Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

Για να περάσω απέναντι

Βρέθηκα στην Πανεπιστημίου από τη λάθος μεριά χθες το πρωί, μόλις άρχιζε η μαθητική παρέλαση. Αδύνατον να περάσω απέναντι, είχαν κλείσει με κορδόνι τα πάντα. Ανέβηκα ώς το Σύνταγμα, χρειάστηκε να κάνω τον γύρο του Εθνικού Κήπου, κλειστός κι αυτός, και να γυρίσω από Ζάππειο για να βγω Αμαλίας. Τρία τέταρτα της ώρας περπάτημα για διάσχιση δρόμου που κρατά έντεκα δευτερόλεπτα.
Θυμόμουν και τον εαυτό μου ως μάνα, είχα πάει κι εγώ να δω παρελάσεις, να χειροκροτήσω τα βλαστάρια μου, δεν είχα πει κουβέντα αμφισβήτησης, μόνο εκείνο το «εσύ κι η Ιταλία η πατρίδα σου η γελοία» είχα προσπαθήσω να αποδομήσω, στο νηπιαγωγείο δε, αλλά γενικά έκανα γαργάρα την κριτική του μιλιταρισμού για να μην πικράνω τα παιδιά στα τρυφερά τους χρόνια. Πόσο καιρό συζητάμε για κατάργηση των παρελάσεων και παθιαζόμαστε για τη σημαία και ποιος την κρατά, κι όλο τα ίδια μάς απασχολούν μέχρι τελικής πτώσεως από πλήξη.
Περνάνε τα χρόνια και δεν αλλάζει τίποτε. Το πιο χαρούμενο πράγμα ήταν η λιακάδα και οι οικογένειες των μεταναστών που καμάρωναν τα παιδάκια τους ντυμένα τα καλά τους, πολλά παιδάκια ξένων γονιών, παιδάκια σε μετάβαση ταυτότητας, σε φροντιστήριο ελληνικότητας, με τους γονείς ανέμελους ωστόσο και μάλλον χαρούμενους για τη συμμετοχή τους. Αθήνα γαρ, κέντρο της πόλης, και στα σχολεία πάνε παιδιά Αφρικανών και Ασιατών και Βαλκανίων, σε ποσοστά που θα ξάφνιαζαν κατοίκους προαστίων, βορείων και νοτίων.
Ισως κάτι να αλλάζει, μπορεί φέτος να μη γίνει φασαρία που θα κρατά Αλβανός τη σημαία ή Ινδός ή Πακιστανός, έχει και λίγο μπερδευτεί το πράγμα, η κλήρωση, η αριστεία, πού το καλό, πού το κακό και πού τ’ ανάμεσό τους. Βγάζει λίγη αγριάδα και πρόκληση το ηχηρό μπράβο του γονιού στο παιδί του καθώς περνά μπροστά μας, αλλά βγάζει και μπόλικη ημεράδα το χαμόγελο των γονιών από τις Φιλιππίνες, από το Πακιστάν, από την Ινδία, από τη Σενεγάλη, από το Μάλι, από την Αλβανία, από τη Γεωργία, από την Ουκρανία, από τη Σρι Λάνκα, που κρατάν αγκαλιά το σημαιοφόρο νήπιό τους, Ελληνάκι πλέον, με ό,τι αυτό σημαίνει για μας και για κείνους, και γυρίζουν σπίτι τους καθώς εγώ περνώ επιτέλους τον δρόμο, αισθανόμενοι, ελπίζω, πρόσθετη συμπάθεια για την κοινή μας πόλη.
https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/216712_gia-na-peraso-apenanti

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Παρελάσεις

Αν τουλάχιστον στις πρόβες παρελάσεων μάθαιναν στα κορίτσια να περπατούν σωστά και με χάρη πάνω στις τακουναρες, να αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία τις άπειρες λακούβες και τα λοφάκια του οδοστρώματος, να μη χάνουν ποτέ την ισορροπία τους, τότε θα έλεγα ότι σε κάτι χρησιμεύουν

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Βαπτίσεις



Το παιδί της Αλβανίδας γειτόνισσας βαφτίστηκε ορθόδοξος χριστιανός στα έντεκα. Ήταν δική του απόφαση, λέει, την είχε πάρει από τα τρία, όταν γύρισε από τον παιδικό σταθμό και δήλωσε στους  γονείς του «Με λένε Κώστα!» κι όχι Ρομπέρτο, όπως έγραφαν τα χαρτιά του και τον φώναζαν στο σπίτι του. Λίγα χρόνια μετά, στο Δημοτικό, όλη η τάξη πήγε στην εκκλησία. Συζητάμε πολύ αν οι βουλευτές ορκίζονται στο Ευαγγέλιο, δεν μας απασχολεί τι περνάνε τα παιδιά. Εκεί ο παπάς δήλωσε ότι θα μπούνε μόνο τα βαφτισμένα παιδιά. Ο δάσκαλος δεν επέτρεψε την είσοδο στον Κώστα που δεν ήταν βαφτισμένος. Γύρισε μούσκεμα στο κλάμα σπίτι του, βαφτίστηκε αλά ελληνικά με την πρώτη ευκαιρία. Με το βρακάκι του βεβαίως και όλο το απαραίτητο σπρώξιμο, αλλά οικειοθελώς. Με πάθος.
Πόσο να βαφτιστεί κανείς και σε τι κολυμπήθρα, αν είναι Αλβανός και φοβίζει τους Γάλλους; Ο φιλελεύθερος Μακρόν σηκώνει τη σημαία του βέτο στην Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, που τόσο θέλουν να γίνουν μέλη της Ένωσης, ή που ήθελαν. Πρέπει να φανεί αδιάλλακτος στους εθνικιστές του. Να προλάβει την κακία της ΛεΠέν με μια δική του. Ας βαφτίζεται όσο θέλει ο Κωστάκης πρώην Ρομπέρτο, ας βαφτίζεται όσο θέλει και η Βόρεια Μακεδονία, πρώτη ΠΓΔΜ, πρώην Σκόπια για τους φίλους, κοιτάζει στα δόντια ο Μακρόν και βλέπει τη βαλκανική τερηδόνα πίσω από τον αγώνα των μικρών και αδυνάτων για συμβιβασμό και συμμόρφωση, πίσω από τις προσπάθειες των πολιτικών να ανατρέψουν λαϊκιστικές κατακτήσεις και δεκαετιών ορχήσεις.
Κι έτσι έχεις τους Βρετανούς που σέρνοντας μπήκαν στην ομάδα και μετά από μερικές δεκαετίες γκρίνιας αποφάσισαν να βγουν, κι έχεις και τους δικούς μας γείτονες που προσπαθούν χρόνια να μπουν και τους κλείνουν την πόρτα. Δεν φοβούνται οι ισχυροί να ταπεινώσουν τους λιγότερο ισχυρούς, δεν τους περνά από το μυαλό να σεβαστούν τη δύσκολη στιγμή που βάζει ο αιτών συμπερίληψη τον εγωισμό στην άκρη, κι είτε με πειθώ, είτε με χίλιες τσιριμόνιες, σκύβει το κεφάλι. Ο Βαλκάνιος με τη φήμη του σκληρού. Ο ατίθασος Αλβανός, ο πεισματάρης Βορειομακεδόνας. Λόγια μεγάλα όλ’ αυτά, αλλού ήταν οι τσαμπουκάδες.
Δεν βγάζουν το καπέλο οι ηγέτες της ΕΕ στην ιερή αυτή στιγμή της υποχώρησης, έχουν μούτρα για βέτο. Ντρέπομαι πολύ ως Ευρωπαία.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Γεμίσαμε...

Τρόλεϊ τίγκα, αλλά εγώ καθιστή σε κείνα τα ψηλά καθίσματα, με την πανοραμική θέα. Ξαφνικά φωνές, "Το πορτοφόλι μου!" Σταματά ο οδηγός, προσπαθεί να συνενοηθεί, δεν βγάζει άκρη. Ξένες γυναίκες, δεν καταλαβαίνει. Εμφανίζεται μια ελληνίδα, "μιλάτε αραβικά;" τους λέει, αρχίζει η μετάφραση. Κι ενώ παρακολουθούμε πάντα αφ'υψηλού τη σκηνή η διπλανή μου κι εγώ, που έχουμε ήδη κοιταχτεί και χαμογελάσει, οι μπροστινοί, υπέρβαροι μάνα και γιος που έχουν κλείσει το διάδρομο με τον όγκο τους, αν και καθιστοί, αρχίζουν τη γκρίνια δυνατά: "Πω πω, γεμίσαμε από δαύτους! Κάθε καρυδιάς καρύδι εδώ πέρα! Μας έχουν μπασταρδέψει!"
Θέλεις να είσαι πολιτικά κορέκτ και δεν σε αφήνουν. Γυρίζει η διπλανή μου, σχεδόν κλαίει απο κρατημένα γέλια, "Μπασταρδεύτηκαν και μπορεί να αδυνατίσουν" μου λέει.

(Αν τα δεις στο σινεμά αυτά, λες ότι είναι υπερβολές.) 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Μήπως φταίνε οι Καρυάτιδες;


Πριν λίγες μέρες πήρα το παραλιακό τραμ από τον τερματικό σταθμό «Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας ΣΕΦ» και  στα πλαίσια του εσωτερικού τουρισμού με στοιχεία πατριδογνωσίας που προσπαθώ συχνά να κάνω, έφτασα ως το άλλο τέρμα, το «Ασκληπείο Βούλας». Aνακάλυψα την πλαζ Α Βούλας, φτηνή είσοδος, ωραία θάλασσα, αρκετές ξαπλώστρες, κάποια  παρατημένα κτίρια στο βάθος, ατμόσφαιρα δεκαετίας του 60, που ακούγεται ρομαντικό μέχρι να πιαστεί το ρούχο σου σε κάποιο ξεκολλημένο σύρτη. Κόσμο πολύ δεν είχε,  προφανώς δεν την ξέρουν πολλοί. Θα μπορούσε στο τραμ να υπάρχει χάρτης με τις δημόσιες παραλίες, αλλά όχι, και εδώ όπως και σε όλη την πόλη, αν δεν ξέρεις ή δεν είσαι αποφασισμένος να μπεις στην περιπέτεια να μάθεις, απλούστατα δεν έρχεσαι ποτέ. Η περίφημη Αθηναϊκή Ριβιέρα είναι υπόθεση μυημένων.
Η διαδρομή διαρκεί 45 λεπτά, και μπορεί κανείς να απολαύσει πραγματικά με άλλους ρυθμούς το τοπίο της παραλιακής, να το δει όπως δεν το βλέπει όταν είναι σε αυτοκίνητο, ακόμα και σε λεωφορείο. Θα δει ανάμεσα σε κομμάτια προσεγμένα, πράσινα, καθαρά και ελκυστικά, άλλα παρατημένα, χορταριασμένα, μουτζουρωμένα, βρωμερά κι ελεεινά, με κάτι μυστήρια μισοτελειωμένα γιαπιά που δεν καταλαβαίνεις τι θέλησαν να γίνουν, κάτι ξεκοιλιασμένες κατασκευές, τιμωρημένα ίχνη λαμπρών σχεδίων. Καλά, τουλάχιστον το Ελληνικό θα φτιαχτεί, σκεφτόμουν καθώς το διασχίζαμε με το εξωτικό διαστημικό όχημα που λέγεται τραμ. Την άλλη μέρα είδα τα σχέδια για το Καζίνο, εμπνευσμένα λέει από τις Καρυάτιδες, και με όλη μου την εκσυγχρονιστική διάθεση και το θετικό μου πνεύμα, ένα ψιλοσόκ το έπαθα. Απ’ όλους τους ουρανοξύστες που μπορεί κανείς να σχεδιάσει, με όλη την ελευθερία που έχουμε συνηθίσει να θαυμάζουμε σε τέτοιου είδους κτίρια, που μπορούν να είναι τολμηρά, ευφάνταστα, να υψώνουν το βλέμμα και την ανθρώπινη αντίληψη μαζί τους, για την έρμη την «Αθηναϊκή Ριβιέρα» προτείναν αυτό το άχαρο πράγμα; Μήπως φταίνε οι Καρυάτιδες τελικά, η καταπίεση καλά και σώνει να ξεκινάς από κάτι αρχαίο; Δεν το έχουν όλοι, χρόνια και χρόνια τόσο κιτς, μόνο η Σοφία Κοκοσαλάκη, η ταλαντούχα σχεδιάστρια που πέθανε τόσο νέα μπόρεσε να το αποφύγει.
Φαίνεται ότι σε ουρανοξύστη δεν κολλάει η κορμοστασιά των κοριτσιών που στηρίζουν στέγη. Ίσως είναι κι η εποχή μας τέτοια, το κιονόκρανο στο γυναικείο κεφάλι χαλά το τοπίο γενικότερα.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Βόρειες παραλίες


Νοτιάς επίμονος, φθινοπωρινός. Πήγα σε παραλία βορινή για να αποφύγω το κύμα, κι ήταν πραγματικά γαλήνια, με το χάδι του ανάποδου αέρα ίσα να τη ρυτιδώνει. Θαύμα. Ολομόναχη κολύμπησα σε διάφανα ήσυχα νερά, κι ύστερα βγήκα να στεγνώσω σιγομουρμουρίζοντας το στίχο «σε παραλίες σκουπιδοτόπους με κασετόφωνα κι εγώ…» Κασετόφωνο δεν είχα, αλλά όπως σε όλες τις βόρειες παραλίες είχε μαζευτεί στην αμμουδιά περιφερειακά το σκουπίδι που βγάζει ο βοριάς από τη θάλασσα. Γύρισα την πλάτη μου αποφασισμένη να κοιτάζω το μακρινό γαλάζιο, έκλεισα τα μάτια, κι αμέσως τινάχτηκα, σαν κάποιος να ερχόταν πίσω μου και να ετοιμάζεται να με πιάσει από τους ώμους. Όχι, δεν ήταν τίποτε, ο νοτιάς κουνούσε τρυφερά τα πλαστικά ράκη ανάμεσα σε ξύλινα απομεινάρια κατασκευών ποιος ξέρει τι, και ακουγόταν έτσι. Ξανάκλεισα τα μάτια, άκουσα πλήθη να πλησιάζουν, ήταν άλλος συνδυασμός ήχων από τα πλαστικά που σάλευαν και σκουντιόνταν αναμεταξύ τους.
Πώς να τα αποφύγω; Κεσέδες γιαουρτιού κατρακυλούσαν ως τα πόδια μου, σαν παραπονεμένα πλάσματα που ζητούν δικαίωση, διαφανή ποτήρια καφέ με το καπάκι τους μου έκαναν νόημα ανάμεσα σε καφάσια και σακούλες φθαρμένες που έμοιαζαν ήδη με μέδουσες στη στεριά. Αδύνατον να ηρεμήσει άνθρωπος εκεί. Δεν τραγουδούσαν Σαββόπουλο πια, σφυροκοπούσαν αφορισμούς, κάθε πλαστικό μιας χρήσης μένει για πάντα μαζί μας, τέτοια. Και πώς να πιω καφέ ρε παιδιά, πώς να πάρω χυμό, πώς να αγοράσω φρούτα; Τι νόημα έχει να ενοχοποιείς τον καταναλωτή όταν δεν έχει άλλες επιλογές; Άντε, κουβαλάω μια τσάντα για ψώνια μαζί μου, αλλά τα λαχανικά πού να τα βάλω για ζύγισμα; Άσε κι εκείνα που τα πουλάνε τυλιγμένα, πώς να ζήσει το μπρόκολο γυμνό από το μποστάνι στον πάγκο;
Τα μάζεψα κι έφυγα σαν κυνηγημένη. Μέχρι να λυθεί το μέγα θέμα παραγωγής ενέργειας για όλο και μεγαλύτερες ανάγκες, εμείς δεν θα έχουμε λύσει καν το μικρούτσικο των απορριμμάτων μας, κι όσο κουβεντιάζουμε για τα μεγάλα τόσο τα μικρά θα παίρνουν το δικό τους δρόμο ανέμελα για βόρειες παραλίες να παίζουν με τους ήχους και να μη μας αφήνουν σε ησυχία. Γιατί όταν συζητάμε για τη σωτηρία του πλανήτη, είμαστε πολύ σοβαρά απασχολημένοι, σιγά μην καθόμαστε να μαζεύουμε τα σκουπίδια μας.

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Οικολογικό σχολικό φθινόπωρο

Μεσημεράκι στις 12 Σεπτεμβρίου, δεύτερη μέρα που είχαν ανοίξει τα σχολεία, ένας δάσκαλος έφτασε για μπάνιο στην παραλία. «Δεν ξεκινήσατε μαθήματα;», ρώτησαν οι γνωστοί του. «Οχι, μοιράσαμε απλώς βιβλία κι ύστερα τα διώξαμε τα παιδιά». Την προηγούμενη μέρα είχαν κάνει αγιασμό, ύστερα έδιωξαν τα παιδιά.
Δυο μέρες κέρδισε για μπάνια, καταλάβαινα την ικανοποίησή του. Τι πιο δελεαστικό από τα φθινοπωρινά μπάνια στην αττική θαλασσίτσα; Θα ήταν καλή ιδέα να καθιερώνονταν και στο σχολείο. Πρώτη μέρα: αγιασμός κι ύστερα μπάνιο. Δεύτερη μέρα: αγιασμός κι ύστερα μπάνιο.
Επίσης για τις Παρασκευές, που στο εξής θα γίνονται διαδηλώσεις για οικολογική διαμαρτυρία, θα μπορούσε να καθιερωθεί για Σεπτέμβριο και Οκτώβριο διαμαρτυρία με μπάνιο ως εξής: συγκέντρωση στο Σύνταγμα και πορεία ώς το Φάληρο όπου και το μπάνιο. Εννοείται χωρίς αυτοκίνητα, άντε κανένα τραμ, αλλιώς τι οικολογία κάνουμε;
Αναρωτιέμαι αν θα διατηρηθεί αυτή η οικολογική Παρασκευή αργότερα, όταν ο καιρός θα κρυώσει, να προτείνω βόλτες στα βουνά. Εκτός από τα μπάνια υπάρχει και το περπάτημα στη φύση, εξίσου απολαυστικό και χρήσιμο.
Καλύτερες και πιο τακτικές οι οικολογικές Παρασκευές από το να χάνονται μαθήματα μόνο με τις γενικές συνελεύσεις των δασκάλων. Ξέρετε ότι οι γενικές συνελεύσεις γίνονται σχολικές ώρες και κλείνουν τα σχολεία όπως σταματούν τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία; Ω ναι, αλλά δεν αφορά παρά τους μαθητές των δημόσιων σχολείων, οπότε δεν χάλασε ο κόσμος. Οι οποίοι αυτή την εποχή χάνουν και κάμποσα μαθήματα για τις πρόβες της παρέλασης, ύστερα έχουν τη 17 Νοέμβρη και ούτω καθεξής.
Εχουμε ξεπεράσει την εποχή που αγχώνονταν μαθητές και δάσκαλοι για τη σχολική ύλη που δεν προλάβαινε να παραδοθεί. Ζούμε στην εποχή των θεμάτων SOS. Ισα που προλαβαίνουν τα παιδιά να αρπάζουν λίγη εθνική συνείδηση, λίγη ταξική συνείδηση, λίγη ελληνορθόδοξη κατήχηση, τα βασικά δηλαδή που χρειάζονται για να πορευτούν στον ευλογημένο τόπο, για να μπορούν να ανήκουν κάπου, να γίνονται πιστοί οπαδοί. Σαν πιόνια ριγμένα στα ταλέντα των ηγετών, όποιος τα κερδίσει, πατρίς, θρησκεία, ιδεολογία, τώρα πλέον και Οικολογία.
Κανείς δεν πήγε χαμένος επειδή δεν ήξερε Φυσική ή Κοσμογραφία ή Γραμματική. Ενώ αν μάθεις να μαθαίνεις, να σκέφτεσαι, να ερευνάς, να δημιουργείς, να αλλάζεις, κάνεις τη ζωή σου δύσκολη, και στο ελληνικό σύστημα κινδυνεύεις να χάσεις τις υπέροχες αναμνήσεις οικολογικών, ταξικών, εθνικών, θρησκευτικών και δεν ξέρω τι άλλων ενθουσιασμών.

Αποφάσεις του Φθινοπώρου

Η καινούργια χρονιά αρχίζει τώρα, έστω κι αν τυπικά είμαστε στον μήνα τον ένατο που λέγεται έβδομος. Ως ένατος εγκυμονεί πάντα τη νέα αρχή, τώρα που ανοίγουν τα σχολεία ξεκινάμε κι οι μεγάλοι τα νέα μας προγράμματα, τις νέες αποφάσεις μας για περισσότερη γυμναστική, πιο υγιεινή διατροφή, εργατικότητα, λιγότερες αναβολές, τάξη και πειθαρχία και στόχους για δημιουργία. Ή αλλαγές στην καθημερινότητα, αντιμετώπιση αναγκών, υποσχέσεις αναζήτησης, οργάνωση κι αγώνα.
Υποσχέσεις: Θα κάνουμε συζητήσεις πρωτότυπες, δεν θα μας παρασύρουν τα δολώματα της επανάληψης στην εύκολη ηδονή των αντιπαραθέσεων για τα ίδια και τα ίδια. Δεν θα τσακωθούμε για τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και αν χρειάζεται υπεράσπιση, εξάλλου τι σχέση έχουμε εμείς με δαύτον;
Δεν θα τσακωθούμε για το αν έπρεπε να αναγράφεται το θρήσκευμα στα απολυτήρια, ούτε καν με τον ταξιτζή που ήθελε τόσο πολύ να τσακωθεί και έμεινε με την όρεξη. Οχι κύριε, δεν θα αθετήσω εγώ τις υποσχέσεις στον εαυτό μου επειδή εσύ πλήττεις όλη μέρα στο τιμόνι και ξύνεις τα νυχάκια σου.
Ούτε στην αλλαγή ονόματος των σταθμών μετρό που δεν θα γίνει θα τσιμπήσουμε, ούτε στη εθνική συνείδηση που πρέπει να διαμορφώνει το μάθημα της Ιστορίας, ήμουνα νια και γέρασα, προώρως μπορώ να σου πω, σαν τις ελεύθερες ρίζες αυτές οι συζητήσεις, φθείρουν τους ιστούς. Οχι, είναι ανθυγιεινά θέματα και θα τα αποφεύγουμε όπως τα ζωικά λίπη.
Φέτος όλα θ’ αλλάξουν. Φέτος θα εμβαθύνουμε, θα πρωτοτυπήσουμε και θα ξεκινήσουμε μια καινούργια ξένη γλώσσα. Δεν θα ασχοληθούμε με το μάθημα των Θρησκευτικών κι αν το Συμβούλιο της Επικρατείας είπε ότι πρέπει να γίνει κατήχηση, ξέρουμε ότι αν δεν σε κατηχεί το σπίτι σου ας χτυπιέται το σχολείο, δεν κατηχείσαι με τίποτε, αλλά ας αποφύγουμε για λίγο ακόμα να συνειδητοποιήσουμε πόσο βαρετές είναι όλες οι συζητήσεις γύρω μας και με πόση ευκολία ετοιμαζόμαστε να παθιαστούμε να τις ξανακάνουμε ενώ στέγνωσε πια κι η λιμνούλα με το πάθος, η λίστα με τα επιχειρήματα, η δεξαμενή με τις λέξεις.
Ξηρασία απειλεί τον δημόσιο λόγο, κάθε συζήτηση σαν τελετή επιβεβαίωσης ίδιων και παμπάλαιων θέσεων, σαν χορός χωρίς κινήσεις, από γέρους χορευτές με λουμπάγκο.
Οχι, κύριοι. Θα γραφτούμε σε μαθήματα αληθινού χορού και θα διατηρήσουμε το καλοκαιρινό μαύρισμα με κάθε θυσία.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019

Πόσο αντέχουν οι σύγχρονοι τοίχοι



Πριν μερικά χρόνια είχαμε δει ένα πολύ εντυπωσιακό ρεπορτάζ: οι παλιοί κάτοικοι της Αμμοχώστου πήγαν επίσκεψη στα σπίτια τους. Άνοιγε το συρματόπλεγμα που έχει ζώσει την πόλη όπως το αγκαθωπό δάσος του παραμυθιού τον στοιχειωμένο πύργο της βασιλοπούλας, και φαινόταν μια πόλη άδεια, με τους δρόμους και τις προσόψεις των κτιρίων, παγωμένη στο χρόνο, σαν σύγχρονη Πομπήια, μια πόλη που έμεινε πίσω σχεδόν ολόκληρη κι ανέγγιχτη- τα ακίνητά της τουλάχιστον- για σαράντα χρόνια. 
Έμοιαζε με σύγχρονο παραμύθι, υπήρχε βέβαια η ελπίδα πίσω απ’ όλη αυτή την τελετή, ότι κάτι θα άλλαζε, κάτι θα γινόταν για να ζωντανέψει η πόλη ξανά, να ξαναβρούν τα σπίτια τους οι άνθρωποι που τα εγκατέλειψαν βίαια τότε, στην εισβολή του 1974. Φαινόταν ότι θα μπορούσε να βρεθεί ο τρόπος, γίνονταν κάποιες κινήσεις καλής θέλησης από την τουρκοκυπριακή πλευρά, και είχαμε σκεφτεί ότι η ιστορία που ξεκίνησε τόσο άγρια επί ελληνικής χούντας θα ξεπερνιόταν επιτέλους, θα βρισκόταν η λύση, είχε ρίξει και ο ΟΗΕ τα ταλέντα του στην προσπάθεια, άδικα αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, και στον αιώνα μας θα βλέπαμε αυτά που είχαν γίνει στο παρελθόν να διορθώνονται. Θα ήταν κάτι πρωτοφανές, ή όχι και τόσο, δεν ξέρω, δεν έχω στραγγίσει την παγκόσμια Ιστορία, κάτι τόσο σύγχρονο πάντως, κάτι διαφορετικό, όχι επαναλήψεις μεγαλύτερων βαρβαροτήτων με χαμένες πατρίδες.
Πέρασε  ο καιρός και οι τελετές έμειναν τελετές. Η πόλη παραμένει παγωμένη, σα να χτίζει στους σαθρούς της πια τοίχους όλη την παγωμάρα του ΟΗΕ μπροστά στα περιπλεγμένα ζητήματα. Περιπλεγμένα γιατί πάντα συνάπτονται με τους εγωισμούς των ηγετών, τους φόβους των πολιτικών, την προκατάληψη που συνοδεύει την έννοια των συμβιβασμών.
 Φαντάζεται κανείς τα άδεια σπίτια να τρίζουν από τον αέρα τις νύχτες, τέτοιες μέρες, τέτοιον αέρα, τις εικόνες της ακμής τους στα μυαλά των ανθρώπων που την πρόλαβαν ζωντανή, που την παρακολουθούν τόσο καιρό μαρμαρωμένη, την ψυχολογία τους που θα άξιζε κάποτε να ερευνηθεί, να αναδειχθεί, κάπως να γίνει κατανοητή. Πράγματα που γίνονται όταν οι καταστροφές έχουν συντελεστεί πια και δεν μένει παρά η σοφία των ερευνών πάνω στα ερείπια. 
 Ας μην αποφασίσουμε ότι αυτό μόνο, τέτοιες έρευνες, τέτοιες καλλιτεχνικές απεικονίσεις, είναι που μπορεί να περιμένει κανείς από τις πολιτικές εξελίξεις. Περιμένουμε ακόμα.
 Το να επιστρέψουν κάποτε οι άνθρωποι στα σπίτια τους, να το δούμε αυτό, να το ζήσουν εκείνοι, να το ζήσει ο κόσμος, θα είναι πιο σημαντικό για όλες τις πλευρές, θα έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Το εξοχικό ως κάψουλα του χρόνου



Στο εξοχικό είμαστε παιδιά όσο οι γονείς μας ζουν. Μας υποδέχονται εκεί όπως μας υποδέχονταν στο σπίτι που μεγαλώσαμε, μας φροντίζουν με την ίδια επιμονή, ίσως και λίγο παραπάνω τώρα, έχουν περισσότερο χρόνο. Τους πηγαίνουμε ψώνια από την πόλη όπως κάποτε τους πηγαίναμε τους ελέγχους του σχολείου, περιμένουμε επιδοκιμασία όπως τότε, κι είναι δύσκολοι, όπως ήταν τότε.
Στο εξοχικό ζούμε σε κάψουλα του χρόνου, μένουμε στο παιδικό δωμάτιο. Όταν φέρνουμε μαζί μας τα παιδιά, τα εγγόνια τους, τότε η κάψουλα του χρόνου μετατίθεται στην εποχή που ζούσε μαζί η ευρύτερη οικογένεια, σε κάποιο χωριό κάποτε, σε κάποιο μέγαρο με παράσπιτα. Χαλαρώνουμε σα να μη χρειάστηκε ποτέ ν’ ανοίξουμε τα φτερά μας, να βρούμε δουλειά που θα συντηρούσε δικό μας διαμέρισμα, να αποδείξουμε ότι κάτι αξίζουμε τέλος πάντων, να ικανοποιήσουμε τα στάνταρ για το μισθό, για το σύντροφο, για τους φίλους, για τα παιδιά. Χαλαρώνουμε σα να ήταν πάντα στοργικοί γονείς χωρίς απαιτήσεις, μπορούμε να απλώνουμε τα πόδια στην απέναντι καρέκλα σα να είμαστε φίλοι, σα να ήμασταν λέει πάντα φίλοι. Αποδεκτές οι ανάγκες για σπορ και βόλτες και ξεκούραση και εξόδους, επιτέλους, όλα αυτά που υπήρξαν κάποτε τόσο δύσκολα. Μέχρι και να κουτσομπολέψουμε χωρίς άγχος, κρατά, λέει, γερά η βασική συμμαχία, η οικογένεια, δεν αμφισβητείται η προσωπικότητα, οι βασικές επιλογές. Πάνε αυτά, ξεπεράστηκαν, κι εν πάση περιπτώσει είναι γλυκός ο αέρας, είναι δροσερή η θάλασσα, είναι σωστά αλατισμένο το ψαράκι, κι όλα καλά κι αγαπημένα. Τρεις γενιές, ενίοτε τέσσερεις, χωρίς εντάσεις, χωρίς ανταγωνισμούς, σα να πέρασε η ζωή ολόκληρη βαρκούλα απαλή στο κυματάκι.
Κάποια στιγμή φεύγουν οι γονείς και μένει το σπίτι πολύ παράξενο στα μάτια των παιδιών που είναι ήδη γονείς κι αυτοί, που είναι ήδη παππούδες. Πόσα πράγματα έχουν συσσωρευτεί, αρχίζοντας από τα πρώτα έπιπλα, τις παλιατσαρίες που ήρθαν εδώ από το διαμέρισμα αντί για άλλα έπιπλα όταν δεν υπήρχε το ΙΚΕΑ και τα άλλα φτηνά καταστήματα. Ντιβάνια μεταλλικά, αν είναι δυνατόν, με σωμιέδες. Δεν υπάρχει μουσείο να τα δώσουμε; Γουδί και γαβάνι για την παρασκευή σαλτσών και γλυκών, με αναμνήσεις πίσω στη δεκαετία του 60, πριν εφευρεθούν τα μίξερ. Τα πρώτα τάπερ που τα πουλούσαν σε πάρτι, τόσο συνταρακτική καινοτομία, σε σχήματα απολύτως άβολα, που ήρθαν εδώ μήπως και βρουν προορισμό, γιατί εδώ θα γίνονταν πράγματα πρωτάκουστα, όπως πρωτάκουστο ήταν το ιδιόκτητο σπίτι κοντά στη θάλασσα για τις διακοπές. Μετά τα δωμάτια με τσιμεντένιο πάτωμα και άβαφες πόρτες όπου κοιμόμασταν κι οι τέσσερεις μαζί, τις βρυσούλες που κρέμονταν στο δέντρο με όσο νερό χωρούσε μισός ντενεκές, ξαφνικά ένα σπίτι αληθινό, μετά τις στρωματσάδες και το ξέπλυμα με λάστιχο, ξαφνικά ένα διαμέρισμα με κανονικό νιπτήρα και μπανιέρα, και κουζίνα, και τζάκι, και όλα τα κομφόρ.
Δεν είχε γεμίσει βίλες η ελληνική ύπαιθρος ακόμα και τα νησιά, τα δε παραθεριστικά συγκροτήματα ήταν καινούργια ιδέα. Ίσως ήμασταν η πρώτη γενιά που έζησε την εξοχή σαν περιβάλλον ανάπαυσης και απόλαυσης, όχι μόχθου, τόσο μαζικά, αλλά έβαλε και μια πιατοθήκη στον τοίχο να θυμάται την ωραία πλευρά των στερήσεων. Ύστερα, όλα έπρεπε να επινοηθούν, η άνετη ζωή, οι διακοπές, η ρουτίνα του μπάνιου στη θάλασσα ως τρόπος ζωής. Κι επινοήθηκε η επιστροφή στα παλιά, η διευρυμένη οικογένεια χωρίς τους εξαναγκασμούς και τις εντάσεις της, σαν ντεκόρ πια γενναιοδωρίας και κατανόησης.
Πρώτο καλοκαίρι χωρίς τη μαμά μου, μαζεύω πράγματα στο σπίτι που μας περίμενε και που πάντα πηγαίναμε να τη βρούμε, να συναντηθούμε, νιώθω το βλέμμα της πάνω μου, περιμένω ακόμα την έγκριση της.
Αγαπούσαμε κι οι δυο τη θάλασσα, με έμαθε να κολυμπώ από νήπιο, κι ως τον προηγούμενο Αύγουστο την ξαναβρίσκαμε μαζί.  Ωραία περάσαμε μανούλα. Κι αν καταφέρω να πετάξω παλιά πράγματα από το εξοχικό, τη θάλασσα θα την βρίσκω πάντα καινούργια.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Mυστικά για τα παιδιά



              Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος γέμισαν ειρωνεία τα κοινωνικά δίκτυα για τα παιδιά που πέρασαν με χαμηλούς βαθμούς στα Πανεπιστήμια. Ειρωνεία κι ένα ψέμα, ότι περνούν με «κάτω από τη βάση», ενώ όλα έχουν Απολυτήριο, αλλιώς δεν θα περνούσαν. Είναι τόσο απλό, αλλά οι απελπισμένοι με το επίπεδο βαθμολογίας δεν θέλουν να το ξέρουν, κι έχω βαρεθεί τόσα χρόνια να το γράφω και να το ξαναγράφω. Άλλο θέλω να πω σήμερα, έστω κι αν δεν ξέρω αν θα βρεθεί ενδιαφερόμενος να το διαβάσει.
Θα ήθελα να πω στα παιδιά που μπήκαν, έστω κι όχι ακριβώς στη σχολή που ήθελαν, έστω και με βαθμούς που κάνει τους γνωστούς τους να σηκώνουν το φρύδι, αυτό που λέω κατ’ ιδίαν σε όσα παιδιά γνωρίζω, όλων των ηλικιών, για το παρόν τους και για το μέλλον τους. Πρώτον, μπράβο τους και δεύτερον, να μην ξεχνούν ότι είναι πολύ τυχερά.
Είναι πολύ τυχερά διότι δεν μπαίνουν απλώς σε μια σχολή, αλλά σε ένα σύστημα το οποίο τους ανοίγει ορίζοντες που δεν φαντάζονται. Ίσως αυτό δεν είναι τόσο φανερό στην Ελλάδα όπου τα τμήματα είναι κλεισμένα αεροστεγώς, όμως ας μην περιμένουν την εκπαιδευτική επανάσταση, ας τα πάρουν έτσι όπως είναι. Υπάρχει το αντικείμενο που τα περιμένει, υπάρχουν τα κτίρια, η υποδομή, έστω μουτζουρωμένη και βανδαλισμένη, ας μην ασχοληθούν με τη γκρίνια. Καλό θα ήταν να έβρισκαν τελειόφοιτους στην είσοδο να τους ξεναγήσουν, όπως γίνεται σε μερικά ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια, αλλά αφού δεν θα βρουν, ας ψάξουν μόνοι τους ανθρώπους που θα απαντήσουν στις ερωτήσεις τους, όχι απαραίτητα από τα κομματικά τραπεζάκια. Αλλά ακόμα κι αυτά, αν υπάρχουν ακόμα, γιατί όχι;
Σημασία έχει ότι κέρδισαν τον κόσμο της διδασκαλίας, πιο πλατύ, πιο ανοιχτό, πιο προνομιακό από ποτέ, και μαζί το χρόνο της και τους ανθρώπους της. Στη σχολή θα βρουν τους δασκάλους, αν θελήσουν να τους δεχτούν για δασκάλους, τους αυριανούς συναδέλφους ή συνεργάτες, τους φίλους και τους εχθρούς. Κι αν δεν είναι αυτή που διάλεξαν, ας δουν τι μπορούν να πάρουν και πού να οδηγηθούν, γιατί δεν είναι μόνο η πόρτα των Πανεπιστημίων της Ελλάδας που τους άνοιξε με το Απολυτήριο τους, αλλά όλου του κόσμου. Κι αν πήραν χαμηλό βαθμό σε κάποιο μάθημα κι οι σοφοί σχολιαστές τους κάνουν να ντρέπονται, δεν έχει καμία σημασία.

Στιγμιότυπα μεγαλούπολης

Είμαι στο Λονδίνο, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς με τον εγγονό μου που θέλει να αγοράσει τα πάντα, και προσπαθώ να τον συγκρατήσω. Έχουμε ...