρατηρείται.
Η αλήθεια είναι ότι η γλύκα της γκρίνιας είναι ακαταμάχητη και δεν θα ήταν σωστό να επιτρέψουμε σε διάφορους ξενέρωτους κουτόφραγκους να μας τη βγάλουν εκτός μόδας. Είμαστε επισήμως και με στατιστικές οι πιο δυστυχείς Ευρωπαίοι, γιατί λοιπόν να μην το δείχνουμε νυχθημερόν, κατεβάζοντας τα μούτρα στο γραφείο, στο γκισέ, στο μαγαζί, στο τιμόνι, στις ουρές, στις εξόδους, στις εισόδους, στο σπίτι, στη δουλειά, στο χολ και στην κρεβατοκάμαρα;
Αυτές τις μόδες με τις γελαστές πωλήτριες, ας πούμε, δεν τις θέλουμε, είναι ξενόφερτες, απόδειξη πως δεν προλάβαμε να γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης, μας πήραν τις δουλειές και τις κάνουν με τον δικό τους γελαστό τρόπο. Οχι, κύριε. Θα τιμωρηθούν με τη χειρότερη ποινή, θα ανακηρυχθούν ντεμοντέ. Ακυρη η προσπάθεια, μπορούμε να παραμείνουμε στη μίρλα και το παράπονο που, αν μη τι άλλο, προστατεύει από το κακό μάτι των φθονερών που μας επιβουλεύονται.


Εχουμε βάσανα, η καλή διάθεση δεν μας περισσεύει. Κι όσοι νόμισαν τα τελευταία χρόνια ότι αξίζει τον κόπο να καταπολεμήσουν τα προβλήματα αφήνοντάς τα στην μπάντα για όσο κρατά μια επαφή, να μετανιώσουν και να συρθούν στα γόνατα. Και να αλλάξουν αμέσως βιολί, γιατί ίσως έχουν μείνει πίσω στην έκφραση της μαυρίλας.

Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

Αλλιώτικο Πάσχα φέτος

Φέτος, είναι διαφορετικό το Πάσχα μου. Ας πούμε ότι όλα άλλαξαν όχι επειδή πρώτη φορά δεν θα χτυπήσει το τηλέφωνο να μου πει Χριστός ανέστη η μαμά μου, αλλά επειδή είδα αυτή τη φωτογραφία της μαύρης τρύπας που κατάφεραν να βγάλουν τα αστεροσκοπεία ολόκληρης της Γης.
Παραλίγο να γράψω «ολόκληρου του κόσμου», αλλά να που ο κόσμος δεν είναι πια η Γη, ούτε καν κάτι απέραντα μεγάλο, ένα Σύμπαν ασύλληπτου μεγέθους, αλλά κάτι απέραντα μεγάλο που επιπλέον κινείται προς μια μαύρη τρύπα, πράγμα που ίσως δημιουργεί τον χρόνο, όπου υπάρχουμε για λίγο με πολύ κόπο, πόνο, όμως και χαρές.
Κι η γιορτή που δοξάζει την επιστροφή της άνοιξης, να μην είναι η εξασφάλιση του αέναου κύκλου των εποχών που διαπερνά τη δική μας φθορά, αλλά κι αυτή να κινείται σε ευθεία όπως οι ανθρώπινες ζωές με τελικό προορισμό μια μαύρη τρύπα, λέμε τώρα. Οπότε δεν ξέρω πώς θα το διαχειριστούμε αυτό φιλοσοφικά, δύσκολο καθήκον μάς έβαλαν οι φωτογράφοι του κόσμου όλου, συγγνώμη, του μικρού μας πλανήτη ήθελα να πω.
Το άλλο συγκλονιστικό του φετινού Πάσχα είναι ότι στο χωριό Δράκεια Πηλίου οι τελετές διεξήχθησαν με υπέροχη γαλήνη, ο επιτάφιος χωρίς βαρελότα, όπως ακριβώς συνάδει δηλαδή, και η Ανάσταση εξίσου πολιτισμένα.
Επιπλέον, λίγο πριν από τη νύχτα του Σαββάτου, φύσηξε στην πλαγιά και σκόρπισε το καφετί νέφος της κουφόβρασης που μας είχε πνίξει για μέρες, πράγμα που μπορεί να ανανεώσει την πίστη μας στα θαύματα, τα ελάχιστα σε κλίμακα Σύμπαντος απειλούμενου βεβαίως, αλλά που έχουν μεγάλη αξία για τις εκλεπτυσμένες αισθήσεις των ανθρώπων της συγκεκριμένης γενιάς στον συγκεκριμένο χωρόχρονο.
Μια αίσθηση σεβασμού προς το άμεσο περιβάλλον και την τυχούσα ομήγυρη, όπου μπορεί για λίγο να νιώσει κανείς ασφαλής και αποδεκτός από την κοινότητα, ας είναι και ψευδαίσθηση, τι άλλο θέλει ο άνθρωπος για να ξεχάσει τη φθορά, τη μαύρη τρύπα κι όλη τη μαυρίλα εν γένει;
Απεδείχθη βέβαια ότι αυτή η πολιτισμένη διεξαγωγή ήταν εξαίρεση, ένας άνθρωπος σκοτώθηκε και άλλοι τρεις τραυματίστηκαν σε άλλα μέρη από θιασώτες της αστραπιαίας φθοράς και πιστούς της μαύρης τρύπας. Ο δε δήμαρχος Καλαμάτας δήλωσε πως οι δολοφονικές σαΐτες είναι στο DNA των Καλαματιανών. Οπως και ο θάνατος άλλωστε, προσθέτω εγώ. Οι δήμαρχοι, όμως, όχι. Αυτούς τους ψηφίζουμε ερήμην DNA, μη σου πω και κόντρα.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Ο Μηνάς και η αποφράς

Καθώς πλησίαζε η επέτειος της αποφράδας, σκεφτόμουν ότι για πρώτη φορά θα την περάσω χωρίς τη μητέρα μου, με την οποία κάθε χρόνο θυμόμασταν εκείνη τη σκληρή 21η Απριλίου του 1967, όπου θα ξεκινούσαμε για οικογενειακό ταξίδι με τρένο στην Ευρώπη, είχαμε έτοιμες βαλίτσες και εισιτήρια, και μείναμε τσακισμένοι να κλαίμε πάνω τους ακούγοντας τους πυροβολισμούς από τον δρόμο και τα εμβατήρια από το ραδιόφωνο.
Ποιος πυροβολούσε και τι, ποιοι περνούσαν ρίχνοντας ριπές; Δεν βγήκαμε, δεν κυκλοφορήσαμε, το διαμέρισμα που είχε φτιάξει ο πατέρας μου δεν φαινόταν αρκετά ασφαλές εκείνη τη μέρα, κάποια στιγμή αρχίσαμε να μαζεύουμε περιοδικά και δίσκους που ίσως έπρεπε να καταστραφούν. Πήραμε μερικά τηλέφωνα κι ας φοβόμασταν πως τα παρακολουθούσαν. Το κουδούνι μας χτύπησε το μεσημέρι, ο Μηνάς Εφραίμογλου, ο μεγάλος μου ξάδερφος, ήρθε να δει μήπως χρειαζόμασταν βοήθεια. Πριν από λίγες μέρες τσακωνόταν με τον πατέρα μου για την ΕΡΕ, την ΕΔΑ και την Ενωση Κέντρου, αλλά εκείνη τη μέρα ξεκίνησε με τα πόδια να τον υπερασπιστεί.
Θείος κι ανιψιός είχαν δεκατρία χρόνια διαφορά, ο πατέρας μου έβγαζε τα τρία του ανίψια βόλτες στην Αθήνα όταν ήταν παιδάκια κι εκείνος φοιτητής, φωτογραφίζονταν μπροστά στο Μουσείο και στο Πανεπιστήμιο, παθιασμένοι οικογενειακώς με τη μόρφωση και τις σχολές, από τον καιρό που ζούσαν στην οθωμανική πόλη της Πισιδίας και μάθαιναν ελληνικά ιδίοις αναλώμασι, για χειραφέτηση και πρόοδο. Σε όλη τη ζωή τους οι τρεις Εφραίμογλου, αν και έγιναν βιομήχανοι συνεχίζοντας και διευρύνοντας την πατρική επιχείρηση, ασχολούνταν και με την Παιδεία, όπως ο παππούς μας.
Με τον πατέρα μου μεγάλοι πια θαρρείς κι έβρισκαν ευχαρίστηση σε ατελείωτους πολιτικούς καυγάδες. Ομως εκείνη την αποφράδα μέρα είχαν συμφιλιωθεί απέναντι σε κάτι τρομερό που είχε πέσει επάνω τους, κι έψαχναν τρόπους να αμυνθούν παρέα. Υπήρχε κάτι κοινό, που δεν ήταν απλώς η συγγένεια και η αγάπη, αλλά και μια πολιτική επιθυμία που συμμερίζονταν: να ζήσουμε με ειρήνη τις πολιτικές αλλαγές, με δημοκρατικούς κανόνες και πολιτισμό, μέσα στην αισιόδοξη ορμή που είχε πάρει η δεκαετία του ’60 από τη δεκαετία του ’50 και που ερχόταν να ανακόψει μοιραία εκείνο το φοβερό πραξικόπημα.
Ο Μηνάς πέθανε μία μέρα πριν από τη φετινή επέτειο της αποφράδας, τρεις μήνες μετά τη μητέρα μου, ήταν συνομήλικοι. Η παλιά φρουρά μάς εγκαταλείπει. Κι ο αγώνας ακόμα συνεχίζεται.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Ξάνθη 1927

Tώρα πια είναι όλοι τους σκιές κι αναμνήσεις. Η θεία Ευαγγελία, όρθια δίπλα στη γιαγιά, με τα λοξά μάτια. Ο θείος Δαμιανός, όμορφος νέος, πριν χάσει τα μαλλιά του. Η γιαγιά Άννα καθισμένη στην πολυθρόνα, με τη χωρίστρα που τη γνώρισα ολόιδια σε λευκό. Η θεία Γεσθημανή, αγέρωχη δίπλα στον άντρα της, το Δημητρό Εφραίμογλου, στη μέση των δυο γονιών της. Ο ντοκτόρ Ελεημόν, ο μυθικός παππούς που δεν γνώρισα και που όλους τους είχε σημαδέψει, σπουδασμένος στο Παρίσι στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, σχολικός έφορος στην πατρίδα τους τα Σπάρτα, που κυνηγούσε πάντα τα μέλη της κοινότητας να πληρώνουν τη συνδρομή για να κρατάνε τα ελληνικά σχολεία, κι απαγόρευε στα παιδιά του να μιλάνε τούρκικα στο σπίτι, επι ποινή προστίμου. Όρθιος δίπλα ο μπαμπάς μου, σγουρομάλλης, με τα ανατολίτικα μάτια του, που έχει κληρονομήσει ο συνονόματος γιος μου. Και το κορίτσι δίπλα η θεία Ολυμπία, η μικρή, που σπούδασε, έγινε οδοντίατρος, έζησε στο Αγρίνιο κι έτσι γνωρίστηκε ο πατέρας μου με τη μάνα μου είκοσι πέντε χρόνια μετά. Καθισμένος στο καρεκλάκι μπροστά τους ο Μηνάς, το πρώτο εγγόνι, δυο χρονών. Είναι στην Ξάνθη το 1927, όπου είχαν πάει επίσκεψη οι Εφραίμογλου στη μητρική οικογένεια Δαμιανίδου. Εκεί είχε βρει δουλειά ο παππούς, στο νοσοκομείο Αμερικανίδων Κυριών, κι έζησαν ώς τη βουλγαρική κατοχή. Σοβαροί και κάπως βλοσυροί περνούν στην αιωνιότητα, με την πίκρα της προσφυγιάς που ποτέ δεν τους εγκατέλειψε, και νομίζω πέρασε σαν τραύμα και στη δεύτερη γενιά. Στον ξάδερφο μου Μηνά, που πέθανε χτες, Σάββατο του Λαζάρου, ημέρα της γιορτής του αδερφού του, ο οποίος είχε πεθάνει μερικά χρόνια νωρίτερα, είχε μετασχηματιστεί σε επιχειρηματική δημιουργικότητα. Αλλά ασχολήθηκε και σε όλη του τη ζωή με το Κολλέγιο Αθηνών, κι εκείνος όπως όλοι μας είχε το πάθος με την Παιδεία.
                 Κοντεύουν 100 χρόνια από τη στιγμή που τραβήχτηκε η φωτογραφία αυτή. Θα είχαν όλοι μαζευτεί στο σπίτι, ή μπορεί και να πήγαν στο φωτογράφο. Είναι η πιο επίσημη τους. Κανείς τους πια δεν ζει, όμως εγώ τους βλέπω ακόμα, όλους εκτός από τον παππού και τον Δημητρό, που δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω. Βλέπω τη θεία Ευαγγελία στο παλιό της σπίτι στη Νέα Φιλαδέλφεια, που το λάτρευα, ντυμένη με κάτι πρόσχαρο, κάτι πολύχρωμο, όχι όπως εδώ με μαύρα, βλέπω τις μπουκλίτσες της κολλημένες στην κόμμωση, ακούω τη φωνή της με πάντα κάποιο απρόσμενο παράπονο για κάτι που δεν φανταζόμουν ότι θα την έκανε να παραπονιέται. Βλέπω το θείο μου το Δαμιανό χωρίς μαλλιά, τον θείο Μαμανό όπως τον έλεγα, και το θυμόντουσαν και γελούσαν, στωικό και καλωσυνάτο, να προσπαθεί να θυμηθεί λεπτομέρειες από το παρελθόν του και να απαντήσεις στις διαρκείς ερωτήσεις μου. Βλέπω τη γιαγιά μου να πλέκει ακατάπαυστα με το βελονάκι της νούμερο 0, το ψιλότερο που υπήρχε, χωρίς γυαλιά, τετράγωνα κομμάτια δαντέλας που τα ένωνε μετά και γίνονταν καρεδάκια, τραπεζομάντιλα, κουβέρτες, βλέπω τη θεία μου Γεσθημανή να κάθεται σε μια κόκκινη πολυθρόνα και να μιλάει αργά και σιγανά, βλέπω τον πατέρα μου βέβαια, εννοείται, διαρκώς και πάντα και παντού, τη θεία μου Ολυμπία και τον Μηνά βεβαίως, τους βλέπω να τριγυρίζουν έγχρωμοι και κυρίως τους ακούω. Γιατί αν υπήρχε κάτι χαρακτηριστικό σε όλους ήταν οι φωνές τους, αυτός ο μοναδικός τρόπος που είχαν να μιλούν, μάλλον λόγω της τουρκικής, που ήταν η μητρική τους γλώσσα, κακά τα ψέματα, και που έχει ήχους πολύ λαρυγγικούς. Μοναδικές φωνές, βαθιές, υγρές, πλούσιες, γεμάτες αντηχήσεις, σαν υποσχέσεις κρυφών νοημάτων, η πατρίδα που είχαν φέρει μαζί τους, ο χαμένος τους θησαυρός που δεν μπορούσε ωστόσο κανένας να τον πάρει. Τα τρία μου ξαδέρφια Εφραίμογλου είχαν επίσης ένα ποσοστό αυτού του βάθους στη φωνή τους, επειδή κι οι δυο γονείς ήταν από τα Σπάρτα, αλλά εμείς, φοβάμαι ότι το έχουμε χάσει τελείως. 

Οι σωστές αντιδράσεις

Επικίνδυνο σπορ να χρησιμοποιείς λεωφορείο όταν ο οδηγός έχει νεύρα. Και πότε δεν έχει και γιατί να μην έχει. Δικαιούται να έχει, τόσες δυσκολίες αντιμετωπίζει. Ενώ ο επιβάτης το μόνο που έχει να κάνει είναι να στέκεται όρθιος όταν δεν βρίσκει να καθίσει και να μην πέφτει κάτω ή δίπλα ή στον μπροστινό του με τα απότομα φρεναρίσματα. Να διαμαρτυρηθεί; Καλύτερα όχι, μπορεί να τσαντιστεί ο οδηγός και να φρενάρει χειρότερα. Ξέρουν οι επιβάτες πώς να φερθούν για να μην τον ερεθίζουν.
Είναι να απορείς με τη μακροθυμία, την ανεκτικότητα, την ψυχραιμία των ανθρώπων. Οπως τα παιδιά μιας οικογένειας με βίαιο πατέρα που έχουν μάθει να ζουν όσο γίνεται πιο αθόρυβα για να μην τον ενοχλούν και ξεθυμάνει πάνω τους, δεν μιλάνε, δεν λαλάνε. Καλό είναι να μη χρειάζεται κάποιος το λεωφορείο, να μη βρίσκεται στην ανάγκη των μέσων μαζικής μεταφοράς. Απαξ κι έχει τέτοια ανάγκη, σημαίνει πως απέτυχε, άρα οφείλει να ανεχτεί κάθε ξέσπασμα του οδηγού, που είναι κάτι σαν πλοίαρχος σε διεθνή ύδατα, απόλυτος άρχων και ανεξέλεγκτος τιμονιέρης της μοίρας μας.
Και τι γίνεται αν κάποιος τολμήσει να ανοίξει το στόμα του και να θέσει θέμα ασφάλειας στον αδιαμφισβήτητο αυτόν αρχηγό; Μεγάλο ρίσκο. Πρέπει να το θέσει ευγενικά βέβαια, αυτό είναι αυτονόητο. Αλλά και πάλι, αποκλείεται να θίξει την προσωπικότητά του; Αν ο άλλος είναι καψούρης και απελπισμένος, αν τον έριξε ο φίλος του, ο αδερφός του, αν ξίνισε το κρασί του, αν έχει βαρυστομαχιά ή πονοκέφαλο; Δεν θα αντιδράσει χειρότερα; Μήπως καλύτερα να προσπαθήσει κανείς να ξυπνήσει τον οίκτο του; Να πει ότι είναι άρρωστος, ότι πάει σε νοσοκομείο, ότι ζαλίζεται;
Θεέ μου, τι θα κάναμε αν η ζωή μας ήταν πιο απλή σ' αυτή τη χώρα, αν δεν έπρεπε κάθε στιγμή να δίνουμε μάχες επιβίωσης και να αναμετράμε την ικανότητά μας πειθούς, ψυχραιμίας, σωστών ρεφλέξ και καίριων αντιδράσεων, στα γκισέ και στα ταξί, στα τηλέφωνα και στα τρένα, στους δρόμους και στα μαγαζιά; Τι θα κάναμε με όλη αυτή την άνεση που θα προέκυπτε; Πώς θα τη διαχειριζόμασταν, θα ήμασταν άραγε πιο δημιουργικοί, πιο ευγενικοί, πιο ευτυχισμένοι;
Δεν θα το μάθουμε ποτέ, φοβάμαι.

Προϊόν συμβιβασμού

Ψηφίζουμε στη γειτονιά, χρόνια τώρα. Το «ψηφίζουμε» τέρμα όμως, τώρα πια «ψηφίζω» μόνο. Πρώτο ενικό. Τα παιδιά μου μετανάστευσαν, οι γον...