Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Παγωμένος χωρόχρονος



Μην πετάτε σκουπίδια για λίγες μέρες, ο Δήμος κάνει έκκληση, διότι η χωματερή της Φυλής, που δεν τη λένε πια έτσι, έχει φρακάρει, ή μάλλον όχι, την έκλεισαν οι εργαζόμενοι, λένε πως έχει φρακάρει, αλλά μπορεί και όχι. Ακούγεται η φωνή στο ραδιόφωνο και μου θυμίζει τον εαυτό μου πριν τριάντα χρόνια, διάστημα που κάποτε δυσκολευόμουν να συλλάβω, αν και τώρα που το έζησα ως ενήλικας πάλι δυσκολεύομαι να το συλλάβω. Ήμουν νέα και αθώα, άκουγα την ίδια έκκληση. Από τότε είχε φρακάρει η χωματερή. Τότε ακόμα πιστεύαμε πως δεν μπορεί, κάτι θα γίνει διαφορετικό για τα σκουπίδια,  τώρα, κατάλαβα ότι ζούμε στη χώρα που όλα παγώνουν, αυτή είναι η συνείδηση του χρόνου εδώ.
Εκείνο που έγινε είναι αλλαγή ονομάτων, τώρα δεν τις λένε χωματερές, αλλά ΧΥΤΑ ή ίσως Χούτου. Στη χώρα του πάγου, όπου παγώνει ο χρόνος, αλλάζουν τα ονόματα συνεχώς, η ακινησία στολίζεται σα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η τρόικα βαφτίστηκε θεσμοί, αλλά έχουν παγώσει οι διαπραγματεύσεις. Παγωμένες και οι αξιολογήσεις στο δημόσιο, τουρτουρίζουν κι οι μεταρρυθμίσεις χρόνια τώρα, παγωμένες κι αυτές, πάγωσε η τσιμινιέρα, το ερείπιο του Αττικού και δίπλα της Μαρφίν, πιο κάτω το ερείπιο -γιαπί του Μινιόν, τριάντα χρόνια πριν και βάλε.
Το πάγωμα στο χρόνο έχει μερικές δυσκολίες όταν συναντιέται με το πάγωμα στο χώρο. Οι παγωμένες σκηνές στη Λέσβο, αυτό το φρόζεν κάμπινγκ όπου μένουν οι πρόσφυγες από το καλοκαίρι, δυσκολεύει λίγο την προσαρμογή τους στην υπέροχη, την ακίνητη, την αγαλματάκια ακούνητα- αμίλητα- αγέλαστα ελληνική πραγματικότητα. Αν όμως καταφέρουν να επιβιώσουν, καταλαβαίνετε πατριώτες ότι πάμε για ένα νέο Νόμπελ, βιοχημικό αυτή τη φορά, τον άνθρωπο που ζει με παγωμένο αίμα, μπροστά στην επιστήμη τι αξία έχει το Νόμπελ ειρήνης που χάσαμε; Ελπίζω οι πρόσφυγες να εκτιμήσουν αυτή την εξαιρετική προσπάθεια, αυτόν τον τόσο υψηλό στόχο που θα μας βάλει από τον παγωμένο χρόνο στον παγωμένο χωρόχρονο, και να συνεργαστούν γι αυτό το επίτευγμα που θα ανεβάσει πάλι την Ελλάδα στο βάθρο της παγκόσμιας πρωτοπορείας, από ευγνωμοσύνη για τη χώρα που τους δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες, ενώ περνούσε η ίδια την κρίση της. Την παγωμένη κρίση της, στην οποία έχει βάλει στοίχημα να παραμείνει ακίνητη για όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν, ίσως μάλιστα και ξεπερνώντας λίγο τα ανθρώπινα όρια, διότι είναι χώρα θεών, ως γνωστόν.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Εξαφάνιση

 Είναι παράξενη η Αθήνα όταν φυσάει και ερημώνει, σαν να πήρε ο αέρας τον κόσμο που προσωρινά την κατοικεί, πάντα προσωρινά. Είχε και λίγο ήλιο χθες, είχε και μερικά βιαστικά αυτοκίνητα, κάπως έμοιαζε αλλοτινή, ξεχασμένη, άδεια, παρατημένη. Σε μια στάση που περίμενα το τρόλεϊ, ένα μικρό αυτοκόλλητο έγραφε «εξαφάνιση» κι είχε τη φωτογραφία ενός ηλικιωμένου. Άρχισα να το διαβάζω, αλλά δεν ήταν όπως θα περίμενε κανείς: «Φίλε Γιώργο, έγραφε, πού χάθηκες; Γιατί δεν έρχεσαι όπως παλιά, να πάμε σε καμιά ταβέρνα, να παίξουμε χαρτιά, να κουβεντιάσουμε; Θέλουμε να σε ξαναδούμε, να ξέρεις αν διαβάζεις αυτό, ότι κάποιοι άνθρωποι σε αγαπούν και σε σκέπτονται. Υπογραφή, ο φίλος σου Αλέξανδρος».
 Δεν είχε άλλα στοιχεία, τηλέφωνα, διευθύνσεις.  Ήταν σαν γράμμα στον ίδιο τον φίλο Γιώργο, κι αν κυκλοφορεί στην περιοχή μπορεί και να το δει. Η φωτογραφία θα ήταν για να τραβήξει την προσοχή. Κάποιος βαρέθηκε να ζηλεύει τους νεώτερους που μπορούν να βρίσκουν τους παλιούς φίλους τους με το Ίντερνετ, και είπε θα δείτε, θα τον ξετρυπώσω εγώ τον Γιώργο. Μου ήρθε ξαφνικά η όρεξη να κολλήσω κι εγώ χαρτάκια: «Φίλη μου Αλίκη γιατί εξαφανίστηκες; Έλα να πιούμε έναν καφέ, να θυμηθούμε τα παλιά, σε έχω πεθυμήσει».
Φωτογραφία από κάτω.  Έτσι, για να κυκλοφορεί το πρόσωπο. «Φίλη μου Κατερίνα τι γίνεσαι; Πότε θα αδειάσεις από την οικογένεια να πάμε μια βόλτα όπως όταν ήμασταν φοιτήτριες; Ποτέ δεν συνήθισα να μένεις μακριά και να μη μοιραζόμαστε το μαγείρεμα στο σπίτι. Τηλεφώνησέ μου σε παρακαλώ Κυριακή βράδυ, που είμαι μελαγχολική».
Θα έφταιγε η ερημιά της πόλης κι ο αέρας που σε κάνει να νομίζεις ότι τα πάντα μπορούν να συμβούν, ή τουλάχιστον να αναζητηθούν με θάρρος και αισιοδοξία για θετικά αποτελέσματα.


http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4554129/?iid=2

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ανελέητο έλεος



Βγήκα μια βόλτα στην πόλη, μετά τη γιορτή, μέσα στη λιακάδα, γεμάτη αισιοδοξία για το νέο έτος. Σε ξεγελούν οι ευχές, γλιστράς στην παιδική αυταπάτη πως ανήκεις σε ευγενές, γενναιόδωρο είδος, έρχεται κι ο ήλιος μετά κι ανοίγεις αθέλητα την ψυχή σου στο δρόμο, ξεχνώντας τις άμυνες που πρέπει να χρησιμοποιείς καθημερινά. Πρώτη προσγείωση, ο ζητιάνος με το κομμένο χέρι και το μισόκλειστο μάτι, απλώνει πολύ κοντά στο σώμα σου ένα ποτήρι για να ρίξεις λεφτά. Δεν χαλαρώνουν οι επαίτες επειδή εσύ μαλάκωσες, αντιθέτως. Είσαι στην καταλληλότερη στιγμή για να στέρξεις, υποτίθεται. Λίγο πιο κάτω ένα πολύ αδύνατο παιδί ρίχνει στον αέρα μπαλάκια και τα ξαναπιάνει, θα μπορούσε να θεωρηθεί άλλη κατηγορία, καλλιτέχνης του δρόμου, αλλά κάτι στην αδυναμία, κάτι στο ακατάπαυστο παραμιλητό τον κατατάσσει στην ίδια γκροτέσκα κατηγορία με τον προηγούμενο. Είναι καινούργια αυτά τα πρόσωπα στην περιοχή, η οποία δεν διακρινόταν για παρουσία επαιτών, όμως φαίνεται μπήκε στο χάρτη. Μεγαλώνει συνέχεια το κέντρο, όπου απαραιτήτως συναντάς κάθε παραλλαγή αθλιότητας που φαντάζεσαι, κατευθείαν βγαλμένη από τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα. Αυτά παθαίνουμε που δεν διαβάζουμε λογοτεχνία, είμαστε υποχρεωμένοι να τη ζούμε αενάως. Κολλημένοι στους ιστορικούς αιώνες. Φαίνεται ότι ομάδες επαιτών βρίσκουν επαγγελματικές προοπτικές στην Αθήνα, και μάλλον έρχονται κι από άλλες χώρες, γιατί δεν πρέπει να τις ενοχλούν ιδιαίτερα οι αρχές. Έχουν πολλά στο κεφάλι τους οι αρχές, τι να πρωτοκοιτάξουν; Μάλιστα, αν έχεις πολλά στο κεφάλι σου, είναι μια καλή αιτία να μην κοιτάς τίποτε.
Το περίεργο είναι ότι αν και φτωχαίνουμε, μπορούμε να συντηρούμε ακόμα τόσους ζητιάνους, με όλο και πιο εξεζητημένες παρουσίες.
Δεν πρέπει να ενισχύουμε την κατάσταση αυτή, μου έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν παιδί κι ήθελα να δίνουμε ελεημοσύνη στους δρόμους. Τον έβρισκα πολύ σκληρό, γι αυτό χρόνια αργότερα, ως μητέρα πλέον, έπαιρνα μια χούφτα κατοστάρικα -τότε- στη βόλτα με τα παιδιά, να μπορούν να δίνουν σε όποιον ήθελαν. Είναι παιδική, αυθόρμητη κίνηση, όμως όταν μεγαλώνει κανείς μπορεί να το σκέφτεται λίγο περισσότερο, την εκμετάλλευση, τις μαφίες, τα παιδιά που υποχρεώνονται σ’ αυτή την άθλια ζωή, την πόλη που γίνεται όλο και απωθητικότερη. Μπα, φαίνεται ότι ως περιπατητές είμαστε ακόμα σε παιδική κατάσταση, να ικανοποιήσουμε στα γρήγορα αυτή τη δυσάρεστη ενοχή που ποτέ δεν παραλείπει να σε πνίξει τη στιγμή που βλέπεις τον ζητιάνο, και δεν μπορούμε ακόμα, δεν μεγαλώσαμε αρκετά, να την επεξεργαστούμε.

Παρομοιώσεις και μεταφορές

-Τι συμβαίνει με τα λεωφορεία, με ρωτάει η γυναίκα που λειώνουμε δίπλα- δίπλα από τη ζέστη στη στάση. Τα έχουν αραιώσει; -Θα ήθελα...