Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Τις Κυριακές στα Τρίκαλα

Κρύωσε ο καιρός εδώ στο Λονδίνο και καθώς έβγαινα το πρωί και περπατούσα ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια της γειτονιάς, μου κόλλησε ανεξήγητα στο μυαλό εκείνο το τραγούδι από το Χρονικό του Μαρκόπουλου σε στίχους Μύρη, που τραγουδούσε η Μαρία Δημητριάδη: ‘Τις Κυριακές στα Τρίκαλα, στη Λάρισα, στη Σπάρτη κάποιον κρυφό αρχάγγελο προσμένουν κάθε Μάρτη τα βράδια στον περίπατο κορίτσια και φαντάροι ανεβοκατεβαίνουνε με σκάλες στο φεγγάρι’ Και καθώς έχω πάει παλιότερα σε επαρχιακές πόλεις κυριακάτικα και έχω πάρει μέρος στον περίφημο περίπατο που τον έλεγαν ‘νυφοπάζαρο’ και γελούσαμε, σκέφτηκα πόσο πολύ έχουν αλλάξει όλες αυτές οι πόλεις, και οι υπόλοιπες που δεν είναι στο τραγούδι. Εκείνες οι παγωμένες έρημες Κυριακές, που σε έπιανε μελαγχολία στα πεζοδρόμια με τα κλαδεμένα δέντρα, στα σπίτια που έκλειναν με αμηχανία, δεν έχουν πια ύπαρξη παρά σε αυτό το παράξενο τραγούδι. Στις επαρχίες τα μεν χαμηλά σπίτια εξαφανίστηκαν, στριμώχτηκαν οι πολυκατοικίες στη θέση τους, όμως η ζωή χαμογέλασε, τα κορίτσια απολαμβάνουν μαζί με τα αγόρια στις καφετέριες τις παρέες τους, γελούν ελεύθερα και φλερτάρουν και απολαμβάνουν λιακάδες και παγωνιές, κι η καθημερινότητα δεν έχει καμία σχέση με τη μελαγχολία εκείνη που βασίλευε ως και το 90; Το 80; Δεν είμαι σίγουρη. Πάντως αυτή τη στιγμή μοιάζει πολύ πιο ευχάριστο να μένεις σε επαρχία παρά στην Αθήνα. Κάποιοι πεζόδρομοι αγκαλιάζουν τα λίγα μνημεία που γλίτωσαν από τη μανία κερδοσκοπίας με τις πολυκατοικίες, κι εκεί μπορεί κανείς να συναντήσει και την Ιστορία και το παρόν. Ναι, και η Σπάρτη αξιοποίησε τις πλατείες της, και η Κοζάνη, που είναι παρακάτω στο τραγούδι, αν και χτυπημένη βαριά από την οικιστική ομοιομορφία έχει δημόσιο χώρο για χαλάρωση και συναντήσεις, και βεβαίως η Λάρισα. Καλά, για τα Τρίκαλα δεν το συζητώ, μιλάμε για πρότυπο αξιοποίησης δημόσιων χώρων. Και πού άλλού πήγαμε τελευταία; Στην Τρίπολη, που έχουν και ωραίες πλατείες. Κόσμος και ζωντάνια να ζηλεύουμε οι Αθηναίοι. Στο Ηράκλειο, που ήταν κάποτε από τις πιο άσχημες πόλεις, καμία σχέση με το παρελθόν. Τι να πούμε για τα Χανιά και το Ναύπλιο, είναι και διατηρητέα- διατηρημένα, άλλο επίπεδο. Και η Ξάνθη, και η Κομοτινή. Αντίο μελαγχολία της επαρχίας.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Αέναη μείωση κόστους

Στα σούπερ μάρκετ της Βρετανίας οι ταμίες τείνουν να καταργηθούν. Πρέπει να πηγαίνεις τα ψώνια σου σε αυτόματα μηχανήματα, να τα περνάς μόνος σου ένα- ένα σε σκάνερ, κι αν είναι φρούτα να βρίσκεις μόνος σου πώς ακριβώς λέγονται, να τα μετράς, να μην κάνεις λάθη. Κάθε φορά κάτι κάνω λάθος και περιμένω μπροστά σε μια μηχανή που σφυρίζει ή μουγκρίζει σα δράκος να έρθει κάποιος βιαστικός υπάλληλος να διορθώσει την κατάσταση. Στο μεταξύ, θέλοντας και μη, έχω ενοχές, αισθάνομαι ηλίθια και ταυτοχρόνως θυμώνω, διότι ξέρω πολύ καλά ότι με έχουν βάλει να κάνω δουλειά που ήταν δική τους, μας έχουν βάλει όλους να αντικαθιστούμε τους ταμίες, όπως αντικατέστησαν τους πωλητές. Έχει αρχίσει και στην Αθήνα η μόδα αυτή, την οποία είμαι αποφασισμένη να πολεμήσω συστηματικά, κι ας περιμένω σε μεγάλες ουρές για το κανονικό ταμείο. Φαντάζομαι διάφορους κοστουμαρισμένους μανατζαρέους γύρω σε μεγάλα τραπέζια να υπολογίζουν πόσα κέρδη παραπάνω θα έχουν τα μαγαζιά τους όταν θα καταφέρουν να υποχρεώσουν όλους τους αγοραστές να κάνουν τις δουλειές που θα έπρεπε να κάνουν οι ταμίες, και φουντώνω. Ένας τρόπος να τους αναγκάζεις κάθε φορά να καθυστερούν, αν υποθέσουμε ότι θα καταφέρεις να μην κάνεις λάθος σε τίποτε άλλο, είναι να παίρνεις κάθε φορά κάτι με αλκοόλ, είναι τότε υποχρεωμένοι να έρχονται να διαπιστώσουν αν είσαι πάνω από 18, και τουλάχιστον απολαμβάνεις την αναμονή με λίγο σαδισμό, αντί να σε πνίγουν οι ηλίθιες ενοχές. Έχω αποφασίσει να το κάνω ανελλιπώς. Έγινε αλκοολική πολεμώντας το σύστημα, θα γράψουν στον τάφο μου.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

To πεπρωμένο της όπερας

Μου αρέσει η όπερα, πηγαίνω πάντα με λαχτάρα στην αίθουσα της Λυρικής, της παλιάς και της καινούργιας, αφού έχω βγάλει εισιτήρια αμέσως μόλις ανοίγει η προπώληση. Τρέχω, κυριολεκτικά τρέχω στον πεζόδρομο που πάει από το Γκάζι στο Φάληρο, συνδυάζω την έξοδο με γυμναστική σα να λέμε, κάνω τη διαδρομή γεμάτη προσδοκία. Θεωρώ πως τα τελευταία χρόνια το επίπεδο των μουσικών και των τραγουδιστών ανεβαίνει, πάντα άψογος δημιουργείται στις αίθουσες ο ήχος, είμαστε προνομιούχοι που σε σχετικά προσιτές τιμές μπορούμε στην Αθήνα να απολαμβάνουμε το είδος στα καλύτερα του. Ωστόσο, μέσα στην τρεχάλα και την προσδοκία καραδοκεί ένας μικρούλης φόβος, φόβος για τη σκηνοθεσία. Είναι το πεπρωμένο της όπερας ως είδους τα τελευταία χρόνια να υπόκειται σε διάφορες ιδέες σκηνοθετών που κάτι θέλουν να δείξουν βαθύτερο από την πλοκή που η ίδια η όπερα διαθέτει, κάτι πιο διαχρονικό, κάτι πιο βαθύ, κάτι πιο εκτός χρόνου και τόπου, πανανθρώπινο βεβαίως, κάτι που θα μας ευαισθητοποιήσει περισσότερο από την ίδια τη μουσική, την άρια, τη συγκίνηση που μπορεί να προκαλέσει. Κι έτσι βλέπουμε σκηνικά περίεργα και κοστούμια αναχρονιστικά και διάφορες επεμβάσεις εικόνας που τονίζουν το μήνυμα που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης. Ας πούμε στα παραμύθια του Χόφμαν υπήρχε προβολή σε γιγαντοοθόνες σκηνών από κάτι σαν ιδεατό πορνείο (λέω εγώ ιδεατό, γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχουν τέτοια πορνεία, αλλά δεν είμαι και ειδική) με γκρο πλαν μελών γυναικείων σωμάτων στολισμένων με τα παραδοσιακά αξεσουάρ, τύπου φτερά στρουθοκαμήλου, μαύρα αποκαλυπτικά εσώρουχα και δεν συμμαζεύεται. Έκλεινα τα μάτια και άκουγα τη μουσική, αλλά όσο νάναι, δυσκολεύτηκα στην παρακολούθηση. Εντάξει, υπάρχει η ιστορία, το παραμύθι μάλλον του Χόφμαν, με την courtisane, αλλά δεν χρειαζόταν να μας περιλούζουν με τόσο γκροπλαν, θεωρώ προσωπικά. Όι σκηνοθέτες όπερας μας επιφυλάσσουν πλέον καταστάσεις μπρεχτικές στις παραστάσεις. Μας χαρίζουν παραξένισμα και δεν αρκούνται σε ένα ή δυο. Στη Μποέμ ήταν πολύ παράξενο που για να ζεσταθούν οι παριζιάνοι καλλιτέχνες στη σοφίτα τους αποφάσισε ο ποιητής να κάψει το χειρόγραφό του πετώντας το κατευθείαν στο πάτωμα. Βέβαια, ανέβηκε το σασπένς, θα πάρει φωτιά το σκηνικό, δεν θα πάρει; Δεν πήρε. Καλή δουλειά είχε κάνει ο σκηνογράφος. Στη δεύτερη πράξη ένα κοτετσόσυρμα όριζε δυο χώρους που στάθηκε αδύνατον να καταλάβω τι ακριβώς ήταν, ή τι συμβόλιζαν, κρίμα. Στη δε τελευταία σκηνή, όταν η Μιμή λίγο πριν πεθάνει ζητάει ένα μανσόν να ζεστάνει τα χεράκια της και αποφασίζει ένας από την παρέα των μποέμ να πουλήσει το παλτό του για να της το αγοράσουν, εμφανίζεται δε σε λίγο με ένα Αγιοβασιλιάτικο σκουφί από αυτά τα απολύτως ψεύτικα, και της το δίνει για μανσόν, εκεί νομίζω το’πιασα το υπονοούμενο: κάτι για τον πληθωρισμό ήθελε να πει, πουλάς παλτό κι αγοράζεις χάρτινο παιδικό σκουφάκι. Η «Δύναμη του πεπρωμένου» με μπέρδεψε ακόμα πιο πολύ. Στην ιστορία υπάρχει ένας πατέρας μ’ ένα γιο και μια κόρη, η πλοκή στηρίζεται σε αυτή τη σχέση. Στο πρόγραμμα πληροφορούμαστε ότι η παράσταση θέλει να περάσει αντιπολεμικό μήνυμα, γι αυτό μεταφέρεται στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν χειρότερος από τους άλλους (ή καλύτερος, πάρτε το όπως θέλετε). Εντάξει, αλλά γιατί ο πατέρας από μαρκήσιος γίνεται στην παράσταση καρδινάλιος; Οι καρδινάλιοι δεν τεκνοποιούν, από όσο ξέρω. Και τι ήθελε να πει το βιντεάκι της εισαγωγής, με τη γυναίκα που κρατούσε αγκαλιά ένα μωρό, ύστερα εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι, ύστερα ένας επίσκοπος με κάτι καλογέρους την τράβηξαν με απονιά από τα παιδιά, κι έδωσαν το μωρό στο κοριτσάκι; Είχε κάνει εξώγαμα ο καρδινάλιος; Έτσι είχε αποφασίσει να παρέμβει στην πλοκή η σύγχρονη σκηνοθεσία; Και γιατί άραγε; Τι μήνυμα περιείχε αυτό; Έσπαγα το κεφάλι μου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά δεν έβγαλα συμπέρασμα. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στη μουσική, αλλά η απορία με έτρωγε. Παραξένισμα και πάλι παραξένισμα. Είναι φαίνεται το πεπρωμένο της όπερας, δεν μπορεί να ανέβει χωρίς το κατιτίς σε παρέμβαση και άποψη του σκηνοθέτη. Ας πιστεύεις εσύ όσο θέλεις ότι μέσα στην εποχή του το έργο είναι πιο αληθινό, η συγκίνηση πιο πειστική, έχεις ξεπεραστεί από τα γεγονότα και τις τάσεις. Να είσαι ευχαριστημένη που η μουσική δεν αλλάζει, που δεν σκέφτηκε κανείς να βάλει μικρόφωνα στη σκηνή, ή καινούργια όργανα στην ορχήστρα, να κλείνεις τα μάτια και να απολαμβάνεις. Αυτό κάνω βέβαια. Εννοείται. Κι όταν ανεβαίνουν παραστάσεις όπως του Αντρέ Σενιέ, με τους όρθιους γιακάδες της περιόδου της γαλλικής επανάστασης, είμαι ευγνώμων. Δεν είναι ότι θέλω να βλέπω τις όπερες σαν διαρκείς ιεροτελεστίες του ίδιου μύθου, αν και υπάρχει κάτι τέτοιο στο βάθος της σύλληψης τους, της ιδέας που δημιούργησε τις όπερες κατ’ αρχήν. Είναι πως η συγκίνηση που προκαλεί η μουσική, η ανθρώπινη φωνή, αυτά τα μέσα από μόνα τους, είναι τόσο ισχυρή που θα περίμενα και οι σκηνοθέτες πριν μας παραξενίσουν με κάποιο άσχετο εύρημα, να την έχουν νιώσει και να την έχουν σεβαστεί κάπως.

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

Aς βάλω κι εγώ αυτή τη φωτογραφία, επειδή έτσι όπως την είδα να περνάει στο σημερινό χάζεμα σχεδόν ξανάνιωσα εκείνο το γλυκό ξάφνιασμα που είχα νιώσει τότε, πενήντα χρόνια πριν, όταν ανακάλυψα ότι στ' αλήθεια γεννιόταν φοιτητικό κίνημα. Είχα νιώσει τόση μοναξιά τα πρώτα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής, με είχε πιάσει τέτοια απελπισία, δεν κατάφερνα, στη Θεσσαλονίκη που είχαμε πάει, εκεί είχαμε περάσει, να πέσω πάνω σε έναν άνθρωπο που να μπορούμε να μιλήσουμε πολιτικά χωρίς φόβο. Ποιος θα ήταν, τι καπνό φουμάριζε, κι αν μας κάρφωνε; Που τι θα κάρφωνε δηλαδή, μόνο τις σκέψεις μας. Κι ύστερα σιγά -σιγά, κάτι άρχισε να γίνεται. Βέβαια ήταν στη Θεσσαλονίκη, όπως και στην Αθήνα, κάπως περίεργο, ξεκίνησε από Συλλόγους επαρχιωτών φοιτητών, Σύλλογος Κρητών ας πούμε. Σύλλογος Αθηναίων δεν υπήρχε, όμως πια ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήμασταν μόνοι μας. Αυτά που θέλαμε τα ήθελαν κι άλλοι. Ήμασταν η φοιτητιώσα νεολαία! Και τα φοιτητικά αιτήματα έκρυβαν ελάχιστα το πολιτικό αίτημα: Θέλαμε Δημοκρατία! Τι ευτυχία ήταν εκείνη η αίσθηση, ότι ήμασταν επιτέλους πραγματικοί, όχι φαντασίες απομονωμένων κοριτσιών εκτός πραγματικότητας, αλλά πρωτοπορεία ενός κινήματος. Ακόμα ξαφνιάζομαι που το θυμάμαι και το βλέπω στις φωτογραφίες.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

Οδός Σπυρίδωνος Τρικούπη

 Όποτε περνάω από τη Σπυρίδωνος Τρικούπη, κάνοντας σλάλομ από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, και αναγκαστικά περνώντας από το δρόμο εκεί που το «διατηρητέο» νεοκλασικό ερείπιο έχει στηριχτεί με σκαλωσιά που καταργεί το πεζοδρόμιο, ονειρεύομαι τον ίδιο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον πολιτικό της Επανάστασης, να βγαίνει από τον τάφο του και να εμφανίζεται ως πελώριο φάντασμα στο δρόμο που φέρει το όνομα του, να στέκεται στη μέση και να βροντοφωνάζει ότι δεν έκανε την Επανάσταση για να γίνει τέτοιος δρόμος, ότι οι άνθρωποι που αναγκάζονται να κυκλοφορούν έτσι στην πόλη που παριστάνει την πρωτεύουσα του κράτους που έχτισε, αναπτύσσουν χαρακτήρα παθητικό και υποτακτικό, ότι δεν θα ησυχάσει η ψυχή του αν δεν βρουν οι δήμαρχοι τρόπο να κάνουν τα πεζοδρόμια της πόλης άξια των πολιτών. Τέτοια πράγματα.

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, και μέχρι να διατυπώσω τις φράσεις που ακούω στο μυαλό μου, άντε, έφτασα στην πλατεία και κόβω Θεμιστοκλέους, όπου ο επώνυμος στρατηγός δεν μιλάει γιατί έχει φύγει οδοιπόρος για τα Σούσα.



Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Η πρόεδρος που μας έκανε περήφανες

 Παρακολουθώντας το αποχαιρετιστήριο βίντεο της Κατερίνας Σακελλαροπούλου δεν μπορώ να μη θυμηθώ κάτι που λέγαμε πριν δεκαετίες για τις γυναίκες που θέλουν να αναδειχθούν σε θέσεις παραδοσιακά αντρικές: θα πρέπει να είναι πολύ καλύτερες από τους καλύτερους άντρες για να τις παραδεχτούν, κι όταν συμβεί κάτι τέτοιο  θα έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε είδους συγκατάβαση, λες και είναι χειρότερες από τους χειρότερους.

Έτσι ήταν η πρόεδρος μας κι έτσι και χειρότερα αντιμετωπίστηκε. Σε κάθε της δημόσια στιγμή άκουγες τα πιο απίθανα σχόλια, για την εμφάνιση της, τα ρούχα της, το ύψος της, το χτένισμα της, κι όλα τυλιγμένα σε οικειότητα που ποτέ δεν είχε εκφραστεί για κανέναν από τους προηγούμενους προέδρους, όλους άντρες. Υπήρχε  σεβασμός για τη θέση του προέδρου Δημοκρατίας, στο κάτω- κάτω είναι θέση συμβολική, είναι το πολίτευμα μας, και δεν το αποκτήσαμε εύκολα. Πάνω από ενάμιση αιώνα παιδευόμασταν με πίσω- μπρος βασιλείες, δικτατορίες, εκθρονίσεις, κι άντε πάλι απ΄την αρχή, μέχρι να σταθεροποιηθούμε.

Σε κάποιους δεν άρεσε που η πρόεδρος δεν παρενέβη να σταματήσει το νόμο για τον γάμο ομοφυλοφίλων, λες και ήταν αρχιεπίσκοπος, σε άλλους που φωτογραφήθηκε μπροστά στον φράχτη του Έβρου. Ο φράχτης στον Έβρο κι εμένα δεν μου αρέσει, και έχω πολλές ιδέες να προτείνω για την υποδοχή των μεταναστών αλλά δεν είμαι πρόεδρος της Δημοκρατίας, οπότε προσπαθώ να καταλάβω γιατί είχε συμβολικό βάρος η στήριξη μιας επιλογής του κράτους πάνω στα σύνορα του, έστω κι αν εγώ διαφωνώ. Σε κάθε της άλλη εμφάνιση πάντως που έτυχε να δω, είτε όταν επιθεωρούσε φρουρές, τόσο αλλιώτικο σώμα μπροστά στους ένστολους, είτε όταν δεχόταν προσφυγάκια στο προεδρικό Μέγαρο, είτε όταν επισκεπτόταν χωριά και πόλεις και ιδρύματα, κάθε της λόγος ήταν πλούσιος σε πληροφορίες, σε σημασίες, σε ουσία, και είχε βάρος συμβολικό, ακριβώς όπως πρέπει. Γιατί ήταν σημαντικό να μνημονεύσει κάποιον σπουδαίο καλλιτέχνη που πέθανε, γιατί ήταν σημαντικό να εμψυχώσει τους φαντάρους, τους υπαλλήλους διαφόρων ιδρυμάτων, τους κατοίκους μακρινών νησιών, γιατί ήταν σημαντικό να δεξιωθεί την αριστούχο μικρή Αρμένισσα, γιατί ήταν σημαντικό να ανοίξει τον κήπο του μεγάρου. Κάθε της φράση ήταν πλούτος και συμπάθεια. Μάθαμε και καταλάβαμε, και αγκαλιάσαμε μαζί της όψεις και θεσμούς και αξίες της Ελλάδας, καταστάλαξαν μέσα μας οι σημασίες τους. Είχε βρει τον τρόπο να ζυγίζει και να αποδίδει στα πράγματα που απαρτίζουν την πολιτική και κοινωνική μας ζωή το σωστό τους βάρος. Μας έκανε να το συναισθανθούμε. Κανένας πριν από αυτήν δεν το είχε κατορθώσει αυτό, δεν το είχε καν επιχειρήσει, όσο συμπαθής, όσο σημαντικός και σωστός κι αν υπήρξε στη θητεία του.

Δεν ήταν πολιτικός να ξέρει να γίνεται ευχάριστη, ήταν δικαστής, ήταν αυστηρή, ήξερε τους θεσμούς και τη σημασία τους και μια δεύτερη θητεία θα ήταν ιδανική για να τους μάθουμε κι εμείς οι πολίτες συνεχίζοντας να παρακολουθούμε κάθε της κίνηση. Το όνομα της δεν μπαίνει όμως καν στη λίστα των υποψηφίων και αισθάνομαι σα να κλείνει μια πόρτα πολιτικής συνειδητοποίησης για τον απλό πολίτη, όπως είμαι εγώ, και πολλοί ακόμα με τους οποίους συνομιλώ αυτές τις μέρες.

Η θέση του προέδρου της Δημοκρατίας είναι στην Ελλάδα κυρίως συμβολική. Συχνά η Δημοκρατία συμβολίζεται στην τέχνη από γυναίκα, όπως κι η ελευθερία. Σκέπτομαι ας πούμε την Ελευθερία του Ντελακρουά που οδηγεί το λαό, ψηλή, σαρκώδη, επιβλητική, ή το μπούστο της Μαριάννας της Δημοκρατίας με το φρυγικό σκούφο, που κάθε τόσο τα χαρακτηριστικά της άλλαζαν για να γίνει ακόμα πιο όμορφη. Καμία σχέση με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μια αληθινή γυναίκα, που όπως όλες μας πάλεψε στη ζωή της με τα χαρακτηριστικά που της έδωσε η φύση και με τα στερεότυπα που μας περίμεναν στη γωνία άμα τη εμφανίσει της εφηβείας μας, και κατάφερε να ανέβει τα σκαλοπάτια της καριέρας της ως γυναίκα, με δουλειά και σοβαρότητα. Όταν την έβλεπα στις φωτογραφίες των επισήμων και ανεπισήμων δράσεων της μου φαινόταν πιο δυνατό σύμβολο από τη Μαριάννα, την ελευθερία του Ντελακρουά κι όλες τις ωραίες προσωποποιήσεις του θεσμού. Γιατί η Δημοκρατία είναι έτσι, παλεύει με αυτά που έχει και αντιμετωπίζει συνεχώς τα στερεότυπα. Με έκανε περήφανη η κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Λυπάμαι πολύ που θα χάσω τη συγκίνηση και τη μαθητεία.


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Αντίο κύριε Κώστα

 Πρώτη φορά στη ζωή μου κλαίω για θάνατο πολιτικού. Μα μήπως κλαίω για κάτι άλλο, εκείνη την ελπίδα που είχαμε με το Σημίτη πρωθυπουργό ότι θα γινόταν εκσυγχρονισμός, θα γινόμασταν σοβαρή χώρα, μπήκαμε και στο ευρώ, μας περίμεναν τα καλύτερα, τη σιγουριά εκείνη την αφελή, που χάθηκε; 

Μα από την πρώτη στιγμή, από τις πρώτες μέρες που είχε εκλεγεί είχαν αρχίσει τα όργανα, τα Ιμια πρώτα και καλύτερα, θυμάμαι να οδηγώ και να ακούω ότι ευχαριστούσε τους Αμερικάνους για την παρέμβαση τους και να σκέφτομαι τι έχει να ακούσει τώρα γι αυτή την ειλικρινή πρόταση από όλους τους νταήδες που κυκλοφορούσαν στην πολιτική.. 

Ήταν ακριβώς το αντίθετο από τους πολιτικούς που λατρεύονται καλλιεργώντας την εικόνα τους, που αναπτύσσουν τη «σχέση αγάπης με το λαό» εκείνος σεβόταν τους πολίτες και ήθελε να σεβόμαστε τον εαυτό μας. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον Παπανδρέου, κι όμως κατέφερε να εκλεγεί δυο φορές πρωθυπουργός, που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορούσαν να τον εκτιμήσουν. 

Ήμουν κι εγώ από αυτούς που αμέσως μόλις εξελέγη στο ΠΑΣΟΚ άρχισα να το ψηφίζω ,ήμασταν πολλοί εξ αριστερών που το κάναμε.  Ξέρω πως ήμασταν πολλοί που χαρήκαμε τότε, και στραφήκαμε τότε, και ελπίσαμε πολλά, και συμπαρασταθήκαμε με όποιον τρόπο μπορούσαμε, που εκτιμήσαμε κάθε στιγμή της μεγάλης προσπάθειας που έκανε, ενάντια και σε στελέχη του κόμματος του ακόμα. 

Ναι, για όλα αυτά και την κατηφόρα που πήραμε ύστερα, τα θυμάμαι και δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω, αλλά και για τον ίδιο τον κύριο Κώστα, λες και είχαμε γίνει φίλοι. Τον αγάπησα πολύ. Αυτή την ήσυχη, σοβαρή παρουσία που αξιωθήκαμε. 

Κάποτε είχαμε ανακαλύψει με τον Δημήτρη ότι ο πατέρας του, μάλλον ο παππούς του, ήταν από τη Δράκεια, το χωριό της γιαγιάς μου στο Πήλιο. Ήμασταν και πατριωτάκια λοιπόν.



Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Περί φεσιού

 Το φέσι είναι κακό πράγμα, ανθυγιεινό και ψυχοπλακωτικό. Αφότου απηλάγημεν ως έθνος εκ του οθωμανικού φεσίου, είναι κρίμα κι άδικο να φεσωνόμαστε ως άτομα εκ του καλλιτεχνικού φεσίου, τη στιγμή μάλιστα που προσερχόμεθα σε ιδρύματα συχνά κρατικά και μεγάλα με τις καλύτερες των προθέσεων. Μια βραδιά εορταστική μπορεί να γίνει εφιαλτική, όταν καθισμένοι σε πολυθρόνες ο ένας δίπλα στον άλλο, στο σκοτάδι, ακίνητοι, αμίλητοι, γεμάτοι προσδοκία, υφιστάμεθα καταιγισμό παπαρολογίας και κενών, προκλητικά κενών νοήματος φράσεων, χωρίς να μπορούμε να αντιδράσουμε. 

Είμαστε κοινό ευγενικό, τρυφερό, υπομονετικό, ανθεκτικότατο. Μόνο μια γυναίκα είδα να φεύγει διακριτικά, και μάλιστα κάμποση ώρα εξηγούσε στην ταξιθέτρια την περίπτωση της με σκυφτό ένοχα το κεφάλι. Θα μπορούσα κι εγώ, σκέφτηκα, να πιάσω το στήθος μου, να βγάλω μια φωνή, να κυλιστώ στο πάτωμα, να διακόψω το μαρτύριο και ταυτοχρόνως να εξασκήσω την αγαπημένη τέχνη του ηθοποιού, στην οποία γνωρίζω ότι έχω τάλαντον, έστω και άνευ εξαργυρώσεως; Μήπως πρέπει να το αποφασίσω για την επόμενη φορά που σε σκηνή μεγαλειώδη, φιλόδοξη, ακριβή, θα επαναληφθεί η διαδικασία του φεσώματος με την ίδια πεισματώδη και ανενδοίαστη επιμονή ;

Αλλά βέβαια είμαι κορίτσι με τρόπους, κι απλώς θα ζω με την απορία: εκείνο το μικρό παιδί που κάποτε φώναξε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός, γιατί δεν ξαναφάνηκε σε μεγαλειώδεις παραστάσεις, σε μοντέρνα μεγαλόστομα κακόγουστα έργα, σε τελετές αποθέωσης της αρλούμπας, σε κακοφτιαγμένες σαλάτες ιδεών, εκείνο το αθώο παιδί, γιατί μας εγκατέλειψε για πάντα;

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Μπούμερ ή κάτι άλλο;

Μπούμερ ή κάτι άλλο;

 

Πάνε χρόνια που με πρωτοείπαν μπούμερ, τα παιδιά μου φυσικά, ποιος άλλος; Είναι ένας ευγενικός τρόπος να πεις σε κάποιον ότι οι απόψεις του είναι ξεπερασμένες, ο κόσμος έχει αλλάξει, ότι έχει μείνει πίσω, ότι είναι ντεμοντέ, ότι έχει γεράσει. Όταν οι νέοι δεν νοιάζονται να είναι ευγενικοί, ειδικά αν οδηγούν αυτοκίνητο ή σπρώχνουν στο λεωφορείο κλπ, δεν σε λένε μπούμερ, σε λένε πολύ χειρότερα πράγματα, λέξεις και εκφράσεις που περιέχουν το συνθετικό γερ- για τα γηρατειά. Το «μπούμερ», ως ξένη λέξη που είναι, πληγώνει λιγότερο, οπότε τη χρησιμοποιούν οι πιο ευγενικοί άνθρωποι. Μάλιστα τόσο λίγο πληγώνει που μόλις την άκουσα είχα την ψυχραιμία να ερευνήσω τη σημασία της.

Αχ αυτά τα αγγλικά με τις μονοσύλλαβες λεξούλες τους που μπορούν να δημιουργήσουν τα πάντα! Πώς να αντισταθεί κανείς στη γοητεία τους και στην κυριαρχία τους; Δεν αντιστεκόμαστε. Τα αρπάζουμε και τα καταναλώνουμε ωμά, δεν προλαβαίνουμε να τα μαγειρέψουμε λιγάκι. Θα άξιζε η προσπάθεια. Τι θα πει μπούμερ, ρώτησα λοιπόν ανύποπτη τους νεαρούς βλαστούς μου.

Μπούμερ είναι οι άνθρωποι της ηλικίας σου, μου εξήγησαν βιαστικά, κι έπρεπε μόνη μου να ψάξω τα υπόλοιπα. Μπούμερ είναι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν  στη δεκαετία του 50 και του 60 στις ΗΠΑ, και η λέξη βγαίνει από το baby boom, διότι την εποχή εκείνη κάτι συνέβη που ενέπνευσε τους Αμερικανούς να κάνουν πολλά παιδιά. Η αισιοδοξία της εποχής, λένε μερικοί, όχι, κόπηκε το ρεύμα στις μεγάλες πόλεις, λένε άλλοι, και μέσα στο σκοτάδι τι να κάνουν οι άνθρωποι; Έκαναν έρωτα. Πάντως το αποτέλεσμα ήταν εκείνο το μπουμ. Πολλά μωρά εκεί πέρα μακριά, στο δυτικό ημισφαίριο, στα χρόνια εκείνα.

Όμως αυτά συνέβησαν εκεί. Εδώ δεν είχαμε baby boom την εποχή εκείνη. Στις δεκαετίες του 50 και του 60, από όσο ξέρω, οι γυναίκες στην Ελλάδα άρχισαν να κάνουν λιγότερα παιδιά, όχι περισσότερα, κι ας μην υπήρχε καθόλου ρεύμα σε πολλά μέρη. Στην τάξη μου οι συμμαθητές μας είχαν από ένα αδέρφι, μόνο δυο θυμάμαι από τους τριάντα που είχαν δυο αδέρφια. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν δυο παιδιά, τα τρία ήταν εξαίρεση. Δεν μπορείς να μας πεις μπούμερ εμάς. Δεν είμαστε παιδιά του baby boom. Είμαστε ακριβώς το αντίθετο. Θα μπορούσες να μας πεις ξεμπούμερ.

Το ξέρω ότι δεν θα περάσει η ιδέα μου, είπαμε το αγγλικό είναι ακαταμάχητο, αλλά θα ήθελα πραγματικά να καταλάβω κάποτε αυτή την τάση που μας γέννησε και μας καθόρισε, αυτή την απόφαση που πήραν οι γονείς μας και την εφάρμοσαν, χωρίς να την ονομάσουν, χωρίς να τη δηλώσουν, χωρίς να τους το ζητήσει κανείς. Οι γονείς τους έκαναν πολλά παιδιά. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν  έξι παιδιά, της μαμάς μου επίσης. Ήταν ένας μέτριος αριθμός παιδιών. Υπήρχαν και οικογένειες με εφτά, οκτώ, ή δέκα.  Από τα έξι  παιδιά της οικογένειας του πατέρα μου  έκαναν δικά τους παιδιά οι τρεις, τρία η μεγαλύτερη αδερφή που παντρεύτηκε πρώτη, κι από δυο άλλοι δυο. Από την άλλη πλευρά, της μητέρας,  έκαναν παιδιά οι τέσσερις από τους έξι, τρία η μια αδερφή, δυο η δεύτερη, κι οι άλλοι δυο από ένα. Σε όλες τις οικογένειες που ξέρω συνέβη το ίδιο, παιδιά μεγάλων οικογενειών περιορίστηκαν να αποκτήσουν από ένα ή δυο, κατ’ εξαίρεση τρία, στη φάση εκείνη. Δεν υπήρξε πολιτική απόφαση, κάθε άλλο, το ελληνικό κράτος πάντα ήθελε περισσότερα παιδιά, δεν υπήρξε ντιρεκτίβα ούτε νόμος, όπως στην Κίνα με την πολιτική του ενός παιδιού, κι όμως οι γονείς μας έκαναν αυτό ακριβώς που επέβαλαν οι Κινέζοι ηγέτες στο λαό τους, λίγα παιδιά για να ανέβει το επίπεδο ζωής. Το έκαναν σιωπηλά, αλλά μαζικά. Και το αποτέλεσμα ήταν αυτό ακριβώς που ήταν και στην Κίνα. Το επίπεδο ζωής ανέβηκε. Κι όπως και στην Κίνα θα μπορούσαμε κι εμείς να αναρωτηθούμε, τι έγινε πρώτο, λιγότερα παιδιά, ή άνοδος του επιπέδου; Γιατί βλέπουμε παντού όπου το επίπεδο ζωής ανεβαίνει να γεννιούνται λιγότερα παιδιά, αλλά το αντίστροφο πώς γίνεται; Ανέβηκε τόσο πολύ το επίπεδο σε μας στη δεκαετία του 50, ή συνειδητά οι οικογένειες αποφάσισαν να το ανεβάσουν, η καθεμία για λογαριασμό της -κατά κάποιον τρόπο- κάνοντας λίγα παιδιά; Θα ήθελα να το καταλάβω αυτό, δεν ξέρω αν έχουν γίνει έρευνες, αλλά θα άξιζε τον κόπο.

Σκέφτομαι τους γονείς μας, ιδίως τις μητέρες μας. Πολλές εργάζονταν, δεν ήταν όμως οι περισσότερες. Υπήρχαν τότε πολλές γυναίκες που δεν εργάζονταν, κι αναρωτιέμαι πώς να ήταν γι αυτές η απόφαση να μην αποκτήσουν πολλά παιδιά. Δεν ένιωθαν ότι θυσιάζουν ένα είδος αίγλης, ακόμα κι εξουσίας που σου δίνουν τα πολλά παιδιά, όταν αποφάσισαν να σταματήσουν στα δυο; Ήταν τα χρόνια της μεγάλης αστυφιλίας, αλλά ακόμα ο περισσότερος κόσμος ζούσε στην επαρχία. Ήταν τόσο ισχυρό το κίνητρο της αστικής ζωής, της καλύτερης ζωής, της καθαρής, άνετης και κάπως απρόσωπης αστικής ζωής (ανακουφιστικά απρόσωπης)  που ενέπνευσε τις γυναίκες να κάνουν λίγα παιδιά, έστω κι αν δεν ζούσαν καθόλου αστικά; Το έζησαν σαν χειραφέτηση αυτό οι γυναίκες άραγε, σαν κάτι που τους χάριζε περισσότερη ελευθερία, ή ήταν καθαρά απόφαση σχετική με τις οικονομικές προσδοκίες; Αλλά μήπως και μόνο η δυνατότητα να επεμβαίνεις στον οικογενειακό προγραμματισμό, ή μάλλον να τον δημιουργείς πριν ακόμα ακούσεις τη λέξη, δεν είναι χειραφέτηση; Και πώς το πέτυχαν αυτό οι μητέρες μας; Πρακτικά τι έκαναν; Τι είδους αντισύλληψη; Δεν μας έλεγαν ποτέ, δεν συζητούσαν τέτοια μαζί μας. Αυτή η ακρίβεια στον αριθμό των δυο παιδιών επαναλαμβανόμενη σε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες ανά την επικράτεια, τι προϋπέθετε, τι προγραμματισμό είχε;

Δεν ξέρουμε καλά τους γονείς μας, δεν γνωρίσαμε καλά τη γενιά που μας έκανε αυτό που είμαστε. Συχνά νοσταλγούμε ρομαντικές εικόνες που δεν υπήρξαν ποτέ, χωριά και μεγάλες οικογένειες.  Οι άνθρωποι πάντα αγωνίζονταν να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Όταν ήμασταν παιδιά ζηλεύαμε τις διηγήσεις από τα παιδικά  χρόνια της μαμάς και του μπαμπά μας, τα παιχνίδια με τ’ αδέρφια τους, τις πλούσιες και περίπλοκες σχέσεις. Είχαμε ένα σωρό θείους και θείες, πολυτέλεια που δεν θα μπορούσαμε να χαρίσουμε στα δικά μας παιδιά. Ένας- δυο θείοι συνολικά, το πολύ, για την επόμενη γενιά. Καμία σχέση με την προηγούμενη. Τα πάντα άλλαξαν στην Ελλάδα με αυτό το δεδομένο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η απόφαση να βελτιώσουν τη ζωή τους με κάθε τρόπο, που πήραν οι Έλληνες στη δεκαετία του 50 και του 60, είχε μοιραίες συνέπειες για πολλά πράγματα. Οι ωραίες και γραφικές μικρές πόλεις ασχήμυναν επειδή παντού έπρεπε να χτιστούν πολυκατοικίες, χωρίς καν τόσο μεγάλη ανάγκη στέγασης όπως υπήρχε στην Αθήνα, η οποία έχει να δικαιολογείται για την ασχήμια της. Οι συνήθειες άλλαξαν, οι παραδόσεις ξεχάστηκαν, συνταγές, γιορτές, φορεσιές, επίπονοι τρόποι καλλιέργειας, τέχνες και δεξιότητες, αρετές και ταλέντα. Με μεγάλη βιασύνη πετάχτηκαν πλούτη μαζί με τις δυσκολίες που είχε η ζωή στο παρελθόν, σα να μην υπήρχε χρόνος για ξεκαθάρισμα, να κρατηθούν κάποια πράγματα, να συντηρηθούν έστω κι αν χρειαζόταν λίγη παραπάνω προσπάθεια. Όχι, οι γονείς μας ήθελαν να αφήσουν πίσω το παρελθόν που είχε φτώχεια, που είχε εμφύλιο, που είχε τραύματα πολύ μεγάλα για να τα αντικρίσουν. Κι αν η Ελλάδα έχει αλλάξει τόσο πολύ οφείλεται σε αυτούς, στην απόφαση τους να μην αφήσουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, έστω κι αν θα έχαναν κάποια στοιχεία πολιτισμού που τώρα πια τα εγγόνια τους τα αναζητούν και οργανώνουν πανηγύρια, μαθαίνουν υφαντική, αναζητούν τραγούδια και αφηγήσεις, συνταγές και συνήθειες, αναβιώνουν έθιμα, φωτογραφίζουν όσα όμορφα σπίτια δεν γκρεμίστηκαν. Είναι μερικοί μάλιστα που πιστεύουν ότι πια μπορούν να αφεθούν και στο θέμα του αριθμού των παιδιών πιο ελεύθεροι, να κάνουν παραπάνω από δυο, αν κι αυτό είναι πιο δύσκολο από κάθε αναβίωση κι αναπαλαίωση κι ανακάλυψη. Όμως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, αφού πια το επίπεδο ζωής έχει ανέβει και τα δυο παιδιά ανά οικογένεια είναι ιδανικός  πλέον στόχος. Το να κάνεις παιδιά γενικά είναι πια απόφαση ζωής, που κάποτε δεν χρειαζόταν να πάρεις, τώρα όμως για τις νέες γυναίκες κυρίως, και για τους νέους άντρες βέβαια, είναι επιλογή, με όλες τις δυσκολίες που έχει κάθε επιλογή. Με τις δυσκολίες που έχει η ελευθερία.

Η οποία ελευθερία, για να ξαναγυρίσουμε στην ετικέτα του μπούμερ, έχει να κάνει με την επιλογή των γονιών και των παππούδων μας. Την αντίθετη από το μπουμ. Λιγότερα παιδιά αντί για περισσότερα. Όχι έκρηξη δηλαδή αλλά το αντίθετο. Αν στις ΗΠΑ το έφερε η τύχη να γεννηθούν πολλά παιδιά στις δεκαετίες του 50 και του 60, στην Ελλάδα υπήρξε στις οικογένειες συνειδητή απόφαση να γεννηθούν λιγότερα.

Κανονικά θα έπρεπε να βρούμε άλλη λέξη, αλλά είπαμε, το μπούμερ είναι μάλλον ευγενικός τρόπος να υποβαθμίσεις την άποψη του ηλικιωμένου, κι ίσως η ανακρίβεια της λέξης να την ακυρώνει, αν τελικά το σκεφτεί κανείς.

 


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Από το μαργαριτάρι στο γυαλί

Μου γυάλισε στη βιτρίνα ενός σχετικά μικρού βιβλιοπωλείου το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου της Τρέισι Σεβαλιέ, The glassworker, κι όταν λέω ‘μου γυάλισε’ το εννοώ σχεδόν κυριολεκτικά, γιατί το φόντο της φωτογραφίας παριστάνει γυαλί, μάλιστα ένα είδος γυαλιού που ήταν πολύ της μόδας πριν δεκαετίες, όταν ο πατέρας μου αγόρασε το καινούργιο μας σπίτι. Σχέδιο για τα παράθυρα της κουζίνας, με κύκλους που εμποδίζουν τη θέα, όχι όμως και το φως να περνάει. Πανάκριβο τότε το στυλ αυτό, και τώρα μάρτυρας της παλαιότητας της διαμερίσματος. Δεν ήταν όμως αυτή η ανάμνηση που με έκανε να αγοράσω το βιβλίο της Σεβαλιέ. Έχω διαβάσει μερικά ακόμα δικά της, μετά τη μεγάλη επιτυχία του Κοριτσιού με το μαργαριτάρι, και απήλαυσα τις περιγραφές της τεχνών που έχουν σχεδόν εξαφανιστεί πια και στις οποίες επιδίδονταν συνήθως γυναίκες. Στο «Η κυρία και ο μονόκερως» που έχει μεταφραστεί και ελληνικά, η υφάντρα της ταπισερί είναι τυφλή και καταλαβαίνει τα χρώματα από τις ανεπαίσθητες για τους άλλους διαφορές στην αφή των νημάτων. Νομίζω είναι το πιο εντυπωσιακό από τα ευρήματα της, η τυφλή γυναίκα που υφαίνει χρώματα. Μεγάλη και η τέχνη της γραφής που σε κάνει να πιστεύεις την πιο απίθανη ιστορία μόνο και μόνο για να σε προσελκύσει στις σελίδες της, να σε κάνει να διαβάσεις το έργο ολόκληρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση στην εποχή των βιαστικών αναγνωστών μέσα στην υπόλοιπη βιασύνη που μας δέρνει.

Εννοείται ότι ξαναπήγα στο μουσείο Κλυνύ με το που ταξίδεψα στο Παρίσι, να ξαναδώ  τις υπέροχες ταπισερί με τη μυστηριώδη κυρία με τον μονόκερω, τριγυρισμένη κι από άλλα ζώα και φυτά, η οποία «δεν μας έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά της ακόμα» όπως διαβεβαιώνει το φυλλαδιάκι που μοιράζει ο φύλακας της αίθουσας. Έτσι ο κάθε επισκέπτης μπορεί να ερμηνεύει όπως θέλει τις εικόνες της, μέχρι και μια τυφλή υφάντρα να διαλέγει τα χρώματα της.

Αλλά δεν χρειάζονται τόσο εντυπωσιακά ευρήματα για να είναι γοητευτική η ιστορία. Στο βιβλίο της  «A single thread» η περιγραφή των γυναικών που κεντούν  σου φέρνει σχεδόν φαγούρα στα δάχτυλα από την επιθυμία κάτι να κεντήσεις κι εσύ, κάτι να δημιουργήσεις. Προσωπικά το έχω ξαναπεράσει σε νεαρή ηλικία, τότε που είχαμε την αναίδεια να νομίζουμε ότι μπορούμε όλα να τα κάνουμε. Αυτό τουλάχιστον το μπόρεσα, μια κυρία στη Σκύρο, ένα μακρινό καλοκαίρι, μου έδειξε την αληθινή σκυριανή βελονιά, αυτή που πάει πίσω- μπρος στο ύφασμα και είναι σχεδόν διπλής όψεως,  όχι την εύκολη που βλέπεις στα έτοιμα κεντήματα των καταστημάτων σουβενίρ. Κέντησα μια γυναίκα σχηματοποιημένη, με τα χέρια απλωμένα να περιτριγυρίζονται από πουλιά και ιπτάμενα λουλούδια, παλιό σκυριανό σχέδιο. Υπήρχε στον πυρήνα της ιδέας κάτι από την «Κυρία με το μονόκερω» τώρα που το σκέφτομαι, αλλά ως τεχνοτροπία καμία σχέση. Εκείνο που δεν κατάφερα ήταν να προφυλάξω το έργο μου από τη φθορά, γιατί μη θέλοντας να το κορνιζώσω, ακυρώνοντας το κέντημα από την μη χρήση του, το έκανα μαξιλάρι και βέβαια φαγώθηκαν οι λεπτεπίλεπτες κλωστές του. Πώς να χαίρεσαι καθημερινά ένα έργο τέχνης;

Το μοντέρνο ντύσιμο έχει  καταργήσει τέτοια ερωτήματα. Απλά και ανθεκτικά ρούχα σε μίνιμαλ σχέδια μας προβληματίζουν πλέον με την αφθαρσία τους παρά με οτιδήποτε άλλο. Δύσκολο να ενσωματώσεις κάτι φτιαγμένο στο χέρι με κάποιου είδους τέχνη στη γκαρνταρόμπα σου, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι κατορθώνεις να το ολοκληρώσεις.

Μήπως θα ήταν πιο εύκολο να φτιάξεις ένα πάπλωμα; Στο επόμενο βιβλίο της Σεβαλιέ που διάβασα, “The last runaway”, το οποίο εκτυλίσσεται λίγα χρόνια πριν τον Αμερικανικό Εμφύλιο, κι ενώ επιτρέπεται στις Βόρειες Πολιτείες να καταδιώκεις φυγάδες από τις Νότιες  Πολιτείες,  η ηρωίδα έχει ταλέντο στο ράψιμο και επιδίδεται κυρίως στην κατασκευή παπλωμάτων. Συμβαίνουν εν τω μεταξύ φοβερά πράγματα στην πλοκή του μυθιστορήματος, αλλά τα μαγικά δάχτυλα της ράφτρας, η οποία μπλέκεται με τον λεγόμενο «Υπόγειο σιδηρόδρομο» δηλαδή το δίκτυο βοήθειας στους φυγάδες, με στοιχειώνουν ως αναγνώστρια, τόσο που χρειάζεται να δω ένα αληθινό τέτοιο πάπλωμα σε μουσείο για να καταλάβω ότι είναι αδύνατον να το φτιάξω έτσι, έστω και για κουκλόσπιτο. Θα μπορούσα όμως να ψάξω για κάποια ομάδα που διδάσκεται από εκπαιδευμένες τεχνίτριες τη διαδικασία και την ακολουθεί ως γκρουπ θέραπι δια πάσαν νόσο, της νοσταλγίας χαμένων γυναικείων τεχνών συμπεριλαμβανομένης; Κάπου πήρε το μάτι μου κάτι τέτοιο. Όταν τελειώνει το πάπλωμα, ποιος από το γκρουπ το παίρνει άραγε;

Εκείνο που σίγουρα δεν θα μπορέσω να μάθω είναι οι γυάλινες χάντρες που κατασκευάζει η ηρωίδα του τελευταίου της βιβλίου, αυτό το με το γυαλί στο εξώφυλλο, η οποία ζει στο Μουράνο. Είχα τέτοιον ενθουσιασμό για τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας δικαιώνει τις ταπεινές καλλιτέχνιδες του παρελθόντος ώστε το αγόρασα και το διάβασα πριν καν γίνει η επίσημη παρουσίαση του στο Λονδίνο. Με οδήγησε να εκτιμήσω εκ των υστέρων την εκδρομή που είχαμε κάνει πριν πολλά χρόνια στο Μουράνο, όταν είχαμε επισκεφτεί τη Βενετία με τα παιδιά μας και υποχωρήσαμε στη σαγήνη που τους ασκούσαν τα γυάλινα μπιμπελό. Προσπαθούσαμε να τα σνομπάρουμε μετά, δεν είχαν καλλιτεχνική αξία, αλλά τελικά χαίρομαι που ακόμα υπάρχει το γυάλινο αλογάκι και ο κύκνος που είχαν διαλέξει, τα πιο εύκολα σχέδια να φτιάχνεις με γυαλί, όπως έμαθα διαβάζοντας το βιβλίο της Σεβαλιέ.

Η ηρωίδα της και σε αυτό το βιβλίο καταπιέζεται από την οικογένεια και τις συνθήκες, και βρίσκει διέξοδο σε μια δουλειά που μόνο γυναίκες την έκαναν επειδή οι άντρες υαλοποιοί δεν καταδέχονταν, να φτιάχνει χάντρες με μικρή φλόγα σε μικρό τραπέζι, ενώ οι άντρες δουλεύουν σε  φούρνο με πολύ υψηλή θερμοκρασία φτιάχνοντας τα πάντα. Είναι πάλι η εικόνα αυτή, η δυνατότητα της ταπεινής τέχνης που δινόταν σε γυναίκες στη διάρκεια των αιώνων, σαν διέξοδος δημιουργική, οικονομική, και συχνά κοινωνική. Να κεντάς, να ράβεις, να υφαίνεις, να φτιάχνεις μόνη σου χάντρες σε μια γωνία, να δημιουργείς, να χαίρεσαι, να επιβιώνεις, έστω και αν η διάκριση και η αναγνώριση αργούν, ή δεν έρχονται ποτέ.

Τέχνες γυναικείες, τέχνες επινοημένες από τον εγκλεισμό και τον καταναγκασμό, τέχνες ωστόσο. Όσο κι αν θεωρούνται δευτεροκλασάτες, όσο κι αν υπήρξαν κακοπληρωμένες, τελικά απελευθερώνουν όχι μόνο με τη χαρά που δίνουν στη δημιουργό αλλά και με την αναγνώριση που με κάποιο τρόπο βρίσκει το δρόμο της. Δεν ανατρέπουν την τάξη των πραγμάτων,  με τους νόμους και τις ανισότητες, της δίνουν όμως μικρές σκουντιές και την οδηγούν στο σημείο όπου όλα αλλάζουν.

Στο μαγαζάκι του μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου βρίσκω κουκλάκια που παριστάνουν την Μαίρη Άννινγκ, ερασιτέχνιδα συλλέκτρια απολιθωμένων οστών στις ακρογιαλιές του Ντόρσετ, η οποία πρόλαβε να απολαύσει τιμές για τις ανακαλύψεις και τις παρατηρήσεις της, αν και την υποδέχτηκαν με μεγάλη προκατάληψη στην αρχή. Η Σεβαλιέ την έχει κάνει ηρωίδα του βιβλίου της «Remarkable creatures». Η δική της τέχνη ήταν κυρίως να παρατηρεί και να καταγράφει. Περπατώντας με τις μακριές της φούστες δίπλα στο κύμα, η Μαίρη Άννινγκ βρήκε κομματιασμένους  πτερόσαυρο,  ιχθυόσαυρο και πλεισιόσαυρο. Θα ήταν κάτι σαν εργόχειρο αυτό το παζλ, να  σχηματίσει ολόκληρους αυτούς τους δεινοσαύρους.

Οι συγγραφείς που ασχολούνται με το παρελθόν μοιάζουν λίγο σ’ αυτή την παλαιοντολόγο. Συλλέγουν παράξενα απολιθώματα εκεί που σκάει το κύμα και μπερδεύεται το νερό με την άμμο, πηγαινοέρχονται κομμάτια ξεχασμένων αιώνων και χρειάζεται φαντασία να ζωντανέψει κανείς εικόνες που κάποτε υπήρξαν. Μεγάλα οστά σε οδηγούν σε σκελετούς δεινοσαύρων, και υλικά ραψίματος ή κεντήματος, κομμάτια παλιών παπλωμάτων, λεπτοδουλεμένες χάντρες, στα χέρια και τις ζωές των γυναικών που τα κράτησαν κι έραψαν, κέντησαν, ύφαναν τη ζωή και τη χειραφέτηση τους.

Τέχνες γυναικείες, τέχνες πλέον χαμένες. Δεν χρησιμοποιούμε πια χειροποίητα παπλώματα, δεν σκεπάζουμε τα έπιπλα με σεμεδάκια, κοροϊδεύουμε τις γιαγιάδες μας που το κάνουν. Τα χειροποίητα αντικείμενα που κυκλοφορούν, και πουλιούνται, αν και είναι πανάκριβα, δεν ζουν τις εργάτριες τους. Συνήθως είναι εξωτικά, φερμένα από μέρη όπου ακόμα οι αμοιβές των γυναικών είναι πολύ χαμηλές. Ένα πουλόβερ πλεγμένο στο χέρι, ας πούμε, θα ήταν πανάκριβο αν πληρωνόταν με κανονικά μεροκάματα. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσαμε, χωρίς εγκλεισμούς πλέον και καταναγκασμούς, να ξαναβρούμε την επαφή με τα ταλέντα της κλωστής και της βελόνας. Βρίσκω πολλές διαφημίσεις για ομάδες δημιουργικής γραφής, αλλά φαίνεται ότι η δημιουργική ραπτική είναι πολύ πιο διακριτική. Θα πήγαινα ευχαρίστως μια φορά την εβδομάδα για πλέξιμο, ράψιμο, σχεδίαση ρούχων, έστω κι αν λεγόταν γκρουπ θέραπι. Πάντα υπάρχει κάτι να θεραπεύουμε εντός μας με τα ίδια μας τα χέρια.


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Πόσο δύσκολο να γίνει το προσωπικό, πολιτικό.

Τη νύχτα που έφτασε ο Καραμανλής στο Ελληνικό να αναλάβει τα ηνία της χώρας που είχε βρεθεί στο χείλος του γκρεμού, πενήντα χρόνια πριν, δεν είχα πάει στο αεροδρόμιο για την υποδοχή. Πήγα την επόμενη νύχτα, ή ίσως ήταν δυο μέρες μετά, να υποδεχτώ τον Μίκη Θεοδωράκη. Στήθηκα στο πλήθος που στριμωχνόταν προς τη σκάλα του αεροπλάνου, όπου  ένας αστυνομικός προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη. Κάποια στιγμή άπλωσε τα χέρια για να μας απωθήσει προς τα πίσω,  κι έπιασε το μπράτσο μιας γυναίκας,  η οποία του κατέβασε βίαια το χέρι και του είπε με φωνή πολύ σταθερή:

-Μην με αγγίζεις. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να απλώνεις το χέρι σου επάνω μου! Μην ακουμπάς  το σώμα μου!

Ο αστυνομικός σα να το σκέφτηκε υπό το φως των αλλαγών που συνέβαιναν, σιωπηλά φρόντισε να απομακρυνθεί, καταπίνοντας κόκκινος το θυμό του. Εγώ είχα μείνει να την κοιτάζω με θαυμασμό. Δεν θα τολμούσα να μιλήσω έτσι σε αστυνομικό. Ώστε αυτό ήταν λοιπόν, η χούντα είχε πέσει στ’ αλήθεια. Ανέτελε η εποχή των δικαιωμάτων μας, που δεν τα ξέραμε καλά -καλά ποια θα μπορούσαν να είναι. Πιο πολύ από κάθε στιγμή το ένιωσα στα λόγια εκείνης της γυναίκας. Όλα θα άλλαζαν. Θα μαθαίναμε να αισθανόμαστε και να φερόμαστε σαν πολίτες. Τι δικαιούμασταν και τι μπορούσαμε, (ή μήπως οφείλαμε;) να διεκδικούμε. Θα μπορούσαμε να βγούμε  από τη μοναξιά των διάβασμάτων, από το φόβο των αποκαλύψεων της αληθινής μας σκέψης, κι επιτέλους με ελευθερία να προχωρήσουμε, άφοβα.

Μέχρι τότε η πολιτική συζήτηση ήταν υπόθεση στενής παρέας, και η φεμινιστική  ακόμα πιο στενής και μυστικής. Μας είχε βρει το λεγόμενο ‘δεύτερο κύμα’ του φεμινισμού στις πιο ανελεύθερες συνθήκες. Αδιανόητο στις αρχές της δεκαετίας του 70, όταν ακόμα εναντίον της χούντας δεν γίνονταν παρά κάποιες συμβολικές εκρήξεις βομβών από αντιστασιακές οργανώσεις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, να μιλάς για δικαιώματα των γυναικών. Ωστόσο φεμινιστικά βιβλία μεταφράζονταν ή  κυκλοφορούσαν  στα ξενόγλωσσα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Δεν θεωρούνταν απειλή στο καθεστώς οι ανησυχίες ευαίσθητων αμερικανίδων και γαλλίδων για τη γυναικεία κατάσταση, μάλλον κάτι πολύ μακρινό και εξωτικό που δεν αφορούσε τις ‘υγιώς σκεπτόμενες ελληνίδες’. Ζούσαμε εξάλλου σε  παράξενη συνθήκη τις εκτρώσεις, ένα από τα πιο μαρτυρικά γυναικεία ζητήματα: ναι μεν οι εκτρώσεις απαγορεύονταν από το νόμο, γίνονταν ωστόσο κανονικά στα μαιευτήρια με όλες τις προδιαγραφές, κυρίως δοκιμαζόταν η αξιοπρέπεια σου. Καμία σχέση με την εφαρμογή της απαγόρευσης στη Γαλλία ή την Ιταλία. Όμορφη και παράξενη πατρίδα…

Είχαμε διαβάσει ρηξικέλευθα φεμινιστικά βιβλία την εποχή που ακόμα και σε παρέες πολύ αριστερών, πολύ προοδευτικών, πολύ τολμηρών σε ιδέες φοιτητών η λέξη φεμινισμός προκαλούσε ειρωνικά σχόλια. Μα πώς μπορούσαμε να ασχολούμαστε με τέτοια ζητήματα; Ο σοσιαλισμός θα τα έλυνε αυτομάτως, δεν ήταν αυτονόητο; Ας αναλύαμε λοιπόν ξανά και ξανά τη διαδικασία έλευσης του σοσιαλισμού σε ατέρμονες συνεδριάσεις που άρχισαν από την πρώτη μέρα της ευλογημένης εκείνης πανεπιστημιακής χρονιάς, τον Σεπτέμβριο του 74. Χαρμανιασμένες για πολιτικές συζητήσεις μετά τα εφτά χρόνια υποχρεωτικής σιωπής, περάσαμε τους πρώτες μήνες στα αμφιθέατρα να παρακολουθούμε ατελείωτες ιδεολογικές συγκρούσεις επί του καυτού αυτού θέματος, οι οποίες απαλύνονταν μόνο μπροστά σε προτάσεις που θα έκαναν πιο εύκολη τη φοίτηση στα Πανεπιστήμια, όπως μεταφορές μαθημάτων και τέτοια. Ακούραστοι ρήτορες εναλλάσσονταν στο βήμα ξεδιπλώνοντας τις ικανότητες τους αντοχής στην κούραση και στην επανάληψη δογμάτων, κι ανάμεσα τους μερικές γυναίκες, ελάχιστες, γύρω στις τρεις, για να μην πω μόνο δυο και πέσω έξω, ακόμα πιο δυναμικές κι επίμονες. Αντέξαμε μέχρι τις διακοπές των Χριστουγέννων, ύστερα μας κέρδισε ο καπιταλισμός και οι καταναλωτικές του συνήθειες. Μα πόσο ουσιαστικά προοδευτικός μπορούσε να είναι ο πολιτικός λόγος που δεν περιλάμβανε στην πρώτη γραμμή θέματα ισότητας ανδρών και γυναικών, όχι μόνο τυπικά, εντάξει, κανείς δεν θα είχε αντίρρηση, αλλά επί της ουσίας;

Γυναικεία θέματα δεν θίχτηκαν καθόλου όλους εκείνους τους μήνες. Στο κλίμα της νέας πολιτικής άνθισης, το προσωπικό αντί να γίνεται πολιτικό φαινόταν να πρέπει να είναι πιο προσωπικό από ποτέ. Έπρεπε να είσαι δυναμική, επιθετική, χαλκέντερη, να έχεις θάρρος και αντοχή, για να μπορέσεις να μιλήσεις στις συνελεύσεις, να αποκτήσεις έστω μικρή πολιτική υπόσταση. Όπως έπρεπε ως τότε να τα βγάζεις πέρα μόνη σου με όλες τις αντιξοότητες της ζωής και του έρωτα, από τα πειράγματα στο δρόμο (δεν υπήρχε η έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης) έως τις διευθετήσεις των ερωτικών σου σχέσεων και τις  ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Δεν φαινόταν στον ορίζοντα η δυνατότητα να μπορέσουν κάποτε να μας ενώσουν όλα αυτά τα άχαρα θέματα, να βγούμε από τα βιβλία και τη στενή μας παρέα, να ανταλλάξουμε απόψεις δια ζώσης με γυναίκες που είχαν τους ίδιους προβληματισμούς, να κάνουμε το προσωπικό πολιτικό τέλος πάντων.

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το βιβλίο της Αννί Λεκλέρ Parole de femme. Το διάβασα στα γαλλικά πριν μεταφραστεί, ήμασταν τότε σε ευθεία σύνδεση με τις γαλλικές ιδέες, ό,τι πιο τολμηρό μπορούσε να διατυπωθεί στον κόσμο από εκεί θα ερχόταν. Συγκλονίστηκα. Δεν χρειαζόταν να είμαστε ακριβώς σαν τους άντρες, έλεγε πολύ απλά, οι παραδοσιακά γυναικείες ασχολίες και ειδικεύσεις ήταν εξίσου σημαντικές. Τι ανακούφιση και ευτυχία μου χάρισε η δυνατότητα να στραφώ με μεγαλύτερη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μου! Μα πού θα τα συζητούσαμε όλα αυτά, πώς θα πείθαμε όσους διαρκώς τα αμφισβητούσαν;

Γυναικείες ομάδες άρχισαν ωστόσο σιγά σιγά να διαμορφώνονται. Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, ο παλιός, κλασικός φεμινιστικός φορέας που είχε αγωνιστεί για την ψήφο των γυναικών και την κατάργηση νόμων που επέβαλαν διακρίσεις,  αναβίωσε και γεννήθηκαν νέοι, κυρίως κομματικοί, μερικοί ξεκάθαρα αρνητικοί απέναντι στο φεμινισμό πρώτου και δεύτερου κύματος. Η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών ήταν η πιο ανοιχτή σε σύγχρονους προβληματισμούς, και είχε την πιο ταιριαστή έδρα στα Εξάρχεια, ένα παλιό σπίτι, μεγάλο, με κήπο και δυο φοίνικες στην πρόσοψη, ιδανικό για μαζώξεις και συζητήσεις. Στη φωτεινή κουζίνα του συνάντησα μια μέρα τις φίλες μου, καθήσαμε με καφέδες στην ξύλινη τραπεζαρία και ονειρεύτηκα καθημερινές τέτοιες συναντήσεις. Δεν κράτησε όμως πολύ η λειτουργία εκείνου του σπιτιού, έπρεπε οπωσδήποτε να ακολουθήσει τη μοίρα του, τη γνωστή μοίρα των ωραίων κτιρίων της Αθήνας.

Ωστόσο ήρθε μια μέρα που βρεθήκαμε πλήθος να διαδηλώνουμε με πλακάτ έξω από το Χίλτον όπου γίνονταν τα καλλιστεία. Χάρηκα απίστευτα το πλήθος, αλλά δεν ένιωθα τελείως ειλικρινής με το αίτημα. Τα καλλιστεία μου άρεσαν κάποτε, η αναμέτρηση για την ομορφιά, πέρα από τη σάχλα βέβαια. Μα έτσι ριζωμένες ήταν οι αντιφάσεις μέσα μας. Οι φωνές μας ακούγονταν ψιλές, όχι αρκετά μαχητικές για διαδήλωση.Πώς να διατυπώσεις ξεκάθαρα συνθήματα, να συντάξεις απαιτήσεις;  Δεν θα γινόταν με διαδηλώσεις και έξυπνα συνθήματα αυτή η αλλαγή.

 Υπήρχαν οι νόμοι που έπρεπε να αλλάξουν, αυτό τουλάχιστον ήταν πολύ ξεκάθαρο. Ήμασταν ευρωπαϊκή χώρα πλέον. Το Σύνταγμα του 75 υποσχόταν ευθυγράμμιση των νόμων με την αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών, αλλά οι λεπτομέρειες, ας τις πούμε έτσι, έπρεπε να ρυθμιστούν σταδιακά. Η έκτρωση αποποινικοποιήθηκε το 1976, επιτρεπόταν να γίνεται για ιατρικούς λόγους μέχρι την 12η εβδομάδα. Δεν ήταν αρκετό,  ήταν η αρχή. Έπρεπε να καμφθούν αντιστάσεις. Αλλά ήταν ακαταμάχητη η ορμή για ελευθερίες, φυσούσε δυνατά ο αέρας της προόδου.

Η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ ήταν που  άλλαξε το Οικογενειακό δίκαιο το 1982, καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο, αποποινικοποίησε τη μοιχεία. Καταργήθηκε η προίκα και η έννοια του εξώγαμου παιδιού, η προστασία των παιδιών αναδείχτηκε ως πρωταρχική αξία. Μικρότερες και πιο άγνωστες αλλαγές χρειάστηκε να γίνουν σε πολλές διατάξεις που καθιέρωναν τη γυναίκα πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Σε μερικά πράγματα αποκτήσαμε νόμους πιο προοδευτικούς από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ας πούμε το επώνυμο της γυναίκας να μην αλλάζει με το γάμο παρά μόνο αν το ζητήσει η ίδια, επί τούτου. Φαινόταν πολύ εξωτικό στην αρχή, αλλά να που στο μεταξύ μια χαρά το συνηθίσαμε, έστω κι αν μπερδεύει λίγο τη σχέση με τα παιδιά, το να έχουν δηλαδή οι γυναίκες εντελώς διαφορετικό επίθετο από τα παιδιά τους, αν δεν έχει δηλώσει το ζευγάρι στο γάμο ότι θέλουν να πάρουν τα παιδιά και τα δυο επίθετα. Δεν έχουμε παρά να το κάνουμε κι αυτό σταδιακά, αν και κάπως ο αέρας της προόδου έχει πέσει και οι συντηρητικές πλευρές της κοινωνίας επιστρέφουν δυναμικά με διάφορους τρόπους τις τελευταίες δεκαετίες.

Τότε ένα μικρό βήμα υποχώρησης σε συντηρητικές απόψεις είχε γίνει στο θέμα του γάμου.  Ο πολιτικός γάμος  δεν θα ήταν ο μόνος έγκυρος, ο θρησκευτικός θα παρέμενε ισοδύναμος. Μικρή και σεμνή εμφάνιση του κύρους της εκκλησίας, ευγενική υπενθύμιση θα λέγαμε, σε σχέση με τη σκληρή μεταγενέστερη στάση της.

 Τόσες αλλαγές  σε νόμους που αφορούσαν τη ζωή μας μαζεμένες δεν είχαν ξαναγίνει. Αλλά στις νεαρές ηλικίες όπου είχαν ήδη σκάσει τα δυο πρώτα κύματα του φεμινισμού, όπως ήμασταν τότε, φαίνονταν αυτονόητες. Οι γυναικείες ομάδες και εκδόσεις πύκνωναν, οι αναλύσεις βάθαιναν, έμενε το πολιτικό, αυτές οι νομικές κατακτήσεις, να γίνει προσωπικό, να αλλάξει τα κλισέ για τις γυναίκες παντού, από τους χώρους εργασίας και τις οικογένειες, ως τις εικόνες που οι ίδιες κατασκευάζουμε για τον εαυτό μας.

Ακόμα το παλεύουμε. Πολιτικά, εμείς εδώ  συζητάμε για τη σωστή κατάληξη του θηλυκού της λέξης βουλευτής, αλλά ταυτόχρονα βλέπουμε τις γυναίκες σε θεοκρατικά καθεστώτα να μην επιτρέπεται να ζήσουν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους.  Μπορεί η απελευθέρωση των γυναικών να είναι κάτι σαν τοπικό  επεισόδιο στην ανθρώπινη ιστορία;  Ή μήπως  η πατριαρχία δύσκολα και με βίαιους υστερικούς σπασμούς αργοπεθαίνει;


Τις Κυριακές στα Τρίκαλα

Κρύωσε ο καιρός εδώ στο Λονδίνο και καθώς έβγαινα το πρωί και περπατούσα ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια της γειτονιάς, μου κόλλησε ανεξήγητα σ...