Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Παιδιά το καλοκαίρι

 Τα καλοκαίρια στις επαρχίες που συχνάζουµε, συναντάµε και µερικά παιδιά, έτσι για να θυµόµαστε ότι ακόµα παράγεται το είδος. Πάνε για µπάνιο µε τους γονείς, κυκλοφορούν στους δρόµους πιο ελεύθερα, κάνουν ποδήλατο, παίζουν στις αυλές. Και µόνο να τα βλέπεις να δοκιµάζουν διστακτικά και µε φωνές τη θάλασσα, να ενθουσιάζονται µε αυτό που οι µεγάλοι έχουν συνηθίσει, σε κάνει να εκτιµήσεις ξανά την αξία των πραγµάτων, την αξία του κόσµου ολόκληρου όταν προσέχεις πώς παίζουν µε τα χώµατα ή µε µινιατούρες σπιτιών, ανθρώπων και αυτοκινήτων. Τι καλά που θα ήταν να µπορούσαµε να βλέπουµε συχνότερα παιδιά, να κλέβουµε λίγη από τη συγκίνηση της γνωριµίας τους µε το περιβάλλον.

Ισως να µαθαίναµε να το αγαπάµε ξανά µέσα από τα δικά τους µάτια.

Αλλά αυτό παραµένει προνόµιο του καλοκαιριού.

Περπατάς νωρίς το πρωί ή το απόγευµα και τα παρατηρείς µέσα στον κήπο τους καµιά φορά να µην κάνουν τίποτα απολύτως, να κοιτάνε γύρω τους σαν εξωγήινοι που προσπαθούν να συνηθίσουν το νέο µέρος που βρέθηκαν. Είναι µερικά τόσο έκπληκτα ακόµα από αυτά που αντικρύζουν, τόσο καινούργια και άφθαρτα, τόσο άσχετα µε οτιδήποτε, που αναρωτιέσαι αν θα τα καταφέρουν να ζήσουν στον τόπο που έπεσαν σαν από αλεξίπτωτο. Κι άλλα πάλι, ήδη εξοικειωµένα και ώριµα, δεν εντυπωσιάζονται µε τίποτα, πιστεύουν ότι χειρίζονται ήδη τα πάντα.

Αραγε ποια θα εξελιχθούν σε ανθρώπους µε κριτική µατιά, καλλιτέχνες ή σκεπτικιστές, και ποια θα γίνουν άνθρωποι της δράσης; Νοµίζεις ότι το µαντεύεις βλέποντας τα ράθυµα ή διστακτικά, νοµίζεις ότι βλέπεις κιόλας εκείνους που αρπάζουν τη ζωή χωρίς πολλά πολλά, κι εκείνους που αναρωτιούνται και επινοούν, δηµιουργούν και αναλύουν. Αλλά τίποτα σίγουρο δεν υπάρχει στα παιδιά, όλα µπορεί να αλλάξουν.














http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4586941/?iid=2

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Φρόνημα υψηλόν


Ανησύχησα προς στιγμήν ότι θα σταματήσουν οι ουρές στις τράπεζες, πάνω που αρχίσαμε να συνηθίζουμε, αλλά ευτυχώς τη Δευτέρα είχε ακόμα πιο μεγάλες. Δεν μπορεί να έχετε παράπονο από το πρώτο αυτό σύμπτωμα χρεοκοπίας, που μας έβγαλε επιτέλους στο δρόμο, όλους εμάς τους τεμπέληδες, που μας σήκωσε από τον καναπέ, που μας ξανάφερε κοντά στους γείτονες, έδωσε τέλος στην απάνθρωπη απομόνωση του διαμερίσματος, και γενικά έφερε στη ζωή μας χίλια δυο καλά. Και δεν είναι παρά μία αρχή, την οποία πολύ την περιμέναμε, γι αυτό και είμαστε γενικά πολύ ευχαριστημένοι με την ελπίδα που ακόμα έρχεται. Βασικά βγήκαμε στο δρόμο να την υποδεχτούμε. Κι επιτέλους είμαστε όλοι μαζί, με ένα πενηντάρι ο καθένας, πλούσιοι και φτωχοί εξομοιωμένοι. Έστω και σαν ψευδαίσθηση είναι τόσο γλυκιά, δεν τη χορταίνουμε.
Αυτό είναι που έλεγε και κάποιος υπουργός, ότι βάλαμε το σπόρο για αλλαγή της Ευρώπης. Ναι, η Ευρώπη να δει πώς ξεκινάμε την ισότητα, γιατί μάλλον το έχει ξεχάσει από την εποχή που κατάφερε με τον ανάλγητο καπιταλισμό της να ρίξει τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πέρασαν κιόλας 25 χρόνια. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε χωρίς να έχει ιδέα, κι έρχεται επιτέλους η ελληνική πραγματικότητα να τους ανοίξει τα μάτια. Μια ζωή πρωτοπορεία, όχι να το παινευτούμε δηλαδή.
Κι επειδή είμαστε λαός που ψήθηκε στο αγωνιστικό φρόνημα και στην πολεμική αρετή, κι είναι πια φανερό πως δεν κρατιόμαστε άλλο στην πεζή καθημερινότητα, θέλουμε αγωνιωδώς να ζήσουμε μέρες ηρωικές, να αγωνιστούμε, να πεινάσουμε, να πλέξουμε φανέλα του στρατιώτη, δεν μας αρκούν οι διαβεβαιώσεις των κυβερνώντων ότι έχουμε πόλεμο και πως θα το κάνουν Κούγκι. Θέλουμε κάτι πιο χειροπιαστό, πιο πονεμένο, πιο τραγικό, πιο απελπισμένο. Οχι συμβιβασμούς και Βάρκιζες. Ευτυχώς βγήκε ο κ. Κατρούγκαλος και είπε ότι δεν είναι Βάρκιζα η συμφωνία, δεν παραδώσαμε τα όπλα, κι έτσι αναπτερώθηκε το ηθικόν μου.
Υπάρχουν βέβαια διάφοροι αναίσθητοι, μια αλλοίθωρη νεολαία, που τρέχει και στη Βάρκιζα και στη Βουλιαγμένη να κάνει τα μπανάκια της. Τι να πω γι αυτούς τους ανθρώπους που δεν συναισθάνονται την κρισιμότητα της στιγμής και των παρομοιώσεων;
Η τρυφηλότης και η παρακμή κατάστρεψε τα έθνη, ενώ οι στερήσεις τα χαλυβδώνουν. Παρόλ' αυτά ουρλιάζοντας “Όχι στη λιτότητα” (υπάρχει μια αντίφαση εδώ, αλλά δεν θα σκάσουμε κιόλας) στωικά καθόμαστε στην ουρά, κολυμπάμε σε πελάγη υπομονής, βαφτιζόμαστε σε θάλασσες συλλογικής ψυχής, και ζωή του μέλλοντος αιώνος, αμήν.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ας μην κρατήσουν οι χοροί

Η στροφή του Τσίπρα την τελευταία στιγμή πριν από τον γκρεμό δεν μπορεί να μη θυμίσει τις προηγούμενες στροφές των προηγούμενων πρωθυπουργών, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να τις κάνουν, ο καθένας τη δική του, με καλύτερες προϋποθέσεις, σε πιο άνετη πίστα. Οσο πιο πίσω στον χρόνο, τόσο καλύτερη η πίστα, κι όμως όλες έγιναν μισερές και διστακτικές, πράγμα απογοητευτικό για πολιτικούς που περιλαμβάνουν το ζεϊμπέκικο και τις στροφές του στα απαραίτητα προσόντα τους.
Επί Καραμανλή του μικρού δεν είχαμε καταλάβει και πολύ καλά τι συνέβαινε όταν είπε ότι πρέπει να παρθούν μέτρα λιτότητας, δεν θυμάμαι καν αν τα λέγαμε έτσι τότε. Φαινόταν απλό και παράξενο, μια αλλαγή στη συμπεριφορά του που ήρθε αργά και δεν εξηγήθηκε. Πρώτη αδέξια πρωθυπουργική στροφή λοιπόν, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς επιτυχία.
Εφυγε η Ν.Δ. εκείνη, ήρθε το ΠΑΣΟΚ, είδε πως λεφτά δεν υπήρχαν, έκανε τη στροφή. Περίλυπος, στο ωραίο Καστελόριζο, υπονοώντας ίσως κάτι για την εθνική κυριαρχία, ποιος ξέρει, ο Γιωργάκης ανακοίνωσε ότι καταφεύγει σε δανεισμό και μνημόνιο με φόντο τα ωραία ανατολικά σύνορα.
Οι συμβολισμοί στην εικόνα βάραιναν συνεχώς τον λογαριασμό χωρίς να εξυπηρετήσουν την κατανόηση. Θα μπορούσε το νησί αυτό να σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ωραίες παραλίες και θα ορθοποδήσει με σωστή τουριστική πολιτική. Εγώ έτσι το πήρα, ελπίζω κι άλλοι. Ομως άλλα υπονοούσε φυσικά, και η εθνική κυριαρχία που επικαλούνταν, στράφηκε εναντίον του.
Δυστυχώς εκτός από ζεϊμπέκικο στην πολιτική χρειάζεται να χορεύεις και καρσιλαμά, να κρατάς δηλαδή τους σωστούς ρυθμούς με τον απέναντι. Ο οποίος απέναντι πήρε το μήνυμα της εθνικής κυριαρχίας που κινδυνεύει αν υπογράψεις συμφωνία για μεταρρύθμιση του κράτους σου με εταίρους, με τους οποίους ελπίζεις κάποτε να φτιάξεις κοινό κράτος, και χόρεψε στο ταψί τον συμβιβασμένο πρωθυπουργό. Κι εμάς μαζί.
Υπήρχαν στους τοίχους των Εξαρχείων και στις εφημερίδες της ναζιστικής οργάνωσης όλες οι εκφράσεις, οι βρισιές, τα εθνικιστικά και μηδενιστικά κλισέ που χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια σε ευρεία κλίμακα απέναντι σε οποιονδήποτε τολμούσε να εξηγήσει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις. Δεν είχες παρά να απλώσεις το χέρι να διαλέξεις.
Η Αθήνα κάηκε και ξανακάηκε, σκοτώθηκαν άνθρωποι, αλλά με πολύ θυμό και πάθος κέρδισε τις εκλογές ο Σαμαράς, κι εν συνεχεία έκανε τη στροφή στα γρήγορα. Οσο κι αν τον δυσκόλευε, γιατί μια αγκύλωση την έχει, δεν άργησε μήνες, προς τιμήν του, εγκαίρως την πήρε. Αλλά ήταν γραφτό να κρατήσουν κι άλλο οι χοροί.
Αρχισε τότε ο καρσιλαμάς σε τρελό ρυθμό με τον ΣΥΡΙΖΑ απέναντι και τον Κουβέλη να τα παρατά στη μέση. Με σημαίες και ταμπούρλα, με ζουρνάδες και νταούλια, με όλον τον εξοπλισμό, ιστορικό, συμβολικό, δεν έμεινε φλουράκι παραπονεμένο, όλο φορτωμένο στα τζοβαΐρια του αρχιχορευτή.
Ηρθε η σειρά του, κέρδισε κι αυτός. Φαινόταν πια ως νικητής να παίζει σόλο, σε ρυθμούς ιλιγγιώδεις, χωρίς κανέναν απέναντι πλέον, με εξουθενωμένους τους προηγούμενους. Δεν θα τον έκανε τον κύκλο, θα προχωρούσε ευθεία μπροστά, σαν τον μάγο του Χάμελιν με τα παιδιά από πίσω. Κι όμως, ω του θαύματος, ο κύκλος συνεχίστηκε, ξανάρθε η στροφή. Τελευταία στιγμή, εκεί που έλεγες: φτάσαμε στο μαύρο δάσος.
Τώρα επιτέλους φαίνεται ο κύκλος να έκλεισε. Διαλύθηκαν και τα νταούλια κι οι ζουρνάδες. Δεν έχει άλλους να σταθούν απέναντι, εκτός κι αν ξεφυτρώσουν νέες δυνάμεις άγριου καρσιλαμά και βρουν οπαδούς στις κερκίδες. Μπορεί πια να σταματήσουν αυτοί οι αυτοκαταστροφικοί γύροι. Ζαλιστήκαμε. Να καθίσουμε στην τάβλα μια στιγμή, να κουβεντιάσουμε ήσυχα, να ξελαχανιάσουμε μια στάλα.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Κόλπα που δεν τα ξέρω

H Πατησίων ήταν γεμάτη αφίσες με τη φάτσα του Σόιμπλε σε γκρο πλαν και τη φράση «Πέντε χρόνια σού ρουφάει το αίμα! Πες ΟΧΙ!». Τόσες φορές που την είδα, φυσικά την έμαθα απ’ έξω. Λιγότερο είδα τη φάτσα της Μέρκελ, του Ντάισελμπλουμ και του Σουλτς. Ο Σόιμπλε έχει σουξέ, όπως και να το κάνουμε. Λειτούργησε η προτροπή, είπε «όχι» η πλειοψηφία.
Οχι στην Ευρώπη, άκουγα εγώ τις προηγούμενες μέρες, και ξόδευα το σάλιο μου για να πείσω πικραμένους Ελληνες ότι οι Ευρωπαίοι μάς εκτιμούν. Οχι στο ευρώ, άκουγα και έτρεμα τις συνέπειες. Επιστροφή στη δραχμή, θα είμαστε φτηνοί, θα έρχονται τουρίστες, έλεγαν μερικοί ξενοδόχοι στα νησιά.
Μόλις νίκησε το «όχι» όμως, ανακοινώθηκε ότι ξαναρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Το δημοψήφισμα δεν έδιωξε ούτε τον Σόιμπλε από τη θέση του, ούτε τη Μέρκελ, ούτε τους άλλους κακούς τέλος πάντων. Ξανά μανά σ’ αυτούς για νέα βοήθεια. Κι ας είπαν ότι έκοψε τις γέφυρες η Ελλάδα κ.λπ. κ.λπ. Αυτά που λες, εγώ τ’ ακούω βερεσέ. Σ’ αυτόν που μας ρουφάει το αίμα πέντε χρόνια, άντε πάλι πίσω με το μπουρί της σόμπας ανά χείρας, για διευκόλυνση.
Μένουμε στην Ευρώπη, μένουμε στο ευρώ, είπε ο Τσίπρας. Και θα πάει να διαπραγματευτεί με όλους αυτούς που σκυλόβριζαν οι οπαδοί του, που ο ίδιος είπε ότι μας ταπεινώνουν, που ο Καμμένος λέει ότι μας ζητάνε να πέσουμε στα τέσσερα, που τους έχουν λούσει τέλος πάντων με ό,τι διαθέτει σε βρισιά και σαμπουάν η ελληνική γλώσσα.
Τώρα με το «όχι» όμως θα είναι πιο δυνατός να επιβάλει τα μέτρα στην Ελλάδα, λένε μερικοί.
Τώρα με το «όχι» θα είναι πιο δυνατός να κάνει τη ρήξη αν χρειαστεί, λένε άλλοι.
Ικανοποιήθηκε ο πληγωμένος εγωισμός των Ελλήνων, τώρα θα δεχτούν τις μεταρρυθμίσεις, λένε οι τρίτοι (τις ποιες;).
Τι να πω, δεν καταλαβαίνω. Πώς μπορείς να συνομιλείς με αυτούς που βρίζεις, με ξεπερνά από την αρχή. Προφανώς δεν έχω παίξει αρκετό τάβλι στη ζωή μου, ούτε και χαρτιά. Μπλόφες, στροφές, υποκρισίες, σκοτσέζικα ντους δεν τα κατέχω. Οταν πρέπει να συμφωνήσω με κάποιον για κάτι, δεν τον ξεχέζω πρώτα, μετά και ενδιαμέσως. Μάλλον λάθος κάνω, γι’ αυτό δεν πήγα μπροστά.
Εγώ ψήφισα «ναι» και το έχω διαλαλήσει, επειδή πιστεύω στην Ευρώπη για τους θεσμούς της, για τη δημοκρατία της, για την υπεράσπιση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, για το όραμα της ένωσης που αγωνίζεται να κάνει, για τη δουλειά και την εξέλιξη που έχει πετύχει σε όλ’ αυτά, όντας ταυτόχρονα πλούσια και εξελιγμένη, πράγμα που ήταν η προϋπόθεση για τα υπόλοιπα.
Πάντα οι πλούσιες κοινωνίες γεννάνε τις πολυτέλειες της σκέψης και της διεκδίκησης, όχι όμως κάθε πλούσια κοινωνία. Ακόμα κι εμείς, επειδή υπήρξαμε πλούσιοι είμαστε τόσο διεκδικητικοί. Αλλά μ’ αυτά τα πράγματα δεν θα έπαιζα τάβλι, δεν θα έκανα μπλόφες, δεν θα τολμούσα, όχι να χλευάσω, ούτε να βλεφαρίσω απέναντι σε ανθρώπους που τα εκπροσωπούν. Μακάρι να αποδειχτεί όλο αυτό το δέος μου περιττό.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Συνειρμοί στις πεζούλες



Ισως όμως να ήταν πιο ευτυχισμένοι, λέει νοσταλγικά η νεαρή μου φίλη καθώς κοιτάμε τους λόφους της Τήνου ριγωμένους απ' άκρη σ' άκρη απο πέτρινες πεζούλες κι αναρωτιόμαστε πώς ήταν η καθημερινότητα των ανθρώπων που τις έφτιαξαν. Ζούσαν στα χωριά που επισκεπτόμαστε τώρα εμείς με το αυτοκίνητο,  τα περπατάμε και λαχανιάζουμε σε πέντε λεπτά, πανέμορφα για το σημερινό επισκέπτη. Καλλιεργούσαν  τις πεζούλες που είχαν χτίσει με τα χέρια τους, διασκέδαζαν στις θρησκευτικές γιορτές,  παντρεύονταν μικροί, πέθαιναν νέοι. Δεν ξέρουμε πολλά για τη ζωή τους, αλλά τη φανταζόμαστε απλή, χωρίς επιλογές. Αυτό μπορεί να φαίνεται  ανακουφιστικό, να κάνει σημερινούς ανθρώπους να νοσταλγούν μια ζωή που δεν θα μπορούσαν ν' αντέξουν ούτε μισή μέρα. 

Κάποτε στην Κίνα ο Μάο Τσετουνγκ αποφάσισε ότι οι διανοούμενοι έπρεπε να δουλεύουν σαν αγρότες για να επέλθει ισότητα στην κοινωνία. Εστειλε μερικές χιλιάδες φοιτητές στα χωράφια, κίνηση γοητευτική  στα μάτια των δυτικών. Ο Σαρτρ κι άλλοι τολμηροί διανοούμενοι τον θαύμασαν για καιρό πριν καταλάβουν πόσο δολοφονικές ήταν οι ιδέες του. Νομίζω  και ο Τσίπρας είχε κάποτε δηλώσει το θαυμασμό του. Οι φοιτητές εκείνοι  εξοντώθηκαν, όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά, άμαθοι καθώς ήταν στον σκληρό αγροτικό τρόπο ζωής της εποχής. Δεν ξέρω πόσο καιρό έκαναν οι δυτικοί να καταλάβουν ότι ο Μάο ήθελε απλώς να εξαφανίσει πιθανούς πολιτικούς αντιπάλους με τον ευφάνταστο αυτό τρόπο.


Υπάρχει ένα είδος νοσταλγίας για την έλλειψη επιλογών στη ροπή που δείχνουμε προς τον αυταρχισμό τα τελευταία χρόνια. Η ελευθερία είναι αληθινός πονοκέφαλος, να πρέπει να αποφασίζεις για τη ζωή σου. Να σου λένε οι άλλοι, οι γονείς, οι στρατηγοί, οι οδηγητές, οι παπάδες, είναι πιο ξεκούραστο. Δεν έχεις παρά να υπακούς, ή να αντιστέκεσαι, πράγμα  ηρωικό. Πολλοί ζηλεύουν τη γενιά του Πολυτεχνείου που είχε να αντισταθεί σε κάτι. Λένε ότι μια χούντα μας χρειάζεται, όχι τόσο για να βάλει τάξη, όσο για να προσφέρει ευκαιρίες ηρωισμου. Ελλείψει χούντας, βρίσκουμε την τρόικα, τη Μέρκελ, τον Σόιμπλε, το σύστημα γενικώς, κάτι που να μοιάζει αυταρχικό για να του αντισταθούμε. Σταδιακά  το κλισέ της αντίστασης γίνεται  πανίσχυρος κομφορμισμός, μια προσευχή που πρέπει να απαγγέλεις παντού για να γίνεσαι αποδεκτός, να περνάς καλά, να μην τσακώνεσαι με τους φίλους σου, να μη σε βρίζουν στο Facebook. Αναποδογύρισαν τα πράγματα.
Αυτός ο κομφορμισμός, κυβερνώντας πλεον, φτάνει  να προτείνει να  πούμε όλοι μαζί Οχι στην  Ευρώπη, απαντώντας στο πολύπλοκο ερώτημα που κατασκεύασε, μακρύ κι ασαφές κι ολίγον διφορούμενο, σα χρησμό που μπορεί να σε γλιτώσει, ή και να σε καταστρέψει αν τον ερμηνεύσεις λάθος. Να γλιτώσουμε  απο την πολύπλοκη σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατική οργάνωση, τις προκλήσεις και τους στόχους της που αφαιρούν εξουσία απο τους ντόπιους πολιτικούς, να βρουμε τον αληθινό βαθύ εαυτό μας τον ανάδελφο, ίσως και το σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα. 
Αδικώ τις νησιώτικες πεζούλες με τους συνειρμούς αυτούς. Φταίει η επικαιρότητα . Θα μπορούσαν, υποθέτω, μια χαρά να καλλιεργηθούν με μεθόδους πολυ πιο ξεκούραστες απο εκείνες της εποχής που φτιάχτηκαν. Υπάρχει τεχνογνωσία, στις όχθες των ευρωπαϊκών ποταμών, ξέρετε.

Τοξικότητα

Νιώσατε ποτέ, πείτε με το χέρι στην καρδιά, στον εαυτό σας προπάντων, ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να ταπεινώσουν τους Ελληνες; Ταξιδεύοντας, σπουδάζοντας, πουλώντας ή αγοράζοντας, συζητώντας ή διεκδικώντας; Σε ποιες εμπειρίες απευθύνονται οι πολιτικοί, και όχι μόνο, ρήτορες που τους κατηγορούν για κάτι τόσο βαρύ;
Στις μέρες μας λίγο-πολύ οι περισσότεροι Ελληνες ταξιδεύουν στην Ευρώπη, ή απλώς γνωρίζουν τουρίστες στην Ελλάδα. Δεν συνάντησα στη ζωή μου κανέναν που να ταπεινώθηκε ως Ελληνας από Ευρωπαίο, ούτε μου έτυχε ποτέ να αισθανθώ τέτοια πρόθεση. Σε τι είδους ψυχολογικό έδαφος προσπαθεί να πιάσει ο σπόρος αυτής της καχυποψίας;
Είναι τρομερό να προσπαθείς να κάνεις διάλογο με ανθρώπους και θεσμούς για τους οποίους σκέφτεσαι ότι θέλουν να σε ρίξουν, να σε υποτάξουν, να σε ταπεινώσουν, να σε κάνουν πειραματόζωο. Αν πάλι καταφέρνεις να το ξεχνάς όταν βρίσκεσαι μαζί τους και πατάς τα ωραία χαλιά των ευρωπαϊκών μεγάρων, είναι εξίσου τρομερό να μιλάς γι’ αυτούς έτσι στον Τύπο του τόπου σου, σαν να θέλεις να εξαναγκάσεις τους αναγνώστες να μισήσουν τους συνομιλητές σου. Να επιθυμείς να νιώσει ταπεινωμένος ένας ολόκληρος λαός, να ενορχηστρώνεις συναισθήματα, ενώ υποτίθεται ότι διαπραγματεύεσαι χρήματα.
Την περασμένη εβδομάδα ούτε και ξέρω πόσες φορές κι από πόσους κυβερνητικούς, με λιγότερο ή περισσότερο υψηλή θέση, άκουσα τις φράσεις αυτές που κανοναρχούν το μίσος. Κι αν δεν υπάρχει, θέλουν να το γεννήσουν. Κι αν δεν το νιώθετε όσοι τ’ ακούτε, φταίτε εσείς. Θα έπρεπε να μισείτε. Μάλιστα την ίδια βδομάδα η Εκκλησία κατακεραύνωνε, πρώτα τους ομοφυλόφιλους κι ύστερα μέχρι και τη γιόγκα. Η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας έσταζε μίσος ολούθε. Λες και θα το μαζέψει σαν το ρετσίνι κανείς, να κάνει από δαύτο εξαγωγές.
Αν είχα μικρό παιδί, θα το κουκούλωνα σε μια γωνία να μην ακούει και να μη βλέπει. Δεν υπάρχει πιο αντιπαιδαγωγικό πράγμα από το να καλλιεργείς το μίσος, τίποτε δεν μπερδεύει και δεν πληγώνει περισσότερο τα παιδιά από το να κατηγορείς με ακατανόητο τρόπο, για ακατανόητους λόγους, ανθρώπους με τους οποίους ζει μαζί, αντικρίζει κάποτε ή θα συνεργαστεί στο μέλλον. Στεγνώνει την ψυχή, τυφλώνει, ευνουχίζει. Κάθε επαφή, κάθε γνώση, κάθε δημιουργική ικανότητα απειλείται.
Δευτέρα βράδυ, πολλοστή κρίσιμη μέρα που περνάμε, θα τα βρουν ή δεν θα τα βρουν τέλος πάντων οι μεγάλοι μας ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι με τους Ευρωπαίους, στο βάθος η αγωνία είναι αυτή που ξεκίνησε αφότου βγήκε στον αφρό όλο αυτό το δηλητήριο του μίσους. Πώς θα απαλλαγούμε από αυτή την τοξικότητα.

Σε κείνα εκεί τα μάρμαρα

Την ημέρα που οι κυβερνήτες μας επώαζαν τη ρήξη με τους Ευρωπαίους, εγώ παρακολουθούσα την ένωση με τα δεσμά του γάμου ενός ζεύγους αγαπημένων παιδιών, στη Σύρο. Εβλεπα με συγκίνηση, με βαθιά αναψυχή, αν μου επιτρέπετε το λογοπαίγνιο, Σκοτσέζους με τα κιλτ τους να ανεβαίνουν τα σκαλιά του Δημαρχείου της Ερμούπολης παρέα με Ολλανδούς, Κουβανούς, Νεοζηλανδούς, Ευρωπαίους πάσης φύσεως, Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων.
Από την Ελλάδα η νύφη, από τη Σκοτία ο γαμπρός και γύρω τους συμφοιτητές απ’ όλο τον κόσμο που είχαν ταξιδέψει για δυο ή τρεις μέρες για να τους δουν και να γευτούν ελληνικό νησί πολυτραγουδισμένο, με λαχτάρα να γνωρίσουν τον τόπο, να δουν, να καταλάβουν, χωρίς προκαταλήψεις, να χαρούν και να συναντηθούν ξανά.
Μπορεί να έχουν ξανανεβεί τα σκαλιά του επιβλητικού και χαριτωμένου αυτού κτιρίου σκοτσέζικα κιλτ ή και ινδικά φουλάρια, μαντίλες, αφρικάνικοι χιτώνες και δεν ξέρω τι άλλο ρούχο. Διεθνής η Ερμούπολη υπήρξε από τη στιγμή που πήρε την πρώτη αναπνοή της.
Γάλλοι είχαν εγγυηθεί την ειρηνική ζωή στο νησί όταν ακόμα είχε μόνο ένα μικρό χωριό καθολικών ψηλά στον λόφο, Αγγλοι έδωσαν τα πρώτα δάνεια στους εμπόρους που έφτασαν ρακένδυτοι στο λιμάνι, κατεστραμμένοι και πενθούντες μετά τη σφαγή της Χίου κι έφτιαξαν την πόλη μέσα σε λίγους μήνες.
Σ’ όλο τον κόσμο, σ’ όλη την τότε καταναλωτική κοινωνία πούλησαν οι έμποροι ό,τι έφτιαξαν κι ονόμασαν την πόλη τους Ερμούπολη «προς τιμήν του κερδώου Ερμού». Ωραία ιστορία να τη διηγηθείς στους ξένους, που διψούν να ακούσουν ιστορίες από την Ελλάδα, καθώς τους δείχνεις τα πέτρινα νεοκλασικά. Καλύτερα να μη σκέφτεσαι βέβαια το παρόν και το πώς επιβιώνει μια τέτοια πόλη σε συνθήκες διαφορετικής νοοτροπίας. Ισως οι νοοτροπίες να μην κανονίζουν τα πάντα. Ελπίζω ακόμα.
Με δυο λόγια, την ώρα που οι οφειλέτες μας έστηναν σκηνικό ρήξης, το πολλοστό πλέον σκηνικό ρήξης που παρακολουθήσαμε να στήνεται, τόσο που πια έχουμε συνηθίσει τη διαρκή ταραχή κι έχουμε αρχίσει να ονειρευόμαστε καταστροφές μπας και ηρεμήσει η ψυχή μας, φαντασιωνόμαστε μάλιστα επιστροφή σε αγροτικές γαλήνιες καταστάσεις που δεν υπήρξαν ποτέ, την ίδια αυτή ώρα οι νέοι μας αντιμετωπίζουν προκλήσεις συνύπαρξης με το πιο θετικό, το πιο ανοιχτό πνεύμα που μπορεί κανείς να φανταστεί, προκλήσεις συνδυασμού και σύγκρισης παραδόσεων και συνηθειών, διαφορετικών έως αντίθετων τελείως νοοτροπιών, με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα.
Μιλάνε τα αγγλικά τους στο διεθνές περιβάλλον, καταλαβαίνουν όλου του κόσμου τα αγγλικά και καλλιεργούν επιπροσθέτως ισπανικά και γαλλικά κι ένα σωρό ακόμα γλώσσες. Βρίσκουν θέματα και τρόπους σύγκλισης με άλλα παιδιά, από τους πιο μακρινούς πολιτισμούς. Εχουν βρει τρόπους, θάρρος, κέφι που πάει παντού. Βοηθήσαμε κι εμείς, τα στήσαμε στα πόδια τους με την κλασική μανία μας για εκπαίδευση.
Ζουν σε άλλο κόσμο τα παιδιά μας

Θα εχουμε πάντα το Παρίσι

Θα έχουμε πάντα το Παρίσι, έλεγε ο άλλος, κι εγώ, επειδή δεν το έχω πάντα το Παρίσι, αν κι έχω πάντα την έλλειψη του Παρισιού, έλεγα: θα έχω πάντα το Πεδίον του Αρεως. Θα μπορώ να περνάω, έλεγα, κάθε πρωί από μέσα, θα παίρνω βαθιές ανάσες κάτω από τα δέντρα, θα παίρνω δύναμη κι ύστερα θα παίρνω δρόμο και θα αφήνω δρόμο για να αντιμετωπίσω τη μέρα.
Ας το έχουν εγκαταλείψει οι κηπουροί και οι φύλακες που για ένα διάστημα φάνηκε να ορίστηκαν να το φροντίζουν. Φαίνεται πως δεν έφταναν τα λεφτά, κατανοητό. Ας χορτάριασαν τα παρτέρια, ας έσπασαν τα μάρμαρα που βάλανε σ’ εκείνο το μοντέρνο σιντριβάνι. Ας έκλεισαν οι παιδικές χαρές «προσωρινά» για πέντε χρόνια τώρα. Στο κάτω κάτω τα παιδιά μου μεγάλωσαν, δεν τις χρειάζονται.
Κι εκείνες οι «διαδρομές νερού» ας έγιναν στάσιμη βρόμα. Και οι πλαστικοί σωλήνες ας κόπηκαν φέτες από το ξεχορτάριασμα που γίνεται κάθε διετία. Κι ας μεταφέρθηκε η πιάτσα ναρκωτικών στο άγαλμα από κάτω. Ας ξεκόλλησαν άγνωστοι μέχρι και τα μεταλλικά στολίδια από το μνημείο του Ιερού Λόχου. Εγώ θα περνάω κάθε πρωί, τα δέντρα δεν παθαίνουν τίποτε. Ας βρομάει ο τόπος στην είσοδο της Ευελπίδων.
Καλοκαίριασε, τα παιδιά της γειτονιάς πάλι βγαίνουν και παίζουν μπάλα, θα έχουμε πάντα το πάρκο.
Αμ δε. Πρώτα έκλεισε η πόρτα του φράχτη δίπλα στο Γκρην Παρκ, άλλη θλίψη κι αυτό. Με βόλευε πολύ, αλλά τι να κάνω, πήγαινα από την άλλη. Υστερα έκλεισε η άλλη πόρτα, δίπλα στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Ας είναι, ανέβαινα λίγη ακόμα ανηφόρα.
Τώρα έκλεισε και η άλλη πόρτα στη Μαυροματαίων. Θυμήθηκα πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια: όταν ανήκε ακόμα στο ΥΠΕΧΩΔΕ, που είχαν χτίσει τις πόρτες κάποιο ωραίο πρωινό κι άρχισε εκείνη η μακρά αντιπαράθεση που οδήγησε στην ανάπλαση και σε άλλη αντιπαράθεση, κι από αντιπαράθεση σε αντιπαράθεση ξοδεύτηκαν του κόσμου τα λεφτά, έμεινε κλειστό τρία χρόνια, κι έχει φτάσει σε σημείο χειρότερο απ’ ό,τι πριν από την ανάπλαση.
Τουλάχιστον να ξέραμε τι γίνεται, θα ήταν σημαντικό. Κάποια στιγμή είχε μπει μια πινακίδα: «Οι πόρτες θα κλείνουν από τις 11 το βράδυ ώς τις 5 το πρωί». Ωραία, σύμφωνοι. Κανόνες, ενημέρωση, σχεδόν Παρίσι. Αλλά δεν ίσχυσαν ποτέ. Οι πόρτες έμειναν ανοιχτές και τώρα άρχισαν να κλείνουν διά παντός. Κανείς δεν ξέρει γιατί και πώς, ψυχή δεν υπάρχει να μιλήσεις, να ρωτήσεις.
Φαίνεται πως δεν θα έχω πάντα το πάρκο. Θα έχω μάλλον την ευκαιρία να διαπιστώνω ότι η αυθαιρεσία σε καθημερινή βάση εξαντλεί τη συνείδηση του πολίτη, ταπεινώνει και απελπίζει, έτσι που να μπορεί να χτίσει τον αυταρχισμό πάνω στην περιφρόνηση των αναγκών και των απαιτήσεών του.
Αλλά βέβαια, θα έχουμε πάντα το Παρίσι να μας θυμίζει ότι θα μπορούσαμε να ζούμε καλύτερα.

Μικρή γαλλική επανάσταση

Τώρα εγώ, να σας πω την αλήθεια, τη θεωρώ μεγάλη, αλλά ας μην προκαλούμε, όσο γίνεται. Πολλοί συμπολίτες μας θορυβήθηκαν με το ζεύγος Μακ...