Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Θα εχουμε πάντα το Παρίσι

Θα έχουμε πάντα το Παρίσι, έλεγε ο άλλος, κι εγώ, επειδή δεν το έχω πάντα το Παρίσι, αν κι έχω πάντα την έλλειψη του Παρισιού, έλεγα: θα έχω πάντα το Πεδίον του Αρεως. Θα μπορώ να περνάω, έλεγα, κάθε πρωί από μέσα, θα παίρνω βαθιές ανάσες κάτω από τα δέντρα, θα παίρνω δύναμη κι ύστερα θα παίρνω δρόμο και θα αφήνω δρόμο για να αντιμετωπίσω τη μέρα.
Ας το έχουν εγκαταλείψει οι κηπουροί και οι φύλακες που για ένα διάστημα φάνηκε να ορίστηκαν να το φροντίζουν. Φαίνεται πως δεν έφταναν τα λεφτά, κατανοητό. Ας χορτάριασαν τα παρτέρια, ας έσπασαν τα μάρμαρα που βάλανε σ’ εκείνο το μοντέρνο σιντριβάνι. Ας έκλεισαν οι παιδικές χαρές «προσωρινά» για πέντε χρόνια τώρα. Στο κάτω κάτω τα παιδιά μου μεγάλωσαν, δεν τις χρειάζονται.
Κι εκείνες οι «διαδρομές νερού» ας έγιναν στάσιμη βρόμα. Και οι πλαστικοί σωλήνες ας κόπηκαν φέτες από το ξεχορτάριασμα που γίνεται κάθε διετία. Κι ας μεταφέρθηκε η πιάτσα ναρκωτικών στο άγαλμα από κάτω. Ας ξεκόλλησαν άγνωστοι μέχρι και τα μεταλλικά στολίδια από το μνημείο του Ιερού Λόχου. Εγώ θα περνάω κάθε πρωί, τα δέντρα δεν παθαίνουν τίποτε. Ας βρομάει ο τόπος στην είσοδο της Ευελπίδων.
Καλοκαίριασε, τα παιδιά της γειτονιάς πάλι βγαίνουν και παίζουν μπάλα, θα έχουμε πάντα το πάρκο.
Αμ δε. Πρώτα έκλεισε η πόρτα του φράχτη δίπλα στο Γκρην Παρκ, άλλη θλίψη κι αυτό. Με βόλευε πολύ, αλλά τι να κάνω, πήγαινα από την άλλη. Υστερα έκλεισε η άλλη πόρτα, δίπλα στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Ας είναι, ανέβαινα λίγη ακόμα ανηφόρα.
Τώρα έκλεισε και η άλλη πόρτα στη Μαυροματαίων. Θυμήθηκα πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια: όταν ανήκε ακόμα στο ΥΠΕΧΩΔΕ, που είχαν χτίσει τις πόρτες κάποιο ωραίο πρωινό κι άρχισε εκείνη η μακρά αντιπαράθεση που οδήγησε στην ανάπλαση και σε άλλη αντιπαράθεση, κι από αντιπαράθεση σε αντιπαράθεση ξοδεύτηκαν του κόσμου τα λεφτά, έμεινε κλειστό τρία χρόνια, κι έχει φτάσει σε σημείο χειρότερο απ’ ό,τι πριν από την ανάπλαση.
Τουλάχιστον να ξέραμε τι γίνεται, θα ήταν σημαντικό. Κάποια στιγμή είχε μπει μια πινακίδα: «Οι πόρτες θα κλείνουν από τις 11 το βράδυ ώς τις 5 το πρωί». Ωραία, σύμφωνοι. Κανόνες, ενημέρωση, σχεδόν Παρίσι. Αλλά δεν ίσχυσαν ποτέ. Οι πόρτες έμειναν ανοιχτές και τώρα άρχισαν να κλείνουν διά παντός. Κανείς δεν ξέρει γιατί και πώς, ψυχή δεν υπάρχει να μιλήσεις, να ρωτήσεις.
Φαίνεται πως δεν θα έχω πάντα το πάρκο. Θα έχω μάλλον την ευκαιρία να διαπιστώνω ότι η αυθαιρεσία σε καθημερινή βάση εξαντλεί τη συνείδηση του πολίτη, ταπεινώνει και απελπίζει, έτσι που να μπορεί να χτίσει τον αυταρχισμό πάνω στην περιφρόνηση των αναγκών και των απαιτήσεών του.
Αλλά βέβαια, θα έχουμε πάντα το Παρίσι να μας θυμίζει ότι θα μπορούσαμε να ζούμε καλύτερα.
Δημοσίευση σχολίου

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...