Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Οι τρομερές ιδέες της Πολεοδομίας

Βαριές εξυπνάδες της πολεοδομίας, νόμιμες και μελετημένες Δεν σηκώνουμε συχνά το κεφάλι να προσέξουμε τις λεπτομέρειες στο ομοιόμορφο περιβάλλον των πολυκατοικιών που μας ζώνουν. Θα έπρεπε. Αυτό που ζούμε στην Αθήνα με τα τραβηγμένα κτίρια είναι παράλογο και βάρβαρο. Κοιτάχτε αυτό το κτίριο που δήθεν τραβήχτηκε για να δώσει πεζοδρόμιο, σε ένα δρόμο χτισμένο ολόκληρο με πολυκατοικίες που σημαίνει ότι δεν θα κέρδιζε τίποτε το πεζοδρόμιο στο μήκος του. Αυτό είναι νόμος από τους τελευταίους της πολεοδομίας και θεωρείται μεγάλη εξυπνάδα. Πάνε τα κτίρια πίσω και έχουν δικαιώματα να χτίσουν μέχρι δέκα ορόφους. Δεν το έχτισε κάποιος διάσημος επιχειρηματίας για να ξεσηκωθούν οι πάντες, ένας εργολάβος εξ Αιγάλεω έκανε την τύχη του και ουδείς τον ενόχλησε. Τα τραβηγμένα κτίρια κλείνουν τον ακάλυπτο όλου του τετραγώνου, και φυσικά λίγο μετά, χτίζουν κάπως και το πεζοδρόμιο που δήθεν έδωσαν… Προσέξτε το στη σκοτεινή μεριά της φωτογραφίας. Πώς να μην είναι σκοτεινή με τόσο ψηλά κτίρια. Αυτό τώρα με τη βούλα της τρομερής ιδέας, της πρωτοπορίας, της προσπάθειας βελτίωσης των δημόσιων χώρων της Αθήνας. Χαχαχαχαχα Κλάψτε!

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Is it gothic? Yes a little

Αποφασισμένες να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι τις γοτθικές επιρροές στα βυζαντινά μοναστήρια πέριξ του φραγκικού κάστρου, περπατήσαμε σήμερα εφτά χιλιόμετρα, μέσα από ελαιώνες, τι γαλήνη, τι χαρά, και πράγματι το βρήκαμε. Εκεί στο νάρθηκα δεξιά ένα κομμάτι με τα γνωστά γοτθικά τόξα και το περίφημο clef de la voute που στα ελληνικά δεν ξέρω πώς λέγεται, σίγουρα θα λέγεται κάπως.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Μέρα της ποίησης

Η Ιλιάδα στο Τρίτο Πρόγραμμα για την ημέρα της ποίησης. Τη διαβάζουν φοιτητές σε μαραθώνιο ανάγνωσης, στη μετάφραση του Πολυλά. Είναι η μετάφραση που κάναμε κι εμείς στο σχολείο, στη Δευτέρα Γυμνασίου. Μας πήρε ένα σχολικό έτος εμάς να τη διαβάσουμε ολόκληρη, αλλά άξιζε τον κόπο. Ακόμα μπαίνω νοερά στις εικόνες που τότε έφτιαξε το μυαλό μου στο μάθημα των αρχαίων, διαβάζοντας το κείμενο αυτό πότε στο μάθημα κανονικά, πότε ξεφυλλίζοντας λίγο προς τα πίσω, πότε προς τα μπρος, εκείνη τη φρίκη του πολέμου, των σωμάτων που συγκρούονται και σκοτώνονται, εκείνη την ευγένεια των Τρώων, του Πριάμου, της Ανδρομάχης, του Έκτορα, εκείνο το αναπόδραστο της μοίρας που ξεχείλιζε από κάθε στίχο, μέσα στη θύελλα των αχαλίνωτων εγωισμών βεβαίως, την άμμο της παραλίας και τις φωτιές των θυσιών και των αποτεφρώσεων, τη λαιμαργία, τη λαχτάρα, την ομορφιά και την απελπισία. Δεν διάβασα ποτέ ξανά στη ζωή μου τέτοιο κείμενο, εκτός από την Οδύσσεια σε μετάφραση Σιδέρη που είχαμε κάνει ένα χρόνο πριν. Και με αυτά μάθαμε νέα ελληνικά και μαζί τι εστί έπος, και Μυθολογία, και άνθρωπος τελικά. Τι τυχεροί που υπήρξαμε να ζήσουμε αυτό το διάλειμμα της μεταρρύθμισης Παπανούτσου στην πληκτική και αποβλακωτική εκπαίδευση στα αρχαία ελληνικά. Άκουσα λίγο τους φοιτητές που διαβάζουν. Εντάξει, αλλά θα προτιμούσα να ακούω φωνές ηθοποιών που ξέρουν να αναπνέουν και να τονίζουν. Αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Η απαγγελία ως δεξιότητα έχει εντελώς υποτιμηθεί, εδώ το υπουργείο Παιδείας υποβάθμισε τα πτυχία των δραματικών σχολών, τι περιμένεις;

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

Φυσικοί ομιλητές αρχαίων

Τρεις διαφημίσεις για μαθήματα αρχαίων ελληνικών μου βγήκαν στο σημερινό σκρολάρισμα. To σκέφτομαι σοβαρά αφού με την αρχαιοπληξία κοντεύω να ξεχάσω τα νέα ελληνικά. Θα προτιμήσω αυτή που έχει για δασκάλους φυσικούς ομιλητές. Πάντα ήθελα να ακούσω την προφορά της αττικής διαλέκτου τον 5ο αιώνα π.Χ. Δεν ξέρω πώς κατάφεραν να τους βρουν, ίσως κάποιο κόλπο με τους αστροναύτες που γύρισαν στη γη να έγινε.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Τις Κυριακές στα Τρίκαλα

Κρύωσε ο καιρός εδώ στο Λονδίνο και καθώς έβγαινα το πρωί και περπατούσα ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια της γειτονιάς, μου κόλλησε ανεξήγητα στο μυαλό εκείνο το τραγούδι από το Χρονικό του Μαρκόπουλου σε στίχους Μύρη, που τραγουδούσε η Μαρία Δημητριάδη: ‘Τις Κυριακές στα Τρίκαλα, στη Λάρισα, στη Σπάρτη κάποιον κρυφό αρχάγγελο προσμένουν κάθε Μάρτη τα βράδια στον περίπατο κορίτσια και φαντάροι ανεβοκατεβαίνουνε με σκάλες στο φεγγάρι’ Και καθώς έχω πάει παλιότερα σε επαρχιακές πόλεις κυριακάτικα και έχω πάρει μέρος στον περίφημο περίπατο που τον έλεγαν ‘νυφοπάζαρο’ και γελούσαμε, σκέφτηκα πόσο πολύ έχουν αλλάξει όλες αυτές οι πόλεις, και οι υπόλοιπες που δεν είναι στο τραγούδι. Εκείνες οι παγωμένες έρημες Κυριακές, που σε έπιανε μελαγχολία στα πεζοδρόμια με τα κλαδεμένα δέντρα, στα σπίτια που έκλειναν με αμηχανία, δεν έχουν πια ύπαρξη παρά σε αυτό το παράξενο τραγούδι. Στις επαρχίες τα μεν χαμηλά σπίτια εξαφανίστηκαν, στριμώχτηκαν οι πολυκατοικίες στη θέση τους, όμως η ζωή χαμογέλασε, τα κορίτσια απολαμβάνουν μαζί με τα αγόρια στις καφετέριες τις παρέες τους, γελούν ελεύθερα και φλερτάρουν και απολαμβάνουν λιακάδες και παγωνιές, κι η καθημερινότητα δεν έχει καμία σχέση με τη μελαγχολία εκείνη που βασίλευε ως και το 90; Το 80; Δεν είμαι σίγουρη. Πάντως αυτή τη στιγμή μοιάζει πολύ πιο ευχάριστο να μένεις σε επαρχία παρά στην Αθήνα. Κάποιοι πεζόδρομοι αγκαλιάζουν τα λίγα μνημεία που γλίτωσαν από τη μανία κερδοσκοπίας με τις πολυκατοικίες, κι εκεί μπορεί κανείς να συναντήσει και την Ιστορία και το παρόν. Ναι, και η Σπάρτη αξιοποίησε τις πλατείες της, και η Κοζάνη, που είναι παρακάτω στο τραγούδι, αν και χτυπημένη βαριά από την οικιστική ομοιομορφία έχει δημόσιο χώρο για χαλάρωση και συναντήσεις, και βεβαίως η Λάρισα. Καλά, για τα Τρίκαλα δεν το συζητώ, μιλάμε για πρότυπο αξιοποίησης δημόσιων χώρων. Και πού άλλού πήγαμε τελευταία; Στην Τρίπολη, που έχουν και ωραίες πλατείες. Κόσμος και ζωντάνια να ζηλεύουμε οι Αθηναίοι. Στο Ηράκλειο, που ήταν κάποτε από τις πιο άσχημες πόλεις, καμία σχέση με το παρελθόν. Τι να πούμε για τα Χανιά και το Ναύπλιο, είναι και διατηρητέα- διατηρημένα, άλλο επίπεδο. Και η Ξάνθη, και η Κομοτινή. Αντίο μελαγχολία της επαρχίας.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Νοήματα

 Στο Μουσείο της Ακρόπολης πήγα στην έκθεση με τίτλο «Νοήματα» που έχει ωραία ευρήματα από όλη την Ελλάδα και την Ιταλία, τοιχογραφίες της Πομπήιας από το Μουσείο της Νάπολης μεταξύ άλλων. Οι αίθουσες ήταν γεμάτες κόσμο. Βγάζαμε  φωτογραφίες. Κάποια στιγμή μια φύλακας ρωτάει τη συνάδελφό της: Δεν επιτρέπεται να βγάζουν φωτογραφίες με τα εκθέματα, έτσι δεν είναι; Μπορούν να φωτογραφίζουν τα εκθέματα, αλλά όχι τον εαυτό τους μπροστά τους; 

Δεν ήταν σίγουρη. Είχε μόλις κάνει παρατήρηση σε έναν νεαρό, αλλά είχε τις αμφιβολίες της. Μου θύμισε ότι κάποτε στο Αρχαιολογικό Μουσείο μας είχαν μαλώσει που βγάζαμε φωτογραφία μαζί με τον Δία (ή Ποσειδώνα) του Αρτεμισίου, άρα φαίνεται ότι υπάρχει τέτοια απαγόρευση.  Τι λογική έχει δεν μπορώ να καταλάβω. Μη θίξει η θνητή ύπαρξη μας τα αθάνατα έργα; Τι θα πάθουν δηλαδή;

Κοντά στις κυλιόμενες σκάλες βλέπω δυο Ερμές. Τα κεφάλια είναι κολλημένα σε στήλες καινούργιες, άσπιλες, χωρίς εκείνο το παράξενο κι αστείο για μας πέος που συνήθιζαν στις αρχαίες στήλες. Πάει καιρός που ψάχνω κάποιες από εκείνες τις αρχαίες Ερμές οι οποίες εκτίθονταν παλιά στη στοά του Αττάλου. Θα τις μάζεψαν από σεμνοτυφία κι αυτές, γιατί δεν μπορώ πουθενά να τις εντοπίσω. Ποιος ευνούχισε άραγε τις Ερμές; Η απορία μου θυμίζει ότι κάποτε, δηλαδή πριν 25 αιώνες, η εκστρατεία στη Σικελία των Αθηναίων, είχε αναβληθεί γιατί βρέθηκαν κομμένες οι μύτες των Ερμών. Μήπως δεν ήταν οι μύτες αλλά τα πέη και μας τα μάθαιναν σεμνά και ταπεινά στο σχολείο; Πρέπει να διαβάσω ξανά Θουκυδίδη.

Ευτυχώς για τους τουρίστες που βγαίνουν από το μουσείο και χαζεύουν τα μαγαζάκια απέναντι, υπάρχει ποικιλία μπρελόκ, ανοιχτηριών και άλλων ειδών καθημερινής χρήσης σε σχήμα φαλλού και πλήθος αγαλματάκια Σατύρων σε στύση, οπότε no problem.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Ινδικά

 Ti λύσσα σας έπιασε που το τραγούδι για τη Γιουροβίζιον θυμίζει Ινδία, δεν καταλαβαίνω. Τι κακό έχει η Ινδία δηλαδή; Όταν ήθελε ο Μεγαλέξανδρος να την κατακτήσει, σας άρεσε όμως. Τότε, αν ήσασταν στο στρατό του, δεν θα θέλατε να γυρίσετε back home, στις καλές σας Περσίδες και τη Βαβυλώνα με τα στρωμένα χαλιά, θα ήσασταν από αυτούς που θα φώναζαν, Μπροστά αφεντικό, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο! 

Κι όταν ο Καζαντζίδης τα έκλεβε τα ινδικά αυτούσια και χωρίς κοπυράιτ, πάλι σας άρεζε. Και κλαίγατε με την καημένη καρδιά, πώς βαστά και δεν ραΐζει. Και πολύ σωστά. Αν δεν είναι η Ελλάδα πύλη της Ινδίας στην Ευρώπη, τότε ποιος είναι; 

Στον ψεύτη ντουνιά τόση απονιά που αντικρίζω, αναρωτιέμαι πώς δεν ραΐζω. Εδώ με την Ινδή μου φίλη, σας κοιτάμε απορημένες, αλλά και αποφασισμένες να μη ραΐσουμε.



Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Aφήνουν ακόμα οι γονείς πιο ελεύθερα τα αγόρια;

 Παιδικά κλάματα ακούγονται καθώς πλησιάζουμε το Σπήλαιο του Πανός. Ξέρετε, όχι το σπήλαιο του Πανός στην Πάρνηθα, που με πολλή δυσκολία μπορούν να το βρουν μόνο έμπειροι ορειβάτες, το άλλο, το μικρό, το ψεύτικο, τσιμεντένιο Σπήλαιο του Πανός στο πάρκο μας, που ακόμα θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει όταν το πρωτοείδα μικρή, κι ακόμα όταν περνάω από κει το χαζεύω καλά- καλά, μήπως ανακαλύψω κάποια καινούργια συναρπαστική λεπτομέρεια. Κάτι θα μου έχει ξεφύγει, είμαι σίγουρη, και φτάνει να παρατηρήσει κανείς τις μορφές που έχουν φτιάξει κάπως αόριστα από τσιμέντο γύρω από το σπήλαιο για να βρει την κρυμμένη, αυτή που θα δώσει νόημα στα πάντα, στην ύπαρξη του Σπηλαίου κυρίως.

Τι σπηλιά είσαι δηλαδή, αν δεν κρύβεις κάτι;

Τις μέρες αυτές τις ηλιόλουστες, που το πάρκο έχει γεμίσει παιδιά, τα βλέπεις να χώνονται μέσα στη σπηλιά, να σκαρφαλώνουν επάνω της, να χοροπηδούν εκεί δίπλα στον αγκαθωπό κάκτο που την κάνει πιο υποβλητική, να τσιρίζουν μαγεμένα από τον κίνδυνο και την τόλμη τους. Η μικρή που κλαίει βγαίνοντας μάλλον έφαγε τα μούτρα της στο ανώμαλο έδαφος, θέλει λίγη προσοχή. Η μαμά της τη βουτάει από το χέρι και την τραβάει θυμωμένη έτσι που το παιδάκι σηκώνεται λοξά προς την μεριά του μητρικού χεριού, «δεν σου είπα να μη μπεις; Δεν σου το είπα; Ακούς όμως; Όχι, δεν ακούς! Άλλη φορά να με ακούς!».

Καημένο παιδάκι, αντί να σταματήσει το κλάμα δυναμώνει βέβαια, κι ο θυμός της μαμάς επίσης. Φωνάζει πιο δυνατά καθώς απομακρύνονται, έτσι μου έρχεται να πάω να τις παρηγορήσω και τις δυο, καθώς φαίνεται πρώτη φορά να τους συμβαίνει κάτι τόσο φοβερό, να έπεσε το πιτσιρίκι και να κλαίει. Θα ήθελα να πω της μαμάς να είναι ψύχραιμη, δεν είναι τόσο φοβερό να πέφτουν και να χτυπάνε τα παιδιά, δεν χρειάζεται να το μαλώνει τόσο πολύ που δεν την άκουσε, είναι φυσικό να έχουν τα μικρά περιέργεια για μια σπηλιά, ας είναι και τσιμεντένια, κι είναι κρίμα να μην το παρηγορήσει το παιδάκι της, να μην αδράξει την ευκαιρία να το πάρει αγκαλιά και να το διαβεβαιώσει πως ό,τι κι αν έπαθε, μέχρι να παντρευτεί θα γιάνει, ότι είναι γενναίο παιδί που προχώρησε άφοβα στη σκοτεινή σπηλιά (όχι πως είναι και πολύ σκοτεινή, αλλά λίγο παραπάνω θάρρος τα μικρά παιδάκια το χρειάζονται), κι ότι με ένα φιλάκι της μαμάς το βαβά θα περάσει γρήγορα.

Όλες αυτές τις ανοησίες που είναι τόσο σοφές για την αντιμετώπιση αντιξοοτήτων, η μαμά θεωρώντας τις ξεπερασμένες τις πέταξε στα σκουπίδια, προφανώς, και περιορίζεται να εκδηλώνει τον προσωπικό της θυμό για την πρωτοβουλία της κόρης της καθώς προχωρά σε άλλα δρομάκια. Δεν σκέφτεται ότι με αυτό τον τρόπο κινδυνεύει να της καλλιεργήσει δειλία και έλλειψη αυτοπεποίθησης, ούτε καν ότι είναι σκληρό να την πληγώνει τραβολογώντας την έτσι μπροστά σε κόσμο.

Μου έρχεται να της μιλήσω, και κρατιέμαι με δυσκολία. Οι νέοι γονείς δεν δέχονται καθόλου ευχάριστα τις συμβουλές περαστικών σε κάποιο πάρκο, ούτε και πουθενά αλλού. Μπορεί να θυμώνουν, να φωνάζουν με τρόπο που νομίζεις ότι χρειάζονται να ακουστούν σε μεγάλη ακτίνα ακριβώς για να παρέμβει κάποιος τρίτος, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Αν παρασυρθείς από τη φωνή που νομίζεις ότι σε καλεί, ή από το κλάμα που νομίζεις ότι κι αυτό σε καλεί, ή απλώς από την ανάγκη να μεταδώσεις λίγη από τη σοφία σου, κινδυνεύεις να σε προσβάλουν που φύτρωσες εκεί που δεν σε σπέρνουν.

Μου τυχαίνει συχνά στο πάρκο να βλέπω γονείς που φέρονται προσβλητικά στα παιδιά τους και κάθε φορά πρέπει να παίρνω βαθιές ανάσες για να αντισταθώ στον πειρασμό να επέμβω. Μα ναι, έχουν δίκιο, τα σπήλαια, ακόμα και τα εντελώς ψεύτικα όπως αυτό του πάρκου, μπορεί να κρύβουν κινδύνους, όπως και το παιχνίδι, το τρέξιμο, το ποδήλατο, τα πάντα, αλλά πώς μαθαίνεις στα παιδιά να προσέχουν;

Ξαφνικά όλα τα δρομάκια γίνονται εχθρικά, κίνδυνοι μπορεί να παραμονεύουν σε κάθε βήμα, σε κάθε πυκνό θάμνο, κι έχει μπόλικους εδώ. Κι ο θεός Παν αυτοπροσώπως, μπορεί να μην εμφανίζεται ξεκάθαρος στις μορφές που έχει φτιάξει ο γλύπτης Βασσάλος με τσιμέντο στο σπήλαιο του Πανός, αλλά εκεί στα πυκνά αλσύλλια δεν αποκλείεται να δεις να βγαίνει το τραγοπόδαρο του από μιαν άκρη, και να διακρίνεις στη σκιά το επίσης τραγίσιο μούτρο του.

Τέτοιος τύπος ήταν ο Πάνας, κρυβόταν σε δάση και θάμνους για να πετάγεται απότομα και να τρομάζει τα κορίτσια με τα τραγίσια του πόδια και διάφορα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μοιραζόταν με το ανδρικό φύλο.


Το θέμα είναι ότι δεν μπορείς να τον αποφύγεις, όσο κι αν ακούς τη μαμά.Ούτε τον Πάνα, ούτε τις πτώσεις, ακόμα κι αν δεν πηγαίνεις ποτέ να παίξεις σε παιδική χαρά. Κάποια στιγμή, κάπου, κάπως, κάποτε, θα σκοντάψεις και θα πέσεις, μα στο πεζοδρόμιο, στα λίγα βήματα που σε χωρίζουν από το αυτοκίνητο σου, μα στις σκάλες του σχολείου, δεν υπάρχει περίπτωση να το γλιτώσεις τελείως. Όσο για τον θεό Πάνα και τις ενσαρκώσεις του, άστο καλύτερο, είναι περίπλοκο, αλλά ούτε κι αυτόν μπορείς να τον αποκλείσεις εντελώς. Οπότε ψυχραιμία.

Καθώς απομακρύνονται μαμά και κοριτσάκι, και το κλάμα κι η φωνή ακόμα ακούγονται, άλλα παιδάκια, απτόητα, ορμούν στη σπηλιά με ύφος κομάντο που θα συλλάβουν επ αυτοφώρω το λήσταρχο Νταβέλη. Είναι αγόρια και ίσως έχουν μαμά πιο στοχαστική, που είναι σε θέση να καταλάβει ότι αν τα μαλώσει για την τόλμη και την περιέργεια τους, μάλλον θα κάνει κακό στη μελλοντική τους αυτοπεποίθηση.


Δεν θέλω να σκεφτώ ότι ακόμα οι γονείς των αγοριών τα αφήνουν πιο ελεύθερα από όσο τα κορίτσια, ότι ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες τους για εξερεύνηση, ενώ των κοριτσιών τις αποθαρρύνουν. Όχι, θα είναι σύμπτωση. Ας δω κι ένα κοριτσάκι. ..

Μπαίνουν, βγαίνουν, γελούν τα αγοράκια. σκαρφαλώνουν επάνω με λίγη αναρρίχηση, προκαλούν και τον αγκαθωπό κάκτο, ξεκαρδίζονται στα γέλια καθώς πάνε να πέσουν και τα καταφέρνουν να σταθούν όρθια. Τίποτε δεν τα εξιτάρει περισσότερο από λίγη αίσθηση κινδύνου, λίγο άγνωστο, λίγο σκοτάδι, λίγο μυστήριο. Κι αυτό το Σπήλαιο είναι τέλειο στη δοσολογία που έχουν βάλει το μυστήριο και το σκοτάδι, την ατμόσφαιρα σπηλιάς, μέσα στο Πεδίο του Άρεως. Αν μάλιστα έχεις περιδιαβεί και την αλέα με τους ωραίους ανδριάντες των ηρώων του 21, σου έρχεται ακόμα καλύτερη η πρόκληση της σπηλιάς που θα μπορούσε να είναι πάνω σε κάποιο βουνό και να κρύβει αρματωλούς και κλέφτες. Από τύχη μάλλον είναι που δεν πέρασε άλλο κοριτσάκι.


Ακόμα και μεγάλοι εντυπωσιάζονται, πλησιάζουν, μερικοί μπαίνουν μέσα προσεχτικά, μην πατήσουν τη λάσπη που μαζεύεται και τα σκουπίδια που όλο και κάποιος θα βρεθεί να πετάξει. Όπως όλα τα άγρια μέρη, το επισκέπτονται αυτοί που θα φάνε οπωσδήποτε τα τσιπς τους στο σημείο της μεγαλύτερης έντασης, σα να βρίσκονται στο σινεμά, και θα πετάξουν την άδεια σακούλα μαζί με το χρησιμοποιημένο χαρτομάντιλο. Κανένα μυστήριο δεν αντιστέκεται στη μπαναλιτέ των σκουπιδιών. Ακόμα κι ο Πάνας τρομάζει.





Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Στη θέση του χωριού, τι;

Περπατώ στο πάρκο μια μέρα με κρύο και μπροστά μου μια μητέραμαλώνει το αγοράκι της. Δεν το μαλώνει ακριβώς, είναι μια πολύ δραματική στιγμή, την έχει κουράσει, εκείνη φωνάζει, εκείνο κλαίει απελπισμένο με λυγμούς σπαρακτικούς. Οι λυγμοί ενστικτωδώς είναι δυνατοί, μπορεί στο βάθος να θέλει να ακουστούν σε όλο το πάρκο, να επέμβει κάποιος, να σταματήσει το δράμα.

Ποιος, όμως, να επέμβει; Εγώ που περνάω αυτή τη στιγμή δίπλα; Πώς να το κάνω; Πώς γίνεται να τραβήξεις για λίγο, για δευτερόλεπτα, τα παιδιά από την απόλυτη εξουσία και αρμοδιότητα του γονιού τους;

Το παιδάκι είναι πολύ μικρό, το πολύ τριών ετών, ίσως δυόμισι. Το θέμα σύγκρουσης είναι ο πατέρας του, η μάνα έξαλλη του λέει να τον πάρει τηλέφωνο, το παιδάκι να πάρει τον πατέρα, να του πει ότι δεν τη θέλει, ότι προτιμά να μείνει μαζί του. Το παιδάκι δεν αντέχει τέτοιο περίπλοκο εκβιασμό, κλαίει, ουρλιάζει, ρουφάει τη μύξα του με σπασμένη αναπνοή και ξανακλαίει. Η μάνα του απλώνει το τηλέφωνό της με το ένα χέρι, «Πάρ’ τον λοιπόν, πάρ’ τον!»,λέει και ξαναλέει, και αυτό όλο θρηνεί.

Είναι πολύ ενοχλητικό, είναι αβάσταχτο, θέλει κανείς να της αρπάξει το παιδί από τα χέρια και να το πάρει αγκαλιά, να του σκουπίσει τα δάκρυα, αλλά πώς; Από μακριά εύχομαι να ηρεμήσει ώσπου να πλησιάσω, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται αδιάπτωτα μέχρι που φτάνω κοντά τους. Περνάω δίπλα τους με το στομάχι σφιγμένο, δεν ενοχλείται καθόλου ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, η έξαλλη μάνα δηλαδή, ενώ ήμουν τόσο κοντά δεν σταμάτησε, δεν γύρισε, δεν μου έδωσε καμία σημασία. Τους προσπερνάω γεμάτη ενοχές.

Πώς θα μπορούσα να επέμβω; Αν ήμουν άντρας, ας πούμε, θα ήταν πιο εύκολο; Τι φοβάμαι; Θα με έβριζε κι εμένα κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα βοηθούσε η παρέμβασή μου, μπορεί να σταματούσε λίγο τις φωνές μέχρι να απομακρυνθώ, κι ύστερα να ξέσπαγε χειρότερα στο μικρό λέγοντάς του «Ορίστε τι έκανες, μας τη λένε τώρα και οι ξένες περαστικές!», κάτι τέτοιο. Χρόνια πριν, όταν ήμουν πιο νέα, πιο θαρραλέα και αυθόρμητη, είχα βάλει τις φωνές σε κάποιον που χτυπούσε το παιδί του στο δρόμο. Να μη σε νοιάζει εσένα, μου είχε απαντήσει άγρια, με νοιάζει γιατί παραβαίνεις το νόμο, είχα την (σπάνια για μένα) ετοιμότητα να αντιλέξω, απαγορεύεται να δέρνεις το παιδί σου! Φυσικά με είχε στολίσει με διάφορα επίθετα κατάλληλα για γυναίκες, αλλά κάπως είχε σταθεί, είχε πάρει ανάσα, κι είχε σταματήσει να το χτυπάει. Κι αν τότε η επόμενη στιγμή ήταν να πάει στο σπίτι με το παιδί κι εκεί αθέατος να το σπάσει στο ξύλο με την ησυχία του; Μπορούν να σταματήσουν να είναι βίαιοι οι γονείς που έχουν συνηθίσει τη βία στην καθημερινότητά τους; Αλλά μπορεί και να το σκέφτηκε λίγο, ήλπιζα, κι αφού ενημερώθηκε ότι ο νόμος απαγορεύει να χτυπά κανείς το ίδιο του το παιδί, να αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Ποια εξέλιξη από τις δύο μοιάζει πιθανότερη;

Καθώς προχωράω λίγο ακόμα μπροστά από τη μάνα με το πιτσιρίκι που σπαράζει χωρίς εκείνη να χαμηλώνει ούτε τον τόνο της φωνής ούτε την επιθετική της διάθεση, ντρέπομαι πια πολύ. Δεν γίνεται να φύγω χωρίς να κάνω κάτι. Πρέπει να επεμβαίνετε, διάβασα συμβουλές ειδικών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, δεν πρέπει να μένετε απαθείς όταν ένα παιδί υποφέρει από τους γονείς του, αν πέσει στην αντίληψή σας. Ναι, αλλά πώς; Πώς να το κάνουμε όταν ξέρουμε ότι τα παιδιά είναι απόλυτα εξαρτημένα από τους γονείς; Πώς να το κάνουμε έτσι που να βγει στ’ αλήθεια κάποιο θετικό αποτέλεσμα;

Εδώ μπροστά μου, και πλέον πίσω μου, γιατί έχω προσπεράσει, βλέπω καθαρά άσκηση σαδισμού από τη μάνα, που ποιος ξέρει τι ζόρια τραβάει από τον πατέρα του παιδιού της ή από τη ζωή της, πάνω σε ένα ανυπεράσπιστο κι εντελώς εξαρτημένο από αυτήν νήπιο. Κάτι ξεθυμαίνει επάνω του κι είναι φανερό ότι το απολαμβάνει με κάποιο διεστραμμένο τρόπο, η σκέψη ότι εκτίθεται δημόσια δεν την απασχολεί. Πώς να φερθεί ο περαστικός; Δεν μιλάμε καν για ξύλο, δεν το χτυπάει το παιδί, η φράση όμως που σφυροκοπάει καθώς εκείνο σπαράζει στο κλάμα είναι τόσο απειλητική που ένας Θεός ξέρει τι τραύματα του δημιουργεί, τι χαρακτήρα του πλάθει.

Τι κάνει κανείς εδώ και τώρα; Δεν ζούμε πια στην εποχή που το παιδί χρειαζόταν ένα χωριό για να μεγαλώσει. Τώρα οι γονείς έχουν πάρει τη θέση του χωριού και δεν ανέχονται επισκέπτες. Τώρα ακόμα και να χαμογελάσεις σε ένα παιδάκι στο δρόμο μπορεί να τους ενοχλήσει, ακόμα κι αν πεις μια απόλυτα φιλική κουβέντα από τη χαρά σου που βλέπεις παιδιά. Για να τους πιάσεις κουβέντα πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός και οι γονείς να είναι δίπλα. Είναι τόσο σπάνια η παρουσία παιδιών στην πόλη μας, που δεν κρατιέμαι όταν τα βλέπω, θέλω να τους χαμογελάσω, να πω μια τρυφερή φράση, κι όποτε το κάνω πάντα οι γονείς στραβοκοιτάζουν ενοχλημένοι.


Πρέπει να περάσει πολλή ώρα για να χαλαρώσουν, να βεβαιωθούν ότι δεν κινδυνεύουν από σένα, ότι δεν έχεις κακές προθέσεις, ότι μπορεί και να ωφεληθεί το παιδί από κάτι που θα του πεις ή θα του δώσεις, και φυσικά στην καθημερινότητα της πόλης δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια. Ετσι είναι πια ο τρόπος που ζούμε, τα παιδιά δεν έχουν χωριό. Τα συμπονώ πολύ, ούτε κι εγώ είχα χωριό, αλλά τουλάχιστον καμιά φορά με άφηνε η μάνα μου στη γειτόνισσα. Τώρα κάτι τέτοιο θέλει ανθρώπους ικανούς για μεγάλες υπερβάσεις.


Καθώς οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται και με τραβούν από το στομάχι δεν αντέχω να συνεχίσω να περπατώ σαν να είμαι τυφλή και κουφή, σταματώ και κάνω μεταβολή. Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω τη μάνα, χωρίς να μιλάω, περιμένοντας. Αυτή συνεχίζει, αγνοεί την ύπαρξή μου, αλλά κι εγώ το αποφάσισα, δεν σαλεύω. Σταυρώνω και τα χέρια στο στήθος, σαν δασκάλα που περιμένει να της πει κάποιος το μάθημα είσαι, λέω στον εαυτό μου, αλλά μένω έτσι. Η μάνα απτόητη. Σιγά μη σκάσει που κάποια άγνωστη την παρατηρεί. Ωστόσο, σαν να κουράστηκε. Σαν να παίρνει ανάσα, σαν να θέλει να πιει νερό. Στέκεται λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή, κάτι ψάχνει στην τσάντα, βάζει το τηλέφωνο μέσα. Το μωρό κλαίει ακόμα. Εκείνο δεν κουράζεται. Τα βρέφη και τα νήπια έχουν διαφραγματική αναπνοή, μπορούν να φωνάζουν με τις ώρες. Δεν είναι βρέφος, ίσως σιγά-σιγά να τη χάνει τη διαφραγματική αναπνοή, πνίγεται από τους λυγμούς που έχουν γίνει μηχανική επανάληψη. Η μάνα τού λέει «Σκάσε πια!», αλλά εκείνο συνεχίζει. Είναι η πιο ήρεμη στιγμή του περιστατικού.


Σηκώνει στιγμιαία το κεφάλι και με κοιτάζει, αστραπιαία απομακρύνει το βλέμμα. Στέκομαι λίγο ακόμα, τη βλέπω να χαμηλώνει προς το πιτσιρίκι, δεν φωνάζει πια αλλά είναι γεμάτη νεύρα. Εκείνο κλαίει. Δεν αντέχω να μείνω άλλο, ξανά μεταβολή και φεύγω. Αν πήγαινα κοντά της και τη ρωτούσα «Μήπως χρειάζεστε κάτι;», άραγε θα ήταν καλύτερα; Ισως κι αυτή να ήθελε έναν άνθρωπο να πει τον πόνο της, αν και ήταν τόσο έξαλλη που μάλλον θα είχε διάθεση να με δαγκώσει.

Θα ήθελα πολύ να έχω οδηγίες χρήσεως για τέτοιες καταστάσεις. Ας μας έλεγε εκείνη η ειδικός που συμβουλεύει να επεμβαίνουμε, πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Πώς να γλιτώνεις τα παιδιά από τη βαρβαρότητα των γονιών τους, ή καλύτερα ας μην είμαστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί δεν μπορεί κανείς στην πραγματικότητα να ελέγξει τη γονεϊκή εξουσία, ας πούμε απλώς πώς να απαλύνεις λίγο, ελάχιστα, τη διάθεσή τους να τα βασανίσουν, να τα τραυματίσουν, να τα κακοποιήσουν; Πώς να επέμβει κανείς έτσι ώστε να μη δημιουργήσει χειρότερη κακοποίηση αλλά να κατευνάσει τη μανία; Υπάρχει τρόπος; Να βρούμε κάτι, να κάνουμε ένα κίνημα, να το ονομάσουμε Δημιουργία Αναγκαίου Χωριού, κάτι τέτοιο. Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Στη θέση του χωριού τι να βάλουμε;


 

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

Αέναη μείωση κόστους

Στα σούπερ μάρκετ της Βρετανίας οι ταμίες τείνουν να καταργηθούν. Πρέπει να πηγαίνεις τα ψώνια σου σε αυτόματα μηχανήματα, να τα περνάς μόνος σου ένα- ένα σε σκάνερ, κι αν είναι φρούτα να βρίσκεις μόνος σου πώς ακριβώς λέγονται, να τα μετράς, να μην κάνεις λάθη. Κάθε φορά κάτι κάνω λάθος και περιμένω μπροστά σε μια μηχανή που σφυρίζει ή μουγκρίζει σα δράκος να έρθει κάποιος βιαστικός υπάλληλος να διορθώσει την κατάσταση. Στο μεταξύ, θέλοντας και μη, έχω ενοχές, αισθάνομαι ηλίθια και ταυτοχρόνως θυμώνω, διότι ξέρω πολύ καλά ότι με έχουν βάλει να κάνω δουλειά που ήταν δική τους, μας έχουν βάλει όλους να αντικαθιστούμε τους ταμίες, όπως αντικατέστησαν τους πωλητές. Έχει αρχίσει και στην Αθήνα η μόδα αυτή, την οποία είμαι αποφασισμένη να πολεμήσω συστηματικά, κι ας περιμένω σε μεγάλες ουρές για το κανονικό ταμείο. Φαντάζομαι διάφορους κοστουμαρισμένους μανατζαρέους γύρω σε μεγάλα τραπέζια να υπολογίζουν πόσα κέρδη παραπάνω θα έχουν τα μαγαζιά τους όταν θα καταφέρουν να υποχρεώσουν όλους τους αγοραστές να κάνουν τις δουλειές που θα έπρεπε να κάνουν οι ταμίες, και φουντώνω. Ένας τρόπος να τους αναγκάζεις κάθε φορά να καθυστερούν, αν υποθέσουμε ότι θα καταφέρεις να μην κάνεις λάθος σε τίποτε άλλο, είναι να παίρνεις κάθε φορά κάτι με αλκοόλ, είναι τότε υποχρεωμένοι να έρχονται να διαπιστώσουν αν είσαι πάνω από 18, και τουλάχιστον απολαμβάνεις την αναμονή με λίγο σαδισμό, αντί να σε πνίγουν οι ηλίθιες ενοχές. Έχω αποφασίσει να το κάνω ανελλιπώς. Έγινε αλκοολική πολεμώντας το σύστημα, θα γράψουν στον τάφο μου.

Αποχαιρετισμός

Και τώρα όλοι είναι αναμνήσεις και ιστορίες, ο παππούς που λάτρευα, η γιαγιά που δεν γνώρισα και η αδερφή της που τη γνώρισα, η μαμά μου και οι θείες μου, και οι άλλες θείες, οι ξαδέρφες τους, αφού πέθανε σήμερα και η τελευταία της γενιάς τους, το μικρό κοριτσάκι στα γόνατα του μπαμπά της, η θεία μου Μάτα. Θεσσαλοί από το Πήλιο κι από τον θεσσαλικό κάμπο, εσωτερικοί μετανάστες στο Αγρίνιο, ποζάρουν εδώ στην εξοχή, στις διακοπές που έκαναν στη Ναύπακτο, και δεν ξέρω γιατί έχουν τόσο μελαγχολικό ύφος. Μόνο η θεία Νίτσα χαμογελάει, το κορίτσι με τα ποιήματα, μπορούσε να σου σκαρώσει ένα στα γρήγορα με το που την έβλεπες. Αντίο, υπόσχομαι να σας θυμάμαι, να σας αγαπώ, να σας αναγνωρίζω στα πρόσωπα των παιδιών, των εγγονιών, των δισέγγονων σας, όλων των κατιόντων τέλος πάντων, και να τους λέω την ιστορία σας.


 

Τιμή σ’ εκείνους

 Κουράγιο σ εκείνους όπου στη ζωή των  Χρειάζεται να περπατούν σε τέτοια πεζοδρόμια  Ποτε από την Αθήνα μη κινούντες  Πίστεψαν ότι θα τους α...