Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Κι αν τους ρωτούσαν;

Με τους 900 δεν μπορείς να φανταστείς εύκολα τα πρόσωπα. Αυτούς που πνίγηκαν στην Λαμπεντούζα. Με τους τρεις στη Ρόδο, που πνίγηκαν κι αυτοί, τα πράγματα είναι αλλιώς. Μια γυναίκα, ένας άντρας κι ένα παιδί. Αυτούς τους φαντάζεσαι πιο εύκολα. Ίσως ήταν οικογένεια, ίσως και όχι. Ας πούμε, η γυναίκα και το παιδί θα μπορούσαν να είναι στο Φεστιβάλ που πήγα εγώ χτες, στο Θησείο, όπου αφρικανικά συγκροτήματα έπαιζαν μουσική, και αθηναϊκά επίσης. Επίσης μαγειρεύονταν και πουλιούνταν αφρικανικά φαγητά και διάφορα άλλα πράγματα, όπως αυτές οι πολύχρωμες τσάντες και τα πολύχρωμα ρούχα.
Μια γυναίκα μ' ένα παιδί κι έναν άντρα θα μπορούσαν να μείνουν στο άδειο διαμέρισμα του ισογείου που μαζεύει σκουπιδαριό στην πόρτα του. Θα μπορούσαν να το καθαρίζουν. Το παιδί θα έπαιζε στην αυλή μαζί με τα άλλα, θα τσακωνόταν. Αν ήταν κορίτσι θα ήταν το μοναδικό σ' αυτή την πολυκατοικία που έχει μόνο αγοράκια. Μπορεί να γινόταν αγοροκόριτσο. Η μάνα του μπορεί να τα πήγαινε καλά με την ηλικιωμένη που χρειάζεται φροντίδα αλλά δεν μπορεί να πληρώσει μόνιμη συνοδό. Μπορεί να της έκανε λίγες ώρες παρέα έναντι μικρότερου ποσού, ν' αναλάμβανε τα ψώνια της και τέτοια. Το παιδάκι της θα μάθαινε ελληνικά σε λίγους μήνες, είναι απίστευτο πόσο γρήγορα μαθαίνουν τα παιδιά. Και θα γινόταν σαν αυτά τα παιδιά που συναντώ στη γειτονιά μου, εφήβους πια κι ακόμα πιο μεγάλα, θα καθόμουν να χαζεύω τα ελληνικά στο σαρκώδες του στόμα, όπως χαζεύω τώρα τα ελληνικά στα στόματα και στα μάτια και στα χέρια και στα σώματα των παιδιών που μεγαλώνουν εδώ και γίνονται άνδρες και γυναίκες, ζουν και δουλεύουν με την πλούσια, την ενδιαφέρουσα, την πολύπλοκη ταυτότητα τους, αλλά χωρίς ταυτότητα από τις άλλες, τις αστυνομικές.
Αλλά ίσως να προτιμούσαν να φύγουν, όπως κάνουν οι περισσότεροι αφού καταλάβουν με κάθε βλέμμα, κάθε λέξη, κάθε βήμα, ότι είναι ανεπιθύμητοι και θα παραμείνουν στον αιώνα τον άπαντα. Να προσπαθoύσαν, με τους περίπλοκους τρόπους που ισχύουν, να πάνε σε άλλη χώρα ευρωπαϊκή, ή ακόμα και στην Αμερική όπως καταφέρνουν οι πιο ικανοί, οι πιο ακούραστοι. Σε χώρα που καταφέρνει να προβληματίζεται περισσότερο με διάφορες πολυτέλειες όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κι αν τους ρωτούσαν αυτούς τους τρεις μήπως θα προτιμούσαν αντί να είναι ελεύθεροι να έρθουν έχοντας διαλέξει το διακινητή τους και πληρώνοντας τον, να γίνουν στ' αλήθεια δούλοι για κάποιο διάστημα, όπως στην αρχαία εποχή ή και στην κάπως νεώτερη, να μην έχουν δικαίωμα κανένα, να πρέπει να κάνουν ό,τι τους λένε, αφού ήρθαν με “δουλεμπορικό”, και τους έφεραν δουλέμποροι, αλλά να είναι ζωντανοί αντί να είναι πεθαμένοι, τι θα έλεγαν άραγε;


Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Θεοί και πλανητάρχες


Οι ωραίες πασχαλινές ταινίες στην τηλεόραση τη Μεγάλη Εβδομάδα φάνηκαν με παράξενο, με φρικτό τρόπο, περιττές. Στις ειδήσεις συνέχιζαν να φτάνουν φωτογραφίες σύγχρονης, αληθινής θηριωδίας ανθρώπων προς ανθρώπους, αντάξιες των βιβλικών αφηγήσεων. Κρεμάλες εξαιρετικής επινοητικότητας, τα παιδιά από το λαιμό της μάνας, η μάνα απο κάποιο τσιγκέλι που ίσως προοριζόταν γι αρνιά, ή απλώς για κάποιο φανάρι που θα φώτιζε ειρηνικούς κήπους,  αποκεφαλισμοί αντάξιοι της Ιουδήθ κινηματογραφήθηκαν live αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, (ή μήπως πρέπει να βρεθεί μια άλλη λέξη για τις δολοφονίες σε απευθείας μετάδοση και μονοπλάνο;) και μεταδόθηκαν σε θεατές όλης της ανθρωπότητας. Ωστόσο σε κάθε βλέμμα οι νεκροί βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι στη μοναξιά τους, όπως κι οι ζωντανοί. Κάθε θεατής ολομόναχος, ακόμα κι αν ήταν τριγυρισμένος απο την οικογένεια του.
Ξαφνικά οι εκμηδενισμένες αποστάσεις έμοιαζαν να μην έχουν εκμηδενιστεί και τόσο. Παρά μόνο για τους τζιχαντιστές που σουλατσάρουν με τρομερή άνεση σνάμεσα σε αιώνες, χιλιετίες, και ηπείρους. 
Χαζεύοντας τη σπιτική οθόνη κάποια  στιγμή μπερδεύτηκα. Αντρες με κελεμπίες και  τουρμπάνια δίπλα σε ασσυριακά ανάγλυφα, ολόιδιοι με τους παριστάμενους στην πανάρχαια πομπή δεν ήταν από αμερικανική ταινία για το Μωυσή, αλλά από βιντεοκλιπ της ISIS. Την επόμενη στιγμή ο Ομπάμα συναντούσε τον Κάστρο εγκαινιάζοντας μια καινούργια εποχή στο δυτικό ημισφαίριο. Και με το ανατολικό τι θα γίνει, ο πλανητάρχης απεκδύεται το ρόλο του; Τζάμπα τον ονοματίζουμε σαν ιερείς που κανοναρχούν με τα ονόματα της θεότητας; Χαίρε η υπερδύναμη και χαίρε ο ιμπεριαλισμος; Δεν θα επεμβαίνει πια το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ με το αγαθοεργό βλέμμα και τα ανίκητα όπλα όπου κινδυνεύει η τάξη, η όποια τάξη, κι εμείς οι φιλόσοφοι να καθόμαστε στην πλούσια γλώσσα μας, στην ταπεινή βεράντα μας, να αναλύουμε και να στηλιτεύουμε; Αν άρχισε τώρα ο Ομπάμα να διορθώνει τα λάθη του Κέννεντυ, πότε θα φτάσει στα λάθη του Μπους;  Ζόρικη κατάσταση.
Μήπως να περιοριστούμε λοιπόν κι εμείς στα όρια του σχολικού χάρτη που αφήνει λευκά τα πάντα γύρω απο τα ελληνικά σύνορα. Να βυθιστούμε στην ομφαλοσκόπηση μέχρι τελικής πτώσεως. Εδώ που τα λέμε έχει πολύ ενδιαφέρον με τόσα που συμβαίνουν ακόμα και μόνο στο επίπεδο της γλώσσας που σπεύδει να συνδράμει την αδυναμία των μαθηματικών. Πάντα ήταν ανταγωνιστική η ύλη των δυονών  τους, και φαίνεται ότι ήρθε η στιγμή της πλήρους κυριαρχίας των λέξεων επί των αριθμών. Είναι συνταρακτική η στιγμή από μόνη της και θα μπορούσαν να λείπουν οι διεθνείς εικόνες. 

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Συνταγή της επιτυχίας

Στη βρωμερή βιτρίνα του κλειστού μαγαζιού της γωνίας έχουμε κάθε τρεις μέρες φρέσκα- φρέσκα τα αναρχικά αποφθέγματα. Τόσα χρόνια τώρα που με ενημερώνουν ανελλιπώς, έχω ξεχάσει τη διαμαρτυρία μου, παλιά, που ήθελα κάπου να πω ότι οι αναρχικοί δεν ήταν αυτό, δεν ήταν έτσι. Δε βαριέσαι, μπορεί το '36 στην Ισπανία να μην ήταν έτσι, τώρα εδώ είναι έτσι και χειρότερα.
Για το Je suis Charlie, είχαν γράψει ότι είναι “η πολεμική κραυγή των δυτικών κοινωνιών”, μπορώ να πω μάλιστα ότι με είχαν σχεδόν πείσει, περίμενα κάτι πιο οργανωμένο, πιο πολεμικό κι εγώ από τις δυτικές κοινωνίες, αλλά προς το παρόν δεν ήρθε. Κάτι τέτοια λένε για τις δυτικές κοινωνίες και μετά τις νιώθω πολύ εύθραυστες. Εκείνοι πάντως συνεχίζουν να καλλιεργούν τις γεμάτες μίσος φράσεις τους, σκάβοντας όλο και βαθύτερα στα αιμοβόρα ένστικτα και στον αντίστοιχο φόβο που ελπίζουν να προκαλέσουν.
“Μη χαίρεσαι λαουτζίκο όταν πεθαίνει βασιλιάς”, έγραψαν μετά τις εκλογές που κέρδισε ο Σύριζα. Δεν τους ηρέμησε αυτή η νίκη, είναι ξεκάθαρο. Καταλήψεις σε πανεπιστήμια, επιθέσεις στη Βουλή στις Σκουριές και ποιος ξέρει πού αλλού, μάχες στα Εξάρχεια, τα οποία έχουν βγει ξανά από τα δρομολόγια των λεωφορείων, σα χολεριασμένη γειτονιά, τη φέρνουν γύρω- γύρω. Ως λαουτζίκος, πρέπει να κάνω κύκλους και ποδαρόδρομους για να φτάσω στον προορισμό μου. Για όλ' αυτά έχουμε την ανακοίνωση, ας πούμε, κάθε πρωί, το ντελάλη της γειτονιάς, με τις αφίσες στη βιτρίνα.
Θα ήθελα να μπορούσα να μη τις διαβάζω. Η ματιά μου φεύγει ανεξέλεγκτη, την τραβά το τυπωμένο χαρτί. Την απλοϊκότητα του μίσους που σερβίρεται από παντού πλέον ελπιδοφόρο, τόση επιτυχία είχε η αγανάκτηση, η κατεδάφιση, η μηδενιστική κριτική, οι απειλές κι οι ύβρεις, τώρα πια ο καθένας προσπαθεί να βρει μέσα του αποθέματα, αφού εκεί είναι το μυστικό, να τα καλλιεργήσει, να τα ακουμπήσει κάπου, σε μια τράπεζα όπου θ' αυγατίσουν, θα έχουν κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Η συνταγή της επιτυχίας επαναλαμβάνεται σε καζάνια που στήνονται σε κάθε γειτονιά. Με μια καλή ιδέα διεκδίκησης μπορείς να στήσεις κάτι σα μικρό κράτος με δικούς του κανόνες, να αναδειχθείς, ή απλώς να σχηματίσεις ομάδα όπου θα ασκείς εξουσία. Νέα ταλέντα αυταρχισμού αναδεικνύονται με αναπτερωμένες ελπίδες. Στις αφίσες του κλειστού μαγαζιού γίνεται διαγωνισμός πρόκλησης.
Λαουτζίκος ή όχι, βάζω στόχο να αποφεύγω την ανάγνωση τους. Να εξασκήσω τη ματιά μου στην αποφυγή του προσφερόμενου θεάματος. Θέλω να καταφέρνει να γλιστράει αδιάφορη από κάθε κραυγαλέα φράση, να ελευθερωθεί από την έλξη της γραφής αυτής. Δεν έχω άλλο τρόπο υπεράσπισης αυτής της εύθραυστης δυτικής κοινωνίας που απειλείται πανταχόθεν. 

Από την εφημερίδα των Συντακτών: http://www.efsyn.gr/arthro/i-syntagi-tis-epityhias

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Μοντέρνος χορός για παραδοσιακή γιορτή

Το μεσημέρι της Κυριακής 22 Μαρτίου παρακολουθήσαμε την Αφγανική Πρωτοχρονιά στην Αθήνα, σε μια δημοτική αίθουσα πάνω από τα Δικαστήρια. Είχε τραγούδια, χορό, ομιλίες που δεν καταλαβαίναμε και την απαγγελία ενός ποιήματος του Μανώλη Αναγνωστάκη, στα ελληνικά, από μια νέα κοπέλα. Εκείνου που αρχίζει με το στίχο: “Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει...” και τελειώνει “...ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο”.
Δεν ξέρω αν οι συγκεντρωμένοι στη γιορτή ονειρεύονται όλοι να γυρίσουν στον τόπο τους. Έφυγαν οι περισσότεροι, από τα στρατόπεδα προσφύγων του Ιράν, όπου είχαν περάσει συνήθως αρκετά χρόνια χωρίς να μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα για να γλιτώσουν τη μιζέρια. Στην Ελλάδα μπορεί να είναι περαστικοί, όσοι εγώ είχα γνωρίσει έχουν ήδη φύγει για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Υπάρχουν σίγουρα μερικοί που ζουν χρόνια εδώ, η νεαρή που απάγγειλε Αναγνωστάκη θα είναι μία απ' αυτούς.
Τα παιδάκια που έτρεχαν στο διάδρομο ή άλλαζαν αγκαλιές στη διάρκεια της γιορτής, θα ζήσουν εδώ άραγε; Κάποια θα μεγαλώσουν στην Αθήνα, ή σε κάποια άλλη πόλη, και μια φορά το χρόνο θα παίρνουν μέρος στην αρχαία αυτή γιορτή. Θα ξέρουν τι συμβολίζουν τα αντικείμενα πάνω στο γιορτινό τραπέζι: μια γλάστρα με λουλούδι, ένα βιβλίο, λίγα μήλα, μια γυάλα με χρυσόψαρο, δυο πιατέλες με φυτρωμένη χλόη, σκόρδα, κεριά, έναν καθρέφτη, βαζάκια με άγνωστα μπαχαρικά. Αλλά μπορεί και να μην το μαθαίνουν, να είναι αφηρημένα όταν τους το λένε οι γονείς και οι παππούδες.
Η αίθουσα στη γιορτή είναι γεμάτη, δεν περισσεύουν καρέκλες. Κυρίως άντρες έχουν μαζευτεί, οι γυναίκες θα μένουν στο σπίτι. Υπάρχουν μερικές, φοράνε μαντήλα. Όχι όλες. Και μερικά κορίτσια φοράνε μαντήλα, όχι όμως όλα. Πόσο υποχωρούν οι αυστηρές συνήθειες; Είναι πολύ κλειστή, πολύ συντηρητική κοινότητα, σίγουρα. Τι σημαίνει γι αυτούς να ζουν στην Αθήνα;
Παίζουν μουσική, ύστερα χορεύουν. Μόνο άντρες, ένας ανάμεσά τους ντυμένος με άσπρη κελεμπία κουνιέται με θηλυπρέπεια. Θυμίζει την απαγορευμένη πλέον παράδοση των “πουστ” στην Τουρκία, νεαρούς άντρες που ντυμένοι γυναικεία χόρευαν χορό της κοιλιάς. Στις κουλτούρες που αποκλείουν τις γυναίκες κάποιος πρέπει καλλιτεχνικά να τις παριστάνει. Και στο αρχαίο θέατρο, και στο αναγεννησιακό, έπαιζαν άντρες τους ρόλους των γυναικών. 

Ακούσαμε το ποίημα του Αναγνωστάκη, είδαμε τους χορούς, ετοιμαζόμασταν πια να φύγουμε, όταν ανάγγειλαν έναν ακόμα χορό, από συγκρότημα. Όλα ήταν πολύ γραφικά, πολύ ενδιαφέροντα, έως συγκινητικά για τους ανθρώπους που τόσο μακριά από τον τόπο τους θυμούνταν τα έθιμα και τα τραγούδια τους. Η γιορτή αυτή της Πρωτοχρονιάς είναι πανάρχαιη, πριν το ισλάμ, και έχει επιβιώσει και ενσωματωθεί σ' αυτό, αν και καταπολεμήθηκε. Ίσως να βιώνεται σαν εθνικοθρησκευτική γιορτή, πράγμα που ταίριαζε στο ντεκόρ της αίθουσας, κατά κάποιον τρόπο, με τα ελληνικά σημαιάκια και τα πορτραίτα των ηρώων του 21. Πιθανόν. Ποιος ξέρει; Αν και είχαμε προσκληθεί, νιώθαμε ότι δεν ξέρουμε τίποτε, δεν καταλαβαίναμε, ήταν σα να είχαμε πάει ταξίδι. Εξωτικά, ενδιαφέροντα, ακατανόητα.
Ο επόμενος χορός δεν ήταν αφγανικός, ούτε φολκλόρ, ούτε παραδοσιακός οποιασδήποτε παράδοσης. Ήταν μοντέρνος χορός, και τον χορευτή τον γνωρίσαμε, ήταν μαθητής μας στο “Ανοιχτό Σχολείο της Αγοράς” στη Φωκίωνος Νέγρη. Πάνε χρόνια που είχε πρωτοέρθει για να μάθει ελληνικά, κι ήταν τότε διαφορετικός, δειλός, σκυφτός, αμίλητος. Το μόνο που τον ξεχώριζε ήταν η επιμονή του, δεν παράτησε τα μαθήματα παρά τις δυσκολίες. Μια μέρα ήρθε εκεί στην Αγορά μια ελληνοαμερικανίδα χορογράφος, η Δέσποινα-Σοφία Στάμος, και ρώτησε αν οι μετανάστες- μαθητές ενδιαφέρονταν να πάρουν μέρος σε μια χορογραφία που ετοίμαζε με θέμα το ταξίδι τους. Οι περισσότεροι επέδειξαν συστολή, ωστόσο επιμέναμε, κάποιοι βρέθηκαν να ξεθαρρέψουν και να δηλώσουν ενδιαφέρον. Ένας απ' αυτούς και ο Αφγανός χορευτής που με εξαιρετικό έλεγχο σηκώνει στα μπράτσα του αυτή τη στιγμή την παρτενέρ του. Είναι ένα κορίτσι από το συγκρότημα, ελληνίδα ή κάτι άλλο, πάντως τολμηρή, με χορευτικές κινήσεις που θα μπορούσαν να σοκάρουν τους συντηρητικούς Αφγανούς και τις γυναίκες τους. Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πρόσωπα λαμπερά, περήφανα, χειροκροτούν με μανία τον συμπατριώτη τους που άλλαξε τόσο εντυπωσιακά στα χρόνια της διαμονής του. Κι εγώ δεν θα τον γνώριζα αν δεν τον ήξερα τόσο καλά. Το σώμα του έχει δέσει, οι κινήσεις του έχουν έλεγχο και νόημα, το κεφάλι του σηκώνεται ψηλά. Είναι άλλος άνθρωπος. Αυτό θέλουν να κάνουν και οι άλλοι που τον παρακολουθούν με καμάρι και ζήλια. Να εξελιχτούν, να ζήσουν ολοκληρωμένα στην καινούργια χώρα. Να τους δοθεί η ευκαιρία. Καλές οι μουσικές της πατρίδας, και οι γιορτές, και οι αναμνήσεις της καταγωγής, όμως στο βάθος εκείνο που οδηγεί τους ανθρώπους σε τολμηρά ταξίδια και τόσες δυσκολίες στα μέρη όπου είναι ανεπιθύμητοι, είναι να διακριθούν στον κόσμο αυτό, τον δυτικό κόσμο των ελευθεριών, αυτόν που αφήνει την ελευθερία στους ανθρώπους να ξεδιπλώσουν τα ταλέντα τους, που αναγνωρίζει τη δυνατότητα να χειραφετηθείς σαν άτομο, να ξεχωρίσεις.
Μπορεί να είναι δύσκολα τα πράγματα για τις αφγανές γυναίκες στην Αθήνα, όμως το δηλητήριο της ατομικής ελευθερίας έχει ήδη μπει στις ζωές τους και τις έχει ξεσηκώσει. Ας φορούν τη μαντήλα μερικές, κι άλλες όχι, έχουν ήδη νιώσει τον πειρασμό της ελευθερίας. Αυτό είναι το μεγαλείο των χωρών που επέλεξαν να ζήσουν και να έρθουν με τόσα ρίσκα. Αυτή η πάλη, που θα κρατήσει μια ζωή, ανάμεσα στην καταγωγή και στην κατάκτηση της ατομικότητας. Αστράφτουν τα μάτια τους καθώς καμαρώνουν τον καλλιτέχνη και την καλλιτέχνιδα, κάθε τους μέρα θα είναι αγώνας να σταθούν στα πόδια τους και στην ελληνική κοινωνία, και στη δική τους.
Να το μάθημα που μου δίνει λοιπόν ο παλιός μαθητής μου. Είναι ο αριστούχος της τάξης αυτής που τον χειροκροτεί τώρα συγκλονισμένη. Τους έχει δώσει φτερά. Θυμούνται γιατί βρίσκονται εδώ πέρα. Θυμόμαστε κι εμείς, συνειδητοποιούμε ότι με όλα τα στραβά της η Ελλάδα είναι δυτική χώρα, υποχρεωμένη από τους νόμους της να σέβεται τις ελευθερίες, να τις προστατεύει. Και τις δίνει, τις παρέχει. Για τους ανθρώπους αυτούς είναι τόση σημαντική, είναι στ' αλήθεια η γη της επαγγελίας.
Δε βαστιέμαι, θα το πω κι αυτό, η εξαιρετική δουλειά με τους ηθοποιούς που δημιουργήθηκαν από την πρωτοβουλία της ελληνοαμερικανίδας χορογράφου πριν έξι- εφτά χρόνια, δεν θα είχε γίνει αν δεν υπήρχε η Αγορά, αν δεν είχε συμβεί εκείνη η φάση που κατάφερε να λειτουργήσει με αυτοδιαχείριση. Πολλοί τη συκοφάντησαν εκ των υστέρων, ειπώθηκαν σημεία και τέρατα από ανθρώπους με κύρος, οι οποίοι δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να το ψάξουν το πράγμα, ούτε να αναγνωρίσουν ότι μπορεί να είπαν υπερβολές. Ωστόσο για λίγα χρόνια στο χώρο αυτό έγιναν τέτοιες συναντήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να βρεθούν αλλού, όπως ήταν οι μετανάστες στην Ελλάδα και τα παιδιά Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Η όλη προσπάθεια ήταν να ξεπεραστεί η εκατέρωθεν δυσπιστία, να βρεθεί ένας τρόπος επαφής, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ήταν το όχημα. Το θεωρώ άδικο για την υστεροφημία του εγχειρήματος να έχει επικρατήσει η εικόνα των ακραίων εκατέρωθεν. Ακόμα κι αν τέτοιες προσπάθειες δεν μπορούν να λειτουργήσουν για πολύν καιρό ανιδιοτελώς, δεν γίνεται να μην αναγνωρίζουμε το τι προσφέρουν στο λίγο καιρό που το καταφέρνουν.
Πέρσι ο Δήμος Αθηναίων παραχώρησε ξανά στην ομάδα των δασκάλων που έχουμε ονομάσει “Γέφυρες” δυο αίθουσες για μαθήματα ελληνικών. Για μια σχολική χρονιά λειτούργησαν ξανά με τον ίδιο τρόπο, σαν χώρος δυνατοτήτων. Δυνατότητα να συναντηθείς, να μάθεις κάτι, να δείξεις κάτι, να αναγνωρίσεις και να σε αναγνωρίσουν, να αποκτήσεις γνώσεις καλλιεργώντας σχέσεις εμπιστοσύνης. Για λίγους μήνες, ύστερα ο Δήμος ανακοίνωσε ότι το κτίριο θα ανακαινιστεί, τα μαζέψαμε και φύγαμε. Τι θα γίνει όταν ανακαινιστεί; Παιδική βιβλιοθήκη και λίγα μαγαζιά, λένε οι πληροφορίες.
Μαγαζιά στην Κυψέλη; Στη γειτονιά που έχει τόσα πολλά; Που είναι τα περισσότερα ξενοίκιαστα και μοιάζουν να τυλίγουν με φαντάσματα τους δρόμους; Μα έχουμε πήξει στα μαγαζιά! Ένας χώρος όμως όπως υπήρξε έστω και για λίγο η Αγορά δεν υπάρχει. Έστω, η πρόθεση για κάτι τέτοιο, που να γίνεται υποδομή.



Μου έρχεται να ουρλιάξω

Ναι, εντάξει, να κάνεις κατάληψη. Όμως έτσι, άντε- άντε; Εύκολο να το λες... Αν θέλεις να την κάνεις στ’ αλήθεια, πρέπει να βρεις  έναν σο...