Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Μορφές πατριωτισμού


Συγχαρητήρια στους καλλιτέχνες!

Για δυο μέρες είχαμε αγωνία με τις παραστάσεις στο Ηρώδειο, θα γίνουν, δεν θα γίνουν; Έβρεχε το μεσημέρι, σταματούσε το απόγευμα, γινόταν η παράσταση το βράδυ. Κυριακή που πήγα εγώ στην Περουζέ, το πάνω διάζωμα ήταν άδειο, με τα μαξιλάρια πακεταρισμένα σε πλαστικό. Είχαμε μαζί ομπρέλα, αδιάβροχο, μπουφάν, συν το καρεκλάκι για τη μέση, αλλά μόνο το τελευταίο χρειάστηκε. Μαζεμένοι όλοι στο αρχαίο θέατρο μάλλον ζεσταθήκαμε, κι ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα όταν βγήκε να υποκλιθεί στο τέλος. Στο πρόγραμμα διάβασα ότι η παρτιτούρα της όπερας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ήταν κατεστραμμένη, ότι τυχαία κατάφερε να τη βρει, ότι του πήρε δυο χρόνια η προσπάθεια να την αποκαταστήσει. Είναι εντυπωσιακό που το έργο ενός τόσο δημοφιλούς συνθέτη δεν διασώθηκε σε κάποια βιβλιοθήκη, σε κάποιον εκδότη. Δεν ήταν δα και το Μεσαίωνα, αρχές του 20ου αιώνα, κι όμως αγνοούνται πολλά έργα του.
Το χειμώνα είχα παρακολουθήσει στο Μέγαρο Μουσικής μια άλλη συναυλία της Φιλαρμόνια, της ορχήστρας που διευθύνει ο Βύρων Φιδετζής, με έργα από χαμένα χειρόγραφα του Σκαλκώτα που βρέθηκαν σε κάποια βιβλιοθήκη. Και πέρσι είχα πάρει κι εγώ μέρος, ως απλή χορωδός, στην πρώτη εκτέλεση ενός ρομαντικού έργου, του Ρέκβιεμ του Δημήτρη Λιάλιου, γραμμένου στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν τον γνώρισα καλύτερα τον μαέστρο, αλλά τον ζήλεψα βλέποντας τον σαν  Ιντιάνα Τζόουνς της μουσικής, σε αναζήτηση χαμένων χειρογράφων ή τυπωμένων μουσικών έργων. Απορώντας βέβαια πάντα, πώς γίνεται ακόμα και όπερες που αγαπήθηκαν να έχουν εξαφανιστεί; Καλά κάτι που ποτέ δεν κατάφερε να παιχτεί και μένει κλεισμένο στα συρτάρια, αλλά και οι επιτυχίες;  Ήταν καταδικασμένη σε απομόνωση η δυτική μουσική στην Ελλάδα; Δεν νομίζω, ο Σακελλαρίδης υπήρξε δημοφιλέστατος. Από την άλλη, και η λαϊκή παραγωγή άργησε να καταγραφεί, ακόμα καταγράφεται από διαδόχους της άλλης ερευνήτριας - Ιντιάνα Τζόουνς, της Δόμνας Σαμίου. Σα να υπάρχει σε όλα τα επίπεδα ένα είδος υποτίμησης της ίδιας της καλλιτεχνικής παραγωγής, μια συμπεριφορά που ωστόσο σταδιακά θεραπεύεται.
Η ζωή είναι μεγάλη και χωράει συγκινήσεις από όλα τα είδη της μουσικής, κι από πολλές ανακαλύψεις. Μερικοί στην παράσταση της Περουζέ γελούσαν με το ξεπερασμένο ιδίωμα, δεν ξέρω αν κάποια στιγμή κατάφεραν τα πάθη της να τους αγγίξουν. Προσωπικά, υπέκυψα στα μαγικά που πάντα κάνει το τραγούδι, όπως ο ήρωας του έργου. Θα καταφέρει να αφήσει ίχνη στους νέους που το τραγουδούσαν, να εμπνεύσει και να καρπίσει με κάποιον τρόπο;
Πόσο θα ήθελα να συζητάμε τέτοια…

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Εκατό λέξεις για τον μπαμπά μου


Ο μπαμπάς μου αγαπούσε την Αθήνα, πηγαίναμε βόλτα και μου την έδειχνε, με βεβαίωνε ότι έχει όλους τους θησαυρούς του κόσμου, με έβαζε από μικρή να ξεχωρίζω την Ακαδημία από το Πανεπιστήμιο και τη Βιβλιοθήκη. Του άρεσαν τα παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι, περνούσε ώρες να σκαλίζει εκεί μέσα παλιά έπιπλα και αντικείμενα, από δίπλα κι εγώ. Είχαμε αγοράσει κάποτε 4 υπέροχες καρέκλες με σκαλιστά πόδια και ράχη, και μια βαρύτιμη μπρούτζινη λάμπα πετρελαίου. Η μαμά μου είχε γκρινιάξει.
Πολλά χρόνια αργότερα πήγα τα παιδιά μου στα μαγαζιά εκείνα, θεωρώντας ότι κάτι σπουδαίο τους έδειχνα, αλλά βαρέθηκαν. Χωρίς τη δική του γοητευτική παρουσία δεν έβρισκες τίποτε.




(Μου το ζήτησε η συνάδελφος Στέλλα Αλαφούζου από το περιοδικό Mommy)

http://www.mommy.gr/ginaikes-miloun-me-100-lexeis-gia-ton-mpampa-tous/ 

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Θεραπεία με αφρούς



Τι πάω να κάνω στο  Athens pride, τη γιορτή της διαφορετικότητας;  Πάσχισα μια ολόκληρη ζωή να μην είμαι διαφορετική, και κάπως νομίζω τα κατάφερα, τι δουλειά έχω με τους διαφορετικούς; Τώρα που πια έχω νικήσει κάθε φόβο, τι σόι διεκδίκηση κάνω ακριβώς;
Δύσκολη ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι όντως, στον αγώνα για ομοιομορφία τα κατάφερα καλά. Και οικογένεια έκανα, και παιδιά, εντάξει έτυχε να είναι τα παιδιά από δυο γάμους, πράγμα που ακόμα σοκάρει τον Δήμο Αθηναίων, όποτε ζητάω πιστοποιητικό γεννήσεως και υπάρξεως. Από ένα γραφείο φωνάζει ο υπάλληλος στο άλλο, πέρα μακριά, τον ακούν ενδιάμεσα όλοι στην ουρά,  αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλη γυναίκα στην Α’ εκλογική περιφέρεια Αθηνών με παιδιά από δύο γάμους, τόσο που αναστατώνονται οι άνθρωποι.
Για να φτάσουμε στην αθώα αντίδραση δημοτικών υπαλλήλων, περάσαμε από σαράντα κύματα. Τίποτε δεν ήταν σίγουρο εκεί γύρω στα είκοσι, κάθε συμπεριφορά ήταν ύποπτη, κάθε παράλειψη ομοίως. Τα αγοράκια που είχαν παίξει με κούκλες μικρά, έπρεπε να αποδείξουν πως ήταν άντρες, κι αλίμονο τους αν δεν τα κατάφερναν, τα κοριτσάκια που τους άρεσε η μπάλα ότι δεν ήταν εντελώς αγοροκόριτσα. Μιλάει κάπως περίεργα, ψιθύριζαν οι μεγάλοι με ακατανόητο άγχος και ελαφρύ σαδισμό. Όλο κορίτσια είναι η παρέα, κι αγκαλιάζονται διαρκώς. Λεσβία; Πούστης; Οι λέξεις δεν προφέρονταν καν. Υπήρχαν εκφραστικές εικόνες, φρούτα, παρομοιώσεις. Και κάποιες άλλες στα πέριξ,  μου τις θυμίζει καμιά φορά η ενενηκοντούτις θεία, έλεγαν για τις γυναίκες «μητρομανής» και «νυμφομανής». Μπορούσαν να θεραπευτούν αυτά από γιατρό, αφροδισιολόγο. Όπως και οι λοιπές ανωμαλίες, θεραπεύονταν, ξεριζώνονταν. Με αφρούς, έκανα τον συνειρμό, δεν είχα συνδέσει τη λέξη με τη θεά του έρωτα. Στην οποία ομνύαμε βεβαίως με πάθος, στο πείσμα των φόβων και των απαγορεύσεων.
Εκείνον το σκοτεινό τρόμο θυμάμαι, την απειλή που δεν εκφραζόταν καν καθαρά, τι θα πάθαινες δηλαδή αν ήσουν πούστης ή λεσβία, ή ξερωγώ μητρομανής (μπρρ); Θα ζούσες στη δυστυχία και στην παρανομία, ή κάτι τέτοιο, δεν ήταν ξεκάθαρο. Εθισμένος σε κάτι ανεξέλεγκτο, θύμα και εγκληματίας μαζί. Γέρασα, κι ακόμα δεν τον έχω τινάξει τελείως από μέσα μου. Κι ενώ δεν πάω πια σε παρελάσεις και πορείες, πηγαίνω στο pride, να νιώσω περηφάνεια για την εποχή μου, για τη γενιά μου και για τις επόμενες.


Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Προϊστορικό μουσείο

-Παρακαλώ, τουαλέτα;
Ενοχλώ προφανώς τους δύο φύλακες του Προϊστορικού Μουσείου Φηρών Σαντορίνης, οι οποίοι επιδίδονται σε βαθυστόχαστη, μεγαλόφωνη συζήτηση περί των ερωτικών κάποιου φίλου τους. Κατ' αρχάς επειδή μιλώ ελληνικά, άρα τους έχω ακούσει, και πού βρέθηκε αίφνης Ελληνίδα εκεί μέσα, πώς και γιατί; Ελα μου ντε; Και θέλει και τουαλέτα. Γυρίζουν, με κοιτάζουν.
-Α, είναι κλειστές!
Απομακρύνομαι διακριτικά, να τους αφήσω να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Θα μπορούσα να ρωτήσω γιατί οι τουαλέτες είναι κλειστές, αλλά ξέρω ότι δεν θα μου πουν αλήθεια. Για μένα πια δεν υπάρχει τίποτε αθώο πίσω από ελλείψεις και παραλείψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Μόλις πέρασα δίπλα από τη συσκευή ελέγχου εισιτηρίων, η οποία δεν δουλεύει. Βγάζει έναν ανεπαίσθητο συριστικό ήχο, ίσως από παράπονο για τα λεφτά που κόστισε.
Πέρσι, πρόπερσι, πότε ήταν; είχε ξεσπάσει κάποιο σκάνδαλο για τις μηχανές αυτές. Το θυμάται κανείς; Οι φύλακες ήταν που δεν ήθελαν τις μηχανές; Κάποιοι πληρώθηκαν γι’ αυτές, αγοράστηκαν, στήθηκαν, αφήνονται να σκουριάζουν.
Μουσείο ενός υπερβολικά διάσημου νησιού, με υπερβολικά σπάνια ευρήματα. Τοιχογραφίες από το Ακρωτήρι έχουν μεταφερθεί εδώ, εκμαγεία επίπλων, αγγεία. Κάτι τόσο πολύτιμο για τον αρχαίο κόσμο, σαν την Πομπηία, δεκαεφτά αιώνες αρχαιότερο. Το κτίριο έχει κοστίσει πολλά, φαίνεται - μεγάλο, ευάερο, ευήλιο, βαμμένο με τα καλύτερα υλικά.
Τα ευρήματα είναι συγκλονιστικά. Δεν υπάρχει πωλητήριο. Δεν έχουν να σου δώσουν ούτε ένα φυλλαδιάκι. Δεν πουλιούνται ούτε βιβλιαράκια, τίποτε. Μπορείς να αγοράσεις βέβαια ποικιλία σουβενίρ στα μαγαζιά της πόλης, αν θέλεις. Αλλά στο μουσείο μόνο φωτογραφίες μπορείς να βγάλεις, και βέβαια λες, πάλι καλά που δεν τις απαγορεύουν κι αυτές μέχρι να δημοσιευτούν τα ευρήματα, ή δεν ξέρω τι άλλο.
Ναι, ας δούμε τα θετικά: βρήκαμε το μουσείο ανοιχτό, κλείνει βέβαια στις 3 το μεσημέρι, αλλά φροντίσαμε να προλάβουμε. Μας άφησαν να βγάλουμε φωτογραφίες. Τα αντικείμενα είναι σπάνια, δεν έχουμε από άλλα μέρη τέτοια απομεινάρια του αρχαίου κόσμου και μπορούμε να τα θαυμάσουμε έναντι ευτελούς τιμήματος, δεν πουλήθηκαν λαθραία, δεν καταστράφηκαν, βρέθηκαν και εκτέθηκαν, αυτό κι αν είναι σπουδαίο.
Στον προθάλαμο δύο διαδραστικές οθόνες, πληρωμένες από το Ταμείο Ευρωπαϊκής Ανάπτυξης έχουν χαλάσει, δεν πειράζει, κάποιοι κάποτε πληρώθηκαν γι' αυτές και αναπτύχθηκαν σε προσωπικό επίπεδο. Και οι κλειστές τουαλέτες σίγουρα κάποιον έχουν βοηθήσει να αναπτυχθεί σε προσωπικό επίπεδο, απλώς δυσκολεύομαι να φανταστώ με ποιον τρόπο.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Η νίκη των Ιρλανδέζων

Εμείς εδώ στην Ελλάδα δύσκολα καταλαβαίνουμε τη σημασία του νόμου περί εκτρώσεων που επιτέλους αλλάζει στην Ιρλανδία. Επειδή, όχι μόνο επιτρέπονται στην Ελλάδα οι εκτρώσεις από το 1986, πράγμα που μπορεί να ξαφνιάζει πολλούς ευλαβείς από εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι οι αξίες τους κυβερνούν τον κόσμο, και επιπλέον αρνούνται να πληροφορηθούν τι στ’ αλήθεια συμβαίνει, αλλά και επειδή, και παλαιότερα που απαγορεύονταν, γίνονταν κανονικά και με αρκετές εγγυήσεις ασφάλειας και υγιεινής.
Αυτά όμως συμβαίνουν σε χώρες μυστήριες όπως η Ελλάδα, μαθημένες να ζουν στην υποκρισία που πληρώνουν οι αδαείς, όπως η καημένη η νεαρή που έπνιξε το μωρό της. Εκεί όπου οι νόμοι εφαρμόζονται τα πράγματα είναι δύσκολα. Δεν θα φανταστούμε ποτέ τι τραβούσαν οι Ιρλανδές, οι Πολωνές, και παλαιότερα οι Ιταλίδες και οι Γαλλίδες, οι Ευρωπαίες που χρειάστηκε να δώσουν μάχη με μεγάλα ρίσκα για το δικαίωμα αυτό.
Δεν κλείνει το θέμα ούτε τώρα. Το να μπορούν οι γυναίκες να ελέγχουν το σώμα και τη ζωή τους είναι μεγάλη υπόθεση, το διακύβευμα της εποχής μας, και έχουν επενδύσει ηγεσίες και θρησκείες στην υπόσχεση να καταργήσουν τη δυνατότητα των εκτρώσεων.
Ακόμα και στη Δύση, όπου κατοχυρώνονται τα ατομικά δικαιώματα αργά και σταθερά, βλέπουμε διάφορα κινήματα να προσπαθούν να καταργήσουν τις ελεύθερες εκτρώσεις, έχοντας αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει εξουσία πιο βαθιά και μοιραία από αυτήν που επεμβαίνει στο κρεβάτι και στις μήτρες των ανθρώπων ή που δίνει αυτή την εντύπωση.
Βαθιές ανασφάλειες καλύπτονται πίσω από την απαγόρευση των εκτρώσεων, η φαντασιακή απώλεια της πατρότητας, η ανεξάρτητη γυναικεία απόλαυση, πηγή κάθε κακού στις πατριαρχίες. Στο άλλο μισό του κόσμου εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες κάνουν κλειτοριδεκτομή στα κορίτσια τους για να τους εξασφαλίσουν μια ζωή χωρίς σεξουαλική απόλαυση και τους κινδύνους που κρύβει.
Πέρα από όλα αυτά, κι αφού γιορτάσουμε τη μεγάλη νίκη με ολονύκτιες οινοποσίες και άλλα όργια, να θυμίσουμε ότι τίποτε δεν είναι σαν το προφυλακτικό, αυτή τη μοναδική ανθρώπινη εφεύρεση που συχνά οι άντρες αποφεύγουν, και ότι σαν μαχόμενες γυναίκες πρέπει να αγωνιζόμαστε για τη διάδοσή του, επιμένοντας ότι ακόμα και αν καταργηθεί κάθε άλλο πλαστικό στον πλανήτη, για να προστατευτεί το περιβάλλον, τα προφυλακτικά είναι αυτά που θα πρέπει να συνεχίσουν να παράγονται και να βελτιώνονται.
http://www.efsyn.gr/arthro/i-niki-ton-irlandezon 

Τριακόσια χρόνια ζωή

Ωραία η όπερα «Υπόθεση Μακρόπουλου» που ανέβασε η Λυρική σκηνή. Στο έργο, μια ιστορία του Κάρολ Τσάπεκ, υπάρχει ένας Ελληνας γιατρός τον 16ο αιώνα, Κρητικός, που κατασκευάζει ένα μαγικό φίλτρο για να ζει κάποιος τριακόσια χρόνια. Το πίνει η κόρη του και τη βλέπουμε τριακόσια χρόνια μετά να προσπαθεί να ξαναβρεί τη συνταγή του γιατί νιώθει γερασμένη.
Δεν είναι εντυπωσιακό που ο συγγραφέας διάλεξε να είναι Ελληνας Κρητικός ο γιατρός του φίλτρου; Κάπως θα τον ενέπνεαν η Κρήτη κι η Ελλάδα, θα είχαν κάτι μαγικό στο μυαλό του, κάτι αρχαίο οπωσδήποτε, μυστηριώδη γνώση και σοφία, κάτι εξωτικό. Ακούγεται το όνομα αλλιώτικα, «Μακρόπουλος», τόσο συνηθισμένο, μεταφερμένο σε σενάριο με μαγεία αλλάζει.
Σαν να πίνεις μαγικό φίλτρο είναι και η απλή επίσκεψη στον χώρο της νέας Οπερας και της νέας Βιβλιοθήκης, εδώ που τα λέμε, σαν να ταξιδεύεις σε άλλη χώρα, χωρίς τις μιζέριες της αθηναϊκής καθημερινότητας.
Πόσο το περιβάλλον μας ζουπάει προς τα κάτω, αλλά και πόσο οι ίδιοι οι Αθηναίοι έκαναν κάποτε ό,τι μπορούσαν για να το υποβαθμίσουν... Ακόμα συνεχίζουν βέβαια, δεν είναι ότι άλλαξε η φορά του κύκλου. Στην κάθε διαδρομή στην πόλη θα πέσεις πάνω σε επιθετικές συμπεριφορές, από τους συνεπιβάτες και τους οδηγούς ενίοτε στα μέσα μεταφοράς, μέχρι τους υπαλλήλους δημόσιων υπηρεσιών, ακόμα και τους συνανθρώπους στον δρόμο.
Ωστόσο, σαν από θαύμα ή από μαγικό φίλτρο, η χώρα υπάρχει, αργά και βασανιστικά κινείται, όσο κι αν ο πρωτογονισμός κάθε μέρα απειλεί την ύπαρξή της αχόρταγα. Μπορεί, σαν εκείνη την αθώα κόρη του γιατρού που δοκίμασε το φίλτρο στα δεκάξι της, να πήρε κι αυτή το μαγικό της ποτό πριν από σχεδόν διακόσια χρόνια, οπότε της μένουν άλλα εκατό εγγυημένα για να γίνει αληθινό κράτος, με πολίτες που θα σέβονται τον εαυτό τους.
Ας πιστέψουμε λίγο στη μαγεία, μη μας πιάνει μαύρη απογοήτευση, μπορεί να αλλάξουν όλα προς το καλύτερο τα επόμενα εκατό χρόνια, οπότε θα ζήσουν θαυμάσια τα δισέγγονα των σημερινών κατοίκων. Μετά τα πρώτα τριακόσια χρόνια, αν τα πράγματα βαίνουν καλύτερα, δεν θα χρειαστεί άλλη μαγεία, θα κανονίσει η ωριμότητα των πολιτών για τη μακροζωία της Ελλάδας και τα δισέγγονα των δισεγγόνων μας θα είναι ευτυχισμένα.
http://www.efsyn.gr/arthro/triakosia-hronia-zoi

Οι μητέρες δίπλα

Αγόρασα λουλούδια για την Ημέρα της Μητέρας, αν κι η μητέρα μου τα τελευταία χρόνια επιμένει ότι είμαι η αδερφή της. Δεν πειράζει, τα λουλούδια είναι πάντα ευχάριστο πράγμα, είτε από κόρη είτε από αδερφή.
Της τα πήγα η ίδια, κι όπως κουβαλούσα το μπουκέτο στην πολυκατοικία, ορμήσανε στη σκάλα τα πιτσιρίκια του πρώτου, ή του δεύτερου ή του τρίτου, δεν ξέρω πια, τα μπερδεύω. Από πίσω η μάνα τους να σέρνει στα σκαλιά ένα μακρύ μαύρο ράσο, τυλιγμένο σφιχτά σε μαντίλα το πρόσωπό της, μακρύ και το μανίκι.
Νεότατη. Περαστική, θα μείνει, θα φύγει, ποιος ξέρει; Αριθμός παιδιών απροσδιόριστος, δεν ξέρω πόσα είναι δικά της, πόσα της ευρύτερης οικογένειας κι αν έχει φτάσει κάποια ευρύτερη οικογένεια εδώ στα δικά μας στενά. Αγνωστο.
Και το πόθεν έρχεται κι από πούθε κατεβαίνει και τι θα κάνει με τα παιδιά, θα τα στείλει σχολείο; Και τα κορίτσια θα τα μαντιλοδέσει όταν μπουν στην εφηβεία; Και κείνα τι θα κάνουν, θα καθίσουν φρόνιμα να μαντιλοδεθούν; Και τι θα βγει απ' όλ' αυτά, θα τραφεί επιθετικότητα προς τη δική μας κοινωνία; Γιατί αυτό με νοιάζει πρωτίστως, εδώ που τα λέμε.
Προσπαθώ να φανταστώ από πού να προέρχεται μια τέτοια παρουσία. Αφγανικό χωριό σε χαμένα βουνά ή τίποτε οάσεις της Συρίας; Εχει οάσεις η Συρία; Ντύνονται έτσι όλες εκεί ή υπάρχει κάποια ομάδα σκληροπυρηνικών που το παρακάνει; Λίγο πιο κάτω η πολύτεκνη μαντιλοφορούσα τουλάχιστον δεν φοράει ράσο, κάτω από ένα φαρδύ πουκάμισο έχει τζιν.
Κι έχει και τρία παιδιά που ξημεροβραδιάζονται στο παράθυρο του ισογείου. Είναι τα παιδιά που δεν τους δίνουν θέση στο τρόλεϊ, μπορούν να καθίσουν και τα τρία μαζί υποθέτουν, επίσης μπορούν να σκαρφαλώσουν στις χειρολαβές και να κρεμαστούν από κει, ξανα-υποθέτουν.
Πώς περνάνε τη μέρα τους, αναρωτιέμαι. Παίζουν με τα γειτονόπουλα, πάνε σχολείο; Και στο σχολείο εμφανίζονται οι μητέρες και επικοινωνούν με τους δασκάλους; Κρύβει κόμπλεξ και ζήλια και μίσος το ράσο κι η μαντίλα ή καμουφλάρει την έλξη των γυναικών προς τον δικό μας τρόπο ζωής; Θα αλλάξουν ζώντας εδώ, και προς ποια κατεύθυνση; Θα μάθουν τα παιδιά τους να προσπαθούν να προσαρμοστούν, ή να διατηρήσουν στην ψυχή την ανάμνηση του τόπου που άφησαν; Μα είναι τόσο μικρούλια τα παιδιά τους! Δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τίποτε εκεί κάτω. Κι εδώ που μεγαλώνουν, στα πεζοδρόμια της Κυψέλης, θα νιώσουν κάποιο ενδιαφέρον για τον κόσμο, θα τα κοιτάξει κάποιος με συμπάθεια, ή θα μεγαλώσουν με αίσθημα άρνησης και καταδίωξης;
Μπορεί να έχει πια αναπτυχθεί στις χώρες της Ευρώπης ένας κόσμος παράλληλος, ο δικός τους, που καταφέρνει να είναι αδιαπέραστος από τον δικό μας. Αυτό σίγουρα επιδιώκουν, αλλά το επιδιώκουν στ' αλήθεια; Ή μήπως ο φερετζές είναι πιο πολύ για να καλύπτουν από τους δικούς τους ανθρώπους την έλξη που νιώθουν για τον δικό μας κόσμο;
 Ισως δεν μεγαλώσουν καν εδώ τα παιδιά τους. Μπορεί να είναι περαστικές κι αυτές, να καταλήξουν στη Γερμανία, στη Μέρκελ, τη μεγάλη μητέρα.

Ο Μποστ δεν έφταιγε

φΟι λογοτέχνες που ξεκίνησαν να γράφουν στη νέα ελληνική λίγο πριν-λίγο μετά την Επανάσταση είχαν συνείδηση -και στόχο- ότι κατασκευάζουν γλώσσα, αυτήν που θα χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι του νέου κράτους. Δεν ήταν μόνο ο Διονύσιος Σολωμός που έπλασε τη γλώσσα. Ο Αλέξης Πολίτης περιγράφει αναλυτικά στο βιβλίο του «Η ρομαντική λογοτεχνία και το εθνικό κράτος» πώς ο καθένας που έγραφε συμμετείχε συνειδητά στην προσπάθεια. Πριν η γλώσσα μιληθεί, είχε γραφτεί, είχαν επινοηθεί λέξεις και εκφράσεις, και στο πώς μιλάμε σήμερα δικαιώνονται οι πιο πετυχημένες.
Ο Μποστ δεν είχε τέτοιες φιλοδοξίες, έκανε πλάκα. Διασκέδαζε με τις ελληνικούρες παραγόντων της πολιτικής ζωής, επαρχιωτών αξιωματούχων, αμόρφωτων που προσπαθούσαν να φανούν μορφωμένοι· με την καθαρεύουσα που υποχρεωτικά μάθαιναν τα παιδιά στο σχολείο, αλλά δεν την καλομάθαιναν κιόλας· οι κουρελήδες ήρωές του με τις σημαίες μιλούσαν κολλώντας βαρύγδουπες μετοχές σε άσχετα σημεία με λάθος τρόπο. Εγραψε στίχους που τους θυμόμαστε χάρη στη νοστιμιά του λάθους. Εκανε πολλά, αλλά δεν είχε συνείδηση ότι φτιάχνει τη γλώσσα τού αύριο. Ωστόσο, την έφτιαξε.
Μερικές δεκαετίες και κάμποσες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις μετά, όλοι μιλάνε σαν τον Μποστ. Απόφοιτοι σχολών θεωρητικής εκπαίδευσης δεν καταφέρνουν να γράψουν κείμενο χωρίς άχρηστες ελληνικούρες, χωρίς λάθη γραμματικής κι ενίοτε συντακτικού. Κάθε φράση μοιάζει να έχει περάσει βασανιστήρια πριν καταφέρει να διατυπωθεί, κι εκδικητικά βασανίζει τον αναγνώστη και ακροατή της. Οι λάθος μετοχές δίνουν και παίρνουν, το «παρόν» που είναι «παρών» και «παρούσα» στα δύο άλλα γένη, ας πούμε, παρίσταται και βασανίζεται στην ίδια τη Βουλή και τις ανταποκρίσεις με κάθε ευκαιρία.
Τα τριγενή και δικατάληκτα έχουν εντελώς ξεφύγει, κλίνεται το καθένα με όποιον τρόπο θέλει ο χρήστης τους, δοκιμάζοντας στιγμές αδιανόητης ελευθερίας. Εσωτερικές αυξήσεις και άλλα τέτοια λουξ πράγματα χοροπηδούν χαρούμενα και μεταμορφώνονται από στόμα σε στόμα κατά βούληση· τα τριτόκλιτα ουσιαστικά ζουν καινούργια ζωή σε άγνωστο περιβάλλον· τα δευτερόκλιτα βλέπουν νέους ορίζοντες... Γενικώς, χίλια λουλούδια ανθίζουν στον χλοερό τόπο των καταλήξεων που κάποτε καθοδηγούσαν γένη και αριθμούς. Ασχημες μεταφράσεις αγγλικών εκφράσεων διώχνουν μια χαρά ελληνικές, γιατί διαθέτουν την απλότητα που έχουμε αρνηθεί στη γλώσσα μας. Ουδείς ασχολείται πλέον να διορθώνει, γιατί να γίνεσαι κακός με τους συνανθρώπους σου; Το μόνο άσχημο είναι ότι δεν κάνει ούτε να γελάμε.
Ο Μποστ δεν το ήξερε, αλλά έφτιαξε τη νέα γλώσσα. Βοήθησαν κι άλλοι, τα αναλυτικά προγράμματα Δημοτικού και Γυμνασίου, π.χ., αλλά σ’ αυτόν αναγνωρίζουμε τον γνήσιο πρόδρομο και δημιουργό.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Πρωτομαγιά στη Νέα Φιλαδέλφεια



Πόσο μου άρεσε η Νέα Φιλαδέλφεια όταν ήμουν παιδί! Πόση ευτυχία να επισκέπτομαι τη γιαγιά μου εκεί, σε μονοκατοικία με αυλίτσα και κηπάκι, πόση διαφορά από το τριάρι διαμέρισμα όπου ζούσαμε εμείς, κι οι γονείς δεν μας άφηναν να ξεμυτίσουμε στο δρόμο. Έπαιζα στο χώμα της αυλής, έμπαινα σε κάποιο κοντινό οικόπεδο με αγριόχορτα, απολάμβανα τα ζεστά πλακάκια μπροστά στη μπαλκονόπορτα, θυμάμαι πώς ακουμπούσε πάνω τους το ξύλινο πατζούρι της κι ανατριχιάζω ακόμα. Όλα ήταν ενδιαφέροντα σε κείνο το σπίτι, η σόμπα που την τροφοδοτούσες κάρβουνα με κυλινδρικό φτυάρι, τα μεταλλικά κουτιά  μπισκότων γεμάτα κουμπιά, η κουζίνα με τα βεραμάν ντουλάπια, ο ήχος του τραίνου τη νύχτα, τα φώτα του δρόμου από το τζάμι της εξώπορτας. Κι όταν με πήγαινε βόλτα στης αδερφής της, και περνούσαμε σειρά τα σπίτια με τις αυλίτσες, τους μικρούς κήπους και τις μπροστινές βεράντες, εκεί πια εκστασιαζόμουν.
Υπήρχαν τρία σκαλιά στον κήπο, στο πλάι, στα περισσότερα σπίτια. Είχαν χτιστεί όλα μαζί για τους πρόσφυγες, με ενιαίο σχέδιο, έμοιαζαν αλλά δεν ήταν ολόιδια. Της γιαγιάς μου ήταν αλλιώτικο, με πέτρινη ακτινωτή πέργκολα πάνω από τη βεράντα. Κάθε πόρτα,  κάθε παράθυρο, τα σχέδια από τα πλακάκια, οι κουρτίνες της και το αεράκι που τις φυσούσε, τα κάγκελα της αυλής, ο τρόπος που φύτρωναν τα ξερόχορτα σύριζα στο πεζούλι, η πλάκα το σαπούνι ‘μαρουλιού’ που ακουμπούσε στο περβάζι, όλα με ξετρέλαιναν. Είχα ανάγκη από καταγωγή, είχα ανάγκη από ιστορία, η ζωή στο διαμέρισμα με τους πολυάσχολους γονείς, δεν μου έφτανε. Ήθελα εκείνες τις γριές,  τις βαθιές, υγρές φωνές τους, το γέλιο τους που βάθαινε το χρόνο, τη γενναιοδωρία τους, τις ιστορίες τους από την πατρίδα, ακόμα και τη γλώσσα τους την ακατανόητη, τα τούρκικα στα οποία γλιστρούσαν μοιραία κάποια στιγμή για να κρύψουν όσα δεν έπρεπε να ακούσω. Λάτρευα τα σπίτια τους και τις ίδιες, τη γιαγιά μου και τις αδερφές της. Ήταν ανεξάντλητες, η κάθε μια είχε παιδιά που έμεναν με τη σειρά τους σε άλλα σπίτια εκεί κοντά, ίδια, με κεραμίδια, με ξύλινα στηρίγματα κάτω από τη στέγη, με σκαλοπάτια από τον κήπο στη βεραντούλα, με παρτεράκια στην αυλή, με κλαρωτά καλύμματα στις πολυθρόνες, με παλιούς μπουφέδες, με νέους κάθε φορά θησαυρούς.
Πώς μπόρεσε η γιαγιά μου και πούλησε το σπίτι εκείνο, κι ήρθε να μείνει σ’ ένα δυάρι στην Κυψέλη; Τα παιδιά της αδερφής της έχτισαν κι εκείνα το σπίτι της μάνας τους, ένα απ’ αυτά που λάτρευα, το έκαναν πολυκατοικία. Όμως κάποια στιγμή τα προσφυγικά της Νέας Φιλαδέλφειας ανακηρύχτηκαν διατηρητέος συνοικισμός, οπότε όποιος πρόλαβε να χτίσει έχτισε, ένα σωρό σώθηκαν κι είναι τώρα μια γειτονιά που θυμίζει αρκετά τον εαυτό της.
Τη χάρηκα την Πρωτομαγιά, πολλά δρομάκια με σπίτια όπως εκείνα των αναμνήσεων μου, η διαφορά είναι το πράσινο, τώρα έχουν μεγαλώσει και τα δέντρα στους δρόμους και στις αυλές. Πόσο διαφορετική ποιότητα ζωής για τους τυχερούς που ζουν σε τέτοιο σπίτι. Βόλτες όμως στο Άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρουν πλέον. Το δάσος που καταλαμβάνει τα περισσότερα από τα 480 στρέμματα του Άλσους, το βρήκα σχεδόν έρημο. Κάτω από τα δέντρα, όπου θα έπρεπε κανονικά να έχει μαργαρίτες, τα χόρτα είχαν ξεραθεί, προφανώς από ράντισμα, γιατί φυσιολογικά τα αγριόχορτα δεν είναι κατακίτρινα και μαραγκιασμένα την 1η Μαΐου. Δεν μπορούσε να περιμένει λίγο ο Δήμος, να περάσει τουλάχιστον η Πρωτομαγιά;
Γύρω από τη λιμνούλα με το νησάκι που έχει επάνω τον ψεύτικο ανεμόμυλο, άλλη ατραξιόν της παιδικής μου ηλικίας, έχουν βάλει γκαζόν και κάγκελα, κι έχουν κλείσει το καφενείο. Τι μυστήρια έχθρα είναι αυτή με τα καφενεία στα πάρκα; Έγινε κι εκεί επίθεση στην «εμπορευματοποίηση» όπως στο Πεδίο του Άρεως; Τι είδους αμαρτία είναι πια ασυγχώρητη, να μπορείς να καθήσεις να πιεις τον καφέ σου σε ένα ωραίο πάρκο;
Στον κεντρικό δρόμο μια μεγάλη τριήμερη αγορά, σαν δέκα λαϊκές μαζεμένες,  πρέπει να έχει αντικαταστήσει τα ανθεστήρια που γίνονταν κάποτε. Θυμάμαι από παλιά τον συνωστισμό, αυτή η παράδοση έχει κρατηθεί.
Όσο για το δάσος, το προσθέτω στη λίστα των χώρων που πρέπει να χρησιμοποιούν οι δρομείς και ποδηλάτες, των Ημιμαραθωνίων, των  Γύρων της Αθήνας και άλλων παρεμφερών, όταν με το καλό σκεφτούν ότι πιο καλά τρέχει κανείς κάτω από τα δέντρα παρά στο κέντρο της πόλης, ανάμεσα σε αυτοκίνητα σταματημένα με τη μηχανή αναμμένη που περιμένουν να ξεκινήσουν και μαρσάρουν. Οψόμεθα.


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Φοιτήτρια ξανά

Για λίγο θα ήθελα να ξεχαστώ στο αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής, όπου πήγα να παρακολουθήσω το μάθημα του συνταγματολόγου Σταύρου Τσακυράκη, το τελευταίο του πριν βγει στη σύνταξη.
Να νιώσω σαν φοιτήτρια ανάμεσα στους φοιτητές κι εγώ, που συζητάμε για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πηγή τους κι ακούμε τις απόψεις και αντιλαμβανόμαστε αργά και απολαυστικά, με την απόλαυση που δίνει η αντίληψη των πραγμάτων δηλαδή, το τι σημαίνει η κάθε μία.
Θα ήθελα να νιώσω εικοσάχρονη, όπως τότε που ήμουν στ' αλήθεια φοιτήτρια της Νομικής και καθόμουν στ' αμφιθέατρα με το στυλό μου και τα βιβλία μου, αλλά δεν τα κατάφερα. Μοιραία, αντί για την ωραία ψευδαίσθηση, με πλημμύρισε ζήλια.
Ανθρώπινα δικαιώματα, ποτέ δεν είχαμε ασχοληθεί με τέτοια θέματα τα χρόνια εκείνα. Κινέζικα θα ακούγονταν στα δικά μας έδρανα και άκρως υποκριτικά, αφού είχαμε καθεστώς περιστολής των ατομικών ελευθεριών λόγω των μεγάλων κινδύνων που διέτρεχε η πατρίς, η θρησκεία και η οικογένεια.
Ετσι γίνεται με τις περιστολές, βρίσκονται οι κίνδυνοι και εμφανίζονται οι σωτήρες. Ο τότε καθηγητής του Συνταγματικού είχε συνεργαστεί στο Σύνταγμα της χούντας, το ηθικό μας πρόβλημα, πολύ εσωτερικό κι απολύτως πολυτελές, ήταν ό,τι έπρεπε να μελετήσουμε το βιβλίο του και να περάσουμε το μάθημα, αν θέλαμε να συνεχίσουμε τις σπουδές μας. Ασκούμασταν στην αντοχή της σιωπής, στην καχυποψία έναντι των πάντων, στην ιχνηλάτηση κρυφών νοημάτων.
Εβλεπα το Δίκαιο σαν ξένο ένδυμα, σαν πανί ταυρομάχου που σαλεύει προκλητικά για να μας παγιδεύσει. Πώς να είχε νόημα; Πώς να συμμετέχεις σ’ αυτό, αν όχι με εξέγερση, όπως έκανε τότε και ο Τσακυράκης;
Ο οποίος, ως καθηγητής πια που αποχαιρέτησε χτες τη Νομική μετά από τριάντα έξι χρόνια διδασκαλίας, συνταγματολόγος κι αυτός, κατάφερε ώς και στο τελευταίο του μάθημα να φωτίσει ιδέες προστασίας των ελευθεριών, ισότητας, συμμετοχής στη Δικαιοσύνη.
Στο τωρινό αμφιθέατρο σχεδόν έσχιζαν τον αέρα οι αστραπές της σκέψης, οι προκλήσεις των καινούργιων ιδεών, αυτές οι πνευματικές ηδονές της ελευθερίας. Καμία σχέση με το πνευματικό μαράγκιασμα που ζήσαμε επί χούντας. Τι κρίμα να μην υπάρχει ανθρώπινο δικαίωμα επιστροφής στη νεότητα, επανάληψης των φοιτητικών χρόνων. Δικαίωμα στις σπουδές, στη διά βίου μάθηση δεν αρκεί, δεκαοχτάρης να γίνεσαι και ν' ακούς τους σοφούς με το μυαλό ολόφρεσκο ξανά, αυτό να κατοχυρωνόταν!
http://www.efsyn.gr/arthro/oi-idees-kai-ta-hronia

Ανθρωποφάς

Δεν ξέρω αν ακόμα είναι της μόδας ανάμεσα στους γονείς να αποφεύγουν να αγοράζουν όπλα στα παιδιά τους για παιχνίδι. Οταν μεγάλωναν οι σημερινοί τριαντάρηδες ήταν κοινός τόπος, που άρχιζε από τα προνήπια. Στις ίδιες τάξεις που τους μάθαιναν στις 28 Οκτωβρίου να τραγουδάνε το «κορόιδο Μουσολίνι» και να παρελαύνουν με χάρτινα σημαιάκια, τους έβαζαν να ζωγραφίζουν αφισούλες εναντίον του πολέμου και να θάβουν τα παιχνίδια τους με τελετές.
Καλούσαν και κάποιοι δήμοι, φέρτε τα παιδιά σας να θάψουν τα πολεμικά παιχνίδια τους. Τώρα δεν ακούγονται πια τέτοια, μάλλον ο φιλειρηνισμός δεν φοριέται σε καμιά μορφή του, αλλά, φαίνεται, η παιδική στέρηση της εποχής εκείνης χτυπάει τους ώριμους άντρες (ώριμοι, τρόπος του λέγειν) που επειδή δεν σκότωσαν αρκετά πλαστικά ή ξύλινα ή ηλεκτρονικά πλάσματα στον καιρό που πρέπει να καθαρίζεις χίλια τέτοια την ημέρα για να έρχεσαι στα ίσα σου, τώρα τρώγονται με τα ρούχα τους.
Μπορεί δηλαδή να φταίει αυτό, ή να φταίει που μετά τον τραγικό θάνατο του πιλότου, τον οποίο σκέφτηκαν να τιμήσουν βάζοντας σημαία σε βραχονησίδα με το πολύ εκφραστικό όνομα Ανθρωποφάς τρεις νεαροί στις διακοπές τους, ακούστηκαν τα μύρια όσα, αλλά δεν έγινε καμιά κουβέντα περί των περίφημων αναχαιτίσεων και ό,τι αυτές συνεπάγονται.
Κάνα δυο άρθρα διάβασα που υποστηρίζουν ότι το κόστος της διακήρυξης της Ελλάδας για τον εναέριο χώρο της, τον οποίο δεν αναγνωρίζει κανείς όπως τον έχει διακηρύξει η ίδια, είναι μεγάλο σε ανθρώπινες ζωές. Τι σκοπιμότητα έχει αυτή η κατάσταση, τι κοστίζει, τι κερδίζουμε, τι χάνουμε; Γιατί; Από πότε; Και μέχρι πότε;
Δεν θα ήταν λογικό να μπουν αυτά τα ζητήματα ξεκάθαρα σε ένα τραπέζι και να μάθουμε κάτι περισσότερο ως πολίτες, από το να βριζόμαστε για το ποιος δικαιούται να ονομάζεται ήρωας πάνω από τη χαμένη ζωή ενός νέου ανθρώπου; Εκτός αν οι κραυγές ακούγονται κυρίως για ν’ αποφύγουμε κάθε συζήτηση και προβληματισμό, για να φτιάξουμε ένα τεράστιο ταμπού πάνω από κάποιες κινήσεις εξωτερικής πολιτικής που είναι ήδη πληρωμένες με αρκετό αίμα.
Μέσα σ’ αυτή την απίστευτη αμετροέπεια που μας έχει πλημμυρίσει, το πιο σοφό πράγμα είναι το όνομα της νησίδας: Ανθρωποφάς. Δείτε τον εαυτό σας ως θήραμα.
http://www.efsyn.gr/arthro/anthropofas

Μορφές πατριωτισμού

Συγχαρητήρια στους καλλιτέχνες! Για δυο μέρες είχαμε αγωνία με τις παραστάσεις στο Ηρώδειο, θα γίνουν, δεν θα γίνουν; Έβρεχε το μ...