Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020

Τα πολυβολεία

Έχουν απομείνει στο Λιμάνι Πασά στο Λαύριο, στις δυο εισόδους του κόλπου, δυο παλιά πολυβολεία από τον καιρό της Κατοχής. Το ένα είναι στη στροφή ενός πολυσύχναστου πλέον μονοπατιού, χρήσιμο πολύ στους περιπατητές. Μπορούν να ανεβαίνουν επάνω, να ξεκουράζονται και να αγναντεύουν την ανατολή της Πανσελήνου όταν έχει Πανσέληνο, το ναό του Ποσειδώνα, τη Μακρόνησο και την Κύθνο, ακούγοντας τα κύματα να σκάνε στο βράχο. Κάποιοι έχουν μπει στον κόπο να γράψουν τα δικά τους στο μισογκρεμισμένο εσωτερικό του. Γενικά είναι πολύ πρακτικό για ραντεβού και στάσεις σε μια περιοχή που δεν έχει και πολλά δημόσια σημεία.

Το άλλο, στην απέναντι πλευρά, δεν είναι τόσο προσβάσιμο, χτισμένο ανάμεσα σε δυο μικρές παραλιούλες μοιάζει ακόμα κάτι να προστατεύει επιθετικά, γιατί κάποιος έχει γράψει από την έξω πλευρά, «Γυμνιστές». Κάποια μέρα με συννεφιά που περπάτησα ως εκεί, προσπάθησα να φανταστώ αυτό τον κλειστό κόλπο που τώρα γεμίζει παραθεριστές, την εποχή που τα γερμανικά πολυβολεία προστάτευαν ποιος ξέρει τι στρατιωτικά οχυρά στα μέρη με τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες, όπου μάλιστα ήταν κάποτε το αρχαίο λιμάνι Λαυρίου, κι ακόμα φαίνονται τείχη στη θάλασσα και στη στεριά. Τους στρατιώτες με τα βαριά τους όπλα, τα βαριά τους ρούχα χωμένους στα κτίσματα αυτά, να κοιτάζουν τη θάλασσα ατέλειωτες ώρες, περιμένοντας να δουν καΐκια με φυγάδες για την Αίγυπτο; Άγγλους κατασκόπους;  Ποιος ξέρει τι περίμεναν εκεί μέσα, στην άκρη του ωραίου γιαλού. Να λαχταρούσαν άραγε τη θάλασσα με το κυματάκι που στραφταλίζει τα καλοκαίρια; Να πέταξε κανείς τα ρούχα του για να κολυμπήσει στα δροσερά νερά, να έβγαλε τις μπότες για να περπατήσει ξυπόλητος στα βράχια; Τι παράξενοι που μοιάζουν οι περασμένοι πόλεμοι, τι τρελά τα πολυβολεία τους, και να πεις ότι πέρασαν αιώνες; Η μάνα μου τα έζησα όλ’ αυτά ως έφηβη, ο πατέρας μου στρατευμένος. Κι εμείς με τα ωραία μας λινά να ανεμίζουν βγάζουμε φωτογραφίες ηλιοκαμένοι μέσα στο φθινόπωρο και γκρινιάζουμε για την κακή μας μοίρα. Αρχαίους πολέμους έζησαν οι καημένοι οι γονείς μας.

Κάποτε όλα αυτά τα σιδερικά και τα συστήματα και τα τρομερά και φοβερά και πανάκριβα όπλα που θα πληρώνουμε κολλημένοι σε παλιές νοοτροπίες, για καιρό ακόμα, ακριβότερα απ’ όλους τους Ευρωπαίους, δεν θα γίνουν ίσως ούτε καν βολικά παγκάκια για περιπατητές.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020

Πανδημίες

Πόσο διαφορετικά βλέπουμε τώρα τις φωτογραφίες από την πανδημία του 1918, τη λεγόμενη ισπανική γρίππη. Και τώρα κατάλαβα ότι είχε ονομαστεί ισπανική όχι επειδή εκεί ξεκίνησε, αλλά γιατί μόνο στην Ισπανία γράφονταν ειδήσεις γι αυτήν και γίνονταν έρευνες, διότι ήταν ουδέτερη χώρα στον πόλεμο και δεν είχε λογοκρισία. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες που δείχνουν παιδιά με μάσκες, ομάδες νοσοκόμων που χαμογελούν αγωνιστικά και αισιόδοξα, τα τσουλούφια τους φευγάτα από το σκουφάκι μετά από ώρες δουλειάς, μαθήματα σε πάρκα, ή κομψές κυρίες με τα καπέλα, και με βέλα, και με μάσκα, όλα ταυτόχρονα. Είναι συγκινητικοί οι άνθρωποι όταν αγωνίζονται όλοι μαζί έτσι σιωπηλά, αποφασισμένα, καθημερινά, θυμίζοντας για λίγο τον πανάρχαιο δεσμό που τους έκανε ανθρώπους. Τις βλέπαμε εξ αποστάσεως όλες αυτές τις εικόνες, με το αφ’ υψηλού ύφος του σύγχρονου αγέρωχου ανθρώπου που κρατά την ιατρική στο χέρι, τώρα όμως τις βλέπουμε αλλιώς. Καταλαβαίνουμε την αδυναμία τους και την προσπάθεια που έκαναν, είναι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας που επέζησαν συσσωρεύοντας γνώση χρήσιμη για τις επόμενες γενιές, εμάς δηλαδή. Ξέρουμε τώρα πολλά, έχουμε κοινωνική ασφάλιση, εθνικά συστήματα υγείας, κι όμως το αίσθημα αδυναμίας ξαναγεννήθηκε, και ξαναπήρε μορφή, νέα και εξελιγμένη, ο πανάρχαιος δεσμός που μας κάνει ανθρώπους.

Έτσι κι εμείς είμαστε σήμερα, κι ας το ξεχνάμε. Για λίγο δεν το νοιώσαμε όταν ξεκίνησε το Μάρτιο ο υποχρεωτικός εγκλεισμός και κάθε απόγευμα ο Σωτήρης Τσιόδρας μας ενημέρωνε για την πορεία της πανδημίας, ότι είμαστε το μετρημένο πλήρωμα ενός πλοίου που κινδυνεύει και δεν θέλει να χάσει ούτε μια ψυχή; Τώρα βέβαια έχουν λίγο περιπλεχθεί τα πράγματα, υπάρχουν κι αυτοί που δεν θέλουν να φορέσουν μάσκα, γκρινιάζουν, διαδηλώνουν, ποδοπατάνε μάσκες, δεν πιστεύουν, βρίζουν τους γιατρούς, βρίζουν τις κυβερνήσεις, φοβούνται το τσιπάκι και δεν ξέρω τι άλλο, αλλά νομίζω κατά βάθος ξέρουν ότι αν αρρωστήσουν δεν θα τους αφήσουν στο δρόμο, με τον τρόπο τους έχουν κι αυτοί ενσωματώσει την αφθονία της εποχής μας, σαν τα παιδιά που έχουν παράλογες απαιτήσεις και σπρώχνουν τα ωραία πράγματα που τους προσφέρονται, ξέροντας ότι αυτά θα μείνουν εκεί, ή επειδή δεν έχουν νοιώσει την έλλειψη τους. Τόσο προστατευτική είναι η οικογένεια και η κοινωνία προς πολλά μέλη, που τα δυσκολεύει να ωριμάσουν. Δεν πειράζει μικρό το κακό, ήπια επιδημία κακομαθαίματος, θα αντιμετωπιστεί κι αυτή εν καιρώ, πού θα πάει;

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2020

Το Αιγαίο ανήκει στα πλαστικά του

Ο νοτιάς έφερε στην παραλία σκουπίδια και φύκια, ως συνήθως. Δεν κράτησε πολύ, ποτέ δεν κρατάει. Αυτός ήταν μάλιστα πιο ήρεμος, δεν είχε την τραγουδισμένη του τρέλα, δεν ανακάτεψε με μανία τα νερά για μέρες. Εφυγε την επομένη και στις λακκουβίτσες που μένει και ξεραίνεται το αλάτι, έμεινε πάλι αλάτι. Παράξενο αλάτι αυτό ωστόσο, εκτός από το λευκό και λαμπερό που ξέρουμε, ήταν πολύχρωμο.

Χρώματα να δουν τα μάτια μας, σε μια τόση δα λακκουβίτσα. Εντονα, ματ χρώματα, σαν ένα πολύ ψιλό μωσαϊκό αφηρημένης τέχνης, σε μικρούτσικα, ακανόνιστα σχήματα. Κάτι σαν παιχνίδι, σαν φάρσα, κάτι χαρούμενο και παράξενο, κάτι εντυπωσιακό και μακάβριο.

Είχε ξαναμαζευτεί τέτοιο υλικό στη θέση του αλατιού και δεν το είχα προσέξει ή πρώτη φορά συνέβη; Μήπως τώρα που έχω διαβάσει διάφορα άρθρα για το ακατάλυτο πλαστικό που ψιλοκόβεται κι όλο ψιλοκόβεται κι απλώνεται και χώνεται παντού, σε σχισμές, σε στόματα ψαριών και θολάμια χταποδιών και σάρκες οστράκων και κοιλιές χελωνών, μήπως τώρα τράβηξε την προσοχή μου; Ή ήρθε ο καιρός του απλώς, προχώρησε η φθορά του τόσο πολύ ώστε να γίνει πια πολύχρωμη άμμος και να το βλέπουμε να το ξεβράζει ο νοτιάς όταν φέρνει στις ακτές τα σκουπίδια της θάλασσας;

Ως τώρα τα σκουπίδια ήταν αρκετά απωθητικά μεν, πλην όμως μπορούσες να τα πιάσεις, είχες αυτή την παρηγόρια της ατομικής ευθύνης, με μια σακούλα στην παραλία καθάριζες τον χώρο που σου αναλογούσε, μπορούσες να νιώσεις αυτή τη μικρή ικανοποίηση. Για τα λίγα σου βήματα το κομμάτι της φύσης σού παραδινόταν παρθένο και καθαρό όπως το έπλασε ο καλός θεούλης και η Πλειόκαινος εποχή, χάρη στις κινήσεις ατομικής συλλογής απορριμμάτων.

Τούτα εδώ όμως δεν συλλέγονται, δεν μαζεύονται, δεν περιορίζονται, έχουν γνωρίσει την ελευθερία εδώ και πολύ καιρό, έχουν αυτονομηθεί για πάντα. Είναι η εναπόθεση των ευκολιών μιας χρήσης που μας υπόσχεται ανεμελιά και ασφάλεια. Είναι η επιβεβαίωση του πόσο καταπληκτικό πράγμα είναι το πλαστικό, ακόμα και διαλυμένο, κομματιασμένο, τριμμένο παραμένει πλαστικό, τα χρώματά του πάντα ζωηρά, και ποιος ξέρει πού αλλού θα το συναντάμε στο μέλλον; Στο δικό μας φαγητό, στους κόκκους της άμμου, στο νερό που μοιραζόμαστε με τα άλλα πλάσματα, στο χώμα, στον αέρα που ανασαίνουμε;

Και πόσο απαίσια τα χαρούμενα αυτά χρώματά του μέσα στο γκρίζο των βράχων…


 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/258909_aspra-kokkina-kitrina-mple

Απομάγευση

 Είχα πάει στις Μυκήνες πριν από δυο χρόνια, με λαχτάρα να ξαναδώ τον αρχαιολογικό αυτό χώρο που πρωτόδα μαθήτρια Γυμνασίου και μαγεύτηκα και τον έδειχνα μετά στους ξένους φίλους, και τους σύστηνα να πάνε να τον δουν. Αυτή η τελευταία φορά κάπου έπασχε. Θες ότι είχε πολύ κόσμο, θες ότι έκανε πολλή ζέστη, θες ότι για να περάσουμε μέσα οι φύλακες μας υπόδειξαν να αγνοήσουμε τα μηχανήματα που θα έλεγχαν ηλεκτρονικά τα εισιτήριά μας, τα οποία τα είχαν ζώσει με ασπροκόκκινη πλαστική ταινία σαν αυτή που βάζει η Τροχαία, η οποία κρεμόταν δεμένη πρόχειρα;

Μα τι συνέβαινε ακριβώς; Τα μηχανήματα αναβόσβηναν τα κόκκινα φωτάκια τους μάταια περιμένοντάς μας, σαν αιχμάλωτοι που κραυγάζουν αβοήθητοι. Οι φύλακες μας χαμογέλασαν πονηρά, ή έτσι μου φάνηκε, και άπλωσαν τα χέρια να μας εμποδίσουν να τα πλησιάσουμε. Από κει χαλάστηκα μάλλον, όλα μου φαίνονταν στραβά μετά, οι ταμπελίτσες που έλειπαν, αυτά που άκουγα γύρω μου, πάει, γέρασα, παραξένεψα, σκέφτηκα, καλύτερα να αποφεύγω πια τα μέρη που με μάγεψαν κάποτε.

Το είχα πάθει και στην Κνωσό, εκεί είχα βρεθεί άλλη μια φορά ως φοιτήτρια, κι ήθελα να ’χα χίλια μάτια τα ερείπια να κοιτάζω, δεν χόρταινα, δεν ήξερα πώς να τακτοποιήσω μέσα στο μυαλό μου αυτό που έβλεπα, κι ύστερα, σαράντα χρόνια μετά, η απομάγευση με κατέθλιψε. Τότε με είχαν όλα ενοχλήσει, τα σκονισμένα τζάμια μπροστά στις τοιχογραφίες, το άδειο πωλητήριο που μας έδωσε για απόδειξη, όταν ψωνίσαμε, ένα χαρτάκι, το ύφος των ξεναγών κι ο τρόπος που μας ρωτούσαν αν τις χρειαζόμαστε.

Αλλά στις Μυκήνες ήταν ακόμα χειρότερα, τίποτε δεν μπορούσε να με αγγίξει πια από το δέος που ένιωθα κάποτε, έβλεπα συνέχεια γύρω μου χαλασμένα πράγματα, καλαθάκια, ταμπελίτσες, πεταμένα πλαστικά, ασυμμάζευτα αντικείμενα, αλλά κυρίως εκείνη την ασπροκόκκινη κορδέλα στα μηχανήματα, που δεν ήθελα να σκεφτώ ότι την έβαζαν οι φύλακες επειδή δεν ήθελαν να ελέγχονται τα εισιτήρια που εκδίδουν.

Μήπως παραγνωρίστηκα με τα αρχαία μέρη; Μάλλον γέρασα, γιατί το ίδιο ενοχλητικό αίσθημα αφροντισιάς ένιωσα και στο Μουσείο των Φηρών Σαντορίνης όπου πήγαινα πρώτη φορά, πάλι με ασπροκόκκινη ταινία στα μηχανήματα που μάταια σφύριζαν, χαλασμένα πόμολα στις τουαλέτες, άδειο πωλητήριο… Λεπτομέρειες που μόνο οι γέροι προσέχουν κι ενοχλούνται. Αυτό θα είναι. Ισως πρέπει να αναζητήσουν εθελοντές τρίτης ηλικίας να νοικοκυρεύουν τις λεπτομέρειες αυτές στους αρχαιολογικούς χώρους, ίσως θέλει πράγματι μακροχρόνια πείρα αυτή η δουλειά.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/257943_apomageysi

Ανακυκλώσεις

 Ενα ήσυχο απόγευμα πάω να πετάξω τα σκουπίδια στους κάδους που έχει βάλει ο δήμος στη σειρά, τρεις γκρίζοι και τρεις μπλε, ανάμεσα σε κάμποσα συγκροτήματα εξοχικών κατοικιών. Πίσω τους υπάρχει ένας χώρος ασαφής, πολλές φορές γεμάτος σκουπίδια. Εκείνο το απόγευμα είναι σαν να έχει αδειάσει εκεί πέρα ο εξοπλισμός ολόκληρου σπιτιού.

Πολυθρόνες μπαμπού, τραπέζια ξύλινα, σπασμένα ράφια, στρώματα κι ένα καρότσι για δίδυμα ίδιο μ’ αυτό που είχα πριν από ένα τέταρτο του αιώνα για τα δικά μου. Δυο νεαροί το κρατούν όρθιο και το εξετάζουν απ’ όλες τις μεριές με πολύ σοβαρό ύφος, γυρίζουν και με κοιτάζουν για μισό δευτερόλεπτο μόλις ακούνε τον γδούπο της σακούλας στον κάδο. Υστερα ξανά στρέφονται στο καροτσάκι διδύμων. Να δω μήπως είναι το δικό μου, μου έρχεται κι εμένα να φωνάξω, τόσο προσηλωμένοι που μοιάζουν, αλλά σκέφτομαι λογικά ότι αποκλείεται να είναι το δικό μου.

Για λίγο τους χαζεύω, έχουν έρθει προφανώς να ξεδιαλέξουν αντικείμενα προς πώληση, την πολυθρόνα μπαμπού θα την αγόραζα ευχαρίστως σε κάποιο παζάρι κι ελόγου μου.

Είναι καλοβαλμένοι, κοιτάζουν τα σκουπίδια με ύφος εμπειρογνωμόνων σε μουσείο, τι αξίζει να συνεχίσει να ζει απ’ όλα αυτά τα περιφρονημένα πράγματα. Ανακύκλωση στην πηγή, όχι σαν αυτή που νομίζω ότι κάνω εγώ πλένοντας κεσεδάκια. Πού πάνε αυτά τα κεσεδάκια; Τι μυστήριο καλύπτει τις διαδικασίες ανακύκλωσης; Πριν από λίγες μέρες πήρε φωτιά ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Μεταμόρφωση, κι ήταν η δεύτερη φορά ή η τρίτη που κάηκαν έτσι πλαστικά ανακύκλωσης. Τι γίνεται μ’ αυτή την ιστορία;

Θα ήθελα να δω ένα ρεπορτάζ, γιατί συμβαίνει τόσο πολύ να καίγονται τα εργοστάσια ανακύκλωσης. Τι δεν πάει καλά. Αλλά πιο πριν θα ήθελα να δω ένα ρεπορτάζ για το πού βρίσκεται εκείνο το ξεχασμένο θέμα με τους χώρους υγειονομικής ταφής. Πώς το είπα;

Σίγουρα λάθος θα το λέω. Να διορθωθεί παρακαλώ γλωσσικά, γιατί μόνο γλωσσικά μάλλον θα διορθωθεί. Από την επανάσταση της Κερατέας κι ύστερα (ιστορική βέβαια, αλλά ξέχασα τη χρονολογία, συμπαθάτε με) δεν ξέρουμε τι έχει απογίνει αυτή η ταφή. Εστω λάθος η διατύπωση. Οχι ταφή, κάτι άλλο. Τι άλλο; Τι κάνει η χωματερή; Πού δεν τη λένε χωματερή, αλλά είναι. Πληρώνουμε ακόμα πρόστιμα και πόσο; Προγραμματίζουμε κάτι άλλο; Εχει γίνει θέμα ταμπού πλέον αυτό και για ποιο λόγο;

Προς το παρόν ευλογώ τους νεαρούς που ξεχωρίζουν ανεπίσημα τα σκουπίδια. Παράλληλες δραστηριότητες μας σώζουν πάντα.


https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/256992_anakykloseis

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Τα εξοχικά

Τα εξοχικά που ζήλευα μικρή ήταν κάτι μικρά σπίτια γεμάτα κρεβάτια, ή μάλλον ντιβάνια, με στρώματα επάνω από εκείνα τα ριγέ τα γεμισμένα με βαμβάκι, σκληρά και άβολα. Μερικές φορές τα ντιβάνια δεν χωρούσαν στα μικρά σπιτάκια και ξεχείλιζαν έξω, στην αυλή και τον κήπο. Σεντόνια δεν υπήρχαν, τα φέρναμε μαζί μας όταν πηγαίναμε να μείνουμε λίγες μέρες,  μουσαφίρηδες. Σε ένα απ’ αυτά είχαν φτιάξει με σκοινί περασμένο σε σανίδα μια κούνια για τα παιδιά, την είχαν κρεμάσει σ’ ένα πεύκο, κι έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου να κάνεις. Θυμάμαι ακόμα την ευτυχία που είχα νιώσει όταν είχα πρωτοδεί εκείνη την κούνια στο κτήμα του ξαδέρφου του πατέρα μου, τι θαυμάσιο πράγμα, τι δώρο! Κι ας έπρεπε να περιμένω περί τα δέκα ξαδέρφια μέχρι να έρθει η σειρά μου. Μπαμπάδες και παππούδες τριγυρνούσαν εκεί με τις φανέλες τους, τόσο χαλαροί, τόσο ανεκτικοί. Εκείνα τα ατέλειωτα ντιβάνια μου έδιναν την εντύπωση απέραντης γενναιοδωρίας, μπορούσε να μείνει κόσμος και ντουνιάς μαζί, να κοιμηθούν όλοι παρέα και να ξυπνήσουν ευτυχισμένοι στην εξοχή, κάτω από τα πεύκα.

Πάει πολύς καιρός που το κτήμα εκείνο, με τα πολλά ντιβάνια και την κούνια στο πεύκο, έχει μπει στο σχέδιο πόλης κι έχει χτιστεί με τον παραδοσιακό νεοελληνικό τρόπο. Όλες οι κοντινές εξοχές των παιδικών μας χρόνων έχουν γίνει αστικές γειτονιές. Και τα εξοχικά πήραν τις θάλασσες και τα βουνά, μεγάλωσαν, πλάτυναν, φάρδυναν, ψήλωσαν, ανοίχτηκαν, και ταυτοχρόνως κλείστηκαν, και πλήθυναν βεβαίως.  Έγιναν περίπλοκα κι έτοιμα να ανταποκριθούν σε περίπλοκες ανάγκες. Σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες που άφησαν ελεύθερο τον δημιουργικό τους οίστρο, τον άκρως καταπιεσμένο στις συνθήκες της πόλης. Μερικά είναι τόσο εξοπλισμένα που απαιτούν από τους ιδιοκτήτες περισσότερη δουλειά από το σπίτι της πόλης, όπου ζουν τον περισσότερο καιρό. Βέβαια, είναι σε διακοπές, δεν εργάζονται, οπότε οργανώνουν το εξοχικό τους, το τακτοποιούν, το βελτιώνουν, το επισκευάζουν, του αφιερώνουν κανονικές εργατοώρες. Το φετινό καλοκαίρι πολλοί που κάποτε ταξίδευαν, για να ξεκουραστούν από τη δουλειά στο εξοχικό τους ίσως, μένουν στο σπίτι τους και το ανακαινίζουν. Ο τουρισμός δεν πάει καλά, αλλά έχω την εντύπωση ότι ο επισκευαστικός τομέας σπιτιών θα πρέπει κάπως να τα κατάφερε.

Κι εγώ ακόμα να βλέπω στον ύπνο μου εκείνο το μικρό σπιτάκι με τα πολλά ντιβάνια, τα ριγέ στρώματα, και την κούνια στο πεύκο…

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2020

Τα νησιά

 Τα καράβια μύριζαν τρομερά, ανακατεμένη εμετίλα με σκουριασμένο σίδερο κάτω από στρώματα μπογιάς που ξεφλούδιζε. Με αιματηρές οικονομίες είχα αγοράσει ένα σλήπιν μπαγκ του αμερικανικού στρατού στο Μοναστηράκι. Πάντα είχα την απορία πώς διάολο βρίσκονταν εκεί τέτοια αντικείμενα, πάμφθηνα. Επειδή από τότε οι ώμοι δεν άντεχαν, είχα διαλέξει του ίδιου στρατού το μικρότερο σακίδιο και είχα περιορίσει τα είδη ένδυσης στα απολύτως απαραίτητα. Μια φούστα από τόσο λεπτό ινδικό ύφασμα που αν τη δίπλωνες χωρούσε σε ένα καρυδάκι. Όχι, αυτό είναι από άλλο παραμύθι, αλλά κάπως έτσι. Μια μπλούζα κι ένα μαγιό για  τα πρωινά χωρίς ορειβασία δίπλα στη θάλασσα. Σαγιονάρες για κάθε επιφάνεια, προσαρμοσμένες με μαγικό τρόπο στις πατούσες, δεν κατάλαβα ποτέ πώς έγινε και δεν έπεσα, δεν σκόνταψα, δεν μου γλίστρησαν, όπως συμβαίνει έκτοτε.

Παίρναμε γραμμή τα πλοία της γραμμής, κι αν υπήρχε καΐκι με έξτρα διαδρομή, το παίρναμε κι αυτό. Ρίχναμε τον υπνόσακο όπου να’ ναι, ενίοτε στην προβλήτα όπου μας άφηνε το καράβι, γιατί δεν είχαμε κουράγιο να περπατήσουμε πιο πέρα. Τα πλοία με ζάλιζαν, έπαιρνα δραμαμίνες. Ανεβαίναμε σε όλα τα βουνά με μοναστήρια, πάντα ποδαρόδρομο με σαγιονάρες, με την ελπίδα να μας τρατάρουν και να μας δείξουν κάποιο κρυμμένο θησαυρό, όπως στους ταξιδιώτες που είχαμε διαβάσει, να νοιώσουμε κάποια πνευματική ανάταση. Στη Νίσυρο κάποτε μας φιλοξένησαν, δεν λέω. Μετά από δυο μήνες στο ύπαιθρο όμως, δεν μπορούσα να κοιμηθώ σε κρεβάτι, κι έτσι πήγε τζάμπα η φιλοξενία, πήρα τον υπνόσακο και πήγα στην παραλία, να βλέπω τον ουρανό.

Πήγαμε στη Σύρο, Μύκονο, Νάξο, Πάτμο, Φολέγανδρο, Ίο, Σαντορίνη που δεν είχε τότε νερό στα σπίτια και πλενόμασταν με αγορασμένες μπουκάλες νερό, γυάλινες. Ρόδο και Κώ μείναμε σε κάτι ξενοδοχεία που μύριζαν σαν τα καράβια. Πήγαμε στη Σέριφο, Σίφνο, Μήλο, κι από τα Δωδεκάνησα μας ξέφυγαν μόνο Κάρπαθος, Κάσος και Χάλκη. Από Κυκλάδες μόνο Ανάφη και Σίκινος, στην Αμοργό μας βρήκε η επιστράτευση και δεν προλάβαμε να τη δούμε. Εκκρεμεί η Αμοργός.

Πόσα καλοκαίρια γινόταν αυτό; Τέσσερα, πέντε, έξι;  Μου φαίνεται σα να κράτησε μια ζωή, κατά λάθος βρίσκομαι σε σπίτια και δωμάτια, κάτω από ταβάνια, πάνω σε στρώματα. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος και το σώμα του. Απ’ ό,τι φαίνεται θα πρέπει να αναβάλω και την Αμοργό φέτος.

 Άννα Δαμιανίδη

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Xοντρά βιβλία

Πέρασα τρεις μήνες στο μαγικό βουνό του γιατρού Καραμάνη με τον κορονοϊό, (ξέρετε ποιο είναι αυτό το βουνό; Αυτός ο γιατρός;) και διάβασα ξανά το «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, όπου ο χρόνος διαστέλλεται ίσως επειδή συστέλλεται, πρέπει ο ασθενής να κάνει υπομονή περιμένοντας να γίνει καλά στα όρη, στα βουνά, και περνούν τα χρόνια. Η αίσθηση της ανύπαρκτης αυτής πολυτέλειας του χρόνου με έβρισκε ώς και στα ταμεία του σούπερ μάρκετ, τις λίγες φορές που πήγα, σαν να μη βιάζονταν πια τόσο πολύ οι ταμίες, μάζευα τα πράγματα χωρίς πανικό, δεν πίστευα στις στιγμές μου. Μας δίναν τράτο οι επόμενοι, αδύναμοι οι άνθρωποι γενικώς, έμοιαζαν λίγο με τους ήρωες του Μαν και άλλων μυθιστορημάτων της εποχής των ακατανίκητων βακίλων του Κοχ. Σαν να είχε αποκτήσει σεμνότητα το ανθρώπινο είδος.

Εβρεξε πολύ στο δικό μου μαγικό βουνό -το Πήλιο είναι- τρύπησε η στέγη κι όπως γίνεται με τα σπίτια, όσο κι αν είναι γερά τα υλικά, βρέθηκα στην ανάγκη της βραδύτητας των επιδιορθωτών, άλλη ψευδαίσθηση αυτή σταματημένου χρόνου. Η αληθινή μου ηλικία, όμως, αυτή που γράφει η ταυτότητα κι όχι αυτή που παλεύω στον καθρέφτη με ρουζ και κραγιόνια, μου έγνεψε από τα νούμερα. Ωραία ήταν να κάνεις ότι με αγνοείς τόσον καιρό, αλαζονικέ σύγχρονε άνθρωπε, ακόμα κι οι προνομιούχες γενιές έχουν τις ατυχίες τους. Κερδίσατε ολόκληρο εγκλεισμό εσείς οι ευπαθείς ομάδες, άντε τώρα προσεχτικά να ξαναβγείτε στον κόσμο.

Για να μείνω στον Τόμας Μαν, διάβασα τους «Μπούντενμπροκ», αυτούς τους ευαίσθητους ανθρώπους που συντρίβονται αργά - αργά στην προσπάθεια να σταθούν στο ύψος των απαιτήσεων της τάξης τους. Είναι αστοί, έχουν κατακτήσει υψηλό βιοτικό επίπεδο, αλλά δεν μπορούν να το απολαύσουν, πρέπει διαρκώς να το υπερασπίζονται. Ταλαίπωρες γενιές εκείνες ακόμα. Οι αξίες τους θριαμβεύουν, καθώς εκείνοι ένας - ένας σβήνουν από εξάντληση. Δεν είχαν βρεθεί τα αντιβιοτικά, η ψυχανάλυση, οι τόσες ελευθερίες και παρηγορίες.

Πριν πιάσω το τρίτο βαρύ βιβλίο της προληπτικής απομόνωσης, σταδιακά άνοιξαν τα μαγαζιά, δειλά ο κόσμος ξανάρχισε να λειτουργεί, γρήγορα ξαναβρήκε την ταχύτητα που έχει κατακτήσει. Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ ευχήθηκα ξανά να είχα τρία χέρια, οι πίσω με αγριοκοίταξαν και η πωλήτρια με βοήθησε αναστενάζοντας συγκαταβατικά και κοιτώντας το ταβάνι ανυπόμονα. Εγιναν αυτοί πιο γρήγοροι αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ή εγώ πιο αργή;

Καιρός για Προυστ.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Η καημένη η Ελλαδίτσα


«Να φύγετε από δω, δεν σας καλέσαμε, δεν σας θέλουμε να πάτε στον τόπο σας!» Θα έχουν περάσει δέκα χρόνια και παραπάνω από εκείνο το απόγευμα που διασχίζοντας την πλατεία Πρωτομαγιάς, αυτό τον αόριστο χώρο που δημιουργήθηκε πάνω από το τούνελ της Μουστοξύδη, άκουσα μια γυναίκα να φωνάζει τη φράση αυτή σε μια άλλη γυναίκα, μαύρη, που τραβώντας το παιδί της από το χέρι διασταυρώθηκε μαζί της πηγαίνοντας στην αντίθετη κατεύθυνση. Η ξένη συνέχισε το δρόμο της χωρίς να γυρίσει καν, σηκώνοντας λίγο νευρικά το κεφάλι και τραβώντας λίγο πιο βιαστικά το χεράκι του παιδιού, η δικιά μας στάθηκε και συνέχισε το κρώξιμο πίσω της μέχρι να τους δει να απομακρύνονται. Σκέφτηκες καθόλου, ήθελα να της πω, τι κάνεις αυτή τη στιγμή; Δημιουργείς ένα ψυχικό τραύμα στο παιδί που θα το έχει σε όλη τη ζωή του. Δεν ξέρεις πρόσφυγες του ’22 που μέχρι να πεθάνουν κουβαλούσαν το τραύμα της κακής συμπεριφοράς των ντόπιων στην Ελλάδα, πέρα από τα υπόλοιπα, κι ακόμα παλεύουν μαζί του οι απόγονοι τους; Θα ζήσουμε με τους ανθρώπους αυτούς, η γυναίκα δουλεύει για τη σύνταξή σου, το παιδί της θα δουλέψει για τη δική μου, γιατί τους τραυματίζεις χωρίς λόγο; Τι κερδίζεις απ’ αυτό;

 Τη θυμήθηκα την προηγούμενη εβδομάδα διαβάζοντας το άρθρο του Αντώνη Δαρζέντα στην Athens Voice, με τις παραινέσεις προς τον Αντετονκούμπο. Δεν είχε βέβαια το ύφος εκείνης της γυναίκας, πολύ καλοπροαίρετα εξηγούσε στον αθλητή ο οποίος είχε  αναφερθεί στον ελληνικό ρατσισμό, ότι δεν καλέσαμε εμείς τους μετανάστες εδώ πέρα, κι ότι τέλος πάντων δεν είναι η σύγχρονη Ελλάδα σαν τις ΗΠΑ, δεν έχει την ίδια ιστορία και το ίδιο αμαρτωλό παρελθόν με τους σκλάβους. Το πιστεύουν πολλοί συμπατριώτες μας, ότι είμαστε χώρα νέα και αγνή, δεν έχουμε μεταφέρει σκλάβους με δουλεμπορικά από την Αφρική, είμαστε γενικά αθώοι, πάντα θύματα, είμαστε ο καλός κι αγαπημένος λαός του Διονυσίου Σολωμού, πάντοτε ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, πάντα θύμα των μεγάλων δυνάμεων, πάντα θύμα γενικώς.

Αυτή τη γενική εικόνα έχουμε για τη χώρα μας οι περισσότεροι. Την καλλιεργεί το σχολείο στις μικρές τάξεις, και δεν την αναθεωρεί στις μεγαλύτερες. Από το νηπιαγωγείο ξεκινά να τη φιλοτεχνεί, έχω παρηγορήσει τα παιδιά μου όταν επέστρεφαν με δάκρυα από το σχολείο έχοντας μάθει για τα 400 χρόνια που «ήμασταν σκλάβοι», κι όποτε έγραφα γι αυτά, εισέπραττα σχόλια πολύ αρνητικά, ότι καλά κάνουμε και τα μεγαλώνουμε τα παιδιά με την εθνική ψυχολογία του θύματος, και πώς αλλιώς θα έχουν πάντα κουράγιο να τρέξουν να πολεμήσουν μεθαύριο;

Η ψυχολογία του θύματος ωστόσο, μας το έχει δείξει η Ιστορία, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο υλικό για την πολιτική ζωή. Ο Χίτλερ είναι το καλύτερο παράδειγμα, η ταπείνωση των Γερμανών μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν στα χέρια του το τρομερό όπλο για να συγκινήσει τα πλήθη με τις υποσχέσεις του και η ‘απελευθέρωση’ των γερμανικών καταπιεσμένων μειονοτήτων η αφορμή να ξεκινήσει τον τρομερό του πόλεμο. Στις μέρες μας το είδαμε με τους αγαναχτισμένους των πλατειών που κόντεψαν να κάψουν τη Βουλή και τους διαμαρτυρόμενους εντόνως για τις αδικίες του μνημονίου που έκαψαν τη Μαρφίν. Ο τίτλος του βιβλίου του Κώστα Κωστή «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» αποκλείεται να γίνεται κατανοητός. Κακομαθημένα παιδιά οι Έλληνες; Οι αδικημένοι, τα θύματα των μεγάλων δυνάμεων; Για κάποιους άλλους μιλά σίγουρα.

Κι όμως η νέα Ελλάδα ως κράτος και πολιτική δεν είναι ούτε τόσο θύμα ούτε τόσο πτωχή και δυστυχής, και τους επιθετικούς πολέμους της έχει κάνει, και τις σφαγές της, και τις μειονότητές στο έδαφός της έχει καταπιέσει, και πολύ συχνά στις ήττες της τη βοήθησαν οι μεγάλες δυνάμεις να μην συντριβεί, κι ας πιστεύουμε το αντίθετο. Μπορεί να μην είχε φυτείες βαμβακιού όπου δούλευαν σκλάβοι όπως στον αμερικανικό νότο, γιατί αλλιώς δούλευε και η παραγωγή και η κοινωνία, αλλά τα λεγόμενα δουλικά ακόμα και στη δεκαετία του εξήντα στα αστικά σπίτια κάποια καταγωγή θα είχαν σε σχέσεις υποτέλειας που δεν έχουμε εντελώς μάθει και καλά θα κάναμε να θελήσουμε να μάθουμε κάποια στιγμή. Επειδή δεν ξέρουμε, κι επειδή μασάμε εξ απαλών ονύχων το γλυκόπικρο παραμύθι της καημένης της Ελλαδίτσας της φτωχής δυστυχισμένης που της ρουφούν το αίμα οι φριχτοί ξένοι, έχουμε κάθε τόσο μούτρα να βρίζουμε τους πραγματικά κατατρεγμένους μετανάστες, και να θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να τους ταλαιπωρούμε.

Οφείλουμε να μάθουμε. Ο Σολωμός είχε πει και το άλλο, το έθνος να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές.  Αυτή η έλλειψη ιστορικών γνώσεων που καλλιεργείται συστηματικά δεν εξασφαλίζει μόνο δυστυχία, εξασφαλίζει έτοιμο υλικό για κάθε λαϊκιστή που θα θελήσει να το δουλέψει επ’ ωφελεία του. Η ψυχολογία του θύματος είναι επικίνδυνο εκρηκτικό. Και η άγνοια το ίδιο.

Διάβασα το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο Les amnesiques της Ζεραλντίν Ζβαρτς, Γερμανογαλλίδας, όπου αναφέρονται λεπτομερώς οι σταθμοί της αυτοκριτικής των Γερμανών για τον Β’ Π. Πόλεμο, οι ταινίες και τα βιβλία που κατάφεραν να τους κάνουν να στραφούν προς το παρελθόν τους έτσι όπως ποτέ λαός άλλος στην Ιστορία δεν το έχει κάνει, σε σύγκριση με την αυτοκριτική που έγινε ή δεν έγινε στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία, και άλλες χώρες όπου επικράτησε ο ναζισμός. Πόσο η αυτοκριτική εμβολιάζει το πολιτικό σώμα κατά των απολυταρχικών τάσεων. Τι χρήσιμο θα ήταν και για μας κάτι τέτοιο, μια ταινία, ένα σήριαλ, ένα προϊόν μαζικής κουλτούρας που θα είχε την  τόλμη να σπάσει τον ανίκητο μύθο του αιώνιου θύματος, να ανοίξει μια χαραμάδα για αυτοκριτική, τέτοιου τύπου μάλιστα, σε όλα αυτά που θεωρούμε σίγουρα χωρίς να έχουμε ιδέα.  να ταρακουνήσει λίγο αυτό το έλος της κλάψας που γίνεται κινούμενη άμμος για την πολιτική μας ωριμότητα.

 

 


Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

Το κορίτσι στο Κογκρέσο


Δεν με μεγάλωσαν οι γονείς μου για να με βρίζει ο κάθε κύριος Τεντ… Η φράση αυτή από ένα νέο πρόσωπο στην οθόνη μου, ανάμεσα σε πολλές άλλες, με έκανε να σταματήσω τη γρήγορη παρέλαση εικόνων και ειδήσεων, να σταθώ. Η Αλεξάνδρια Οκάζιο Κορτέζ, μέλος του Κογκρέσου των ΗΠΑ, νέα και ωραία, το νεώτερο μέλος του  την ακρίβεια, απαντά σε κάποιον ρεπουμπλικάνο που την αποκάλεσε σκύλα ή κάτι εξίσου άθλιο. Μιλάει αφήνοντας τη στεναχώρια να διαγράφεται στα όμορφα χαρακτηριστικά της. Αυτό με συγκινεί περισσότερο. Δεν ξέρω ποια ακριβώς σημασία έχει το βήμα αυτό που χρησιμοποιεί για την πολιτική των ΗΠΑ. Είναι κάποιο σημαντικό πολιτικό βήμα πάντως και από εκεί δείχνει σε όλο τον κόσμο, πλέον, το πρόσωπο της πληγωμένης από τα σεξιστικά λόγια γυναίκας, του πληγωμένου ανθρώπου, βρίσκει τις λέξεις να το δείξει, και δεν φοβάται ούτε τις εκφράσεις.

Η φράση με καθηλώνει. Βλάσταινε στο μυαλό μου όταν πριν δεκαετίες πληγωνόμουν αναίτια από τις σεξιστικές επιθέσεις καθημερινών ανθρώπων στα καλά καθούμενα, στο δρόμο, σε μαγαζιά, ή στο Πανεπιστήμιο όπου με είχε υποδεχτεί κάποτε η παρέα του φίλου μου με τη φράση «Με τη γκόμενα ήρθες ρε συ στο Πανεπιστήμιο;» λες κι η γκόμενα δεν είχε περάσει τις δικές της εξετάσεις, περίμενε τον γκόμενο να την πάρει από το χεράκι.  Με είχε πνίξει η προσβολή, είχα προσπαθήσει να μιλήσω, αλλά την επίθεση ακολουθούσε κουφαμάρα, μπορούσες να λες ό,τι ήθελες, δεν σου έδιναν σημασία. Και χωρίς να θέλω σκεφτόμουν τους γονείς μου, την αξιοπρέπεια που μου είχαν δώσει,  και δεν ήθελα ποτέ να μάθουν τι υφίστατο στη δεκαετία του 1970 ένα κορίτσι που απλώς πήγαινε στο Πανεπιστήμιο, ή έμπαινε στο λεωφορείο, ή βολτάριζε στην πόλη. Ήταν πολύ μπερδεμένο το ποιος ήταν ένοχος και ποιος έπρεπε να τιμωρηθεί.

Πόσες ώρες από τα δροσερά μας νιάτα χαμένες στο φόβο και τη στεναχώρια για τις επιθέσεις που υφιστάμεθα μόνο και μόνο επειδή υπήρχαμε κι ήμασταν νέες και ωραίες, με ελεύθερα μαλλιά. Δεν ξέραμε και αρκετή ιστορία των γυναικών, να σκεφτόμαστε ότι όλοι εκείνοι οι χωριάτες που μας περιτριγύριζαν είχαν συνηθίσει μαντιλοδεμένες γυναίκες και μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες για τα κορίτσια, να δώσουμε μια ερμηνεία με κάποια αποστασιοποίηση, να καταλάβουμε το σοκ τους. Όπως τώρα, μεγάλες πια και σοφές, καταλαβαίνουμε την αγανάκτηση τους για την πολιτική ορθότητα που τους καταπιέζει τη λίμπιντο και χάνει η ανθρωπότητα τον πλούτο της επιθετικότητάς τους.


Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020

Ιπτάμενες χαρτοπετσέτες



Φυσάει αεράκι στην παραλία, παίρνει τις χαρτοπετσέτες της παραθαλάσσιας ταβέρνας. Στροβιλίζονται  πάνω από τραπέζια, πάνω από βότσαλα, πάνω από το αλμυρό νερό. Εκεί που σκάει το κύμα γίνονται πέτσα χαρτοπολτού. Το ίδιο κάτω από τραπέζια και  καρέκλες, τα γκαρσόνια προσπαθούν να τις στερεώσουν με διάφορους τρόπους, με ψωμιέρες,  πιάτα και ποτήρια, αλλά με την παραμικρή κίνηση ξεφεύγουν κι απογειώνονται σαν τα τρελά πουλιά.
Κόσμος πολύς στην παραλία, πάνε, έρχονται, σε δυο παρέες μόνο μιλούν δυνατά:
-Εδώ παλιά κολυμπούσαμε και πιάναμε με τα χέρια χταπόδια, τώρα δεν έχει μείνει τίποτε. Μόνο αχινοί, πάτησε το παιδί μου έναν και δεν είχε τσιμπιδάκι στην ταβέρνα να βγάλουμε τ’ αγκάθια. Δεν θα έπρεπε να έχουν τσιμπιδάκια, τόσο κοντά στους αχινούς; Έλα επιτέλους παιδί να παραγγείλουμε!
Σηκώνει το χέρι για το γκαρσόνι. Μια χαρτοπετσέτα περνάει δίπλα της με χορευτικές φιγούρες. Θα μπορούσε εύκολα να την πιάσει, μια μικρή κίνηση να έκανε. Εμένα μου προκαλούν άγχος αυτές οι ιπτάμενες χαρτοπετσέτες, έχω ήδη μαζέψει δυο. Πώς καταφέρνουν να τις αγνοούν; Μήπως παραξένεψα γερνώντας;
Από την άλλη πλευρά ακούω άλλον να μιλά δυνατά στο κινητό, σα να οφείλουμε όλοι να τον ακούσουμε.
-Έλα, εδώ ταγματάρχης Ιωάννου… Ετοίμασε ένα τραπέζι για έξι άτομα με όλα τα σέα, γιατί δεν μας βλέπω καλά… Έχω παραγγείλει τα ψάρια. Θα βάλεις επιπλέον χταπόδι και το γόνο που είπαμε, τηγανιτό. Σε τρία τέταρτα μάξιμουμ να υπολογίζεις.
Κλείνει το κινητό και μας κοιτάζει όλους αυστηρά. Με πιάνει ανησυχία, γιατί δεν μας βλέπει καλά; Μια χαρά είμαστε, αν εξαιρέσεις αυτές τις ανυπότακτες χαρτοπετσέτες. Αποφασίζω να βουτήξω στη θάλασσα,  λίγη δροσιά πάντα καθησυχάζει. Περνάω πάνω από κάμποσες πατημένες χαρτοπετσέτες, φτάνω στο νερό. Κοιτάζω και για αχινούς, έχει κάμποσους, σημαίνει ότι είναι καθαρά εδώ πέρα. Βουτάω βαθιά, στο βυθό αιωρούνται όσες χαρτοπετσέτες κατάφεραν να φτάσουν μακρύτερα από τις άλλες και τελικά να προσθαλασσωθούν. Θα λειώσουν, χαρτί είναι, δεν είναι πλαστικό που αντέχει αιώνες. Λίγες μέρες, λίγες εβδομάδες. Κινούνται σε σλόου μόσιον, χορεύουν υποβρύχια σαν παράξενες νέες μορφές ζωής, άσπρες, αργές, λίγο σαν μέδουσες, λίγο σαν κάτι άλλο. Άραγε θα την παρηγορούσε την κυρία να τις δει αντί για τα χταπόδια των παιδικών της χρόνων;


Τα πολυβολεία

Έχουν απομείνει στο Λιμάνι Πασά στο Λαύριο, στις δυο εισόδους του κόλπου, δυο παλιά πολυβολεία από τον καιρό της Κατοχής. Το ένα είναι στη σ...