Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Δεν έχουν όλα χαθεί

Στο τρόλεϊ δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά ήταν κατειλημμένα όλα τα καθίσματα. Μπήκα στην Ακαδημία, στάθηκα όρθια κοντά στο παράθυρο, είχα άνεση να παρατηρώ μέσα κι έξω. Δίπλα μου, σε κάθισμα απ’ αυτά που οι κατασκευαστές των οχημάτων προορίζουν για γέρους, εγκύους, αναπήρους κλπ, καθόταν μια ωραιότατη νεαρή ύπαρξη. Όρθιος κοντά της ένας ηλικιωμένος στηριζόταν τρέμοντας σ΄ένα καρότσι λαϊκής. Μπορεί να είχε πάρκινσον, ή κάτι τέτοιο, κάθε του μέλος έτρεμε χωριστά, κι όλος μαζί επίσης, κεφάλι, πόδια, πρόσωπο, τα πάντα. Ήταν δοκιμασία μόνο να τον βλέπεις, αλλά η ωραία μικρή δεν τον έβλεπε. Ίσιαζε το μαλλάκι της, έφτιαχνε τ’ ακουστικά της, κοιτούσε τα γόνατά της, ή έξω. Καρφώθηκα πάνω της, έσκυψα πάνω από το σωλήνα που μας χώριζε, δεν ήταν δυνατόν να είναι τόσο αδιάφορη. Φορούσε από δυο λεπτές αλυσιδίτσες στους καρπούς, είχε ροζ βαμμένα νύχια. Δέρμα απαλό, πρόσωπο γλυκό, όλα τέλεια. Και καμία επαφή με το περιβάλλον.
Τι να κάνω; Να της μιλήσω, να τη σκουντήσω, να πω κάτι; Περνούσαν οι στάσεις, ο ψηλός τρεμάμενος γέρος άλλαζε κάθε τόσο χέρι στο καρρότσι, τον τράνταζαν τα φρεναρίσματα μετακινιόταν λίγο τρέμοντας ασταμάτητα, στο πρόσωπο φαινόταν ότι υποφέρει αλλά δεν έλεγε τίποτε, δεν κοίταζε κανέναν. Τι με νοιάζει; Άρχισα να κοιτάζω τη νεαρή, το στομάχι μου σφίχτηκε, δεν μπορώ ακόμα να μην αναστατώνομαι με τη γαϊδουριά. Να την πληροφορήσω ότι τα καθίσματα αυτά είναι ειδικά, λέγονται θέσεις προτεραιότητας, επίτηδες χαμηλά για τους ανθρώπους με προβλήματα; Από τα περισσότερα οχήματα έχουν βγάλει και τις ταμπελίτσες. Δεν μπαίνει κανείς στον κόπο να εκπαιδεύσει το κοινό. Κάποτε ο οδηγός έλεγε, «μια θέση για την κυρία με το παιδάκι, ή για την κυρία που είναι σε ενδιαφέρουσα». Εχω χρόνια να τ’ ακούσω. Ίσως είναι συνδικαλιστική πρόοδος, να μη χρειάζεται ο οδηγός να ασχολείται με τους επιβάτες.  
Οι γονείς όχι. Δεν μαθαίνουν τα παιδιά τους να δίνουν θέση. Τα θεωρούν πάντα πιο σπουδαία πρόσωπα από κάθε άλλον, επίσης μπορεί να ελπίζουν ότι δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν στη ζωή τους τρόλεϊ και λεωφορεία. Οπότε χρειάζεται πληροφόρηση. Και γιατί πρέπει να την κάνω εγώ; Υπομονή, σε λίγο θα κατέβω.
Προχωρά αργά το όχημα, έχουμε φτάσει στη Μαυροματαίων, ακόμα ο γέρος τρέμει δίπλα στη νεαρή, κι εκείνη τίποτε. Κάποια στιγμή σήκωσε το αθώο βλέμμα της κι είδε το δικό μου, θα πρέπει να πετούσε κεραυνούς, αμέσως κοίταξε αλλού. Περνά κανα πεντάλεπτο, τελικά δεν αντέχω, σκύβω κι αγγίζω ελάχιστα τον σφριγηλό πήχη δίπλα στο βραχιολάκι, «κοίταξε τον!» της ψιθυρίζω. Πολύ σιγά, χωρίς ήχο σχεδόν. Γύρισε επιτέλους το κεφαλάκι, κατάλαβε αμέσως ποιον εννοούσα. «Τον είδες;» Το κούνησε  καταφατικά. «Σήκω λοιπόν!»

Απαλά. Τα είπα όλα απαλά, τελοσπάντων από το να σκάσω έκανα μια προσπάθεια παρέμβασης. Περιμένω, κουνιέται λίγο, δεν σηκώνεται αμέσως, πλησιάζουμε στη στάση του Πανελλήνιου, στηρίζει την τσάντα στον ώμο και τελικά το παίρνει απόφαση. Ο έρμος ο άνθρωπος σχεδόν σωριάζεται στο κάθισμα κι εγώ γυρίζω από την άλλη να πάρω μια βαθιά ανάσα. Μπορεί να της είπε ευχαριστώ, δεν ξέρω. Μπορεί να κατέβηκε, μπορεί να περίμενε όρθια, δεν θέλω να δω περισσότερα, αλλά ουφ, ξαλάφρωσα. Θα μου καθόταν στο στομάχι αν το κατάπινα αμάσητο. Μπορεί το κορίτσι να με βρίζει από μέσα του, τουλάχιστον δεν έβρισε απ’ έξω. Κάπως το δέχτηκε, σηκώθηκε τελικά. Είναι μια αντικειμενική αλήθεια, ο γέρος χρειαζόταν το κάθισμα, και οφείλουμε να το καταλαβαίνουμε. Και κάπως το δέχτηκε. Δεν έχουν όλα χαθεί.
Δημοσίευση σχολίου

Απέραντη λιακάδα

Έγινε αβλαβής για τον άνθρωπο βιολογικός καθαρισμός, γράφει ένα χαρτί κολλημένο στον κάδο. Κάτι αόρατο πέρασε και τον άγγιξε, παραμένει...