Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Η μακέτα του ξενιτεμένου

Η μακέτα ήταν πολύ βαριά και ογκώδης, δεν χωρούσε στο ασανσέρ. Παραλίγο θα την αφήναμε στο πεζοδρόμιο. Κρίμα θα ήταν, την κατέβασε με τα πόδια ο γιος μου από τον τέταρτο όροφο, αλλά να την ανεβάσει άλλους τέσσερις; Τηλεφώνησα στον άλλο μου γιο, το δημιουργό της μακέτας που έχει ξενιτευτεί και είπε  δεν πειράζει, ας την πετάξουμε. Πόσες μακέτες να φυλάξει πια ένας αρχιτέκτονας; 
Την έβγαλα από το πορτ μπαγκάζ, σκέφτηκα να την ελαφρώσω βγάζοντας το πλεξιγκλάς από πάνω και τη βαριά βάση με το τζάμι που παρίστανε τη θάλασσα από κάτω. Και όντως, την τραβήξαμε, ξεκόλλησε, κι αντί για τζάμι μπορείς να φανταστείς σαν πράσινη θάλασσα τον καναπέ μας. Σε θάλασσα θα γινόταν η κατασκευή, ήταν η πρόταση για το Τοπόσημο στο Δέλτα Φαλήρου. Δεν ήρθε πρώτη, αλλά εννοείται ότι μου αρέσει περισσότερο απο την πρώτη, είναι τόσο ελαφριά, θυμίζει καράβι, κι επιπλέον την έφτιαξε το δικό μου παιδί!
Τι όμορφες που είναι οι μακέτες και τι παρεξηγημένες, μετά την πολιτική τους απαξίωση απο την εποχή της απόπειρας εκσυγχρονισμού. Ορίστε, δεν είναι μακέτα, είχε πει ο καημένος ο Σημίτης δείχοντας τη γέφυρα του Ρίου, νομίζω, γιατί τον κατηγορούσαν ότι μόνο μακέτες είναι τα έργα του. Κι όμως τι σημαντικό που ήταν να γίνονται σχέδια για κατασκευές που θα άλλαζαν τη ζωή μας, να σκύβουν οι αρχιτέκτονες πάνω απο τα κοπίδια τους και τα υλικά τους, τη μπάλσα και το κόντρα πλακέ, το χρωματισμένο σφουγγάρι για τα δέντρα, να μετράνε, να σχεδιάζουν, να κόβουν, κι απο τα ασυνάρτητα αυτά πράγματα να φτιάχνουν προτάσεις για το μέλλον. Πόση δουλειά, πόσα ξενύχτια, πόσες ώρες ατελείωτες δεν είχε περάσει ο γιος μου και οι συμφοιτητές του για να φτιάξουν αυτά τα εργόχειρα, πρώτα στο Πολυτεχνείο κι ύστερα σαν εργαζόμενοι. Καταπληκτικές ιδέες για σχολές χορού, παιδικούς σταθμούς, πλατείες, ένα σωρό μικρόκοσμους που φιλοδοξούσαν να γίνουν περιβάλλον μας, και που δεν χωρούσαν στα διαμερίσματα και στα γραφεία.
Κοιτάζω τις λεπτομέρειες στη μακέτα που κουβαλήσαμε. Αυτό το δικτυωτό με το παιδάκι  να σκαρφαλώνει πάνω, σα μούτσος που μαζεύει τα πανιά, ξέρω πως το εμπνεύστηκε από τον τρίτο της παρέας, το ριψοκίνδυνο αδερφό του ο οποίος πάντα σκαρφάλωνε όπου έβρισκε όταν ήταν παιδί και μας έβαζε σε μπελάδες. Δεν προλαβαίναμε να πάμε κάπου, είχε σκαρφαλώσει όπου υπήρχε τρόπος να ανέβει μια μαϊμού, σε δευτερόλεπτα ακούγαμε φωνές και τρώγαμε κατσάδες: "Δικό σας είναι το παιδάκι αυτό; Πάρτε το γιατί θα τσακιστεί!" Να μεγαλώνεις τέτοιο παιδί στην Ελλάδα των υπερπροστατευτικών γονιών είναι πρόβλημα, πιστέψτε με, στιγματίζεσαι. Μα τι μάνα είσαι εσύ, με είχαν ρωτήσει όχι μια και δυο φορές, θα το αφήσεις να σκοτωθεί; Εγώ που πίστευα στην ανάπτυξη της πρωτοβουλίας κλπ, περνούσα δύσκολα ήδη με τον εαυτό μου καθώς με κόπο κρατιόμουν να μην αρχίσω να ουρλιάζω, αλλά είχα και τους άλλους να με επαναφέρουν στην τάξη. Μια φορά το μαϊμουδάκι είχε σκαρφαλώσει στα βράχια του Λυκαβηττού πριν το πάρω είδηση. Έγινε χαμός, μαζεύτηκε κόσμος, θέλανε να φωνάξουν την Αστυνομία (να με πάει φυλακή μάλλον) τελικά με το λαό στα πόδια του κι αφού γέλασε και κορόιδεψε αρκούντως, ο μικρός κατέβηκε μόλις είδε το μεγάλο να ανεβαίνει να τον πιάσει. Αυτός που έφτιαξε τη μακέτα είναι ο μεγάλος, κι έφτιαξε χάρις στο μικρό αδερφάκι δίχτυα αναρρίχησης για ένα είδος μεγάλης ξύλινης σχεδίας για αναψυχή πάνω στη θάλασσα, γεμάτος κατανόηση για την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει στα δέντρα. Εννοείται ότι ο μικρός όταν μεγάλωσε έμαθε κανονική αναρρίχηση, κι έκανε όλα τα ριψοκίνδυνα σπορ που υπάρχουν, ίσως μάλιστα να μη μου τα έχει πει όλα. Αλλά κι εγώ δεν ρωτάω. Ας μην ξέρουμε κι όλες τις λεπτομέρειες εμείς οι μαμάδες, δεν χρειάζεται.
Η μακέτα στην έκθεση "Τοπόσημο" μαζί με τα σχέδια της.
Μελετητές: Μελετητικό γραφείο COUVELAS - KOUVELAS
Αγνή Κουβελά - Παναγιωτάτου, αρχιτέκτων
Οδυσσέας Διακάκης - Δαμιανίδης, αρχιτέκτων

Συνεργάτες:
Νίκος Αγορόπουλος, αρχιτέκτων 
Μυρτώ Τσιτσινάκη, πολιτικός μηχανικός
Αντώνης Κουβελάς, μηχανολόγος μηχανικός
Μικέλα Ντετσάβες, τελειόφοιτη φοιτήτρια αρχιτεκτονικής
Κατερίνα Βαρδακούλια, φοιτήτρια αρχιτεκτονικής

Ειδικός σύμβουλος:
YOLKSTUDIO, Μανώλης Ηλιάκης - Μαρία Ρεμούνδου

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Έχετε πάει στο Εδιμβούργο;


Μου ήρθε κι εμένα πρόσκληση να υπογράψω να μη μιλήσει ο Γιώργος Παπανδρέου στο Εδιμβούργο. Μάλιστα τη συλλογή υπογραφών κάνει μια διεθνής οργάνωση που ξεκινά καμπάνιες για ελευθερίες, συνήθως. Αυτό δεν μπορείς να το πεις κίνηση για την ελευθερία, έστω κι αν αφορά τη δυνατότητα ενός μόνο προσώπου να μιλήσει δημόσια.
Την έστειλε μια φίλη αγαπημένη, και πάντα μου κοστίζει να λέω όχι σε αγαπημένες φίλες, γι αυτό έψαξα να βρω ελαφρυντικά: μήπως την καμπάνια την κάνουν επειδή δεν χωνεύουν τον Γιώργο για την προοδευτική πολιτική του σε σημαντικά θέματα, πριν γίνει πρωθυπουργός; προσπάθησα να βάλω ψύλλους στ' αυτιά της, και στα δικά μου. Της θύμισα τις προσπάθειες εξομάλυνσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στη διαβίωση των μουσουλμάνων της Θράκης, για τα οποία εργάστηκε ο ΓΑΠ, την τόλμη που χρειαζόταν για να γίνουν τότε αυτά τα πράγματα που τώρα θεωρούμε αυτονόητα και λογικά. Εντάξει, όχι όλοι, εννοείται. Υπάρχουν πάντα αυτοί που θέλουν να ζούμε σε καθεστώς διαρκούς άμυνας απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς, σε εγρήγορση, με το όπλο παρά πόδα, κλπ. Δεν θα μπορούσα να απαντήσω εύκολα και γρήγορα ότι η αντιπάθεια στο Γιώργο και η επιλογή του για αποδιοπομπαίο τράγο δεν έχει να κάνει με τις μοντέρνες αντιλήψεις του για ένα σωρό πράγματα που θα τα είχαμε ακόμα μπροστά μας, αν δεν είχε την αποφασιστικότητα να τα αλλάξει πριν προσαρμοστεί πλήρως στην ελληνική πολιτική νωθρότητα. Νομίζω αυτά δεν του συγχωρούν πολύ περισσότερο κι απο το μνημόνιο. Κι αυτά μπορεί να τα έκανε επειδή ακριβώς ήταν λίγο σκανδιναβός και λίγο αμερικάνος, εν αγνοία δηλαδή του πολιτικού κόστους και των υπολοίπων.
Με τα χρόνια έχω γίνει πονηρή, επιδεικνύω ροπή για κατασκευή δικών μου θεωριών συνωμοσίας. Με τον ίδιο τρόπο που φτιάχνω μόνη μου στο σπίτι την πίτσα και τη μακαρονάδα μου, όχι ακόμα ψωμί και γιαούρτι, γιατί να μην ερμηνεύω με δικά μου λόγια τις κινήσεις των άλλων, αντί να καταναλώνω έτοιμες, ανθυγιεινές, συσκευασμένες απο ανθρώπους που δεν θα τους εμπιστευόμουν ούτε για να σερβίρουν ένα σουβλάκι, θεωρίες συνωμοσίας; Απαξιώνοντας τον ΓΑΠ με τον βάρβαρο τρόπο που πιστεύουν πολλοί ότι σαν σουηδο-αμερικάνος δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει, διότι τύποι σαν αυτόν είναι ευγενικοί και οι τσαμπουκάδες τους τσακίζουν, απαξιώνουμε και κάθε του κίνηση αναδρομικά, απο το opengov (αυτά μας μάραναν τους βαλκάνιους, εννοούν οι καγχάζοντες) μέχρι την κατάργηση της μπάρας και του πλέγματος αποκλεισμών στα θρακικά χωριά και κάθε προσπάθεια εκτόνωσης της έντασης με την Τουρκία. Και τα παρεμφερή.
Η σπιτική μου συνταγή είναι απλή: η υπερβολική κατακραυγή ίσως κρύβει κάτι άλλο από αυτό που φωνάζει, κι η υπερβολική σιωπή συχνά ξεσπάει κάπου αλλού από εκεί που φοβάται. Εννοείται ότι μπορείτε να ερμηνεύσετε τις απόψεις αυτές ως πρακτοριλίκια, μπορεί να με πληρώνει ο πάμπλουτος, αν και δεν ξέρω αυτά που εγώ μετράω θετικά, είναι ακόμα ωφέλιμο για κείνον να τα υπενθυμίζω;
Υπάρχει και κάτι άλλο. Σε κανέναν δεν αξίζει να στερείται το Εδιμβούργο. Αντί για υπογραφές, μαζέψτε λεφτά να το επισκεφθείτε. Το λένε Αθήνα του Βορρά, μην το ξεχνάτε αυτό.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ξοφλημένα μοντέλα, ξεπεσμένα μπλινί

Το πολυπολιτισμικό μοντέλο πέθανε, όπως αναγγέλουν πολλοί έλληνες σοφοί, πριν προλάβουμε να δοκιμάσουμε όλα τα πιάτα της κορεάτικης κουζίνας. Κρίμα- κρίμα, αλλά τι να κάνεις; Και η σουηδική ανεκτικότης δοκιμάζεται, με πόση κακεντρέχεια γράφουν στα ελληνικά για τη χρεωκοπία του σκανδιναβικού μοντέλου. Αμ το ευρωπαϊκό όραμα; Εκεί να δεις αποτυχία. Τέλος πάντων, ευτυχώς που έχουμε λιακάδα και βγήκα την Κυριακή βολτίτσα στη Γιορτή βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως. Περπάτησα παρέα με τη μαμά μου απο τη σαρκοφάγο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στον έφιππο ανδριάντα του Κωνσταντίνου βασιλέα των Ελλήνων (πόση ιστορία για μια δενδροστοιχία) και χαζεύοντας βιβλία. Εκεί που ήταν το παλιό θεατράκι ακούσαμε παιδικές φωνές σε άγνωστη γλώσσα, και πλησιάσαμε να δούμε τι γινόταν. Τραγουδούσε μια μεγάλη παιδική χορωδία και την καμάρωναν γονείς και παπούδες, όλα στα βουλγάρικα. Ένα πανό έγραφε "Σύνδεσμος ελληνοβουλγαρικής φιλίας". Έχει γούστο να ήταν τίποτα κεκαλυμμένο πολυπολιτισμικό. Άφοβες πάντως πήγαμε από περιέργεια, που είναι μια πολύ ξοφλημένη ανθρώπινη ιδιότητα επίσης.
Συνήθως σε τέτοιες έθνικ εκδηλώσεις ψάχνω για φαγητό,  καλοδεχούμενη κάλυψη του ξοφλημένου  μοντέλου, αλλά εκεί δεν είχε. Σε ένα τραπεζάκι προσφέρονταν κάρτες, πήρα μια και η κυρία μου μίλησε βουλγάρικα. Ελπίζω να μην υποστώ συνέπειες που μοιάζω (και) με Βουλγάρα. Μου εξήγησε αμέσως ελληνικά ότι γιόρταζαν την "Ημέρα του αλφαβήτου". "Θα το καταλάβατε ίσως" μου είπε.
Δεν το είχα καταλάβει φυσικά, αλλά αν θεωρούν όλους τους ντόπιους μάγους, γιατί να της το χαλάσω; Απλώς ντράπηκα να ρωτήσω περισσότερα. "Είναι για μας μεγάλη γιορτή, γιορτάζουμε το αλφάβητο των Κυρίλλου και Μεθοδίου"
-Έλληνες δεν ήταν ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος; με ρώτησε η μαμά μου καθώς φεύγαμε. Θυμήθηκα τις κλασσικές σκηνές αλληλοανακάλυψης των Βαλκανίων στις σελίδες του Καπλάνι και στις ταινίες του Γκορίτσα. Έλληνες, Ρωμαίοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, κάτι πολυπολιτισμικό ήταν αυτοί οι κατασκευαστές του αλφαβήτου, μην το ψάχνεις. Σε κάθε περίπτωση, είναι συγκινητικό που έχουν ημέρα Αλφαβήτου οι γείτονες, ειδικά που το αλφάβητό τους δεν θα μπορέσει ποτέ να διεκδικήσει αρχαιότητα απέναντι στο δικό μας, το οποίο δεν το γιορτάζουμε. Αν και τόσο πνευματική γιορτή που να μην έχει ούτε κουλουράκια με βρίσκει αντίθετη. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε πριν χορέψουν τα κορίτσια με τις κόκκινες κεντημένες φούστες, ενώ με μια υπόσχεση έστω κάποιου μεζέ θα μέναμε περισσότερο. Ίσως. Δεν είμαστε κοιλιόδουλες, ειδικά στο πολυπολιτισμικό μοντέλο.
Το ίδιο βράδυ στο γυμναστήριο του Φωκιανού οι αθηναίοι Φιλιππινέζοι είχαν τη μαγιάτικη γιορτή του Σαντακρούζ, κάτι πολύ πολυπολιτισμικό φοβάμαι, σαν μίξη χριστιανισμού με παγανισμό μου ακούγεται. Και με πολύ φαγητό. Πήγα κι εκεί, με τραβάει το ξοφλημένο μοντέλο, ίσως κάθε τι ξοφλημένο, καταδικασμένο, ξεπερασμένο με τραβάει, ποιος ξέρει. Δεν τολμώ να πω ότι χάρηκα τη γραφικότητα που προσφερόταν στην πόλη, αλλά δεν βρίσκω και πιο πρωτότυπη διατύπωση. Αγόρασα ταπεράκια μιας χρήσης με φαγητό τριών ημερών, αφού το μοντέλο ξόφλησε πρέπει να φυλάξω ό,τι μπορώ για το ομοιόμορφο μέλλον που μας περιμένει. Φτηνότερα σε γενικές γραμμές από τις πακιστανικές προμήθειες που είχα κάνει πριν δυο βδομάδες στην πλατεία Κουμουνδούρου, και λιγότερο καφτερά. Αν με βάλεις να χαρακτηρίσω κάθε κουζίνα όμως θα μπερδευόμουν, οπότε καλά που ξόφλησε το μοντέλο να μην προβληματίζομαι. Πάντως κάτι πουγκάκια που μοιάζουν με κινέζικα και τα είχαν και οι δυο κουζίνες, ίσως να υπάρχουν και στη Βουλγαρία ως μπλινί, μάλιστα θυμίζουν την  πρώτη και πανάρχαιη μορφή γραφής: Έτσι έμοιαζαν τα πήλινα πουγκιά που έκλειναν μέσα μια ποσότητα μικρών μονάδων και απ' έξω σημειωνόταν το περιεχόμενο ή ο αριθμός τους, και σιγά- σιγά γεννήθηκαν τα γράμματα.
Να το ξανασκεφτούν οι Βούλγαροι μήπως μαγειρέψουν κάτι του χρόνου.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Le meteque


Είχε μια γνήσια ελληνική ψυχή, άκουσα να λέει η ανακοίνωση κάποιου κόμματος για τον Μουστακί που πέθανε, και τον αποχαιρετούμε όχι σαν μέτοικο αλλά σαν γνήσιο έλληνα καλλιτέχνη, συμπλήρωνε. Πάω να δακρύσω για το μουσικό που τόσες φορές τραγούδησα, και μου στεγνώνει το δάκρυ. Μην πιάσω και να γελάω νευρικά. Θυμάμαι που έλεγε στην αυτοβιογραφία του για το πώς παράτησαν τα ελληνικά που μιλούσαν στην οικογένεια και το έριξαν στα ιταλικά: Ζούσαν στην Αλεξάνδρεια. Κάποια μικρή της οικογένειας που δεν μιλούσε καθόλου και τη θεωρούσαν βουβή, θεία του ή ανιψιά, δεν θυμάμαι, άρχισε ξαφνικά να μιλά ιταλικά. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί, πού είχε μάθει τα ιταλικά και γιατί τα προτίμησε, αλλά αμέσως όλη η οικογένεια το γύρισε στα ιταλικά για να μην απομονωθεί η πρώην άλαλη που είχε διαλέξει τη γλώσσα του Δάντη.
Σαν μέτοικο γιατί πειράζει να τον αποχαιρετήσουν; Έχουμε ένα θεματάκι με τους μέτοικους, όπως και να το κάνεις. Φταίνε και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, έβαζαν κι αυτοί περιορισμούς στους μετοίκους. Δεν τους εκτιμούσαν και πολύ. Κι αφού είμαστε απευθείας και άνευ μεσαζόντων απογόνοι τους δεν γίνεται να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Το καταλαβαίνετε αυτό, έτσι;
Έλα όμως που ο Μουστακί ήταν μέτοικος πρωτίστως; Γιατί του αρνείσαι τον τίτλο που τον έκανε διάσημο; Μέτοικος σε μια εποχή που οι μέτοικοι δεν ήταν πολίτες με λιγότερα δικαιώματα, όπως στην αρχαία Αθήνα, αλλά παιδιά ανθρώπων που είχαν ταλαιπωρηθεί απο εκτοπισμούς και υποχρεωτικές μετακινήσεις, εβραίων που μετακινήθηκαν και ξαναμετακινήθηκαν, γεννημένα σε εποχή ειρηνική και ικανά να απολαύσουν πια την ελευθερία των μετακινήσεων. Μέτοικος και περιπλανώμενος Ιουδαίος, όπως λέει στο τραγούδι του, εμμονικά προσκολημμένος στην ελευθερία του.
Στο βιβλίο που είχε γράψει χρόνια πριν, δεν έκανε άλλο απο το να αραδιάζει ερωτικές κατακτήσεις και πάθη. Κάθε φορά τρελός απο έρωτα, έγραφε υπέροχα τραγούδια, ύστερα κάπως ξεθώριαζε το πράγμα, αλλά δεν καταλάβαινε ο αναγνώστης το γιατί, ούτε κι ο ίδιος μπορεί να το καταλάβαινε. Μισή σελίδα μετά το πάθος που τον ενέπνεε να γράφει μουσική, είχε φύγει γι αλλού. Σε λίγο ερωτευόταν πάλι, παθιασμένα και μοναδικά, υπήρχε δε περίπτωση να γράψει καινούργιο τραγούδι.
Μέτοικος λοιπόν, με τον πόνο και τη χαρά που οι περιπλανώμενοι απολαμβάνουν. Ακαταμάχητος, ταλαντούχος, όμορφος, και άπιαστος. Δεν είναι τόσο τρομερό. Μπορεί να έχει κι άλλους γύρω μας, εμπνευσμένους, εξωτικούς, παράξενους, γοητευτικούς, που θα ήταν ευχαριστημένοι να τους δεχτείς σαν μέτοικους, μπορεί να δώσουν κάτι εξίσου σημαντικό κάποτε. Δεν χρειάζεται καν γνησιότης καταγωγής. Μπορεί να έχουν άλλες γνησιότητες πιο ενδιαφέρουσες.

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Η φιλόσοφος και η πραγματικότητα


Είναι άραγε δουλειά των φιλοσόφων να ερμηνεύουν την πραγματικότητα; Παρακολουθώντας την ταινία της Φον Τρόττα που παίζεται τις μέρες αυτές στην Αθήνα, αναρωτιέται κανείς τι ώθησε την Χάνα Άρεντ να ζητήσει να γίνει ρεπόρτερ στη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Τι σαγήνη ασκεί η πραγματικότητα στους φιλοσόφους, σα να ήταν η δεκαετία του 1960 ίδια με τον αρχαίο κόσμο τον ανερμήνευτο, και θέλουν οπωσδήποτε να την καταλάβουν; Ήταν το κακό σαν έννοια και σαν πράξη που ήθελε να γνωρίσει, να αντικρίσει καταπρόσωπο, να καταλάβει, κάτι που ακόμα την άφηνε έκπληκτη με όλες τις γνώσεις και τις σκέψεις της, η ανάγκη να κυριαρχήσει με τη γνώση και την κατανόηση στην πηγή της συμφοράς; Να παρακολουθήσει το σφυγμό της διαδικασίας που ήθελε να απονείμει δικαιοσύνη;  Τι ώθησε την καθηγήτρια να γίνει ρεπόρτερ περιοδικού και να βρεθεί στην Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε παλιούς αγαπημένους φίλους και συγγενείς, στο πετσί ενός ρόλου που δεν καταδέχτηκε τελικά να παίξει έτσι όπως την περίμεναν ότι θα κάνει;
Προνόμιο για εκείνη και για μας το γεγονός ότι το περιστατικό αυτό έχει γίνει γνωστό τα τελευταία χρόνια. Δεν συνηθίζουμε πολλοί να διαβάζουμε φιλοσοφία, αλλά η ταινία μας κάνει φιλοσόφους καθώς παρακολουθούμε μαζί με την ηρωίδα την ίδια τη δίκη του Άιχμαν από ασπρόμαυρες ταινίες αρχείου. Βλέπουμε αυτό που έβλεπε εκείνη και μαζί της όλος ο κόσμος, ο οποίος περίμενε να εμφανιστεί στο γυάλινο κλουβί η ενσάρκωση του κακού. Κάποιο τέρας που κατά προτίμηση θα είχε κέρατα ή κάτι εμφανώς φριχτό επάνω του, θα διέθετε τουλάχιστον αποκρουστικό πρόσωπο, το κοσμομίσητο μουστάκι του Χίτλερ ή κάτι τέτοιο. Αντ' αυτού στο γυάλινο κλουβί εμφανίστηκε ένα ανθρωπάκι με όψη κουρασμένου λογιστή και χαρτούρα γεμάτη νούμερα. Τόσα βαγόνια, τόσοι φούρνοι, εισερχόμενα -εξερχόμενα, εγώ τη δουλειά μου έκανα, δεν ήμουν αρμόδιος. Ευθύνη ατομική; Συνείδηση; Τι είναι αυτά; Εντολές εκτελούσα. Ο Άιχμαν είχε συνάχι, η καθηγήτρια που έκανε τη ρεπόρτερ, αλλά δεν κατάφερνε να βολευτεί στις συνήθειες των δημοσιογράφων, κάπνιζε και σκεφτόταν ακατάπαυστα, βασανιστικά. Κι όταν πια έγραψε τις σκέψεις της, που δεν ήταν ρεπορτάζ, αλλά ήταν οι αληθινές, σπάνιες, πολύτιμες σκέψεις της- και ποια είναι η αλήθεια θα ρωτήσει κάποιος φιλόσοφος- της έκοψαν την καλημέρα οι μισοί από τους πιο καλούς φίλους της, γιατί δεν τα έλεγε όπως τα περίμεναν. Τόσες ζωές χαμένες κι είχαν ακόμα ανάγκη απο την ομοιομορφία στη σκιαγράφηση των θυμάτων. Το έργο τελειώνει με την πίκρα του αποχωρισμού της ηρωίδας απο τους φίλους της. Τα πράγματα που είχαν συμβεί τότε ήταν τραγικά, ασύλληπτα, δεν μπορούσες να μιλάς με κάποιον αν είχες σκεφτεί ότι μπορεί να πρόδωσε έστω και με τη σκέψη τους αγαπημένους που μαζί είχατε χάσει.
Τι γύρευες στην Ιερουσαλήμ εσύ μια φιλόσοφος να κάνεις τη ρεπόρτερ, σκεφτόμουν καθώς οι καπνιστές της παρέας άναβαν δυο- δυο τα τσιγάρα μετά απο δυο ώρες που την έβλεπαν στην οθόνη να καπνίζει αρειμανίως.

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Βόλτα με τη μαμά

Κάθε χρόνο ήταν το γωνιακό ανθοπωλείο που μου θύμιζε την ημέρα της μητέρας. Μια βδομάδα πριν με κόκκινες καρδιές και έτοιμα μπουκέτα, έτσι ποτέ δεν την ξεχνούσα. Φέτος το μαγαζί δεν λειτουργεί, έχει κλείσει μήνες τώρα, και στην παρατημένη ψάθα μπροστά στην πόρτα του έχουν αρχίσει και φυτρώνουν αγριόχορτα δημιουργώντας αυθόρμητες προτάσεις βιολογικής καλλιέργειας. Ξέχασα τη γιορτή, μόνο αργά στο Ίντερνετ τη θυμήθηκα, διαβάζοντας προσωπικές αφηγήσεις. Μπορεί κι άλλοι να είχαν ξεχάσει και να θυμήθηκαν το βράδυ γράφοντας, ήταν οι πιο ωραίες αναμνήσεις που έχει τύχει να διαβάσω. Συγκινητικά,  ωραία κείμενα, για μητέρες που οι γιοι τους τις θυμόντουσαν νέες, δροσερές και κάπως ανέμελες, όσο ανέμελες μπορεί να είναι οι μητέρες. Να όμως που μπορεί να είναι πολύ ανέμελες. Να που στο μυαλό των γιων τους δικαιούνται τη μεγαλύτερη ξενιασιά, τέτοια που δύσκολα θα συγχωρούσαν σε κάποιαν άλλη γυναίκα. Καμία σχέση με τις υπομονετικές ή πιεστικές, αγχωμένες, βουτηγμένες στις φροντίδες του σπιτιού μανάδες που όλοι ξέρουμε. Αυτές που ποτέ δεν θα μπορέσει κανείς να ανταμείψει, όσα λουλούδια και ν' αγοράσει, όσα τηλέφωνα και να πάρει, όση περηφάνεια και να τις προμηθέψει, όση ενοχή και να κουβαλά. Όχι, οι μανάδες των φετινών εορτών ήταν διαφορετικές. Σα να βαρέθηκαν την ποδιά της κουζίνας με την οποία συνήθως τις στολίζουμε και να το έσκασαν απο τη χώρα των καθηκόντων. Μεταμορφώθηκαν σε μικρά κορίτσια με φορέματα άλλων εποχών, πολύ κεφάτα, να τα βγάζουν οι γιοι τους βόλτες φανταστικές, μεγάλοι άντρες πια εκείνοι, να τα προσκαλούν σε τρεχαλητά στην εξοχή, παιχνίδια στο πράσινο, παιδικές τρέλες όπου εκείνοι ήταν οι επιεικείς μεγάλοι και οι μαμάδες τα επιπόλαια κοριτσόπουλα. Συμπαίχτες σε παιχνίδια που τα άκουσαν μόνο από τα χείλη τους και τα νοστάλγησαν μάταια, χαμένα δεκαετίες πριν γεννηθούν απο τις συνήθειες του κόσμου, προστάτες στις δύσκολες στιγμές που η μαμά τους πέρασε χωρίς εκείνους όταν ήταν μικρό κορίτσι, κι εκείνοι πού ήταν τότε;
Παράξενο να πέσω όλο σε αναμνήσεις γραμμένες απο χέρια αντρικά. Μέχρι που σκέφτηκα μήπως είναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι τα αγόρια αγαπάνε τη μάνα περισσότερο απο τα κορίτσια. Σίγουρα η διεθνώς καθιερωμένη γιορτή διευκολύνει να εκδηλώνεις την αγάπη σου, ειδικά αν είσαι τύπος που δεν έχει εξασκηθεί σε κάτι τέτοιο, όπως αυτοί ας πούμε που χρειάζονται την υπενθύμιση του ανθοπωλείου για να θυμηθούν τη γιορτή της μητέρας. Μέχρι που μου πέρασε απο το μυαλό μήπως τελικά η γιορτή της μητέρας είναι ανδρική γιορτή κατά βάθος, όχι γυναικεία όπως νομίζουμε. Μήπως πρέπει οι γυναίκες να διεκδικήσουμε και μια γιορτή του πατέρα, να βρίσκουμε κι εμείς αφορμή να επιδιδόμαστε σε φανταστικά πορτραίτα μικρών αγοριών, που είναι πολύ άτακτα, που κουρεύουν το κεφάλι τους με την ψιλή, φοράνε φαρδιά παντελόνια, χρειάζονται ιδιαίτερη προστασία απο τις σοφές και ώριμες κορούλες τους και βέβαια τρέχουν κι αυτά σε λιβάδια, ή μάλλον σε χωματόδρομους και πέφτουν και χτυπάνε, και τα περιμένουν δύσκολα χρόνια, και δεν μπορείς με τίποτε να τα γλυτώσεις. 
Αλλά ποια μαγαζιά θα αναλάβουν να μας τη θυμίζουν;

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Η κοινοτοπία του ρατσιστικού λόγου

Πήγαμε μεγάλη παρέα στην περιήγηση των Ατενίστας στην Κυψέλη. Είχαν δουλέψει ανιδιοτελώς, όπως πάντα, για να αναδείξουν την πόλη που ζούμε, μπας και τη σεβαστούμε, μπας και την αγαπήσουμε. Είχαν βρει τον αρχιτέκτονα που ξέρει τα στυλ των σπιτιών της, τον σκηνοθέτη που έχει χρησιμοποιήσει τις εικόνες της, μια θεατρική ομάδα που έγραψε επι τούτου μικρά δρώμενα για να παιχτούν στη βόλτα, είχαν τυπώσει πληροφορίες, και ζήτησαν απο δυο λογοτέχνες να μιλήσουν για τη γειτονιά τους. Την Κική Δημουλά και τον Μένη Κουμανταρέα. Τη διακεκριμένη ποιήτρια και τον διακεκριμένο πεζογράφο. Στο τέλος της περιήγησης, στην αυλή ενός σχολείου, περιμέναμε ν' ακούσουμε κάτι ωραίο κι αξέχαστο απο τα χείλη πνευματικών ανθρώπων. Και τι είπε η ποιήτρια: Δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται πια να βγει απο το σπίτι της, απα πα! χάλια.
Εντάξει, δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλει για να πιάσουν κουβέντα. Και ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι, συγκρατούνται. Ξέρω πολλές που αν μιλούσαν σε πλήθος για τη γειτονιά τους θα έβρισκαν κάτι πιο πρωτότυπο. Ακόμα και για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απο μια τόσο μπανάλ εικόνα.
Ο Μένης Κουμανταρέας και ο Μενέλαος Καραμαγκιώλης που βρίσκονταν στο πάνελ, προσπάθησαν να την προστατέψουν. "Στην Κυψέλη μένουν κυρίως οικογενειάρχες που προσπαθούν να ενσωματωθούν", είπαν, προσπάθησαν ν' αλλάξουν κουβέντα. Σιγά- σιγά σηκωθήκαμε να φύγουμε, το έργο το είχαμε ξαναδεί. Περιμέναμε απο μια διακεκριμένη ποιήτρια κάτι πιο βαθύ, πιο ανθρωπιστικό; Κάτι φωτεινό, που θα βοηθούσε τη συνύπαρξη με μετανάστες, θα μαλάκωνε τους ανθρώπους; Λάθος μας.
Η ποιήτρια επιβεβαίωσε ότι στην Ελλάδα η μπαναλιτέ του ξενοφοβικού λόγου δεν
γνωρίζει σύνορα, ταξικά και άλλα. Με άνεση μπορείς να γενικεύεις, να βγάζεις το ρατσισμό σου χωρίς άγχος, ακόμα και δημόσια, ακόμα και σε πρωτοποριακές συναντήσεις γνωριμίας με το χώρο και τους γείτονες. Αλίμονο, τι είναι η πολιτική ορθότης για μια ποιήτρια που έφτασε στην κορυφή; ξενέρωτες αμερικανιές.
Συχνά οι λογοτέχνες απογοητεύουν στις δημόσιες παρουσίες τους. Δεν πρέπει να τους ξεσυνερίζεται κανείς όταν εξαναγκάζονται να βγουν απο το εργαστήρι τους, να φερθούν σαν ρήτορες ή πολιτικοί, να κάνουν δηλαδή δουλειά που δεν ξέρουν. Το θλιβερό δεν είναι αυτά που ακούσαμε, αλλά η άνεση με την οποία ο καθένας λέει τέτοια, οπουδήποτε. Η επικράτηση του ρατσιστικού λόγου χωρίς αιδώ και περίσκεψη. Η έλλειψη της παιδείας που θα τον συγκρατούσε.
Λένε πως είναι εξαιρετική ποιήτρια η Δημουλά. Το πιστεύω, όταν συναντώ ποιήματα της μου φαίνονται ωραία, αλλά διάλεξα να διαβάσω κάτι τις άγιες τούτες μέρες που δεν ήταν ποίημα. Διάλεξα ένα κείμενο πιο ποιητικό απ' όλα τα ποιήματα, πιο επαναστατικό απ' όλες τις επαναστάσεις, πιο ουτοπικό απ' όλες τις ουτοπίες, πιο ιστορικό απ' όλες τις ιστορίες, τη Χάρτα του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τη βρήκα στο Ίντερνετ και μελέτησα την ημέρα του ορθόδοξου Πάσχα, πλημμύρισα κατάνυξη, ανατρίχιασα απο δέος.

(Από την "Εφημερίδα των συντακτών")

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Η χειρότερη βρισιά


Πήρα χτες το απογευματάκι το μετρό. Είχε κόσμο, έμεινα όρθια κι άκουγα έναν καυγά να εκτυλίσσεται ανάμεσα σε δυο καθημένους σε θέσεις αντικριστές. Ένας ηλιοκαμένος πενηντάρης με όψη σα να γύριζε απο μπάνιο στη θάλασσα τα είχε βάλει με μια νεαρή καλοβαλμένη απέναντι του. Της έψελνε διάφορα που δεν τα άκουγα καλά, κάτι σαν πονηρή την έλεγε, έμοιαζε λίγο σαλεμένος. Απομακρύνθηκα ενστικτωδώς, να μην ακούω, δεν είχα καμιά όρεξη, αρκετά καταναλώνουμε καθημερινά την κακία του κόσμου. Δεν φαινόταν καθαρά αν ήταν και παρέα οι δυο. Σίγουρα ο τύπος ήταν ενοχλητικός και μιλούσε ακατάσχετα.
Κάποια στιγμή ωστόσο ακούστηκε η φωνή της κοπέλας. "Άντε μάθε ελληνικά!" του είπε άγρια. Η φωνή της ακούστηκε πολύ καθαρά. Ο τύπος είχε σηκωθεί και πήγαινε προς την πόρτα, ξαναπλησίασε κι άρχισε το κάπως ασυνάρτητο τροπάριο του. Φαινόταν ότι δεν ήταν στα καλά του, και σίγουρα το πρόβλημά του δεν ήταν τα καλά ελληνικά. Θα έπαιρνα αυθόρμητα το μέρος της κοπέλας, αλλά την άκουσα να λέει:
-Αντε φύγε ρε φίλε! Είσαι αλλοδαπός, το κατάλαβες;
Εκείνος ξαφνιάστηκε για λίγο, ύστερα ξανάρχισε το παραμιλητό, "είσαι μια παμπόνηρη εσύ, μια πονηρή... " κλπ, ασυναρτησίες. Τότε τον κατακεραύνωσε με την τελική της φράση:
-Είσαι αλλοδαπός είπαμε! Και με αλλοδαπούς δεν ασχολούμαι!
Λίγο ακόμα συνέχισε ο τύπος το παράδοξο παραμιλητό του, ύστερα κατέβηκε. Μπορεί να πέρασε την υπόλοιπη μέρα σε βαθιά υπαρξιακή κρίση: Είναι αλλοδαπός ή δεν είναι; Σίγουρα έχει πάνω του κάτι που ξενίζει, είναι ιδιόρρυθμος, κάτι δεν πάει καλά με δαύτον, αλλά αλλοδαπός; Τόσο βαριά είναι η περίπτωση του;
Η ηχώ της φράσης έμεινε μετέωρη στον αέρα του βαγονιού παρόλο που άλλαξαν οι μισοί επιβάτες. Τρεις κοπέλλες ανάμεσα σε μένα και σε κείνη που δεν ασχολείται με αλλοδαπούς άρχισαν μια ψιθυριστή συζήτηση μεταξύ τους για το θεμιτό της αναφοράς της καταγωγής σε μια συζήτηση ή έναν καυγά. Πάλι καλά δηλαδή. Ελπίζω ότι ήταν αυθόρμητος ο προβληματισμός τους, δεν τους φάνηκε απολύτως φυσικό να θεωρεί κάποιος βρισιά και προσβολή το "αλλοδαπός", τη μεγαλύτερη δυνατή προσβολή μάλιστα. Θα περίμενε κανείς να είναι πιο ειρωνικές, πιο ξαφνιασμένες, αλλά φαίνεται ότι η ιδέα πως χειρότερο πράγμα απο το να είσαι "αλλοδαπός" δεν υπάρχει, έχει κάνει το δρόμο της.

Προπόνηση για Μαραθώνιο

Έχω κάτι φίλους που τρέχουν στο Μαραθώνιο και πολύ τους θαυμάζω. Εγώ δεν μπορώ να τρέξω πάνω από είκοσι δευτερόλεπτα συνεχόμενα, α...