Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Για την Ερατώ

Ο μπαμπάς μου ο Σπύρος, με την Ερατή αγκαλιά
Θέλησα να δω την Ερατώ λίγες μέρες πριν, δεν είναι ένας μήνας. Ήμασταν στη Φωκίωνος όπου έμενε, κάτω από τα δέντρα που έχουν φουντώσει, κι έχουν μεγαλώσει πολύ παρατήρησε η μητέρα μου, κάτοικος Κυψέλης τα τελευταία εξήντα χρόνια. Δεν τα καταφέραμε εκείνη τη φορά, είπαμε δεν πειράζει, μια άλλη φορά, και μείναμε κάπως σιωπηλές κάτω από τα πολύ ωραία δέντρα, ενώ αν ήταν εκείνη μαζί μας θα μπορούσαμε να έχουμε μιλήσει, εκείνη κάτι περισσότερο θα έβρισκε να πει. Μπορεί και να μας έκανε μετά από λίγο να θέλουμε κι εμείς να πούμε άλλα τόσα και να λέγαμε, μη με διακόπτεις σε παρακαλώ- εμάς που πριν δεν υπήρχε τίποτε να διακόψεις- Είχε αυτό το ταλέντο, δεν δίνουν βραβεία και τίτλους, αλλά όσοι από μας έχουμε συνηθίσει να κάνουμε οικονομία στην ενέργειά μας, στα λόγια και στον ενθουσιασμό που σκορπίζουμε, ή που μάλλον δεν σκορπίζουμε, μπορούμε νομίζω να το εκτιμάμε αυτό, τη γενναιοδωρία αυτή: ενέργειας, ενδιαφέροντος, και πάθους για τα πράγματα, για το κάθετι, που προσφέρεται απλόχερα, και σε ξυπνάει, σε κουρδίζει, σε ωθεί σε ανακαλύψεις. Σε άλλες περιστάσεις, σε μεταγενέστερες εποχές, η Ερατώ θα μπορούσε να έχει γίνει διευθύντρια σε κάτι, ή καθηγήτρια, αυτό θα της άρεσε νομίζω πολύ, είχε πάθος με τη μόρφωση, δικηγόρος ή πολιτικός με πολλή θέρμη, δραματική ηθοποιός, μ' αυτή τη βαθιά και δυνατή φωνή, αλλά ξέρετε πώς είναι αυτά, τίποτε δεν έχει τη γλύκα της καθημερινότητας που δεν συνδέεται με επάγγελμα, δεν μπαίνει στα καλούπια, οπότε υπήρξαμε όλοι προνομιούχοι που την είχαμε έτσι απλά, ανάμεσά μας να παθιάζεται με το ένα και το άλλο, να τα αναλύει, να ρωτάει, να βγάζει νέα συμπεράσματα που έπρεπε να κοινοποιηθούν και να τεθούν σε διαβούλευση τηλεφωνική ή δια ζώσης.
Ύστερα, οι άλλες περιστάσεις, οι άλλες εποχές, μπορεί να μην είχαν κάνει την Ερατώ αυτό που ήταν, αυτό το θερμό και διεκδικητικό και μοντέρνο κορίτσι, που ήθελε να σπουδάσει και που τα κατάφερε, κι ας μην ήταν αυτό στα ιδανικά της οικογένειας, την οποία λάτρευε και στην οποία αφοσιώθηκε τελικά. Αν δεν ήταν η αγαπημένη του πατέρα της, του Δημητρού Εφραίμογλου, η μοναχοκόρη που είχε αδυναμία στους δυο αδερφούς της, τον Μηνά και τον Λάκη, και που την ανταπέδιδαν, σ' αυτή την οικογένεια που είχε πίσω της ένα τραύμα, τον ξεριζωμό των γονιών από την πατρίδα τους, από τα Σπάρτα της Μικράς Ασίας και οι δυο, αν δεν είχε μεγαλώσει σε μια κοινωνία που οι γυναίκες έπρεπε να παλεύουν για πράγματα που είναι σήμερα αυτονόητα, δεν θα ήταν η Ερατώ. Ακόμα κι αν δεν είχε αυτό το όνομα, ανάμνηση της τάσης των μικρασιατών Ελλήνων για αναβίωση του αρχαίου κλέους, από την αδερφή της μητέρας που πέθανε νέα πολύ και ωραία, πριν εκείνη γεννηθεί, ή ακόμα κι αν δεν είχε το ρομαντικό και νεαρό θείο Σπύρο να την μυεί στο λυρισμό εξ απαλών ονύχων, ίσως να μην ήταν τόσο λυρική, να μην αφηνόταν σε τέτοιο έρωτα για τα πρόσωπα και τα πράγματα, να μη θυμόταν ως τις τελευταίες μέρες της ζωής της ποιήματα του Γρυπάρη, που απήγγελε στους καταγοητευμένους συνασθενείς και το προσωπικό του νοσοκομείου. Αλλά ήταν η Ερατώ, δεμένη βαθιά με κάθε ανιόντα του χαμένου παραδείσου, που πάλευε ωστόσο για το ατομικό θάρρος της γνώμης και της προσωπικότητάς της, και στους νεώτερους παρέδιδε έρωτα για τις σπουδές και τη μόρφωση με ασίγαστο πάθος, θυμίζοντας τη ρήση του παππού μας, για το χρυσό βραχιόλι που πέρασε στο χέρι της με το πτυχίο, ένα χρυσό βραχιόλι εσωτερικού πλούτου που πάντα σε στολίζει, ήταν η μητέρα που νανούριζε τις κόρες της με τη Φλαμουριά του Σούμπερτ, χαρίζοντας τους τη νοσταλγία για κάποιο ανείδωτο μεγάλο δέντρο που καλεί πάντα στη γαλήνη, η Ερατώ που έζησε το μεγάλο δίλημμα των γυναικών ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια και που δεν το έλυσε ποτέ εντελώς, γιατί και όταν άφησε τη δουλειά και χάρηκε την καθημερινότητα του έγγαμου βίου, αγάπησε πολύ το Νίκο, δέθηκε κι απόλαυσε τη ζωή μαζί του, παρέμεινε δραστήρια και παθιασμένη, με τα μάτια στραμμένα στον κόσμο και στην προσπάθεια να επικοινωνήσει μαζί του. Νομίζω ότι δεν πρέπει να έλειψε από καμία εκδήλωση του Ιδρύματος Μ. Ε., για παράδειγμα.
Αντίο Ερατώ. Το χρυσό βραχιόλι μεταβιβάστηκε, χωρίς να κοπεί και χωρίς ν' αλλοιωθεί το μέταλλο, στις κόρες σου, τη Μπίλη και τη Μαριάννα και την εγγονή σου την Άρτεμη, η γαλήνη της φλαμουριάς σε περιμένει.

Δημοσίευση σχολίου

Πάμε στην Ντοκουμέντα;

-Πάμε στη Ντοκουμέντα; -Πότε, τώρα; Δεν μπορώ, έχω να βάψω αυγά, να ετοιμάσω τσουρέκια! -Αύριο τότε; Να πάμε αύριο; -Αύριο έ...