Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

Η Δικαιοσύνη

Υπάρχει κάτι θετικό στις πολιτικές αντιδράσεις για την καταδίκη της Χρυσής Αυγής; Δεν πρόλαβε να ανακοινωθεί η απόφαση του δικαστηρίου κι  άρχισαν εκατέρωθεν καταγγελίες. Εσείς τους βοηθήσατε! Όχι, εσείς αρχίσατε πρώτοι! Είστε αστικό κόμμα και ως γνωστόν (από πού;) ο φασισμός είναι ακραία έκφανση του καπιταλισμού, το έλεγε η αριστερή θεωρία του μεσοπολέμου, που βοήθησε και λίγο να γίνει ο πόλεμος, τόσο άτεγκτη που ήταν δεν επέτρεψε συνεργασία  αντιφασιστικών κομμάτων στη Γερμανία. Κάτι έχει απομείνει και στη σημερινή αριστερή θεωρία από την ιδέα αυτή.

Ευτυχώς δεν είμαστε στο 1944, όταν την απελευθέρωση της Αθήνας ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος. Τη χαρά μας όμως για την απόφαση του Δικαστηρίου την ακολουθεί  χαμηλής έντασης και με βρισιές μόνο εμφύλιος, που μπορεί να κορυφωθεί σε πρωτοσέλιδα και μολότωφ εναντίον δακρυγόνων, ως εκεί, ελπίζουμε όλοι. Δεν είναι όπως τότε. Έχουμε κράτος και θεσμούς, έστω κι αν δεν τους εμπιστευόμαστε όσο θα θέλαμε, έστω κι αν οι λειτουργοί τους συχνά δεν στέκονται στο ύψος της αποστολής, έστω κι αν πολλοί ρομαντικοί άνθρωποι, κυρίως νέοι, νομίζουν ότι καλύτερα θα ζούσαμε χωρίς νόμους και κράτος διότι κατά βάθος οι άνθρωποι διαθέτουν έμφυτη καλωσύνη, οπότε κάθε επίθεση στο κράτος που την εμποδίζει να εκδηλωθεί, είναι καλό πράγμα. Αυτή τη φορά απλώς δεν κρατά η χαρά, την πεποίθηση ότι τα κόμματα όλα είναι άξια να συνταχθούν εναντίον του φασισμού -ναζισμού τη χαλάει αμέσως το κλίμα αντιπαράθεσης. Τι θετικό λοιπόν να υπάρχει;

Μήπως είναι θετικό ένα είδος εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη που εκδηλώνεται έστω κι έτσι; Και με τη χαρά και με τις αντιπαραθέσεις; Μπορεί να ξέραμε πολλοί τι ήταν η Χρυσή Αυγή, αλλά τώρα που η Δικαιοσύνη μίλησε η γνώση έγινε αλήθεια. Πολλά καταμαρτυρούμε στη Δικαιοσύνη για τις δυσλειτουργίες της και την απληστία των λειτουργών της όταν αποφασίζουν για τους μισθούς τους, αλλά κακά τα ψέματα. Την έχουμε ανάγκη, σαν πολίτες και σαν άνθρωποι. Πρέπει να πιστεύουμε σε κάτι. Κι αυτό το κάτι είναι η ιδέα της Δικαιοσύνης. Ανεξάρτητη, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Δεν είναι εύκολο, είναι εύθραυστη, φαρφουρένια, κρυστάλλινη, ευαίσθητη, μέλος ευπαθούς ομάδας, κι ας είναι αυτή που όλοι οφείλουμε να σεβόμαστε.. Οι πολιτικοί συχνά νομίζουν ότι μπορούν να της επιβληθούν, να παίξουν μαζί της. Οι πολίτες πρέπει να τη φροντίζουμε. Την χρειαζόμαστε όπως το σώμα μας χρειάζεται το νερό.

Φέρτε μου έναν προτεστάντη

Φέρτε μου έναν προτεστάντη

Οι προτεστάντες έχουν τη φήμη ότι είναι στεγνοί άνθρωποι, αυστηροί, δεν εκδηλώνουν συναισθήματα, δουλευταράδες, απλοί, κάπως βαρετοί. Πιστεύεται γενικά ότι εννοούν αυτά που λένε, δεν χρειάζεται να ψάχνεις κρυμμένα νοήματα και υπονοούμενα και υπόρρητα πράγματα γενικώς υπό, κι αυτό είναι που τους κάνει βαρετούς. Πράγματι, να σου λέει κάτι κάποιος και να το εννοεί, να μη σε κολακεύει, να μη σε χαϊδεύει, να μη σε κοροϊδεύει. Βαρετό.

Λένε ότι οι προτεστάντες κάπως έχουν συνδυάσει την έννοια της δουλειάς με τη θρησκεία, ότι θεωρούν ευλαβές και απαραίτητο για έναν ευσεβή βίο να στρατεύονται ως εργαζόμενοι στην κοινωνία και να εργάζονται με όλες τις δυνάμεις τους, δίνοντας στη δουλειά τον καλύτερο εαυτό τους. Είναι αυστηροί και οικονόμοι, έως τσιγκούνηδες, τρώνε πατάτες με μαϊντανό μέσα στα πιο ακριβά τους σκεύη, βάζουν και λίγο βούτυρο, χάλι μαύρο δηλαδή, είναι αυστηροί, ανελέητοι, αντιπαθείς. Τίμιοι.  Αφήνουν τα παράθυρά τους χωρίς κουρτίνες για να μπορούν όλοι να βλέπουν πως δεν έχουν να κρύψουν τίποτε.

Γενικά υποτίθεται ότι εμείς οι Έλληνες δεν μπορούμε καθόλου να ανεχτούμε αυτή τη νοοτροπία. Θέλουμε ανθρώπους θερμούς, εκδηλωτικούς, φιλόξενους, να σφάζουν αρνιά για το τραπέζι που μας υποδέχεται, να τάζουν λαγούς με πετραχήλια για την εξουσία που ζητούν ως πολιτικοί. Και είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε τις μικρές παρασπονδίες τους όταν τελικά την κατακτούν, την εξουσία. Να μη διορίσει ο χριστιανός και πέντε- δέκα συγγενείς; Ε, γιατί σκοτώθηκε να βγει; Αφού είχε τη μαγκιά να κερδίσει, ας σεβαστούμε τη δεινότητά του. Ας διορίσει κι όσους θέλει, έτσι κάνουν όλοι. Δεν είναι πια πολίτης κανονικός, γίνεται κάτι παραπάνω, ας ξοδέψει μερικά εκατομμύρια. Κι εμείς ως πολίτες να συνεχίσουμε την προσπάθεια να ξεφύγουμε από τη μανία της εφορίας να εισπράττει ποσοστά από κάθε τι που κερδίζουμε.

Νομίζω ότι δεν αντέχω άλλο αυτό το περίπλοκο σύστημα. Φέρτε μου έναν προτεστάντη, να είναι με τις προδιαγραφές της φήμης του. Με παράθυρα χωρίς κουρτίνες. Να λέει αυτό που σκέφτεται και να μην εννοεί τίποτε άλλο. Να θεωρεί την οικονομία απαραίτητη, ειδικά στα λεφτά του κράτους, αυτά που τα σκορπίζουν με τόση άνεση οι κιμπάρηδες οι δικοί μας. Τσιγκούνη, χωρίς ευφράδεια, αντιπαθητικό, στεγνό, αυστηρό, χωρίς επικοινωνιακό χάρισμα. Κι ας με βάλετε να τρώω εγώ τις πατάτες με το μαϊντανό και λίγο βούτυρο για έναν ολόκληρο χρόνο. 

Δυναστείες

 


Πρέπει να είδα σε ταινίες και σήριαλ τη ζωή όλων των βασιλισσών της Αγγλίας, την πρώτη Ελισάβετ και τη δεύτερη, τη βασίλισσα Άννα του Λάνθιμου, τώρα τη Βικτώρια σε τρεις σειρές επεισοδίων που τελειώνουν πριν καν γεννήσει τα εννιά της παιδιά. Μου αρέσουν  τα εσωτερικά των παλατιών, τα ρούχα και τα εξωτερικά, με αυτή τη σειρά. Μάλλον έχω  ίδια γούστα με τους περισσότερους τηλεθεατές, αυτά τα ωραία κυριαρχούν στο σήριαλ και όσο γίνεται λιγότερο μάχες και αιματοχυσίες. Μόλις τελειώνει κάθε επεισόδιο ανοίγω και Βικιπαίδεια, να καλύψω τα κενά, κι όλο μπερδεύομαι με τους βασιλικούς οίκους. Ποιος ήταν πατέρας ποιανού και μητέρα τίνος και αδερφός του τάδε, και θείος- ανιψιός- διάδοχος… Πώς βγάζαν άκρη οι δυναστολόγοι, πολύ τους συμπονάω τους ανθρώπους. Όλο και περισσότερο απορώ κατανοώντας και κατανοώ απορώντας την ανάγκη των ανθρώπων για γνησιότητα της καταγωγής. Το πώς η καταγωγή σου έδινε τα πάντα ή τίποτε, αυτό ήταν ο βασικός νόμος που ρύθμιζε τη ζωή των Ευρωπαίων πολλές δεκαετίες μετά τη Γαλλική επανάσταση. Από πού πήγαζε αυτή η σιδερένια πεποίθηση; Ήταν ρωμαϊκό κατάλοιπο, από την εποχή των αυτοκρατόρων που ανακηρύσσονταν θεοί, κάτι παλιότερο ίσως; Κάτι νεώτερο, κάποια φυσική ανθρώπινη κλίση, ή καλλιεργημένη απάτη σταθερότητας; Σίγουρα καταλαβαίνω καλύτερα, μετά από τόσα σήριαλ και τόση Βικιπαίδεια, γιατί έπρεπε να βρεθεί και για την Ελλάδα κάποιος βασιλιάς τότε που απελευθερώθηκε, και γιατί έπρεπε να είναι Γερμανός κατά προτίμηση. Μπορώ να δω ακόμα πολλά τέτοια σήριαλ, θα μου άρεσε να υπάρχουν και μερικά γαλλικά, να δείχνουν αυτό το πίσω- μπρος από την ιδέα της ισότητας πίσω στις δυναστείες, και πάλι μπρος και πάλι πίσω, αυτή την ιστορία που δεν γυρίζεται εύκολα σήριαλ, δεν έχει τόσο ωραία εσωτερικά, περιέχει πολλή αιματοχυσία, και κάθε φορά που τη διαβάζει κανείς ανακαλύπτει νέες πτυχές.

Τώρα που συνιστούν στους άνω των 65 να μην πολυκυκλοφορούν, πράγμα που προσωπικά εφαρμόζω και πριν και μετά το λοκντάουν, θα διαβάσω πολλά βιβλία, θα δω πολλά σήριαλ, όταν δεν θα περπατώ τις μεγάλες αποστάσεις που κάποτε έκανα με μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Τα λεωφορεία ως εσωτερικό της δυναστείας των Καραμανλήδων, συγκεκριμένα του Κώστα Καραμανλή του Γ’, αν δεν κάνω λάθος, δεν θα είναι ποτέ γοητευτικό θέαμα, φοβάμαι, εκτός κι αν βρεθεί κάποιος ιδιοφυής σκηνοθέτης.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2020

Στην αγορά με το άλογο


Από τον παππού μου έχω μόνο ένα κείμενο που μου το έδωσε ο ξάδερφός μου, και πολλές βέβαια ιστορίες. Το πορτραίτο του βρίσκεται στην αίθουσα της Ένωσης Σπάρτης Μικράς Ασίας, το είδα μια φορά που πήγα πριν πολλά χρόνια, ελπίζω να είναι ακόμα εκεί. Ήταν σχολικός έφορος στην πατρίδα του, τα Σπάρτα Μικράς Ασίας, γιατρός το επάγγελμα, ο ντοκτόρ Ελεϊμόν. Τον έλεγαν Ελεήμονα. Ίσως το όνομα παίζει ρόλο στην προσωπικότητα. Ελεούσε τους συμπατριώτες του Έλληνες με γράμματα, σχεδόν με το ζόρι, μάζευε τα λεφτά για να λειτουργεί το σχολείο της Κοινότητας. Γιατί έπρεπε μόνοι τους να λειτουργούν τα σχολεία που μάθαιναν στα παιδιά τους ελληνική γλώσσα και άλλες πολυτέλειες, οι ίδιοι μάλιστα ήταν τουρκόφωνοι. Με κόπο και προσπάθεια κατακτούσαν κάθε φράση ελληνική, και πού να ήξεραν ότι θα τους χρειαζόταν η γλώσσα εκείνη όταν θα έρχονταν πρόσφυγες μετά την Καταστροφή εδώ πέρα.

Στο κείμενο λοιπόν εκείνο ο παππούς διηγείται πώς πήγε μια μέρα με το άλογο στα μαγαζιά για να μαζέψει τις καθυστερημένες συνδρομές για τη λειτουργεία του σχολείου. Αυτή η μανία για διδασκαλία πέρασε σε όλους μας, ο αδερφός μου, Ελεήμων κι αυτός, έγινε καθηγητής και ακόμα είναι. Εγώ βγήκα πολύ διδακτικός τύπος, ευτυχώς ξεκινήσαμε τα μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες πριν δεκατρία χρόνια στην Αγορά της Κυψέλης και κάπως ξεδίνω. Κάθε χρόνο έκτοτε διδάσκω την ελληνική γλώσσα σε όσους θέλουν να τη μάθουν, αρχίζοντας από το αλφάβητο. Θα πρέπει να έχω διδάξει το ελληνικό αλφάβητο σε χιλιάδες ανθρώπους. Ναι, χιλιάδες, γιατί όποτε ερχόταν κάποιος καινούργιος που δεν το ήξερε καθόλου δεν ήθελα να τον αφήνω στην άκρη, τον έπαιρνα λοιπόν σε ιδιαίτερο μάθημα και του μάθαινα το αλφάβητο. Μπορεί να μην ξαναρχόταν, πολλοί δεν ξανάρθαν, η ζωή πολλών μεταναστών είναι ασταθής και δύσκολα γίνονται μαθητές, τουλάχιστον όσοι με γνώρισαν έμαθαν το αλφάβητο.  

Δυναστείες


Πρέπει να είδα σε ταινίες και σήριαλ τη ζωή όλων των βασιλισσών της Αγγλίας, την πρώτη Ελισάβετ και τη δεύτερη, τη βασίλισσα Άννα του Λάνθιμου, τώρα τη Βικτώρια σε τρεις σειρές επεισοδίων που τελειώνουν πριν καν γεννήσει τα εννιά της παιδιά. Μου αρέσουν  τα εσωτερικά των παλατιών, τα ρούχα και τα εξωτερικά, με αυτή τη σειρά. Μάλλον έχω  ίδια γούστα με τους περισσότερους τηλεθεατές, αυτά τα ωραία κυριαρχούν στο σήριαλ και όσο γίνεται λιγότερο μάχες και αιματοχυσίες. Μόλις τελειώνει κάθε επεισόδιο ανοίγω και Βικιπαίδεια, να καλύψω τα κενά, κι όλο μπερδεύομαι με τους βασιλικούς οίκους. Ποιος ήταν πατέρας ποιανού και μητέρα τίνος και αδερφός του τάδε, και θείος- ανιψιός- διάδοχος… Πώς βγάζαν άκρη οι δυναστολόγοι, πολύ τους συμπονάω τους ανθρώπους. Όλο και περισσότερο απορώ κατανοώντας και κατανοώ απορώντας την ανάγκη των ανθρώπων για γνησιότητα της καταγωγής. Το πώς η καταγωγή σου έδινε τα πάντα ή τίποτε, αυτό ήταν ο βασικός νόμος που ρύθμιζε τη ζωή των Ευρωπαίων πολλές δεκαετίες μετά τη Γαλλική επανάσταση. Από πού πήγαζε αυτή η σιδερένια πεποίθηση; Ήταν ρωμαϊκό κατάλοιπο, από την εποχή των αυτοκρατόρων που ανακηρύσσονταν θεοί, κάτι παλιότερο ίσως; Κάτι νεώτερο, κάποια φυσική ανθρώπινη κλίση, ή καλλιεργημένη απάτη σταθερότητας; Σίγουρα καταλαβαίνω καλύτερα, μετά από τόσα σήριαλ και τόση Βικιπαίδεια, γιατί έπρεπε να βρεθεί και για την Ελλάδα κάποιος βασιλιάς τότε που απελευθερώθηκε, και γιατί έπρεπε να είναι Γερμανός κατά προτίμηση. Μπορώ να δω ακόμα πολλά τέτοια σήριαλ, θα μου άρεσε να υπάρχουν και μερικά γαλλικά, να δείχνουν αυτό το πίσω- μπρος από την ιδέα της ισότητας πίσω στις δυναστείες, και πάλι μπρος και πάλι πίσω, αυτή την ιστορία που δεν γυρίζεται εύκολα σήριαλ, δεν έχει τόσο ωραία εσωτερικά, περιέχει πολλή αιματοχυσία, και κάθε φορά που τη διαβάζει κανείς ανακαλύπτει νέες πτυχές.

Τώρα που συνιστούν στους άνω των 65 να μην πολυκυκλοφορούν, πράγμα που προσωπικά εφαρμόζω και πριν και μετά το λοκντάουν, θα διαβάσω πολλά βιβλία, θα δω πολλά σήριαλ, όταν δεν θα περπατώ τις μεγάλες αποστάσεις που κάποτε έκανα με μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Τα λεωφορεία ως εσωτερικό της δυναστείας των Καραμανλήδων, συγκεκριμένα του Κώστα Καραμανλή του Γ’, αν δεν κάνω λάθος, δεν θα είναι ποτέ γοητευτικό θέαμα, φοβάμαι, εκτός κι αν βρεθεί κάποιος ιδιοφυής σκηνοθέτης. 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Τα πολυβολεία

Έχουν απομείνει στο Λιμάνι Πασά στο Λαύριο, στις δυο εισόδους του κόλπου, δυο παλιά πολυβολεία από τον καιρό της Κατοχής. Το ένα είναι στη στροφή ενός πολυσύχναστου πλέον μονοπατιού, χρήσιμο πολύ στους περιπατητές. Μπορούν να ανεβαίνουν επάνω, να ξεκουράζονται και να αγναντεύουν την ανατολή της Πανσελήνου όταν έχει Πανσέληνο, το ναό του Ποσειδώνα, τη Μακρόνησο και την Κύθνο, ακούγοντας τα κύματα να σκάνε στο βράχο. Κάποιοι έχουν μπει στον κόπο να γράψουν τα δικά τους στο μισογκρεμισμένο εσωτερικό του. Γενικά είναι πολύ πρακτικό για ραντεβού και στάσεις σε μια περιοχή που δεν έχει και πολλά δημόσια σημεία.

Το άλλο, στην απέναντι πλευρά, δεν είναι τόσο προσβάσιμο, χτισμένο ανάμεσα σε δυο μικρές παραλιούλες μοιάζει ακόμα κάτι να προστατεύει επιθετικά, γιατί κάποιος έχει γράψει από την έξω πλευρά, «Γυμνιστές». Κάποια μέρα με συννεφιά που περπάτησα ως εκεί, προσπάθησα να φανταστώ αυτό τον κλειστό κόλπο που τώρα γεμίζει παραθεριστές, την εποχή που τα γερμανικά πολυβολεία προστάτευαν ποιος ξέρει τι στρατιωτικά οχυρά στα μέρη με τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες, όπου μάλιστα ήταν κάποτε το αρχαίο λιμάνι Λαυρίου, κι ακόμα φαίνονται τείχη στη θάλασσα και στη στεριά. Τους στρατιώτες με τα βαριά τους όπλα, τα βαριά τους ρούχα χωμένους στα κτίσματα αυτά, να κοιτάζουν τη θάλασσα ατέλειωτες ώρες, περιμένοντας να δουν καΐκια με φυγάδες για την Αίγυπτο; Άγγλους κατασκόπους;  Ποιος ξέρει τι περίμεναν εκεί μέσα, στην άκρη του ωραίου γιαλού. Να λαχταρούσαν άραγε τη θάλασσα με το κυματάκι που στραφταλίζει τα καλοκαίρια; Να πέταξε κανείς τα ρούχα του για να κολυμπήσει στα δροσερά νερά, να έβγαλε τις μπότες για να περπατήσει ξυπόλητος στα βράχια; Τι παράξενοι που μοιάζουν οι περασμένοι πόλεμοι, τι τρελά τα πολυβολεία τους, και να πεις ότι πέρασαν αιώνες; Η μάνα μου τα έζησα όλ’ αυτά ως έφηβη, ο πατέρας μου στρατευμένος. Κι εμείς με τα ωραία μας λινά να ανεμίζουν βγάζουμε φωτογραφίες ηλιοκαμένοι μέσα στο φθινόπωρο και γκρινιάζουμε για την κακή μας μοίρα. Αρχαίους πολέμους έζησαν οι καημένοι οι γονείς μας.

Κάποτε όλα αυτά τα σιδερικά και τα συστήματα και τα τρομερά και φοβερά και πανάκριβα όπλα που θα πληρώνουμε κολλημένοι σε παλιές νοοτροπίες, για καιρό ακόμα, ακριβότερα απ’ όλους τους Ευρωπαίους, δεν θα γίνουν ίσως ούτε καν βολικά παγκάκια για περιπατητές.

Κάποτε όλα θα γραφτούν

 Κάποτε όλα θα γραφτούν, κι όλα θα τα μάθουμε. Και οι πρόσφυγες, και οι μετανάστες, δεν ήρθαν για να ζήσουν σε στρατόπεδα. Θα φύγουν, ό,τι κι αν αποφασίσουμε, κι ό,τι κι αν λέμε, θα έρθουν στις πόλεις της Ευρώπης. Θα βρουν το δικό τους δρόμο. Θα ζήσουν μαζί μας. Θα γίνουν εργάτες, κοπτοράπτριες, φοιτήτριες, γιατροί, συγγραφείς, θα μάθουν τις γλώσσες μας και θα τις αλλάξουν. Τα παιδιά τους θα είναι στα σχολεία μας. Θα δουλέψουν για τις συντάξεις μας, και για τις δικές τους. Και θα θυμούνται τη Μόρια, το Καρά Τεπέ, την πλατεία Βικτωρίας, και θα γράφουν γι αυτά, και θα γυρίζουν ταινίες, και θα τα λένε στις ψυχοθεραπείες. Έχουν πολύ μέλλον οι πράξεις μας εναντίον τους.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Πανδημίες

Πόσο διαφορετικά βλέπουμε τώρα τις φωτογραφίες από την πανδημία του 1918, τη λεγόμενη ισπανική γρίππη. Και τώρα κατάλαβα ότι είχε ονομαστεί ισπανική όχι επειδή εκεί ξεκίνησε, αλλά γιατί μόνο στην Ισπανία γράφονταν ειδήσεις γι αυτήν και γίνονταν έρευνες, διότι ήταν ουδέτερη χώρα στον πόλεμο και δεν είχε λογοκρισία. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες που δείχνουν παιδιά με μάσκες, ομάδες νοσοκόμων που χαμογελούν αγωνιστικά και αισιόδοξα, τα τσουλούφια τους φευγάτα από το σκουφάκι μετά από ώρες δουλειάς, μαθήματα σε πάρκα, ή κομψές κυρίες με τα καπέλα, και με βέλα, και με μάσκα, όλα ταυτόχρονα. Είναι συγκινητικοί οι άνθρωποι όταν αγωνίζονται όλοι μαζί έτσι σιωπηλά, αποφασισμένα, καθημερινά, θυμίζοντας για λίγο τον πανάρχαιο δεσμό που τους έκανε ανθρώπους. Τις βλέπαμε εξ αποστάσεως όλες αυτές τις εικόνες, με το αφ’ υψηλού ύφος του σύγχρονου αγέρωχου ανθρώπου που κρατά την ιατρική στο χέρι, τώρα όμως τις βλέπουμε αλλιώς. Καταλαβαίνουμε την αδυναμία τους και την προσπάθεια που έκαναν, είναι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας που επέζησαν συσσωρεύοντας γνώση χρήσιμη για τις επόμενες γενιές, εμάς δηλαδή. Ξέρουμε τώρα πολλά, έχουμε κοινωνική ασφάλιση, εθνικά συστήματα υγείας, κι όμως το αίσθημα αδυναμίας ξαναγεννήθηκε, και ξαναπήρε μορφή, νέα και εξελιγμένη, ο πανάρχαιος δεσμός που μας κάνει ανθρώπους.

Έτσι κι εμείς είμαστε σήμερα, κι ας το ξεχνάμε. Για λίγο δεν το νοιώσαμε όταν ξεκίνησε το Μάρτιο ο υποχρεωτικός εγκλεισμός και κάθε απόγευμα ο Σωτήρης Τσιόδρας μας ενημέρωνε για την πορεία της πανδημίας, ότι είμαστε το μετρημένο πλήρωμα ενός πλοίου που κινδυνεύει και δεν θέλει να χάσει ούτε μια ψυχή; Τώρα βέβαια έχουν λίγο περιπλεχθεί τα πράγματα, υπάρχουν κι αυτοί που δεν θέλουν να φορέσουν μάσκα, γκρινιάζουν, διαδηλώνουν, ποδοπατάνε μάσκες, δεν πιστεύουν, βρίζουν τους γιατρούς, βρίζουν τις κυβερνήσεις, φοβούνται το τσιπάκι και δεν ξέρω τι άλλο, αλλά νομίζω κατά βάθος ξέρουν ότι αν αρρωστήσουν δεν θα τους αφήσουν στο δρόμο, με τον τρόπο τους έχουν κι αυτοί ενσωματώσει την αφθονία της εποχής μας, σαν τα παιδιά που έχουν παράλογες απαιτήσεις και σπρώχνουν τα ωραία πράγματα που τους προσφέρονται, ξέροντας ότι αυτά θα μείνουν εκεί, ή επειδή δεν έχουν νοιώσει την έλλειψη τους. Τόσο προστατευτική είναι η οικογένεια και η κοινωνία προς πολλά μέλη, που τα δυσκολεύει να ωριμάσουν. Δεν πειράζει μικρό το κακό, ήπια επιδημία κακομαθαίματος, θα αντιμετωπιστεί κι αυτή εν καιρώ, πού θα πάει;

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Το Αιγαίο ανήκει στα πλαστικά του

Ο νοτιάς έφερε στην παραλία σκουπίδια και φύκια, ως συνήθως. Δεν κράτησε πολύ, ποτέ δεν κρατάει. Αυτός ήταν μάλιστα πιο ήρεμος, δεν είχε την τραγουδισμένη του τρέλα, δεν ανακάτεψε με μανία τα νερά για μέρες. Εφυγε την επομένη και στις λακκουβίτσες που μένει και ξεραίνεται το αλάτι, έμεινε πάλι αλάτι. Παράξενο αλάτι αυτό ωστόσο, εκτός από το λευκό και λαμπερό που ξέρουμε, ήταν πολύχρωμο.

Χρώματα να δουν τα μάτια μας, σε μια τόση δα λακκουβίτσα. Εντονα, ματ χρώματα, σαν ένα πολύ ψιλό μωσαϊκό αφηρημένης τέχνης, σε μικρούτσικα, ακανόνιστα σχήματα. Κάτι σαν παιχνίδι, σαν φάρσα, κάτι χαρούμενο και παράξενο, κάτι εντυπωσιακό και μακάβριο.

Είχε ξαναμαζευτεί τέτοιο υλικό στη θέση του αλατιού και δεν το είχα προσέξει ή πρώτη φορά συνέβη; Μήπως τώρα που έχω διαβάσει διάφορα άρθρα για το ακατάλυτο πλαστικό που ψιλοκόβεται κι όλο ψιλοκόβεται κι απλώνεται και χώνεται παντού, σε σχισμές, σε στόματα ψαριών και θολάμια χταποδιών και σάρκες οστράκων και κοιλιές χελωνών, μήπως τώρα τράβηξε την προσοχή μου; Ή ήρθε ο καιρός του απλώς, προχώρησε η φθορά του τόσο πολύ ώστε να γίνει πια πολύχρωμη άμμος και να το βλέπουμε να το ξεβράζει ο νοτιάς όταν φέρνει στις ακτές τα σκουπίδια της θάλασσας;

Ως τώρα τα σκουπίδια ήταν αρκετά απωθητικά μεν, πλην όμως μπορούσες να τα πιάσεις, είχες αυτή την παρηγόρια της ατομικής ευθύνης, με μια σακούλα στην παραλία καθάριζες τον χώρο που σου αναλογούσε, μπορούσες να νιώσεις αυτή τη μικρή ικανοποίηση. Για τα λίγα σου βήματα το κομμάτι της φύσης σού παραδινόταν παρθένο και καθαρό όπως το έπλασε ο καλός θεούλης και η Πλειόκαινος εποχή, χάρη στις κινήσεις ατομικής συλλογής απορριμμάτων.

Τούτα εδώ όμως δεν συλλέγονται, δεν μαζεύονται, δεν περιορίζονται, έχουν γνωρίσει την ελευθερία εδώ και πολύ καιρό, έχουν αυτονομηθεί για πάντα. Είναι η εναπόθεση των ευκολιών μιας χρήσης που μας υπόσχεται ανεμελιά και ασφάλεια. Είναι η επιβεβαίωση του πόσο καταπληκτικό πράγμα είναι το πλαστικό, ακόμα και διαλυμένο, κομματιασμένο, τριμμένο παραμένει πλαστικό, τα χρώματά του πάντα ζωηρά, και ποιος ξέρει πού αλλού θα το συναντάμε στο μέλλον; Στο δικό μας φαγητό, στους κόκκους της άμμου, στο νερό που μοιραζόμαστε με τα άλλα πλάσματα, στο χώμα, στον αέρα που ανασαίνουμε;

Και πόσο απαίσια τα χαρούμενα αυτά χρώματά του μέσα στο γκρίζο των βράχων…


 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/258909_aspra-kokkina-kitrina-mple

Απομάγευση

 Είχα πάει στις Μυκήνες πριν από δυο χρόνια, με λαχτάρα να ξαναδώ τον αρχαιολογικό αυτό χώρο που πρωτόδα μαθήτρια Γυμνασίου και μαγεύτηκα και τον έδειχνα μετά στους ξένους φίλους, και τους σύστηνα να πάνε να τον δουν. Αυτή η τελευταία φορά κάπου έπασχε. Θες ότι είχε πολύ κόσμο, θες ότι έκανε πολλή ζέστη, θες ότι για να περάσουμε μέσα οι φύλακες μας υπόδειξαν να αγνοήσουμε τα μηχανήματα που θα έλεγχαν ηλεκτρονικά τα εισιτήριά μας, τα οποία τα είχαν ζώσει με ασπροκόκκινη πλαστική ταινία σαν αυτή που βάζει η Τροχαία, η οποία κρεμόταν δεμένη πρόχειρα;

Μα τι συνέβαινε ακριβώς; Τα μηχανήματα αναβόσβηναν τα κόκκινα φωτάκια τους μάταια περιμένοντάς μας, σαν αιχμάλωτοι που κραυγάζουν αβοήθητοι. Οι φύλακες μας χαμογέλασαν πονηρά, ή έτσι μου φάνηκε, και άπλωσαν τα χέρια να μας εμποδίσουν να τα πλησιάσουμε. Από κει χαλάστηκα μάλλον, όλα μου φαίνονταν στραβά μετά, οι ταμπελίτσες που έλειπαν, αυτά που άκουγα γύρω μου, πάει, γέρασα, παραξένεψα, σκέφτηκα, καλύτερα να αποφεύγω πια τα μέρη που με μάγεψαν κάποτε.

Το είχα πάθει και στην Κνωσό, εκεί είχα βρεθεί άλλη μια φορά ως φοιτήτρια, κι ήθελα να ’χα χίλια μάτια τα ερείπια να κοιτάζω, δεν χόρταινα, δεν ήξερα πώς να τακτοποιήσω μέσα στο μυαλό μου αυτό που έβλεπα, κι ύστερα, σαράντα χρόνια μετά, η απομάγευση με κατέθλιψε. Τότε με είχαν όλα ενοχλήσει, τα σκονισμένα τζάμια μπροστά στις τοιχογραφίες, το άδειο πωλητήριο που μας έδωσε για απόδειξη, όταν ψωνίσαμε, ένα χαρτάκι, το ύφος των ξεναγών κι ο τρόπος που μας ρωτούσαν αν τις χρειαζόμαστε.

Αλλά στις Μυκήνες ήταν ακόμα χειρότερα, τίποτε δεν μπορούσε να με αγγίξει πια από το δέος που ένιωθα κάποτε, έβλεπα συνέχεια γύρω μου χαλασμένα πράγματα, καλαθάκια, ταμπελίτσες, πεταμένα πλαστικά, ασυμμάζευτα αντικείμενα, αλλά κυρίως εκείνη την ασπροκόκκινη κορδέλα στα μηχανήματα, που δεν ήθελα να σκεφτώ ότι την έβαζαν οι φύλακες επειδή δεν ήθελαν να ελέγχονται τα εισιτήρια που εκδίδουν.

Μήπως παραγνωρίστηκα με τα αρχαία μέρη; Μάλλον γέρασα, γιατί το ίδιο ενοχλητικό αίσθημα αφροντισιάς ένιωσα και στο Μουσείο των Φηρών Σαντορίνης όπου πήγαινα πρώτη φορά, πάλι με ασπροκόκκινη ταινία στα μηχανήματα που μάταια σφύριζαν, χαλασμένα πόμολα στις τουαλέτες, άδειο πωλητήριο… Λεπτομέρειες που μόνο οι γέροι προσέχουν κι ενοχλούνται. Αυτό θα είναι. Ισως πρέπει να αναζητήσουν εθελοντές τρίτης ηλικίας να νοικοκυρεύουν τις λεπτομέρειες αυτές στους αρχαιολογικούς χώρους, ίσως θέλει πράγματι μακροχρόνια πείρα αυτή η δουλειά.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/257943_apomageysi

Ανακυκλώσεις

 Ενα ήσυχο απόγευμα πάω να πετάξω τα σκουπίδια στους κάδους που έχει βάλει ο δήμος στη σειρά, τρεις γκρίζοι και τρεις μπλε, ανάμεσα σε κάμποσα συγκροτήματα εξοχικών κατοικιών. Πίσω τους υπάρχει ένας χώρος ασαφής, πολλές φορές γεμάτος σκουπίδια. Εκείνο το απόγευμα είναι σαν να έχει αδειάσει εκεί πέρα ο εξοπλισμός ολόκληρου σπιτιού.

Πολυθρόνες μπαμπού, τραπέζια ξύλινα, σπασμένα ράφια, στρώματα κι ένα καρότσι για δίδυμα ίδιο μ’ αυτό που είχα πριν από ένα τέταρτο του αιώνα για τα δικά μου. Δυο νεαροί το κρατούν όρθιο και το εξετάζουν απ’ όλες τις μεριές με πολύ σοβαρό ύφος, γυρίζουν και με κοιτάζουν για μισό δευτερόλεπτο μόλις ακούνε τον γδούπο της σακούλας στον κάδο. Υστερα ξανά στρέφονται στο καροτσάκι διδύμων. Να δω μήπως είναι το δικό μου, μου έρχεται κι εμένα να φωνάξω, τόσο προσηλωμένοι που μοιάζουν, αλλά σκέφτομαι λογικά ότι αποκλείεται να είναι το δικό μου.

Για λίγο τους χαζεύω, έχουν έρθει προφανώς να ξεδιαλέξουν αντικείμενα προς πώληση, την πολυθρόνα μπαμπού θα την αγόραζα ευχαρίστως σε κάποιο παζάρι κι ελόγου μου.

Είναι καλοβαλμένοι, κοιτάζουν τα σκουπίδια με ύφος εμπειρογνωμόνων σε μουσείο, τι αξίζει να συνεχίσει να ζει απ’ όλα αυτά τα περιφρονημένα πράγματα. Ανακύκλωση στην πηγή, όχι σαν αυτή που νομίζω ότι κάνω εγώ πλένοντας κεσεδάκια. Πού πάνε αυτά τα κεσεδάκια; Τι μυστήριο καλύπτει τις διαδικασίες ανακύκλωσης; Πριν από λίγες μέρες πήρε φωτιά ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Μεταμόρφωση, κι ήταν η δεύτερη φορά ή η τρίτη που κάηκαν έτσι πλαστικά ανακύκλωσης. Τι γίνεται μ’ αυτή την ιστορία;

Θα ήθελα να δω ένα ρεπορτάζ, γιατί συμβαίνει τόσο πολύ να καίγονται τα εργοστάσια ανακύκλωσης. Τι δεν πάει καλά. Αλλά πιο πριν θα ήθελα να δω ένα ρεπορτάζ για το πού βρίσκεται εκείνο το ξεχασμένο θέμα με τους χώρους υγειονομικής ταφής. Πώς το είπα;

Σίγουρα λάθος θα το λέω. Να διορθωθεί παρακαλώ γλωσσικά, γιατί μόνο γλωσσικά μάλλον θα διορθωθεί. Από την επανάσταση της Κερατέας κι ύστερα (ιστορική βέβαια, αλλά ξέχασα τη χρονολογία, συμπαθάτε με) δεν ξέρουμε τι έχει απογίνει αυτή η ταφή. Εστω λάθος η διατύπωση. Οχι ταφή, κάτι άλλο. Τι άλλο; Τι κάνει η χωματερή; Πού δεν τη λένε χωματερή, αλλά είναι. Πληρώνουμε ακόμα πρόστιμα και πόσο; Προγραμματίζουμε κάτι άλλο; Εχει γίνει θέμα ταμπού πλέον αυτό και για ποιο λόγο;

Προς το παρόν ευλογώ τους νεαρούς που ξεχωρίζουν ανεπίσημα τα σκουπίδια. Παράλληλες δραστηριότητες μας σώζουν πάντα.


https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/256992_anakykloseis

Στιγμιότυπα μεγαλούπολης

Είμαι στο Λονδίνο, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς με τον εγγονό μου που θέλει να αγοράσει τα πάντα, και προσπαθώ να τον συγκρατήσω. Έχουμε ...