Κυριακή 7 Μαΐου 2000

Ηellenes



To αεροπλάνο  της Ολυμπιακής έρχεται από το Παρίσι, αλλά με κάποια στροφή εναέρια, φτάνει και κατεβαίνει για προσγείωση στο Ελληνικό πάνω από τις παραλιακές συνοικίες της μείζονος Αθήνας. Φαίνονται από ψηλά λαμπερά και κατάλευκα τα καινούργια κτίρια κατοικιών, όλα με αρκετό χώρο γύρω γύρω, αρκετό πράσινο που φωτίζει τον ήλιο του Δεκεμβρίου, και λες, καθώς γρήγορα τα προσπερνά και μπαίνει στο διάδρομο προσγείωσης, σε τι παράδεισο πηγαίνω… Μόλις το αεροπλάνο σταματήσει, κι αφού κανένας πια δεν χειροκροτεί τον πιλότο, ενώ του άξιζε, η φωνή στο μεγάφωνο σε καλωσορίζει:
Καλώς ήρθατε στην Ελλάδα κυρίες και κύριοι, λέει αγγλικά και γαλλικά.
 Αλλά το «Ελλάδα» δεν το λέει Γκρης, όπως το ξέρουν οι αγγλομαθείς, ούτε Γκρες, στα γαλλικά. Το λέει «Ελλάς» Όπως στα γραμματόσημα. Hellas.
Eν συνεχεία αναφέρεται στην Αθήνα. Αλλά δεν τη λέει Άθενς στην αγγλική φράση. Την λέει Αθήνα. Ας πούμε, «Αthina». Κι ύστερα διστάζει, στη γαλλική γλώσσα, διότι οι γάλλοι δεν έχουν τον φθόγγο θήτα. Και τονίζουν όλες τις λέξεις στη λήγουσα. Πώς να το πει λοιπόν, να το πει, «Αθηνά» ή «Ατινά»; Θα μπερδευτεί η πόλη με τη θεά της. Κι έτσι, παίρνει βαθιά ανάσα και λέει τη γαλλική λέξη, Ατέν, αλλά πραγματικά τη λυπάσαι που αναγκάζεται να υποχωρήσει μ’ αυτόν τον τρόπο. Πρόκειται για μικρή ήττα της μάχης περί ελληνικότητας, ενώ μόλις έχεις πατήσει το πόδι σου επί ελληνικού εδάφους.
Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο να έχουμε τόσο πολύ διορθώσει τη γλώσσα μας και τα τοπωνύμια της χώρας μας, ώστε να μπορούμε να βάζουμε χέρι και στις γλώσσες των άλλων. Διότι θα μας φαινόταν ίσως γελοίο να μας υποχρέωναν οι Γερμανοί να λέμε στα ελληνικά, όταν μιλάμε μεταξύ μας τη χώρα τους Ντόιτσλαντ, ή οι Γάλλοι τη δική τους Φρανς- ίσως όμως αρκούνταν στο Φραγκία;-    άσε πια τους Ελβετούς και τους Ολλανδούς, εκεί δεν συζητάμε, αλλά το να ξεκινάμε εμείς τέτοια εκστρατεία είναι καλό και άγιο. Διότι είμεθα Ελλέν εμείς κι όχι ότι ότι. Όλα μας επιτρέπονται.
Κατόπιν όλων αυτών βγαίνεις στους δρόμους, όπου τα αυτοκίνητα δεν σταματούν στις διαβάσεις για να περάσουν οι πεζοί, όπου οι οδηγοί κορνάρουν συνέχεια κι όπου οι ταξιτζήδες σε σνομπάρουν ή σε βασανίζουν με πολλαπλές μισθώσεις και πολλαπλές διαδρομές κι αναρωτιέσαι αφελώς, δεν μπορεί να γίνει άλλου τύπου εκστρατεία σ’ αυτή την Hellas, τελοσπάντων, να αποκτήσουν οι Hellenes ανθρώπινη συμπεριφορά στους δρόμους; Αλλά βέβαια αυτά είναι απορίες ευρωλιγούρηδων, που ξεχνιούνται καμιά φορά και λένε μπροστά στον καθρέφτη:
-Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω!


Φωτογραφίες μη υποψηφίων



«Με τις φωτογραφίες μπαίνουμε σε έναν επίπεδο θάνατο. Η φράση του Ρολάν Μπαρτ, που την είχα ακούσει με τα αυτιά μου στις παραδόσεις του λίγο καιρό πριν πεθάνει από αυτοκινητιστικό δυστύχημα στο Παρίσι, δεν παύει να με σοκάρει όσα χρόνια κι αν πέρασαν από τότε. Ωστόσο θα ήθελα να έχω φωτογραφηθεί μαζί του, πριν εκείνο το αυτοκίνητο που έστριψε απότομα στη rue des Ecoles, την οδό των Σχολείων, τον στείλει σε έναν κυριολεκτικά επίπεδο θάνατο, πάνω στην άσφαλτο, λίγα μέτρα πιο κει από το σαντουιτσάδικο όπου παίρναμε δυνάμεις για να μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε κι άλλα μαθήματα, δικά του κι αλλονών. Αν είχα προνοήσει να έχω μια φωτογραφία κοντά στην έδρα όπου παρέδιδε κι όπου συχνά έβρισκα θέση από κάτω με τους στριμωγμένους στο πάτωμα, γιατί γέμιζε ασφυκτικά η αίθουσα, θα μπορούσα τώρα να πλουτίσω τα άλμπουμ που έχω αρχίσει να φτιάχνω και που με κάνουν να τον θυμάμαι συνεχώς. Όμως όταν είμαστε νέοι δεν καταλαβαίνουμε πάντα πότε ζούμε στιγμές ξεχωριστές και πότε πρέπει να τις απαθανατίζουμε. Περνάνε τα καλύτερα μας χρόνια χωρίς φωτογραφίες κι ύστερα χρειαζόμαστε κραγιόν και ρουζ και μάσκαρα για να βρει το πρόσωπο τις σβησμένες γραμμές του και να ποζάρει όπως περίπου ήταν στα καλύτερα του. Με τις φωτογραφίες μπαίνουμε τότε, καθυστερημένα, σε πόζες που πλαστογραφούν τη ζωή, αλλά μήπως σ’ αυτό δεν χρειάζονται κυρίως οι φωτογραφίες;
Αν δεις τα άλμπουμ που φτιάχνω, νομίζεις ότι η ζωή μας είναι μια ατέλειωτη εκδρομή. Παρέες γελαστές ποζάρουν σε μέρη όμορφα, και καμιά φορά τα μπερδεύω κιόλας. Αυτά τα αρχαία μάρμαρα είναι από τους Δελφούς, ή από τους στύλους του Ολυμπίου Διός; Πότε πήγαμε εκεί; Κι αυτή η αμμουδιά σε ποια χρονιά ανήκει;
Οι εξαιρετικές περιστάσεις γεμίζουν τις σελίδες. Δεν έχουμε καμιά φωτογραφία που να μας δείχνει αγουροξυπνημένους στις εφτά το πρωί να ξεκινάμε την εργάσιμη μέρα με τα μέλη ακόμα μουδιασμένα, δεν μας δείχνουν στη δουλειά, στους διαδρόμους που τρώμε τη ζωή μας και μυρίζουν τσιγαρίλα, δεν μας δείχνουν ποτέ στριμωγμένους στα τρόλεϊ το μεσημέρι, τη χειρότερη στιγμή της μέρας που νομίζουμε πως δεν θα τη βγάλουμε. Δεν αποτυπώνουν το πέρασμα από τους βρώμικους δρόμους που γίνεται συνέχεια και δεν χρειάζεται να τυπωθεί στους κόκκους του φωτογραφικού χαρτιού, τυπώνεται στα κύτταρά μας και μένει εκεί, δεν χρειάζεται να ξεφυλλίσεις το άλμπουμ για να το κοιτάξεις. Κι όταν δεχόμαστε επίθεση, λεκτική, ή κλαξονική κι απαντάμε ή δεν απαντάμε, όταν μας βασανίζουν οι υπάλληλοι της εφορίας, όταν βάζουμε τις φωνές στο νεαρό που απειλεί να μας χτυπήσει με το μηχανάκι του πάνω στο πεζοδρόμιο, δεν φωτογραφιζόμαστε, ούτε θέλουμε. Αυτό το άλμπουμ είναι καταχωνιασμένο στην ψυχή μας και το αφήνουμε να σκονίζεται με την ελπίδα ότι τα χρώματα του θα σβηστούν κάποτε, ενώ στο σπίτι κορνιζάρουμε τη φωτογραφία με τα παιδιά μπροστά στην Παναγία των Παρισίων. Μόνο που φαίνεται σαν φωτομοντάζ όσο περνά ο καιρός, σα να είναι ψεύτικη η εκκλησία και η πέτρινη γέφυρα και τα παιδιά μπροστά να έχουν ποζάρει σε χαρτόνι φωτογράφου. Ξεθώριασε τελείως το άρωμα από τα ωραία μέρη πάνω μας, καθώς ο σκονισμένος αέρας μας σπρώχνει ολοένα γκροπλαν στα μούτρα της άσχημης Αθήνας. Βάζουμε άλλη κορνίζα, στην Πάρνηθα με φρέσκα έλατα. Την κοιτάμε ξαφνικά και λέμε, εμείς είμαστε αυτοί; Κι η Πάρνηθα είναι δίπλα, μια ώρα με το αυτοκίνητο, αλλά το νιώθεις ότι η σκόνη της αθηναϊκής πλεονεξίας ξεθωριάζει τα χρώματα της.
Με τα παιδιά γίνεται το πιο σκληρό παιχνίδι, οι φωτογραφίες σου δείχνουν πόσο αλλάζουν και στην καθημερινή προσπάθεια να τα εκπολιτίσεις δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο γρήγορα χάνεται από το πρόσωπο τους η υπέροχη νηπιακή αύρα, πόσο δεν έχεις χρόνο να χαρείς αυτό που ζήλευες στα ξένα παιδιά πριν αποκτήσεις τα δικά σου. Μόνο οι φωτογραφίες βεβαιώνουν ότι ο καιρός αυτός υπήρξε κι ήσουν κι εσύ εκεί, στην καρδιά του, αλλά τι τον έκανες; Κάποιος αιχμαλώτισε στο φακό μια στιγμή που όταν τη ζούσες σου είχε ξεφύγει. Μήπως έπρεπε να αφήσεις ολότελα την προσπάθεια, να μην φωτογραφίζεις τίποτε απολύτως, και να ξεδιαλέξεις μετά την προσωπική σου ιστορία, να την πεις, ή να τη γράψεις όπως νομίζεις εσύ; Η φωτογραφία είναι αυθαιρεσία σε βάρος των εικόνων σου!
Ωστόσο συνεχίζω να τακτοποιώ άλμπουμ, δύσκολη δουλειά που θέλει πολλές ημέρες, αυθαιρετώντας πάνω στην αυθαιρεσία, τακτοποιώντας το χάος, καταλαβαίνοντας γιατι οι μεγάλοι άνθρωποι αποφεύγουν να φωτογραφηθούν και γιατί φτιάχνονται με επιμέλεια πριν στηθούν στο φακό και προβλέποντας τη θλίψη των μικρών όταν θα είναι μεγάλοι και να κοιτάνε τον εαυτό τους στις παλιές φωτογραφίες. Γιατί τίποτε δεν αποτυπώνεται τόσο λαμπερό όσο η εφήμερη παιδική χάρη και τίποτε δεν είναι τόσο χαμένο στην ενήλικη κατάσταση. Οι φωτογραφίες ξαναδίνουν στο χρόνο της παιδικής ηλικίας τη μικρή του διάσταση, ενώ στον καθένα μας φαίνεται αιώνας. Μήπως ο Ρολάν Μπαρτ είχε δίκιο τελικά όταν μιλούσε για επίπεδο θάνατο; Τι μανία είναι αυτή, να θέλεις να αποτυπώσεις ό,τι δεν μπορείς πια να είσαι;
Μεταφέρω τις σκέψεις στις φωτογραφίες των υποψηφίων για να ελαφρώσω τη μελαγχολία μου. Ευτυχώς διάλεξα να φτιάξω τα άλμπουμ σε προεκλογική περίοδο και η πολιτική κάνει όλα τα παιχνίδια του χρόνου σε βάρος μας να φαίνονται αστεία. μας βοηθούν οι υποψήφιοι να κρατάμε την ελαφρότητά μας, να μην την βλέπουμε αβάσταχτη, να δίνουμε λίγη στο φαίνεσθαι, λίγη στο είναι.


Κυριακή 26 Μαρτίου 2000

Παρέλαση στη βροχή

 

     Παρέλαση στη βροχή

 

 Έριχνε χιονόνερο την Τετάρτη, αλλά ακόμα κανένα δέντρο δεν είχε πέσει και το ρεύμα δεν είχε κοπεί και δεν σκέφτηκε κανένας ότι θα έπρεπε να αναβάλλουν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου.

Ήταν παρέλαση μαθητών και μαθητριών. Την ορισμένη ώρα μαζεύτηκαν έξω από το σχολείο, λιγοστοί, τουρτουρίζοντας μέσα στις επίσημες στολές που δεν προβλέπουν ποτέ τίποτα ζεστό, για λόγους οικονομίας μάλλον. Οι γονείς από κοντά, τριπλοί σε μέγεθος, σαν ΄να ανήκαν σε άλλο είδος, μπαμπουλωμένοι σε κασκόλ και σκούφους, να κρατάνε με σπαραγμό ψυχής τα απαγορευμένα μπουφάν των νεαρών βλαστών τους.

-Θα πηγαίνω από κοντά, να της το δώσω όταν στέκονται τουλάχιστον..

-Μη στεναχωριέσαι, είναι νέοι, βράζει το αίμα τους!

-Μέχρι προχτές πάντως έβραζε το θερμόμετρο από τον πυρετό της.

-Ξεκινάνε. Πρώτα έχει κατάθεση στεφάνου.

-Κράτα τα μικρά από το χέρι μην τα χάσουμε.

-Εγώ δεν θέλω κράτημα, Δε θέλω, δε θέλω! Έχω το πιστόλι μου και θέλω να σκοτώνω Τούρκους!

-Δεν έχει Τούρκους εδώ. Κράτα με σφιχτά!

-Θέλω να σκοτώσω, να σκοτώσω, να σκοτώσω! Είμαι ο Κολοκοτρώνης!

-Έλα δω μη σε χάσω και το πιστόλι δώσ’ το να το βάλω στην τσάντα μου.

-Γιατί έχουνε απλωμένα αυτά τα σκοινιά στο πεζοδρόμιο; Θα βάλουνε τρικλοποδιά στην παρέλαση;

-Σιωπή! Είναι για να στεκόμαστε μπροστά και να βλέπουμε!

-Μαμά ήθελα και γώ να πάω στην παρέλαση. Να ντυθώ Κολοκοτρώνης! Τετρακόσια χρόνια σκλάβοι, το φαντάζεστε;

-Όχι!

-Μαμά, να σου πω, ο Κολοκοτρώνης τους πολεμούσε τετρακόσια χρόνια τους Τούρκους; Συ-νε-χώς!

-Τι γελάτε κυρία μου; Γίνεται κατάθεση στεφάνου!

-Μαμά απάντησε μου!

Κάτω από τη συγκίνηση του ουρανού που μεταφραζόταν σε ήσυχες σταγόνες, έγινε η κατάθεση, σκόρπισε το πλήθος, άρχισε η παρέλαση. Τα περήφανα νιάτα ήταν κατάχλομα, με κόκκινες πρησμένες μύτες. 

-Αχ τι χαριτωμένα παιδάκια! Κάντε λίγο πιο πέρα να βλέπουμε κι εμείς!

-Πάντως από βήμα είναι χάλια. Κοίτα πώς πάνε, σαν ξεβιδωμένα!

-Δεν κάνουν αρκετές πρόβες. 

-Κι ο κόσμος χωρίς πάθος βρε παιδί μου. Ούτε χειροκροτάνε, ούτε τίποτα!

-Η γειτονιά είναι τέτοια, δε νοιάζονται για την εκπαίδευση..

-Οι γυμνάστριες φταίνε. Δεν έχουν μεράκι πια. Στα χρόνια μας αν βγαίναμε από τη γραμμή μας έριχναν με το βούρδουλα!

-Βεβαίως! Και σε μας το ίδιο. Και για μέρες πριν χάναμε μαθήματα για να κάνουμε την παρέλαση. Ήμασταν άψογοι! Σαν στρατιώτες! Όχι αυτό το αίσχος. Κοίτα δω, ο καθένας πάει όπως του αρέσει;

-Μαμά τι λένε αυτοί οι χοντροί;

-Σουτ! Μη φωνάζεις! Μην τους λες χοντρούς!

-Πηγαίνετε πιο πέρα τέλος πάντων μαντάμ, να βλέπουμε!

-Μα γιατί θέλετε να τους βλέπετε, αφού είναι τόσο χάλια;

-Μαμά βρήκα καλύτερη θέση. Έλα δω. Να η Μπουμπού μας που έρχεται. Να της φωνάξω;

-Όχι δεν είναι σωστό.

-Μαμά θα πολεμήσουμε τους Τούρκους;

-Ελπίζω όχι.

-Πέρασαν τα τετρακόσια χρόνια, ε;

-Ελπίζω ναι.

-Μαμά όταν ήσουνα μικρή, σε χτυπούσαν με βούρδουλα για να πηγαίνεις ίσια στην παρέλαση;

-Εγώ δεν πήγα ποτέ σε παρέλαση. Ούτε είδα άλλη φορά. Πρώτη φορά βλέπω παρέλαση!

-Αλήθεια μαμά; Όπως κι εγώ; Κι ας είσαι τόσο μεγάλη...

-Από παρελάσεις είμαι σαν εσένα, πρωτάρα.

-Δεν είχες γεννηθεί όταν ήταν τα τετρακόσια χρόνια;

-Όχι, αχ όχι. Δώσε μου εδώ αυτό το πιστόλι. Είμαι πολύ πιο μικρή από τόσο. Όταν ήμουν παιδί, είχε καταργηθεί ο βούρδουλας!

-Είσαι πιο νέα από κείνους τους χοντρούς μαμά;

-Ουφ, είπες και κάτι σωστό σήμερα, επιτέλους!

 

                                                    

Παρασκευή 9 Απριλίου 1999

Αρκάν

              Ο νέος αντι-ιμπεριαλισμός, επειδή όσο να είναι εμφανίζεται μαζικότερος και συσπειρώνει το συντριπτικό ποσοστό του ελληνικού λαού, του πιο ευαίσθητου λαού της Ευρώπης, όπως αρχίζουμε σιγά σιγά να καταλαβαίνουμε, χρειάζεται πια νέους ήρωες και πρότυπα για να μπει στη νέα χιλιετία. Την ώρα λοιπόν που διάφοροι ηθοποιοί του Χόλλυγουντ αναζητούν απεγνωσμένα λίγη δημοσιότητα πουλώντας υποκριτική θλίψη στα στρατόπεδα των προσφύγων από το Κόσοβο, οι έλληνες δημοσιογράφοι στρέφονται σε εικόνες θετικές και παρουσιάζουν πολλαπλά και σφαιρικά πορτρέτα του Αρκάν, του νέου αντι-ιμπεριαλιστικού ήρωα. Διότι, πώς να το κάνουμε, το έλεος είναι αδιέξοδο συναίσθημα, αφού δεν οδηγεί σε παραγωγή παραδειγμάτων που  να κρύβουν ελπίδες δράσης και παρέμβασης του ατόμου στον απρόσωπο κόσμο της νέας τάξης. Ο άνθρωπος δεν είναι είδος ικανό να υπερβαίνει τις προσωπικές του ανάγκες και συμφέροντα και να εξυψώνεται ηθικά με πράξεις συμπόνοιας και συνδρομής. Η φιλανθρωπία δεν ανατρέπει το κατεστημένο, χρησιμεύει σαν άλλοθι σ’ αυτό κι επιτρέπει στους πιο προνομιούχους του συστήματος να θεραπεύουν επιπλέον τη συνείδηση τους. Η αληθινή επανάσταση θέλει πλέον αποφασιστική δράση, θέλει όπλα, θέλει πιστούς οπαδούς, θέλει κατάβαση στην αληθινή ουσία των ανθρώπων, την ορμή του θανάτου. Θαρραλέα κατάβαση. Και κάπου εκεί στο δεύτερο υπόγειο βρίσκονται και τα καζίνα, αγιασμένα από την επανάσταση, αφού προσφέρουν όπλα κι εν συνεχεία εξαργυρώνουν αίμα. Μην τρομάζετε μπροστά στο ασανσέρ λιπόψυχοι Έλληνες. Το σκοτάδι κρύβει μέσα του βυζαντινό μεγαλείο της φυλής. Εδώ είναι η δράση. Πώς θα εκτιμούσατε ένα λαό που κάθεται παθητικά να τρώει βόμβες, χωρίς να παίρνει στο χέρι το καλάσνικοφ του τιμωρού; Ξεκουνείστε από την ψυχή σας τις παληές προκαταλήψεις. Ασπαστείτε το οργισμένιο βαλκάνιο αντρηλίκι. Μόνος θεός του 21ου αιώνα η μπαλκάνια λεβεντιά. Και κοιτάξτε τι λευκό και καθαρό πρόσωπο έχει ο ήρωας όταν φορά την πράσινη στολή του, κοιτάξτε πώς λάμπει από νιάτα μετά την καθαρτική του επιχείρηση. Σα να είναι κύτταρα του προσώπου του αυτά που καθάρισε, σαν να έκανε πήλινγκ και να πέσανε νεκρά σε μια πετσέτα. Απαρνηθείτε τον μαλθακό πολιτισμό σας Έλληνες κι υποδεχτείτε τον Αρκάν και τις κουκουλοφόρες σαρκοφάγες τίγρεις του, προχθές στις σελίδες της Ελευθεροτυπίας, αύριο στις συναυλίες σας.

             

                                                                     

Πέμπτη 1 Απριλίου 1999

Το ευγενικό αίμα

Πώς έγινε κι οι άνθρωποι που έζησαν αιώνες μαζί, χωρίς συγκρούσεις, πέρα από τις καθημερινές που συναντά κανείς στο είδος των ανθρώπων, πώς έγινε ξαφνικά, δέκα χρόνια πριν ο αιώνας τελειώσει, να βρεθούν αντιμέτωποι με τέτοιο μίσος; Πολλά κείμενα και αναλύσεις διάβασα περι του θέματος που αντιμετωπιζόταν ως βαλκανική ιδιομορφία, από την αρχή των πρώτων πολέμων στη Γιουγκοσλαβία. Αλλα τίποτα δεν με φώτισε περισσότερο από τα λόγια ενός Σέρβου που άκουσα προχτές σ’ ένα «παράθυρο» του Σκάϊ.

Συνηθίζει κάθε βράδυ ο Σκάι αυτές τις ημέρες, να καλεί έναν Σέρβο κι έναν Αλβανό να τσακώνονται μέσω των παραθύρων του. Ηταν στη μέση λοιπόν ο Ν.Ευαγγελάτος, κι εκείνοι ένθεν και ένθεν. Μιλούσαν και οι δύο ελληνικά, με κάποια λαθάκια, αλλά σε γενικές γραμμές καλά. Ο Σέρβος ήταν ένας φαρδύστερνος μακρυμάλης νεαρός, πολύ καλοβαλμένος. Στις κατηγορίες του Αλβανού για καταπίεση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, άρχισε να λέει:

«Κανένας Σέρβος, που έχει στις φλέβες του, το αίμα του Άγιου Σάββα, του Βασιληά Στέφανου και του Τσάρου Λάζαρου.... και πιστεύω ότι όλοι το έχουν..κανένας δεν θα διαφωνούσε μαζί μου! Εγώ είχα συμμαθητές Αλβανούς στο Σχολείο κι έμαθα μάλιστα και λίγα αλβανικά, γιατί ήταν το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω για να δείξω την αγάπη μου σ΄ένα λαό που τον φιλοξενούσαμε»..

Φαινόταν τόσο γαλήνιος κι ευτυχισμένος τη στιγμή που έλεγε αυτές τις λέξεις, και πραγματικά εξηγήθηκαν όλα τόσο απλά! Οι Αλβανοί μπορεί να είναι έξη αιώνες στο Κόσοβο, αλλά δεν έχουν το αίμα των ως άνω επιφανών Σέρβων. Είναι φιλοξενούμενοι. Είναι ξένοι. Ας είναι περισσότεροι. Η φιλοξενία τελειώνει. Χρειαζόμαστε τον ξενώνα για ιδιοκατοίκηση. Τέλος!

Πόσο γλυκό, πόσο ακαταμάχητο το μεθύσι του αίματος! Του γνησίου κι ανόθευτου φυσικά. Πόσο ωραία πλημμύρα υπέροχων συναισθημάτων ο εθνικισμός, να νοιώθεις  περιούσιος λαός, ο καλύτερος, και φυσικά καταδιωγμένος και κυνηγημένος απ΄όλους! Πόση αξία αποκτούν τα κειμήλια, τα ενθύμια, πώς χρυσώνονται τα αρχαία, πώς όλα γλυκαίνουν σαν παιδικό παραμύθι, πώς σε μεταμορφώνουν σε Υπεράνθρωπο και δεν καταλαβαίνεις το κενό της ζωής, τον πόνο και τον παραλογισμό της. Και πόσο δύσκολο και άχαρο και βασανιστικό, να πρέπει να συμβιβαστείς, να ζήσεις με τον άλλον, να αποδεχθείς τον ξένο, να συνυπάρξεις. Προσπάθεια χωρίς εξάρσεις και μεγαλεία, καθημερινή, σαν τον μόχθο της επιβίωσης.

Μέσα στο γεμάτο έπαρση βλέμμα του νεαρού Σέρβου, είδα το καθαρό του αίμα να φωνάζει και μ’ έπιασε τρέμουλο για όλη τη γλύκα, την ηδονή της αναζήτησης  εθνικής ταυτότητας, της αναζήτησης υπαρξιακής συνέχειας και σημείων ιστορικής αναγνώρισης. Είναι δυνατόν αυτή η θεάρεστη πράξη, να σε οδηγήσει στο μίσος και την κτηνωδία των εθνικών εκκαθαρίσεων;  Γίνεται;

Έχει ξαναγίνει, πολλές φορές, σ’ αυτή την γηραιά ήπειρο.

 

 

                                         Άννα Δαμιανίδη

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 1999

Γουρούνια χωρίς φτερά

 

Εξ αφορμής

 

Γουρούνια χωρίς φτερά

 

              To δελτίο ξεπετάει τώρα στα γρήγορα τα του πολέμου και περνά στα δικά μας. Είδηση πρώτη: Κτηνοτρόφοι αμόλησαν τα γουρούνια τους στο Υπουργείο Γεωργίας. Τα βλέπουμε, ροζ, βρωμερά και ξαφνιασμένα να τριγυρνάνε στα γραφεία, να εξοικειώνονται, να δοκιμάζουν με τη ράχη το πάτωμα. Οι υπάλληλοι πανικόβλητοι, δεν θα ξαναφάνε χοιρινό στη ζωή τους.

              Είδηση δεύτερη: Στο νεκροταφείο Κερατσινίου η κηδεία δεν μπορεί να περάσει. Το έχουν κλείσει ως κεκορεσμένο και τώρα πάει να’ ανοίξει με αστυνομική συνοδεία. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν αντίρρηση. Μπροστά αυτοί, πίσω η κηδεία, ενδιαμέσως η Αστυνομία να σπρώχνει ένθεν και ένθεν. Φωνές, βρισιές, το φέρετρο ισοροπεί επικίνδυνα. Δεν έπεσε σε κανένα κεφάλι όση ώρα έβλεπα.

              Είδηση τρίτη: Μαύρη μεσίστεια σημαία στο κάστρο της Πάτμου. Η πόρτα αμπαρωμένη. Κατάληψη στη μονή έκαναν τρείς καλόγεροι που καθαιρέθηκαν από το Πατριαρχείο για οικονομικές ατασθαλίες σε βάρος της περιουσίας της μονής. Πολλοί νησιώτες τους υποστηρίζουν. Ελιπάνθη η Πάτμος από την περίσσεια της κληρονομίας; Ο φακός ανεβαίνει και μας τη δείχνει από ψηλά. Πανέμορφη, ονειρεμένη, πως να μην τη λιμπιστείς να κόψεις κάτι; Είναι κι ανεβασμένη η τιμή στο στρέμμα.

              Είδηση τέταρτη: Στη Ναύπακτο, ένας καθηγητής που είχε καταφέρει να σταματήσει η αυθαίρετη δόμηση της παραλίας με αίτηση στο Συμβούλιο Επικρατείας ξυλοκοπήθηκε από αγνώστους και νοσηλεύεται. Τον βλέπουμε στο νοσοκομείο, τουλούμι στο ξύλο τον έκαναν τον άνθρωπο. Κάτοικοι της Ναυπάκτου μιλάνε για τα αυθαίρετα στην κάμερα με το πρόσωπο παραμορφωμένο από κείνα τα κινούμενα τετράγωνα, για να μην αναγνωρίζονται. «Περιμένουμε τις μεταβατικές διατάξεις του νόμου», λέει ο δήμαρχος, χωρίς τετράγωνα.

              Ελλαδίτσα, Ελλαδίτσα, σε είχαμε πεθυμήσει..

                                                       Άννα Δαμιανίδη

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 1999

Ελληνική βραδυά

 

Εξ αφορμής

Ελληνική βραδυά.

 

              Φορούσε ένα πράσινο ανσάμπλ, φόρεμα- πανωφόρι, με χρυσή πόρπη στη μέση του στήθους και ήταν βαμμένη για το γάμο. Άφησε το παιδάκι να παίξει κι ετοιμάστηκε να φύγει. Θα ερχόταν να το πάρει σε τρείς ώρες. Όρθια, στην πόρτα, πρόλαβε κι εξέθεσε την κατάσταση των τσιγγάνων, που γεννούν κατά τη γνώμη της πολλά παιδιά, μόνο και μόνο για να παίρνουν τα επιδόματα που τους δίνει το κράτος. Ήταν αγανακτισμένη για την κρατική αυτή σπατάλη, αλλά δεν μπορούσε να εκθέσει ολόκληρη την αγανάκτηση της. Ο οικοδεσπότης την αποχαιρέτησε κι ύστερα κάθισε να κάνει κοινωνική συναναστροφή με τους υπόλοιπους γονείς. Η κουβέντα περιστράφηκε στα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Τουλάχιστον ήταν ένα θέμα που άφηνε τους τσιγγάνους και τα παιδιά τους εκτός. Προς το παρόν.

              «Είναι τρομερό, είπε ένας μπαμπάς, όλη την ημέρα μπορούν να παίζουν αυτά τα χαζοπαίχνιδα, εάν τα’ αφήσεις.»

              Οι παρόντες συγκατένευσαν. Ένα παιδάκι είχε έρθει μ’ ένα γκαίημ μπόϋ στο χέρι, καθόταν στην άκρη μιας καρέκλας και κόντευε να πέσει κάτω από το πολύ που έσκυβε στη μικρή οθόνη.

              «Εμείς στο σπίτι δεν βάζουμε τέτοια πράγματα», εξήγησε η μαμά του. «Γι αυτό κάνει έτσι.

              «θα μας καταστρέψουν αυτά τα μηχανήματα» απεφάνθη ένας άλλος μπαμπάς. «Μικροί, μεγάλοι μ’ ένα μηχάνημα στο χέρι. Τηλέφωνα, κομπιούτερ, κινητά, θα καταστρέψουμε τους εγκεφάλους μας. Θα ξεχάσουμε να σκεπτόμαστε. Μόνο οι Εβραίοι θα σκέπτονται σε λίγο..»

              Κανένας δεν ζήτησε εξηγήσεις γι’ αυτό το σχόλιο, γιατί όρμησε μέσα μια καινούργια φουρνιά παιδιών κι έγινε κάμποση φασαρία. Ίσως πάλι και να είχαν καταλάβει κάτι που υπονοούνταν, ποιος ξέρει. Αυτός που το είπε, έφυγε σε λίγο κι ήρθαν άλλοι. Μπαμπάδες και μαμάδες που έφερναν τα παιδιά τους να παίξουν. Μπήκαν βγήκαν κι όταν  καταλαγιάσανε,,, άρχισε ξανά η συζήτηση.

                           -Πώς προχωράτε στο σχολείο; Προλαβαίνετε να τελειώσετε την ύλη;

              -Τι διάολο, δημοτικό είναι, δεν είχαν καταλήψεις.

              -Μπορεί όμως να είχαν Αλβανούς, που είναι χειρότεροι γιατί κάνουν κατάληψη μακράς διαρκείας.

              Μερικοί γέλασαν μ΄αυτό το καλαμπουράκι κι ο μπαμπάς που το είχε πεί ανέλαβε να εκθέσει τις τρομερές συνέπειες της εισβολής των αλβανοπαίδων στα δημοτικά. Έτσι η βραδυά που είχε αρχίσει μοντέρνα, με Τσιγγάνους κι Εβραίους, ολοκληρώθηκε κλασσικότερα, με Αλβανούς.

                                                       Άννα Δαμιανίδη

      

Τράνζιτο

Πέντε χιλιάδες πρόσφυγες Κοσοβάροι  θα περνούσαν από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης για να προωθηθούν σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερική, απ’ αυτές τις ιμπεριαλιστικές, που τους παίρνουν για να ενισχύσουν την αντισερβική τους προπαγάνδα. Και στις ειδήσεις το έλεγαν με ύφος καθησυχαστικό, «θα τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες και θα αναχωρήσουν αμέσως. Δεν θα τους επιτραπεί να απομακρυνθούν από το αεροδρόμιο». Μην τυχόν και ανησυχήσουμε, ότι θα συναντήσουμε τις ψείρες και την ανεπιθύμητη μορφή τους μπροστά μας. Γιατί τόση συμπόνοια και τόσος αντι-ιμπεριαλισμός και τόση ευαισθησία, καλλιτεχνική και άλλη, τόσες ειρηνιστικές πορείες, τόσο ξύλο στις βάσεις του Νατο, τόσος ντόρος, τόσες αναλύσεις, τόσες συναυλίες, τόσα τραγούδια, τόση συμπαράσταση, δεν τους έπεισαν τους υπεύθυνους για την προώθηση των προσφύγων, ότι θα μπορούσαννα μείνουν εδώ έστω και πέντε άτομα, όχι πέντε χιλιάδες.  Δεν αποφάσισε κανένας να ρισκάρει τη συνάντηση Ελλήνων αντι-ιμπεριαλιστών, χριστιανών ορθοδόξων, τραγουδιστών και συγγραφέων,απλών αγανακτισμένων πολιτών, με Κοσοβάρους, πρόσφυγες, ή μάλλον τι πρόσφυγες; Εκτοπισμένους με τη βία, διότι περί αυτού πρόκειται. Γιατί άραγε;

              Με πέντε χιλιάδες ανθρώπους δεν θα άλλαζε η πληθυσμιακή μας σύνθεση,δεν θα υπήρχε απειλή να δημιουργηθεί μειονότητα Κοσοβάρων στην Ελλάδα, δεν θα τιναζόταν στον αέρα ο προϋπολογισμός, δεν θα αναστατωνόταν το οικοσύστημα. Με πέντε χιλιάδες ανθρώπους, θα μπορούσε στο μέλλον ο καθένας να λέει ότι δεν έχουμε προκατάληψη κατά τωνΚοσοβάρων, ότι κάθε καταπιεσμένο τον συντρέχουμε. Θα μπορούσαν τα κανάλια να κάνουν ωραία ρεπορτάζ κι ίσως να βγάλουν μερικούς στα παράθυρα με μεταφραστή, να τσακωθούν με τηνκυρία Κανέλλη.

              Φαίνεται ότι καλλιτέχνες, διανοούμενοι, αναλυτές, ορθόδοξοι κι άλλοι ευαίσθητοι, δεν ενδιαφέρονται πια να τους λένε μεροληπτικούς. Φτάνει να είναι κανείς αντι-ιμπεριαλιστής και να καταγγέλει τους Αμερικανούς. Τα υπόλοιπα δεν μετράνε, έχει επέλθει συμψηφισμός. Μπροστά στα εγκλήματα από αέρος, όσα συμβαίνουν στο έδαφος αποφασίσαμε να τα αγνοήσουμε πλήρως. Να φύγουν γρήγορα οι Κοσοβάροι από εδώ, να μην τους επιτραπεί να μολύνουν με αμφιβολίες τον καθαρό αέρα της υπέροχης αντι-ιμπεριαλιστικής συμπαράταξης στην οποία έχουμε περιπέσει.

 

                                                       Άννα Δαμιανίδη

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 1997

Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα

 

Εξ αφορμής

Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα.

 

 

Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, λέγαμε κάποτε κι εννοούσαμε πως η επαρχία ήταν αδικημένη σε σχέση με το κέντρο. Τώρα πια η φράση έχει άλλο νόημα, παρηγορητικό. Ευτυχώς δηλαδή, που η Αθήνα, η περιοχή η λεγόμενη Αθήνα, δεν είναι ολόκληρη η Ελλάδα, αλλά μονάχα η μισή. Κι ευτυχώς που η άλλη μισή έχει όλη την άπλα και γενικώς κάθε προσόν που ανταμείβει την υπομονή. Η επαρχία με τους αργούς ρυθμούς της κέρδισε την εποχή την καλή, την εποχή της συνείδησης, της φροντίδας, της μελέτης, της ανάπτυξης. Την εποχή της πολυτέλειας, όπου μπορείς να ξοδεύεις χρήματα για να αναστηλώσεις το πατρικό σου σπίτι και να σε δανείζει το κράτος, η Ευρώπη, το Υπουργείο Πολιτισμού και να σε εκτιμούν οι συντοπίτες σου και να συγκινούνται οι τουρίστες.

Όποιος περιηγείται στις διακοπές γυρίζει πίσω στην Αθήνα σα να μπαίνει σ’ άλλο κράτος ξαφνικά, που έχει ξεχάσει τους νόμους του. Η αισθητική της Αθήνας, οι συνήθειες της, οι επιταγές της, τα άγχη της, η φριχτή της κυκλοφορία, φαντάζουν ξεπερασμένα και τριτοκοσμικά. Γιατί να ζούμε σ’ αυτό το χάλι, αναρωτιόμαστε κι έχουμε ξεχάσει ποιές σφιχτές ανάγκες, ποιές στερήσεις, ποιά βιασύνη και ποιά δράματα, ποια φτώχεια και ποιές έχθρες τη δημιούργησαν την άσχημη πρωτεύουσα. Πρωτεύουσα είν’ αυτή; Σαν τη μεγάλη αδερφή πολυμελούς οικογενείας που γέρασε πρόωρα ενω΄τα μικρότερα παιδιά μόλις ανθίζουν.

Ευτυχώς ο Σεπτέμβρης μας καλοσωρίζει μ’ ένα φθινόπωρα αντάξιο των στερεοτύπων του. Η βροχή, αν εξαιρέσεις τις παρενέργειες της βέβαια, είναι το δώρο που κάνει η υπόλοιπη Ελλάδα στην Αθήνα, έστω κι αν δεν της αξίζει.

                

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 1996

Ακρίτες του πολιτισμού

 Oι τσιγγάνοι δεν φεύγουν από τις χωματερές. Στα Άνω Λιόσια ζουν εκεί γύρω και περνούν ώρες σκαλίζοντας στη χωματερή, όπως σκαλίζει κάποιος τη σπηλιά των θησαυρών, ή έναν αρχαιολογικό χώρο απ’ όπου πολλοί επέρασαν και μήπως δεν επέρασαν πολλοί από τα σκουπίδια; Βρίσκουν εκεί πράγματα που ακόμα κάτι αξίζουν κι επιπλέον υλικά που υποτίθεται ανακυκλώνονται: χαρτί, γυαλί, ξύλο, αλουμίνιο. Καθημερινώς καθαρίζουν από τα σκουπίδια ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά κανένας δεν τους απονέμει οικολογικά συγχαρητήρια, κανένας δεν μετράει τον όγκο της δουλειάς τους, κανένας δεν υπολογίζει πόσο πιο γρήγορα θα είχε μπουκώσει η χωματερή αν δεν υπήρχαν αυτοί να την ξαλαφρώνουν. Αντίθετα μάλιστα. Η παρουσία τους είναι ανεπιθύμητη επισήμως και οι εργαζόμενοι στα απορριμματοφόρα κατεβαίνουν σε απεργία για να τους διώξουν. Προστασία του χώρου της χωματερής ζητούν οι εργαζόμενοι, να μην πλησιάζουν οι τσιγγάνοι, να επιβλέπεται η απόρριψη από την αστυνομία.

Είναι η δεύτερη φορά που οι εργαζόμενοι στα απορριμματοφόρα ζητάνε έλεγχο της χωματερής. Απορεί κανείς. Τι τους νοιάζει αυτούς; Τι τους πειράζει να τριγυρίζουν στα σκουπίδια οι τσιγγάνοι; Δικά τους είναι, στο κάτω- κάτω της γραφής; Και γιατί να κάθονται να τσακώνονται μαζί τους μέχρι που έρχονται στα χέρια; Μήπως προσβάλλονται από τη διαπίστωση ότι αυτά που οι ίδιοι μεταχειρίστηκαν σαν σκουπίδια έρχονται κάποιοι άλλοι και τα ανακατεύουν μπερδεύοντας τις χρήσεις και τις έννοιες;

Είναι σοβαρός λόγος αυτός αλλά δεν είναι ο μόνος.

Πριν από ένα χρόνοι οι εργαζόμενοι στα απορριμματοφόρα ζήτησαν αστυνομική προστασία της χωματερής. Να φρουρούνται τα σκουπίδια, λες και είναι η σπηλιά του Αλή- μπαμπά, το μνημείο του Αγνώστου Θησαυρού, τέτοια πράγματα. όμως η αστυνομία που μάλλον δεν συμμερίζεται ακόμα το πνεύμα αυτό, δεν ανταποκρίθηκε στο μέγεθος της ανάγκης. Μέχρι και ιδιωτική αστυνομία τους σύστησε, λέει, να χρησιμοποιήσουν. Να φρουρούν σεκιουριτάδες τα υψηλά μας απορρίμματα, για φανταστείτε.

Αλλά δεν θα φρουρούν τα απορρίμματα μονάχα. Θα φρουρούν το υψηλόφρον πνεύμα του τρομερού μας πολιτισμού που πετάει τα καλύτερα του πράγματα χωρίς να ρίχνει μια ματιά οίκτου ή συμπάθειας, το ανέμελο φρόνημα μας θα φρουρούν, που ξαλαφρώνει με τόση άνεση από ό,τι το βαραίνει. Το μνημείο του μέλλοντος μας θα φρουρούν, και δεν θα κρατήσει και πολύ η μίσθωσή τους διότι χωρίς την πρωτόγονη ανακύκλωση των τσιγγάνων θα γεμίσει ταχύτατα η χωματερή και σύντομα θα πρέπει να τρέχουν στις εθνικές οδούς που θα κλείσουν οι κάτοικοι των περιοχών όπου θα σχεδιάζονται οι καινούργιες. Αγρια πράγματα θα γίνονται και βίαια, αλλά εμείς οι πολίτες θα μπορούμε να συνεχίσουμε να πετάμε ό,τι θέλουμε ατιμωρητί, αφού θα επαγρυπνούν ιδιωτικοί και δημόσιοι αστυνόμοι.

Ίσως η καθαρότητα των σκουπιδιών να μην είναι το μόνο κίνητρο της διαμαρτυρίας των εργαζομένων. Πρέπει και η καθαρότητα της συνείδησης τους, αφού φοβούνται καθώς ρίχνουν τα σκουπίδια μήπως σκοτώσουν κανέναν από τους ανθρώπους που ψάχνουν, πλακώνοντας τον. Τον Ιούλιο εξαφανίστηκε μια Τσιγγάνα από αυτές τις σκουπιδομαζώχτρες και ο καθένας μπορεί να φανταστεί έναν φριχτό τρόπο θανάτου. Οι άνθρωποι αυτοί, οι οδηγοί, δίνουν μάχη στα σύνορα του πολιτισμού μας για να μπορούμε εμείς να συνεχίσουμε να πετάμε σκουπίδια με την ίδια ακαταστασία και ο δήμαρχος μας να μαζεύει με ακόμα μεγαλύτερη. Είναι οι ακρίτες του πολιτισμού μας.

Τέλος πάντων, ο νέος υπουργός Δημόσιας Τάξης υποσχέθηκε περίφραξη και φύλαξη του χώρου και η απεργία ματαιώθηκε, αλλά θα του πρότεινα κάτι άλλο επειδή είναι άνθρωπος λογικός. Να παράσχει αστυνομική προστασία και στο άλλο στρατόπεδο, στους Τσιγγάνους δηλαδή. Να τους επιτρέψει  με επίβλεψη για τη σωματική τους ασφάλεια, την πρωτογενή εργασία που κάνουν στη χωματερή, διότι πολύ σύντομα θα τη στερηθούμε αν σταματήσει. Περιμένοντας να αφήσει ο δήμαρχος τις βιτρίνες και να ασχοληθεί με τα σκουπίδια, να βάλει παντού κάδους ανακύκλωσης, να εγκαταστήσει συστήματα διαχωρισμού στην πηγή, δεν φτάνει, όχι η χωματερή των Άνω Λιοσίων, αλλά ούτε δέκα τέτοιες να χωρέσουν την αποσύνθεση των περιττών μας πραγμάτων χωρίς την τσιγγανική παρέμβαση.

Παρασκευή 24 Μαΐου 1996

Πλανήτες ολοκαίνουργιοι

 

Κι εγώ μέσα στους αχινούς

Στις γούβες, στ΄αρμυρίκια

Σαν τους παλιούς θαλασσινούς

Ρωτούσα τα τζιτζίκια:

«κι εσείς τζιτζίκια μου άγγελοι

Γεια σας κι η ώρα η καλή

Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει;»

Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί

Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει

Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει

Τα παιδιά έμαθαν αυτό το τραγουδάκι πριν δούνε αχινό και πολύ πριν μάθουν να ξεχωρίζουν τ’ αρμυρίκια. Το έμαθαν πριν εμείς καταλάβουμε ότι το είχαν μάθει. Δεν είχαμε φανταστεί ότι είναι παιδικό. Το έμαθαν επειδή τους άρεσε πολύ. Όπως και το άλλο:

Σκίζει η πλώρη τα νερά, κι αντηχούνε τα βουνά

Ντούκου -ντούκου μηχανάκι, ντούκου το παλιό μεράκι

Στο αναγνωστικό του Δημοτικού ο γιος μου κοίταξε το γόνατο του την ημέρα που διάβασαν το «παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο». Είχε κι εκείνος μια γρατζουνιά.

-Για μένα το λέει! Είπε θριαμβευτικά.

Δεν είχε βέβαια κουρεμένο κεφάλι, είχε όμως όνειρο ακούρευτο. Αλλά τα κορίτσια ήταν στο έργο του τα πιο προνομιούχα. Τα κορίτσια, η πόα της ουτοπίας. Ξεκίνησα να γράφω στη ζωή μου για να του  απαντήσω. Οι στίχοι του ήταν πρόκληση. Τα κορίτσια μπορούσαν να βγουν από τη ζωγραφιά, να αρθρώσουν το δικό τους λόγο. Τα κορίτσια μπορούσαν να μιλήσουν σε πεζό, σε σάτιρα, σε ποίηση, να καταθέσουν τη δική τους οπτική του κόσμου.

Την επομένη της κηδείας του Ελύτη, ξεχώρισα στη φωτογραφία του πλήθους την παλιά μου φίλη, με τα μαλλιά ελεύθερα, όπως πριν είκοσι χρόνια, πόα πάντα και ουτοπία ακόμα.

Μας προσέφερε αυτή την υπέροχη συζυγία των λέξεων όταν ήμασταν κορίτσια και μάλλον δεν μπορέσαμε ποτέ να μεγαλώσουμε.

«Να προσφερθούν δωρεάν τα έργα του στη νεολαία» πρότεινε ο δήμαρχος Ηρακελίου και συνειδητοποίησα ότι έχω μεγαλώσει. Δεν είμαι νεολαία πια. Κρίμα. Όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο είχα αντιγράψει τα ποιητικά του βιβλία σε δικά μου τετράδια, τα είχα λοιπόν κι εγώ δωρεάν, κατά κάποιον τρόπο, σε μια εποχή που δεν σκέφτονταν καθόλου να μας τα χαρίσουν.

Πολύ πιθανόν να έχω περισσότερο καιρό αντιγράφοντας το σύμπαν που δημιούργησε, χωρίς να το συνειδητοποιώ.

Είναι παράξενο όταν πεθαίνει ένας ποιητής που έχουμε συνηθίσει να ζούμε μαζί του σαν μέρη του κόσμου του, πληθυσμός των δημιουργιών του και ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι ήταν άνθρωπος κι αυτός, συγκάτοικος διαμερισμάτων πολυκατοικίας, περιπατητής της Αθήνας, με σώμα και ηλικία, με ανάγκες και αναπνοή τα οποία είχαν αρχή και τώρα έχουν τέλος.

Το παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο κοίταξε κατάπληκτο τα μπαλκόνια της πολυκατοικίας που έδειχνε συνέχεια η τηλεόραση, του σπιτιού του στη Σκουφά.

-Μα ήταν φτωχός; Είπε.

Διότι πίστευε μέχρι τότε ότι όλα τα πλοία και τα τζιτζίκια και οι αχινοί του κόσμου ήταν δικά του, άρα θα φαινόταν φτωχικό το κάθε ανάκτορο.

Γι αυτό και δεν χρειαζόταν το ανάκτορο.

-Τώρα που πέθανε τον θυμήθηκαν όλοι, είπε με πίκρα ο διευθυντής του πολυκαταστήματος που με είδε με τις εφημερίδες αγκαλιά, γεμάτες πρωτοσέλιδες φωτογραφίες.

Μα δεν μπορείς όλη την ώρα να θυμάσαι το πατρικό σου σπίτι. Πρέπει να βγαίνεις έξω, να βρίσκεις τους δικούς σου δρόμους. Το γράφει αυτό στον ίδιο το θεμέλιο λίθο. Και στην πραγματικότητα δεν το ξεχνάς ποτέ.

Κάποια ξένη εφημερίδα έγραψε ότι η ποίηση έχει ακόμα μεγάλη απήχηση στη χώρα μας, αλλά να που εμάς δεν μας φτάνει. Έχουμε ακόμα πολλά ανεξερεύνητα κείμενα, αινίγματα, προφητείες. Πόσα τραγούδια δεν γράφτηκαν ακόμα. Ο κόσμος του Ελύτη, ο κόσμος της ποίησης, είναι ανοιχτός και περιμένει. Δεν χρειάζεται διαβατήριο, πλουσιοπάροχα φιλοξενείται ο επισκέπτης.

Στιγμιότυπα μεγαλούπολης

Είμαι στο Λονδίνο, στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς με τον εγγονό μου που θέλει να αγοράσει τα πάντα, και προσπαθώ να τον συγκρατήσω. Έχουμε ...