Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Ενα βότσαλο στη θάλασσα

Πω πω, σκέφτηκα σε ηλικία τεσσάρων ή πέντε χρονών, πιάνοντας στο χέρι μια πολύ στρυγγυλεμένη και πολύ χρωματιστή πέτρα στην ακροθαλασσιά, γιατί ως τώρα ζούσα χωρίς να έχω δει τέτοιο πράγμα; Με έπνιξε το παράπονο για τα περασμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε. Χαμένα χρόνια! Γιατί δεν ήξερα ότι στη θάλασσα βρίσκει κανείς αυτά τα εξαίσια πράγματα, τη στιγμή που ζούσα νυχθημερόν με τρομερή λαχτάρα για εξαίσια πράγματα; Παράπονο που το θυμάμαι ζωντανό ακόμα καμιά φορά όταν σηκώνω από την παραλία τέτοιο βότσαλο, και γελάω με τη νηπιακή αναδρομική πλεονεξία. Πώς αλλιώς να την ονομάσω την ανάμνηση αυτού του καημού;
Δεν ήταν καν αλήθεια η σκέψη εκείνη, αφού θα πρέπει ήδη πριν τα τέσσερα και τα πέντε να πηγαίναμε διακοπές στη θάλασσα. Υπάρχουν φωτογραφίες κάθε χρονιάς, εκτός πια κι αν ήταν σε αμμουδιές. Κάπου πρέπει να πηγαίναμε σίγουρα, δεν έβγαινε το καλοκαίρι στην Αθήνα. Από τότε ήταν φοβερή κι αβίωτη, ας λένε οι νοσταλγοί που αλλοιώνουν τις αναμνήσεις τους.
Μπορεί όμως να ήταν η στιγμή που έμαθα τη λέξη. Βότσαλο, ήξερα ξαφνικά το όνομα της πέτρας, κι ίσως αυτό που ήθελα να σκεφτώ ήταν ότι ως τότε, τι κρίμα, δεν ήξερα ότι αυτές οι πέτρες λέγονται βότσαλα. Αυτή η παραλλαγή δίνει ιδιαίτερο βάρος στη γλώσσα και τις λέξεις, και μας βάζει αμέσως ερωτήματα υπαρξιακά, αν τα πράγματα έχουν υπόσταση όταν δεν ονομάζονται, ας πούμε. Μερικοί είναι σίγουροι ότι όχι, δεν γίνεται αυτό. Χωρίς όνομα δεν υπάρχει ούτε βότσαλο, ούτε θάλασσα, ούτε αχινός, ακόμα κι αν τον πατήσεις. Άλλοι δεν είναι σίγουροι. Ούτ' εγώ είμαι σίγουρη αν το παράπονο για τα χαμένα χρόνια, τα τέσσερα ή πέντε πριν το βότσαλο, ήταν επειδή δεν είχα ακόμα μάθει τη λέξη, ή επειδή πηγαίναμε διακοπές σε παραλίες με άμμο. Το προσωπικό μου μυστήριο δεν θα λυθεί ποτέ.
Θα πρέπει τότε να άρχισε η μακρά συλλεκτική περίοδος, που συνεχίστηκε για αρκετές δεκαετίες, κι ας ήταν από την αρχή απογοητευτική, κι ας παρέμεινε απογοητευτική ως την τελευταία θαλασσινή πετρούλα. Το ξέρουν όλοι ότι τα βότσαλα μακριά από τη θάλασσα δεν είναι όμορφα πια, χάνεται η στιλπνότητα που τους δίνει το νερό. Πόσα χρόνια πέρασα να τα περνάω βερνίκι ελπίζοντας ότι κάτι θα διατηρούσαν από τη γοητεία τους; Η ωριμότητα μου ήρθε την ημέρα που αρνήθηκα να σηκώσω από το γυαλό μια πέτρα πρασίνην ωραιοτάτην, ξέροντας πια ότι δεν θα μπορούσα να τη φυλάξω. Καταλάβαινα ωστόσο τη φίλη μου που συνέχισε να τις μαζεύει με το όνειρο να φτιάξει κάποτε βοτσαλωτή αυλή. Μπορεί και βοτσαλωτό σπίτι, ποιος ξέρει;
Καλό μήνα Αύγουστο, και μην το παρακάνετε στη βοτσαλοσυλλεκτική.


Δημοσίευση σχολίου

Πάμε στην Ντοκουμέντα;

-Πάμε στη Ντοκουμέντα; -Πότε, τώρα; Δεν μπορώ, έχω να βάψω αυγά, να ετοιμάσω τσουρέκια! -Αύριο τότε; Να πάμε αύριο; -Αύριο έ...