Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Καμμένο κόκκινο

Ισως αυτό το κόκκινο χρώμα, μας είπε η ξεναγός στην Πομπήια, να μην το είχαν δει ποτέ οι αρχαίοι κάτοικοι. Ίσως ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τέτοιο κόκκινο στις τοιχογραφίες τους. Μπορεί να ήταν κάποιο κίτρινο, ή απαλό πορτοκαλί, αλλά οι θερμοκρασίες που αναπτύχθηκαν κάτω από τη στάχτη που σκέπασε την πόλη να το μετέτρεψε σε κόκκινο.
Κι αν είναι έτσι όλη η αντίληψη που έχουμε εμείς για τις τοιχογραφίες της Πομπήιας να είναι λάθος και να είχαν στην πραγματικότητα τελείως διαφορετικά χρώματα
Όταν βλέπεις τις τοιχογραφίες μέσα στα σπίτια της μαρμαρωμένης πόλης σκέφτεσαι ότι πράγματι δεν έχει λογική να βάζαν τόσο κόκκινο. Θα έπρεπε να χρησιμοποιούν ανοιχτά χρώματα, για να φωτιζεται κάπως το σπίτι μέσα. Στο δωμάτιο μιας βίλας οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με μαύρο. Αυτό σίγουρα θα ήταν κάποιο άλλο χρώμα, το ηφαίστειο το μαύρισε. Ίσως γκρίζο ανοιχτό. Ποιος να ξέρει;
Μέσα από τα καμένα και ξεθωριασμένα χρώματα όμως οι φιγούρες μας κοιτούν ολοζώντανες, σαν να ζωγραφίστηκαν πριν μια βδομάδα, πριν μια γενιά, όχι πριν είκοσι αιώνες. Φιλάρεσκα σηκώνουν τα μπράτσα γυναίκες κι άντρες, γέρνουν μισόγυμνοι σε πολυθρόνες και ανάκλιντρα, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αναγνωρίζουμε μύθους, ο Δούρειος ίππος μπαίνει στην Τροία με πολύ σπρώξιμο και τα παιδιά χορεύουν με γιρλάντες γύρω γύρω. Ο Θησέας, ολόγυμνος, έχει μόλις νικήσει το Μινώταυρο και οι νέοι του φιλούν τα χέρια. Η Ιφιγένεια σοβαρή πλησιάζει στο βωμό της θυσίας, αλλά να ένα ελαφάκι που έρχεται από τον αέρα να τη σώσει. Η Αριάδνη σκουπίζει τα δάκρυά της καθώς βλέπει το καράβι του Θησέα να ξεμακραίνει εγκαταλείποντας την, και οι Έρωτες την παραστέκουν. Δεν ξέρει ότι θα βρει καλύτερον και μάλιστα Θεό. Παιδάκια παίζουν, πυγμαίοι αρπάζουν κροκόδειλους, χταπόδια ποζάρουν με ψάρια, η Ευρώπη ανεβαίνει στον ταύρο της. Παράξενα παραμύθια και απίθανοι μύθοι ξετυλίγονται σε εικόνες, κι οι άνθρωποι είναι στις εικόνες όπως τους ξέρουμε, μόνο με άλλα ρούχα, συναναστρέφονται δαίμονες, θηρία, θεούς, τέρατα, και τους συμβαίνουν πράγματα απίστευτα και χαίρονται στιγμές καθημερινότητας, κι είναι όμορφοι και συγκινητικοί, απίστευτα κοντινοί και ταυτόχρονα απίστευτα χαμένοι με τον κόσμο τους ολόκληρο.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Το περιττό και το αναγκαίο

Ενας λόγος που μου αρέσουν τα ταξίδια, ένα παράπλευρο κέρδος, είναι που σε αναγκάζουν να βολευτείς για λίγες μέρες με όσα πράγματα χωράει ένα μικρό βαλιτσάκι, η αποσκευή καμπίνας η λεγόμενη. Καμιά φορά αποδεικνύεται ότι ακόμα κι εκεί μέσα βάζεις πράγματα παραπάνω από όσα χρειάζεσαι και τα κουβαλάς χωρίς λόγο πάνω από τους αιθέρες σ' άλλη γη, σ' άλλα μέρη.
Γενικά, μέχρι να εφευρεθούν τα ξενοδοχεία που θα σε προμηθεύουν με ρούχα μαζί με οδοντόβουρτσες, έχεις την ευκαιρία να ανακαλύψεις τις χαρές της λιτότητας και της ελευθερίας, δύο σε ένα, ετοιμάζοντας τα λίγα ρούχα που θέλει ένα ταξίδι και ανακαλύπτοντας στη διάρκειά του ότι φτάνουν και περισσεύουν, ενώ νόμιζες ότι θα σου έλειπαν.
Κι αν έχω ζηλέψει κάτι από τη ζωή των νοικοκυριών σε ξένα μέρη, είναι οι συνήθειες να ξεφορτώνονται τα πράγματά τους και να ξαλαφρώνουν το σπίτι τους με απλές διαδικασίες, ξεπούλημα στην αυλή το λένε ή κάπως έτσι. Θα ευγνωμονούσα τον πρωτοπόρο μιας τέτοιας πρακτικής και στα δικά μας κατάφορτα μέρη, αν και φοβάμαι πως θα τον βρίσκαμε πολύ εκσυγχρονιστή και δεν θα μακροημέρευε. Ακόμα νομίζω βασανιζόμαστε από τις μνήμες της στέρησης και δεν έχουμε ωριμάσει τόσο ώστε να κατανοήσουμε την ανάγκη επιλογής κι απαλλαγής.
Με βλέπω μια χαρά με πάγκο στη Λαϊκή της περιοχής, να ξεφορτώνομαι τα ρούχα και λοιπά αντικείμενα που κατέχουν το ζωτικό μου χώρο και με εμποδίζουν να τεντωθώ. Ας θεωρηθεί προληπτική αγωγή κατά του γήρατος, αν δεν τεντωθούμε θα συρρικνωθούμε. Είναι δίκιο και πρέπει να γίνει πράξη. Να δημιουργηθούν θεσμοί, συνήθειες, χώροι και τρόποι να απαλλασσόμαστε από το περιττό με τρόπο κόσμιο και χρήσιμο, να ανακυκλώνουμε τα αντικείμενα που εξεπλήρωσαν την αποστολή τους κοντά μας και απεγνωσμένα ζητούν να ξαναγίνουν λειτουργικά κάπου αλλού. Ποτέ δεν είχαμε οι άνθρωποι τόσα πράγματα γύρω μας, ποτέ δεν μπορούσαμε να ικανοποιούμε τόσο εύκολα τις αγοραστικές επιθυμίες, πληρώνουμε όμως ακριβά την απληστία και τη χαρά της κατανάλωσης.
Ευτυχώς, κάποια κουτιά του Δήμου εμφανίστηκαν στις γειτονιές για μεταχειρισμένα ρούχα, και στο περιθώριο της συλλεκτικής ζωής μας κάποιοι ιδιοκτήτες τρίκυκλων μαζεύουν τα ατάκτως ερριμμένα αντικείμενα από τους δρόμους. Η τσαπατσουλιά των σκουπιδιών οφείλεται εν μέρει στην υποτίμηση της διαδικασίας επιλογής, δεν μας αρέσει να ξεφορτωνόμαστε, το κάνουμε βιαστικά και θυμωμένα. Μόνο στα ταξίδια το ζούμε όλο αυτό με τη χαρά που του αξίζει.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

Δικαίωμα στη μαυρίλα

Προβλήματα του Πρώτου Κόσμου: Κριτική στο σχεδόν υποχρεωτικό χαμόγελο και τη σχεδόν υποχρεωτική καλή διάθεση. Οχι, δεν είμαστε συνεχώς καλά και δεν είναι σωστό να μας αναγκάζουν να φαινόμαστε και να υποκρινόμαστε ότι δεν τρέχει τίποτα όταν είμαστε στις μαύρες μας. Θέλουμε να το δείχνουμε, να γκρινιάζουμε ελεύθερα κάθε στιγμή και κάθε ώρα, παντού και πάντα. Γιατί βγάλαμε από τη ζωή μας την κακή διάθεση; Γιατί την καταπιέζουμε και την περιθωριοποιούμε;
Τέτοια πικραμένα διαβάζω σε σάιτ και περιοδικά και σκέφτομαι πως πάλι μας πετυχαίνει η αμφισβήτηση πραγμάτων που δεν ζήσαμε, ακριβώς τη στιγμή που σκεφτόμασταν ίσως ως κοινωνία να αρχίσουμε να τα υιοθετούμε δειλά και διστακτικά. Πώς έγινε με το κίνημα της πολιτικής ορθότητας;
Πριν καλοκαταλάβουμε περί τίνος επρόκειτο, άρχισαν οι επικρίσεις και εκεί διέπρεψε η ελληνική κουλτούρα, που για λίγα δευτερόλεπτα είχε φοβηθεί μήπως αναγκαστεί από κάποια περιρρέουσα ατμόσφαιρα να καταπιεστεί η γνήσια ελληνική λεβεντιά κι αντρίλα. Κι αφού απεφεύχθη αυτός ο κίνδυνος μετά συνεχών θριάμβων, ετοιμάζεται η αντεπίθεση και σε κάποια τάση καταπολέμησης της κατάθλιψης και της τσαντίλας που είχε αρχίσει να παρατηρείται.
Η αλήθεια είναι ότι η γλύκα της γκρίνιας είναι ακαταμάχητη και δεν θα ήταν σωστό να επιτρέψουμε σε διάφορους ξενέρωτους κουτόφραγκους να μας τη βγάλουν εκτός μόδας. Είμαστε επισήμως και με στατιστικές οι πιο δυστυχείς Ευρωπαίοι, γιατί λοιπόν να μην το δείχνουμε νυχθημερόν, κατεβάζοντας τα μούτρα στο γραφείο, στο γκισέ, στο μαγαζί, στο τιμόνι, στις ουρές, στις εξόδους, στις εισόδους, στο σπίτι, στη δουλειά, στο χολ και στην κρεβατοκάμαρα;
Αυτές τις μόδες με τις γελαστές πωλήτριες, ας πούμε, δεν τις θέλουμε, είναι ξενόφερτες, απόδειξη πως δεν προλάβαμε να γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης, μας πήραν τις δουλειές και τις κάνουν με τον δικό τους γελαστό τρόπο. Οχι, κύριε. Θα τιμωρηθούν με τη χειρότερη ποινή, θα ανακηρυχθούν ντεμοντέ. Ακυρη η προσπάθεια, μπορούμε να παραμείνουμε στη μίρλα και το παράπονο που, αν μη τι άλλο, προστατεύει από το κακό μάτι των φθονερών που μας επιβουλεύονται.


Εχουμε βάσανα, η καλή διάθεση δεν μας περισσεύει. Κι όσοι νόμισαν τα τελευταία χρόνια ότι αξίζει τον κόπο να καταπολεμήσουν τα προβλήματα αφήνοντάς τα στην μπάντα για όσο κρατά μια επαφή, να μετανιώσουν και να συρθούν στα γόνατα. Και να αλλάξουν αμέσως βιολί, γιατί ίσως έχουν μείνει πίσω στην έκφραση της μαυρίλας.

Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

Αλλιώτικο Πάσχα φέτος

Φέτος, είναι διαφορετικό το Πάσχα μου. Ας πούμε ότι όλα άλλαξαν όχι επειδή πρώτη φορά δεν θα χτυπήσει το τηλέφωνο να μου πει Χριστός ανέστη η μαμά μου, αλλά επειδή είδα αυτή τη φωτογραφία της μαύρης τρύπας που κατάφεραν να βγάλουν τα αστεροσκοπεία ολόκληρης της Γης.
Παραλίγο να γράψω «ολόκληρου του κόσμου», αλλά να που ο κόσμος δεν είναι πια η Γη, ούτε καν κάτι απέραντα μεγάλο, ένα Σύμπαν ασύλληπτου μεγέθους, αλλά κάτι απέραντα μεγάλο που επιπλέον κινείται προς μια μαύρη τρύπα, πράγμα που ίσως δημιουργεί τον χρόνο, όπου υπάρχουμε για λίγο με πολύ κόπο, πόνο, όμως και χαρές.
Κι η γιορτή που δοξάζει την επιστροφή της άνοιξης, να μην είναι η εξασφάλιση του αέναου κύκλου των εποχών που διαπερνά τη δική μας φθορά, αλλά κι αυτή να κινείται σε ευθεία όπως οι ανθρώπινες ζωές με τελικό προορισμό μια μαύρη τρύπα, λέμε τώρα. Οπότε δεν ξέρω πώς θα το διαχειριστούμε αυτό φιλοσοφικά, δύσκολο καθήκον μάς έβαλαν οι φωτογράφοι του κόσμου όλου, συγγνώμη, του μικρού μας πλανήτη ήθελα να πω.
Το άλλο συγκλονιστικό του φετινού Πάσχα είναι ότι στο χωριό Δράκεια Πηλίου οι τελετές διεξήχθησαν με υπέροχη γαλήνη, ο επιτάφιος χωρίς βαρελότα, όπως ακριβώς συνάδει δηλαδή, και η Ανάσταση εξίσου πολιτισμένα.
Επιπλέον, λίγο πριν από τη νύχτα του Σαββάτου, φύσηξε στην πλαγιά και σκόρπισε το καφετί νέφος της κουφόβρασης που μας είχε πνίξει για μέρες, πράγμα που μπορεί να ανανεώσει την πίστη μας στα θαύματα, τα ελάχιστα σε κλίμακα Σύμπαντος απειλούμενου βεβαίως, αλλά που έχουν μεγάλη αξία για τις εκλεπτυσμένες αισθήσεις των ανθρώπων της συγκεκριμένης γενιάς στον συγκεκριμένο χωρόχρονο.
Μια αίσθηση σεβασμού προς το άμεσο περιβάλλον και την τυχούσα ομήγυρη, όπου μπορεί για λίγο να νιώσει κανείς ασφαλής και αποδεκτός από την κοινότητα, ας είναι και ψευδαίσθηση, τι άλλο θέλει ο άνθρωπος για να ξεχάσει τη φθορά, τη μαύρη τρύπα κι όλη τη μαυρίλα εν γένει;
Απεδείχθη βέβαια ότι αυτή η πολιτισμένη διεξαγωγή ήταν εξαίρεση, ένας άνθρωπος σκοτώθηκε και άλλοι τρεις τραυματίστηκαν σε άλλα μέρη από θιασώτες της αστραπιαίας φθοράς και πιστούς της μαύρης τρύπας. Ο δε δήμαρχος Καλαμάτας δήλωσε πως οι δολοφονικές σαΐτες είναι στο DNA των Καλαματιανών. Οπως και ο θάνατος άλλωστε, προσθέτω εγώ. Οι δήμαρχοι, όμως, όχι. Αυτούς τους ψηφίζουμε ερήμην DNA, μη σου πω και κόντρα.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Ο Μηνάς και η αποφράς

Καθώς πλησίαζε η επέτειος της αποφράδας, σκεφτόμουν ότι για πρώτη φορά θα την περάσω χωρίς τη μητέρα μου, με την οποία κάθε χρόνο θυμόμασταν εκείνη τη σκληρή 21η Απριλίου του 1967, όπου θα ξεκινούσαμε για οικογενειακό ταξίδι με τρένο στην Ευρώπη, είχαμε έτοιμες βαλίτσες και εισιτήρια, και μείναμε τσακισμένοι να κλαίμε πάνω τους ακούγοντας τους πυροβολισμούς από τον δρόμο και τα εμβατήρια από το ραδιόφωνο.
Ποιος πυροβολούσε και τι, ποιοι περνούσαν ρίχνοντας ριπές; Δεν βγήκαμε, δεν κυκλοφορήσαμε, το διαμέρισμα που είχε φτιάξει ο πατέρας μου δεν φαινόταν αρκετά ασφαλές εκείνη τη μέρα, κάποια στιγμή αρχίσαμε να μαζεύουμε περιοδικά και δίσκους που ίσως έπρεπε να καταστραφούν. Πήραμε μερικά τηλέφωνα κι ας φοβόμασταν πως τα παρακολουθούσαν. Το κουδούνι μας χτύπησε το μεσημέρι, ο Μηνάς Εφραίμογλου, ο μεγάλος μου ξάδερφος, ήρθε να δει μήπως χρειαζόμασταν βοήθεια. Πριν από λίγες μέρες τσακωνόταν με τον πατέρα μου για την ΕΡΕ, την ΕΔΑ και την Ενωση Κέντρου, αλλά εκείνη τη μέρα ξεκίνησε με τα πόδια να τον υπερασπιστεί.
Θείος κι ανιψιός είχαν δεκατρία χρόνια διαφορά, ο πατέρας μου έβγαζε τα τρία του ανίψια βόλτες στην Αθήνα όταν ήταν παιδάκια κι εκείνος φοιτητής, φωτογραφίζονταν μπροστά στο Μουσείο και στο Πανεπιστήμιο, παθιασμένοι οικογενειακώς με τη μόρφωση και τις σχολές, από τον καιρό που ζούσαν στην οθωμανική πόλη της Πισιδίας και μάθαιναν ελληνικά ιδίοις αναλώμασι, για χειραφέτηση και πρόοδο. Σε όλη τη ζωή τους οι τρεις Εφραίμογλου, αν και έγιναν βιομήχανοι συνεχίζοντας και διευρύνοντας την πατρική επιχείρηση, ασχολούνταν και με την Παιδεία, όπως ο παππούς μας.
Με τον πατέρα μου μεγάλοι πια θαρρείς κι έβρισκαν ευχαρίστηση σε ατελείωτους πολιτικούς καυγάδες. Ομως εκείνη την αποφράδα μέρα είχαν συμφιλιωθεί απέναντι σε κάτι τρομερό που είχε πέσει επάνω τους, κι έψαχναν τρόπους να αμυνθούν παρέα. Υπήρχε κάτι κοινό, που δεν ήταν απλώς η συγγένεια και η αγάπη, αλλά και μια πολιτική επιθυμία που συμμερίζονταν: να ζήσουμε με ειρήνη τις πολιτικές αλλαγές, με δημοκρατικούς κανόνες και πολιτισμό, μέσα στην αισιόδοξη ορμή που είχε πάρει η δεκαετία του ’60 από τη δεκαετία του ’50 και που ερχόταν να ανακόψει μοιραία εκείνο το φοβερό πραξικόπημα.
Ο Μηνάς πέθανε μία μέρα πριν από τη φετινή επέτειο της αποφράδας, τρεις μήνες μετά τη μητέρα μου, ήταν συνομήλικοι. Η παλιά φρουρά μάς εγκαταλείπει. Κι ο αγώνας ακόμα συνεχίζεται.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Ξάνθη 1927

Tώρα πια είναι όλοι τους σκιές κι αναμνήσεις. Η θεία Ευαγγελία, όρθια δίπλα στη γιαγιά, με τα λοξά μάτια. Ο θείος Δαμιανός, όμορφος νέος, πριν χάσει τα μαλλιά του. Η γιαγιά Άννα καθισμένη στην πολυθρόνα, με τη χωρίστρα που τη γνώρισα ολόιδια σε λευκό. Η θεία Γεσθημανή, αγέρωχη δίπλα στον άντρα της, το Δημητρό Εφραίμογλου, στη μέση των δυο γονιών της. Ο ντοκτόρ Ελεημόν, ο μυθικός παππούς που δεν γνώρισα και που όλους τους είχε σημαδέψει, σπουδασμένος στο Παρίσι στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, σχολικός έφορος στην πατρίδα τους τα Σπάρτα, που κυνηγούσε πάντα τα μέλη της κοινότητας να πληρώνουν τη συνδρομή για να κρατάνε τα ελληνικά σχολεία, κι απαγόρευε στα παιδιά του να μιλάνε τούρκικα στο σπίτι, επι ποινή προστίμου. Όρθιος δίπλα ο μπαμπάς μου, σγουρομάλλης, με τα ανατολίτικα μάτια του, που έχει κληρονομήσει ο συνονόματος γιος μου. Και το κορίτσι δίπλα η θεία Ολυμπία, η μικρή, που σπούδασε, έγινε οδοντίατρος, έζησε στο Αγρίνιο κι έτσι γνωρίστηκε ο πατέρας μου με τη μάνα μου είκοσι πέντε χρόνια μετά. Καθισμένος στο καρεκλάκι μπροστά τους ο Μηνάς, το πρώτο εγγόνι, δυο χρονών. Είναι στην Ξάνθη το 1927, όπου είχαν πάει επίσκεψη οι Εφραίμογλου στη μητρική οικογένεια Δαμιανίδου. Εκεί είχε βρει δουλειά ο παππούς, στο νοσοκομείο Αμερικανίδων Κυριών, κι έζησαν ώς τη βουλγαρική κατοχή. Σοβαροί και κάπως βλοσυροί περνούν στην αιωνιότητα, με την πίκρα της προσφυγιάς που ποτέ δεν τους εγκατέλειψε, και νομίζω πέρασε σαν τραύμα και στη δεύτερη γενιά. Στον ξάδερφο μου Μηνά, που πέθανε χτες, Σάββατο του Λαζάρου, ημέρα της γιορτής του αδερφού του, ο οποίος είχε πεθάνει μερικά χρόνια νωρίτερα, είχε μετασχηματιστεί σε επιχειρηματική δημιουργικότητα. Αλλά ασχολήθηκε και σε όλη του τη ζωή με το Κολλέγιο Αθηνών, κι εκείνος όπως όλοι μας είχε το πάθος με την Παιδεία.
                 Κοντεύουν 100 χρόνια από τη στιγμή που τραβήχτηκε η φωτογραφία αυτή. Θα είχαν όλοι μαζευτεί στο σπίτι, ή μπορεί και να πήγαν στο φωτογράφο. Είναι η πιο επίσημη τους. Κανείς τους πια δεν ζει, όμως εγώ τους βλέπω ακόμα, όλους εκτός από τον παππού και τον Δημητρό, που δεν πρόλαβα να τους γνωρίσω. Βλέπω τη θεία Ευαγγελία στο παλιό της σπίτι στη Νέα Φιλαδέλφεια, που το λάτρευα, ντυμένη με κάτι πρόσχαρο, κάτι πολύχρωμο, όχι όπως εδώ με μαύρα, βλέπω τις μπουκλίτσες της κολλημένες στην κόμμωση, ακούω τη φωνή της με πάντα κάποιο απρόσμενο παράπονο για κάτι που δεν φανταζόμουν ότι θα την έκανε να παραπονιέται. Βλέπω το θείο μου το Δαμιανό χωρίς μαλλιά, τον θείο Μαμανό όπως τον έλεγα, και το θυμόντουσαν και γελούσαν, στωικό και καλωσυνάτο, να προσπαθεί να θυμηθεί λεπτομέρειες από το παρελθόν του και να απαντήσεις στις διαρκείς ερωτήσεις μου. Βλέπω τη γιαγιά μου να πλέκει ακατάπαυστα με το βελονάκι της νούμερο 0, το ψιλότερο που υπήρχε, χωρίς γυαλιά, τετράγωνα κομμάτια δαντέλας που τα ένωνε μετά και γίνονταν καρεδάκια, τραπεζομάντιλα, κουβέρτες, βλέπω τη θεία μου Γεσθημανή να κάθεται σε μια κόκκινη πολυθρόνα και να μιλάει αργά και σιγανά, βλέπω τον πατέρα μου βέβαια, εννοείται, διαρκώς και πάντα και παντού, τη θεία μου Ολυμπία και τον Μηνά βεβαίως, τους βλέπω να τριγυρίζουν έγχρωμοι και κυρίως τους ακούω. Γιατί αν υπήρχε κάτι χαρακτηριστικό σε όλους ήταν οι φωνές τους, αυτός ο μοναδικός τρόπος που είχαν να μιλούν, μάλλον λόγω της τουρκικής, που ήταν η μητρική τους γλώσσα, κακά τα ψέματα, και που έχει ήχους πολύ λαρυγγικούς. Μοναδικές φωνές, βαθιές, υγρές, πλούσιες, γεμάτες αντηχήσεις, σαν υποσχέσεις κρυφών νοημάτων, η πατρίδα που είχαν φέρει μαζί τους, ο χαμένος τους θησαυρός που δεν μπορούσε ωστόσο κανένας να τον πάρει. Τα τρία μου ξαδέρφια Εφραίμογλου είχαν επίσης ένα ποσοστό αυτού του βάθους στη φωνή τους, επειδή κι οι δυο γονείς ήταν από τα Σπάρτα, αλλά εμείς, φοβάμαι ότι το έχουμε χάσει τελείως. 

Οι σωστές αντιδράσεις

Επικίνδυνο σπορ να χρησιμοποιείς λεωφορείο όταν ο οδηγός έχει νεύρα. Και πότε δεν έχει και γιατί να μην έχει. Δικαιούται να έχει, τόσες δυσκολίες αντιμετωπίζει. Ενώ ο επιβάτης το μόνο που έχει να κάνει είναι να στέκεται όρθιος όταν δεν βρίσκει να καθίσει και να μην πέφτει κάτω ή δίπλα ή στον μπροστινό του με τα απότομα φρεναρίσματα. Να διαμαρτυρηθεί; Καλύτερα όχι, μπορεί να τσαντιστεί ο οδηγός και να φρενάρει χειρότερα. Ξέρουν οι επιβάτες πώς να φερθούν για να μην τον ερεθίζουν.
Είναι να απορείς με τη μακροθυμία, την ανεκτικότητα, την ψυχραιμία των ανθρώπων. Οπως τα παιδιά μιας οικογένειας με βίαιο πατέρα που έχουν μάθει να ζουν όσο γίνεται πιο αθόρυβα για να μην τον ενοχλούν και ξεθυμάνει πάνω τους, δεν μιλάνε, δεν λαλάνε. Καλό είναι να μη χρειάζεται κάποιος το λεωφορείο, να μη βρίσκεται στην ανάγκη των μέσων μαζικής μεταφοράς. Απαξ κι έχει τέτοια ανάγκη, σημαίνει πως απέτυχε, άρα οφείλει να ανεχτεί κάθε ξέσπασμα του οδηγού, που είναι κάτι σαν πλοίαρχος σε διεθνή ύδατα, απόλυτος άρχων και ανεξέλεγκτος τιμονιέρης της μοίρας μας.
Και τι γίνεται αν κάποιος τολμήσει να ανοίξει το στόμα του και να θέσει θέμα ασφάλειας στον αδιαμφισβήτητο αυτόν αρχηγό; Μεγάλο ρίσκο. Πρέπει να το θέσει ευγενικά βέβαια, αυτό είναι αυτονόητο. Αλλά και πάλι, αποκλείεται να θίξει την προσωπικότητά του; Αν ο άλλος είναι καψούρης και απελπισμένος, αν τον έριξε ο φίλος του, ο αδερφός του, αν ξίνισε το κρασί του, αν έχει βαρυστομαχιά ή πονοκέφαλο; Δεν θα αντιδράσει χειρότερα; Μήπως καλύτερα να προσπαθήσει κανείς να ξυπνήσει τον οίκτο του; Να πει ότι είναι άρρωστος, ότι πάει σε νοσοκομείο, ότι ζαλίζεται;
Θεέ μου, τι θα κάναμε αν η ζωή μας ήταν πιο απλή σ' αυτή τη χώρα, αν δεν έπρεπε κάθε στιγμή να δίνουμε μάχες επιβίωσης και να αναμετράμε την ικανότητά μας πειθούς, ψυχραιμίας, σωστών ρεφλέξ και καίριων αντιδράσεων, στα γκισέ και στα ταξί, στα τηλέφωνα και στα τρένα, στους δρόμους και στα μαγαζιά; Τι θα κάναμε με όλη αυτή την άνεση που θα προέκυπτε; Πώς θα τη διαχειριζόμασταν, θα ήμασταν άραγε πιο δημιουργικοί, πιο ευγενικοί, πιο ευτυχισμένοι;
Δεν θα το μάθουμε ποτέ, φοβάμαι.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Θετική στάση


Ένα περίπτερο περιμέναμε να ξανανοίξει στο έρμο το πάρκο. Να μη ζητάμε πολλά. Να είμαστε θετικοί. Αυτό προπάντων. Θετικοί σε κάθε θετικό. Ανακαινίστηκε το Άλσος; Θετικοί εμείς. Μας επέτρεψαν να το δούμε. Θετικά, βεβαίως. Χώροι μέσα ατελείωτοι, πάνω κάτω και πλαγίως. Θαύματα μπορεί να γίνουν μέσα. Τι θα γίνει, τι θα γίνει; Καφενείο στο Άλσος; Θετικοί οπωσδήποτε. Πήγαμε για καφέ. Κάναμε το γύρο, δεν μπαίνεις από το πάρκο. Φράχτης υψώνεται. Αλλά θ’ ανοίξει, δεν μπορεί!
Ήρθε ο Σαββόπουλος στο Άλσος; Θετικοί, ενθουσιώδεις. Κι ας θύμιζε ο φρουρός της νύχτας, σκυλάδικο, με τη μουσική του αυτοκινήτου στη διαπασών και τον προβολέα να μας ξεψαχνίζει ως διερχόμενους. Πάρε αθώο ύφος, καλοί άνθρωποι, είμαστε γείτονες, συγγνώμη κιόλας, σπίτι μας πάμε.  Θετικοί πάντως.
Θετικοί, οι γκρίνιες τόσα χρόνια τίποτε καλό δεν έφεραν. Μέχρι που μετανιώσαμε για τότε που παραπονεθήκαμε στο τότε ΥΠΕΧΩΔΕ, για τις τσουλήθρες που είχαν λεπτύνει οι λαμαρίνες, είχαν γίνει λάμες κι έκοβαν τα παιδικά ποδαράκια. Τι το θέλαμε; Έφυγαν εντελώς οι τσουλήθρες και τελείωσε η υπόθεση. Έκτοτε πάντα θετικοί. Και για την ανάπλαση θετικοί, για τις διαδρομές νερού θετικοί, εκείνες μόνες τους σταμάτησαν και λίμνασαν. Και για τις εκθέσεις, τα παζάρια, τα λούνα παρκ, τα φεστιβάλ, θετικοί σε όλα. Όχι σαν αυτούς που δεν άφηναν το πάρκο να ανοίξει επειδή ήταν κατά της εμπορευματοποίησης. Εμείς, υπέρ. Να μη στεναχωρούμε τις διοικήσεις, συγχίζονται οι άνθρωποι και δεν μπορούν να δημοπρατήσουν το περίπτερο, να ανοίξει ένα καφενείο, να καθόμαστε με τη γριά μάνα…
Πέρασε ο καιρός, δεν άνοιξε περίπτερο, πέθανε η μάνα, όμως το Άλσος φτιάνει θέατρο υπαίθριο. Το πήρε μεγαλοεπιχειρηματίας, τόσοι χώροι μέσα δεν του έφταναν, κι ο φράχτης υψώνεται και πυκνώνει, ο κήπος γίνεται επικλινές δάπεδο για χιλιάδες καθίσματα, μηχανήματα ήχου που θα μας κρατάνε τη νύχτα άυπνους ετοιμάζονται να δουλέψουν. Μήπως το παρακάναμε στη θετική στάση; Τόσο ανίκανη μπορεί να είναι κοτζάμ Περιφέρεια Αττικής, νυν αρμόδιος για το πάρκο; Δυο μικρά θεατράκια μέσα, δυο περίπτερα, ένα καφενείο κάτω με μικρή σκηνή, το Γκρην Παρκ, όλα αλειτούργητα, κι αντί για όλ’ αυτά, το Μέγα Μπουζουξίδικο; Αδύνατον να οργανώσει πράγματα μικρά η υπερΠεριφέρεια; Έχει το μαμούθ στο αίμα της;
Μήπως τελικά η θετική στάση παρερμηνεύεται, και μόνο τσαμπουκάς και άρνηση έχουν νόημα στη χώρα τούτη;

Queer υποψήφιοι



Στην τέχνη οι παράξενες παρουσίες επιστρατεύονται για να τραβήξουν το βλέμμα και το στοχασμό στο αντίθετο τους, το κοινότυπο και αυτονόητο μέσα στο οποίο ζούμε και δεν προσέχουμε πια, τόσο το έχουμε συνηθίσει. Η επιστημονική φαντασία μπορεί να ασχολείται με μακρινούς γαλαξίες, στο βάθος των πιο απίθανων ιστοριών θα βρει κανείς πάντα τον πυρήνα των ανθρώπινων αναγκών, της ανθρώπινης ουσίας. Διαφορετικά η φαντασία δεν έχει νόημα και τα πρόσωπα δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον.
Στην πολιτική οι παράξενες παρουσίες κάνουν το ίδιο ακριβώς, και θα μπορούσε να επαινέσει κανείς την ιδέα, τραβούν την προσοχή στις εκλογές, μια διαδικασία που έχει αρχίσει να μοιάζει με τις θεατρικές παραστάσεις, όχι με την έννοια της θεατρικότητας στην πολιτική, αυτή υπήρχε από τον καιρό του Ασουρμπανιμπάλ, αλλά λόγω της σπανιότητας των θεατών. Οι ψηφοφόροι δεν πάνε να ψηφίσουν, όπως δεν πάνε και θέατρο, κι ας κατακτήθηκε με αιματηρούς αγώνες το δικαίωμα στην ψήφο. Οπότε εμφανίζονται όλο και πιο παράδοξοι υποψήφιοι, όλο και πιο απρόσμενοι και άσχετοι με την πολιτική, με την ελπίδα ότι θα βγάλουν τα εγγόνια και δισέγγονα των αγωνιστών για το δικαίωμα της ψήφου από την βαθιά τους απάθεια. Συμβαίνει παντού, αλλά εδώ που έχουμε ζήσει το ‘παράξενο ελληνικό κύμα’ στο σινεμά, μπορούμε να διαπιστώσουμε με ονομασία προέλευσης ότι το κύμα των παράξενων υποψηφίων για τις ευρωεκλογές και για τους δήμους είναι ακόμα πιο παράξενο και δεν μοιάζει καν με κύμα, αλλά με ανεμοστρόβιλο που διαρκώς πλησιάζει κι όταν περνά από την πόλη μας δεν τον νοιώθουμε καν, έχει πάρει μαζί του κάθε αίσθηση πολιτικής ζωής, έχει φύγει και μας έχει αφήσει σε μια γλυκιά νάρκη.
Τέλος πάντων, από τις ευρωεκλογές θυμόμαστε ότι είναι κάποια βραβεία συνολικής προσφοράς που σε στέλνουν μακριά από δω, στο σκοτεινό Στρασβούργο και τις βροχερές Βρυξέλλες, αλλά ανταμείβεσαι με εξαιρετικό μισθό, οπότε κάπως παρηγοριέσαι, και δεν χρειάζεται να θυμόμαστε ότι οι βουλευτές αυτοί αντιπροσωπεύουν τη χώρα σε ένα κοινοβούλιο που θα μπορούσε να είναι το μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης, αν το ήθελαν, αλλά μάλλον δεν χολοσκάνε για τέτοια οι τραγουδίστριες και οι επιχειρηματίες που εμφανίζονται για να ψηφιστούν. Ούτε κι οι ψηφοφόροι, που κανείς δεν θέλει να δυσαρεστήσει θυμίζοντας πως κακοί Ευρωπαίοι θα πάρουν μακριά τους αγαπημένους παράξενους τύπους, μήπως και στεναχωρηθούν και δεν τους ψηφίσουν τελικά.


Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Ορεινή πατρίδα



Έχει μάθει το σώμα τα σημεία  οδοστρώματος με  βουναλάκια, συνήθως είναι  στις άκρες, εκεί που η άσφαλτος μαζεύεται όταν είναι ρευστή ακόμα, καθώς τη ρίχνουν και την ισιώνουν στη μέση. Στην Όθωνος, στο Σύνταγμα υπάρχει τέτοια ορεινή λωρίδα, στην Πατησίων στη Χέυδεν, μεταξύ άλλων. Έχει μάθει το σώμα και δίνει εντολή μηχανικά, όταν περνάς απέναντι μη χαζεύεις, μην κοιτάς ψηλά, μη σηκώνεις το κεφάλι, κοίτα κάτω αν δεν θέλεις να σκοντάψεις, να βρεθείς με το πρόσωπο καταγής τη στιγμή που ανάβει το φανάρι και ξεκινούν τα αυτοκίνητα. Είναι ενσωματωμένη η πληροφορία για όσα μέρη ξέρω, όσα συνηθίζω να περπατώ. Για τα καινούργια  δεν ισχύει, κάθε απομάκρυνση εκ της γνωστής διαδρομής θα στραφεί εναντίον του απομακρυνόμενου.
Την προηγούμενη βδομάδα απομακρύνθηκα ως το Λονδίνο, κι αντιμετώπισα κινδύνους έκθεσης σε νέες εικόνες και εμπειρίες. Το παθαίνω από τα δώδεκα, από το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό, κανονικά θα έπρεπε να έχω ενσωματώσει τις σχετικές πληροφορίες, αλλά τίποτε. Δεν είχα πετύχει ως τώρα στρώσιμο δρόμου με άσφαλτο. Εκεί που χάζευα τον καινούργιο ορίζοντα της πόλης, καινούργιοι ουρανοξύστες  κάθε φορά, κι αναρωτιόμουν ως ποια ηλικία θα αντέχω να περπατώ στους δρόμους αυτούς όπου οι νέοι τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους όλο και πιο γρήγορα, έπεσα πάνω στο συνεργείο. Είδα τον οδοστρωτήρα να περνά, και καθώς προχωρούσε μπροστά με τους εργάτες και όλη τη σχετική αναστάτωση, να αφήνει το δρόμο χωρίς βουναλάκια στο πλάι. Χωρίς καν μπαλώματα, χωρίς υψομετρική διαφορά, ολόισια και καθαρή, χωρίς ούτε μαύρες κολλώδεις πιτσιλιές στα πεζοδρόμια.
Θα πρέπει να έχει σχέση με το ανάγλυφο της χώρας, υποθέτω. Η Βρετανία είναι χώρα επίπεδη, δεν έχει βουνά, εξου και οι εργάτες που στρώνουν το δρόμο δεν ξέρουν τι θα πει εξόγκωμα, και βρίσκονται σε αδυναμία να το δημιουργήσουν. Πρέπει να είναι υπαρξιακό το θέμα, δεν θα έχει σχέση με τον επαγγελματισμό ή τη διεξαγωγή διαγωνισμών για το δημόσιο, ούτε με τη δική μας αδυναμία των πολιτών να διαμαρτύρονται, την αδιαφορία μας ίσως, ή ένα είδος μοιρολατρίας απέναντι στην ανικανότητα και την τσαπατσουλιά στους δημόσιους χώρους. Όχι, η γεωγραφία φταίει, το ανάγλυφο. Να κάτι που δεν θα αλλάξει ούτε με Brexit.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Μονταίνιος στο μετρό

Κάθησα απέναντι από το κορίτσι αυτό στο λονδρέζικο tube και το χάζευα. Τι διάβαζε. Στραβολαίμιασα  να δω τον τίτλο του βιβλίου, τελικά τα κατάφερα: Τα δοκίμια του Μονταίνιου σε έκδοση Penguin.
Μου αρέσει να χαζεύω τα κορίτσια παντού, και μου αρέσουν τα περισσότερα.  Δεν με πειράζει να είναι υπερβολικά περιποιημένα. Με τα βαμμένα μαλλιά, με τα βγαλμένα φρύδια που τα έχουν ξανασχεδιάσει, με ρουζ στα μάγουλα, με στενά παντελόνια και ωραίους γλουτούς, ή λιγότερο ωραίους, με ελεύθερα μαλλιά σε άπειρες εκδόσεις, τι ευτυχία απέραντη τα ελεύθερα μαλλιά, οι μπούκλες ή τα ίσια, όλων των χρωμάτων. Καμιά φορά στεναχωριέμαι με τα άσχημα ρούχα σε ωραία πρόσωπα, συχνά μου έρχεται η διάθεση να κάνω υποδείξεις, ρε κορίτσι μου μη φοράς το σκούρο ρούχο, δεν ταιριάζει στις μελαχρινές, ή το αντίθετο, το ανοιχτόχρωμα εξοντώνει τις ξανθές, κανείς δεν σας το είπε; Όχι ότι ξέρω από συνδυασμούς δηλαδή, τα βασικά. Ένα στάιλινγκ θα το έκανα ευχαρίστως εδώ στην Αγγλία, κι άλλες φορές μένω κατάπληκτη με το καλό γούστο και τους ωραίους συνδυασμούς, κάτι κομψά παλτουδάκια ας πούμε που φοριούνται αυτή τη στιγμή με το ανοιξιάτικο κρύο, τόσο όμορφα που μου έρχεται η διάθεση να πάω να ρωτήσω, πού το πήρατε καλέ; Λες και με το παλτό θα γίνω κι εγώ νεαρή σαν αυτές, και θα με κολακεύει η πινελιά του παρελθόντος που τόσο ταιριάζει ακριβώς στα πολύ νιάτα.
Τέλος πάντων, θέλω να πω ότι αν και η μόδα των πολύ περιποιημένων εμφανίσεων με είχε ξαφνιάσει στη δεκαετία του 80 που επανήλθε, γιατί δεν καταλάβαινα η αφελής πώς διάλεγαν οι γυναίκες να παιδεύονται με μακιγιάζ και εξεζητημένα ρούχα τη στιγμή που είχαμε υποτίθεται ανακαλύψει και κατακτήσει την απλότητα, και μετά από τέτοια ανακάλυψη και κατάκτηση ποια θα ήθελε να επιστρέψει στο μπελά της εκζήτησης (χα χα, πόση αφέλεια!) αν και για μερικά χρόνια δεν πίστευα στα μάτια μου, τελικά ενέδωσα βεβαίως στο θαυμασμό και το χάζι. Στο βάθος είμαι του θεάτρου, βλέπω ρόλους πίσω από τα ρούχα. Κι έτσι όλα μ' αρέσουν κι όλα τα απολαμβάνω.
Αλλά, σκέφτηκα χαζεύοντας αυτή την προσηλωμένη στον Μονταίνιο αναγνώστρια, τι τα θες; Εχω αδυναμία στα κορίτσια αυτά, τα άβαφα, με το πρόσωπο εκτεθειμένο όπως εμφανίστηκε πρωι- πρωί στον καθρέφτη τους, που μου θυμίζουν τη φάση της περασμένης εκείνης μόδας, του φυσικού. Το χακί της παλτό μου θυμίζει τα αμπέχωνα, το μωβ παράταιρο τσαντάκι της μοιάζει με το βελούδινο δικό μου όπου έχωνα το βιβλίο. Τα φρύδια της είναι όπως τα σχεδίασε η φύση, τα χρώματα όπως τα τόνισε με τον βραδυνό ύπνο και τον πρωινό καφέ. Έτσι όπως ήμασταν κάποτε και νιώθαμε σπουδαίες.
Υπήρξαμε προνομιούχες βεβαίως, το φυσικό τότε αποθεωνόταν, και ήταν πολύ βολικό, δεν χρειαζόταν να βαφόμαστε, φορούσαμε επίσης κάτι χακί μπουφάν από το Μοναστηράκι, μαύρο χάλι, αλλά κι εκείνα σε αποθέωση, οπότε ήταν όμορφα με κάποιο τρόπο, ή μεταχειρισμένα αντρικά καστόρινα σακάκια, αυτά κάπως καλύτερα. Στο Παρίσι κυκλοφορούσα κι εγώ μ' ένα βιβλίο στο μετρό, είχα και μολύβι μαζί να σημειώνω τις άγνωστες λέξεις . Μολύβι στα φρύδια ούτε κατά διάνοια δεν έβαζα, δεν ήξερα νομίζω καν την ύπαρξη του. Τώρα βέβαια θαυμάζω τις γυναίκες που τα σχεδιάζουν, σα να είναι το πρόσωπο τους καμβάς το πλάθουν καθημερινά. Ωραίο και το άβαφο όμως, θέλει λίγο περισσότερο χρόνο να το εκτιμήσεις, δεν σε ξαφνιάζει με τη μία, θέλει την προσοχή σου. Το προτιμώ ακόμα.

Καμμένο κόκκινο

Ισως αυτό το κόκκινο χρώμα, μας είπε η ξεναγός στην Πομπήια, να μην το είχαν δει ποτέ οι αρχαίοι κάτοικοι. Ίσως ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τ...