Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Η μυστηριώδης φλόγα

Μια μέρα, πριν χρόνια, αλλά δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, πήρα μεγάλη χαρά στο βιβλιοπωλείο ενός ιταλικού αεροδρομίου, δεν θυμάμαι τίνος. Έψαχνα κάτι να πάρω να διαβάζω στο ταξίδι, δεν είχαμε τάμπλετ ακόμα, ήμουν έτοιμη να συμβιβαστώ με οτιδήποτε αξιοπρεπές, και βλέπω ξαφνικά ένα εξώφυλλο κάπως αρ νουβώ, “Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα” του Ουμπέρτο Έκο. Θυμάμαι (επιτέλους κάτι θυμάμαι) πόσο χάρηκα με την προοπτική της ανάγνωσης, το αγόρασα χωρίς δεύτερη σκέψη. Δηλαδή δεν μου πέρασε καν από το μυαλό ο φόβος πως τα ιταλικά μου δεν θα επαρκούσαν, τόσο σίγουρη, τόσο άνετη. Αφού πριν άλλα τόσα (πόσα;) χρόνια είχα περάσει βδομάδες στην Ιταλία και διάβαζα τα πάντα, έγραφα γράμματα μετά στους φίλους κλπ κλπ, δεν υπήρχε θέμα, νόμιζα.
Το πήρα λοιπόν όλο χαρά κι άρχισε η προσπάθεια από το αεροπλάνο, και συνεχίστηκε μετά στην Αθήνα, μέχρι τελικής πτώσεως. Αμοιβαίας πτώσης, της βασίλισσας και δικής μου, γιατί κάποια στιγμή άλλα βιβλία ήρθαν να σωριαστούν πάνω της και την εξαφάνισαν τόσο που να μην τη βρίσκω τώρα που θα ήθελα να ξανασυναντηθούμε με περισσότερη αυτογνωσία- κι ακόμα λιγότερα ιταλικά.
H ιστορία δεν έχει μέσα βασίλισσα, αλλά έναν καθηγητή που παθαίνει αμνησία και θυμάται μόνο τα βιβλία που έχει διαβάσει, καθόλου τη ζωή του, πηγαίνει λοιπόν στο εξοχικό του για ανάρρωση, γεμάτο με βιβλία και περιοδικά της παιδικής του ηλικίας και προσπαθεί με τη μελέτη να ξαναβρεί τον εαυτό του, να θυμηθεί ποιος είναι, αρχίζοντας από τα παιδικά του χρόνια, με την ιδέα ότι όλο αυτό το τυπωμένο χαρτί θα τον βοηθήσει.
Κι όσο αυτός προσπαθούσε να θυμηθεί ποιος είναι, και βυθιζόταν στο υλικό της ποπ ιταλικής κουλτούρας επί Μουσολίνι, τότε που μεγάλωνε ο Έκο, στις εικόνες και τους ήρωες των παιδικών του χρόνων, τόσο προσπαθούσα κι εγώ, πότε με λεξικά και πότε χωρίς, να θυμηθώ τη γλώσσα που τόσο αγαπώ και που την είχα μάθει κάποτε χωρίς άλλο κίνητρο πέρα από την έλξη που μου ασκούσε. Κι εκείνος μεν μέσα από τα ανεξίτηλα σημάδια της παιδικής του ηλικίας κάτι θυμήθηκε, εγώ όμως απλώς μέτρησα το βάθος της λήθης και τη ματαιότητα της προσπάθειας.
Κρίμα κι άδικο, ό,τι επιλέγουμε και αγαπούμε να μην μπορούμε να το οικειοποιούμαστε, ενώ ό,τι μας δίνεται ανεξέλεγκτα, τότε που δεν μπορούμε να αντιδράσουμε, να παραμένει δικό μας, να γίνεται αυτό που είμαστε, να μας δίνει ταυτότητα θέλουμε δεν θέλουμε, όσο ζούμε.
Κι η βασίλισσα Λοάνα ποια ήταν; Αδύνατον να θυμηθώ πλέον. Ηρωίδα κόμιξ ή προϊόν φαντασίας του ήρωα; Ενσάρκωση του παιδικού του έρωτα, ή μάγισσα ωραία κι επικίνδυνη; Να ξαναδιαβάσω το βιβλίο στα ελληνικά, ή να φτιάξω μια δική μου Λοάνα με τις δικές μου προτιμήσεις και τις υπερφυσικές ιδιότητες που προτιμώ, δια ίδια χρήση;

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Αθήνα ως Παρίσι

Έμοιαζε κάποτε η Αθήνα με Παρίσι, με τον παριζιάνικο εαυτό της δηλαδή, ψιθυρίζει ο πίνακας της Κούλας Μαραγκοπούλου καθώς περιδιαβαίνουμε στην αίθουσα με τα λάδια της. Τα λάδια της τα χαρακτήρισαν εξπρεσιονιστικά, τις ακουαρέλες της ιμπρεσιονιστικές, μας λέει η Ελένη Κυπραίου που ξεναγεί στην έκθεση. Είμαστε στο μουσείο Μπουζιάνη, στη Δάφνη, ένα μικρό σπιτάκι όπου έζησε 25 χρόνια, δύσκολα και φτωχικά ο ζωγράφος. Το είχε διαλέξει επειδή είχε έναν ωραίο πλάτανο στην αυλή, τότε που η γειτονιά έμοιαζε με χωριό και λεγόταν Κατσιπόδι. Κάποια στιγμή ταξίδεψε και στο γυρισμό δεν βρήκε τον πλάτανο, τον είχαν κόψει οι γείτονες γιατί οι ρίζες του κατέστρεφαν τις αποχετεύσεις. Εκτοτε δεν καθόταν ο Μπουζιάνης στην αυλή, έβγαινε στο στενό, κι έτσι τον γνώρισαν κι οι γείτονες, αφού ήταν αρκετά μονόχνωτος και δεν είχε γνωριμίες ως τότε.
Η Κούλα Μαραγκοπούλου έμεινε στο σπίτι αυτό μαζί του έξι χρόνια, ως μαθήτρια και αργότερα ίσως σύντροφος. Τα πρωτα έργα της μοιάζουν πολύ με τα δικά του, στη συνέχεια καλλιέργησε δικό της στυλ. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που έβγαιναν και ζωγράφιζαν στο ύπαιθρο, αγάπησε πολύ την Ύδρα, και τη ζωγράφισε στα περισσότερα έργα της. Ήταν ψηλή, θεωρητικιά γυναίκα, δυνατή, με μπλε μάτια πολύ εντυπωσιακά. Παντρεύτηκε αργότερα τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, από τον οποίο χώρισε κάποια στιγμή. Το ποίημα Η Θαλασσινιά, που μελοποίησε ο Μαρκόπουλος, σ' αυτήν αναφέρεται. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας, γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα της, και τότε σε πολλά μέρη τα παιδιά αυτά τα ονόμαζαν Δράκους και Δρακούλες, από κει βγαίνει το Κούλα, μας εξηγεί η Ελένη Κυπραίου, θαυμάσια εθελόντρια ξεναγός.
Η φύση λοιπόν, η θάλασσα, το λιμάνι της Ύδρας και οι βάρκες, τα τοπία, αλλά και η Αθήνα, οι γωνίες της, οι οικοδομές που χτίζονταν τότε παντού με τους εργάτες να ανεβοκατεβαίνουν στις σκαλωσιές, ήταν τα θέματα της Μαραγκοπούλου, της οποίας βλέπουμε φωτογραφίες και κριτικές του έργου της σε προβολή μέσα στην έκθεση.

Ο Δήμος Δάφνης έχει αποκτήσει και το διπλανό σπίτι και δημιούργησε το μουσείο Μπουζιάνη, όπου θα εκτεθεί συλλογή με έργα του ζωγράφου σε λίγες εβδομάδες. Θα πάω οπωσδήποτε. Από ζωγραφική δεν ξέρω και πολλά, όμως εμπιστεύομαι τις φίλες μου, όπως έκανα σ' αυτή την περίπτωση.

Ρέκβιεμ για δυο κάδους

Οι ταλαιπωρημένοι μπλε κάδοι της οδού Σπετσών εξαφανίστηκαν προσφάτως. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα υπήρχαν δυο απέναντι σχεδόν από το σπίτι μου, που εξυπηρετούσαν, σε συνθήκες μεγάλης ταπείνωσης, τουλάχιστον δυο πυκνοκατοικημένα τετράγωνα, ή έστω πρώην πυκνοκατοικημένα. Είναι περίεργο πώς η σταδιακή αραίωση δεν ελαφρώνει την ταλαιπωρία του δημόσιου χώρου, όσο λιγότεροι οι κάτοικοι τόσο πιο βασανισμένοι οι κάδοι. Ας είναι.
Πήγαινα λοιπόν τακτικά στους κάδους αυτούς τα είδη που περιγράφονταν στην επιφάνεια του. Κεσεδάκια, μπουκάλια, κονσερβοκούτια, χαρτόκουτα, κλπ, όλα ξεπλυμένα, τακτικά, σε σακούλες ανακυκλώσιμες διότι συχνά μου έπεφταν μέσα και δεν ήθελα να μολύνουν το άσπιλο ανακυκλώσιμο υλικό. Το οποίο φυσικά το αντίκριζα ανοίγοντας -με κόπο και δυσκολία- το σπασμένο καπάκι, κι ήταν εντελώς άσχετο με την περιγραφή του ζητούμενου. Σκουπίδια πάσης φύσεως, αντικείμενα σπιτιών που δεν ανακυκλώνονται, ηλεκτρικές συσκευές, και στρώσεις- στρώσεις το περιεχόμενο του μεγάλου φαρασιού των οδοκαθαριστών, υπαλλήλων του Δήμου δηλαδή, που οι ίδιοι σαμποτάριζαν καθημερινά τη λειτουργία του κάδου.
Πόσα χρόνια έκανα αυτή τη δουλειά καθημερινά; Αναρωτήθηκα το πρωί που δεν βρήκα τους μπλε κάδους στη συνηθισμένη τους θέση. Με την έτοιμη σακουλίτσα ανακύκλωσης ανά χείρας πήρα σβάρνα τη Σπετσών, βρήκα τρια τετράγωνα πιο πάνω μπλε κάδο καμένο, έκανα πως δεν πρόσεξα αυτή τη λεπτομέρεια, έριξα τη σακούλα, και συνέχισα την προσπάθεια να θυμηθώ πόσα χρόνια ανακυκλώνω μάλλον μάταια. Πόσα χρόνια κάθε μέρα πλένω κεσεδάκια, καθαρίζω κουτιά, κλπ, τσακώνομαι με τα μέλη της οικογένειας που δεν το κάνουν με την ίδια επιμέλεια.
Θυμήθηκα την αθώα εποχή, όταν πρωτομοιράστηκαν οι τσάντες για ανακυκλώσιμα. Η τηλεόραση έδειχνε πώς να τις γεμίζεις, πώς να τις αδειάζεις. Λέγαμε στην αρχή, θα μάθει ο κόσμος. Περνούσαν τα χρόνια, ο κόσμος δεν μάθαινε. Σε κάθε ταξίδι στις ευρωπαϊκές πόλεις βλέπαμε νέα συστήματα, όλο και πιο απαιτητικά, να λειτουργούν κανονικά, εμείς εδώ τίποτε. Ούτε μια φορά δεν θυμάμαι να άνοιξα τον κάδο της ανακύκλωσης και να είδα μέσα μόνο ανακυκλώσιμα. Κι όμως συνέχιζα, σα να μην καταλάβαινα τα χρόνια που περνούσαν. Αμετανόητη ευρωλιγούρα, δεν αποφάσιζα ότι δεν είμαστε εμείς για τέτοια. Γέρασα, τα μωρά μου έγιναν άνθρωποι, δουλεύουν σε άλλη χώρα, κι εγώ συνέχιζα να ανακυκλώνω επειδή κάποτε θα μάθαινε ο κόσμος και θα λειτουργούσε το σύστημα.
Μέχρι προχτές. Στη θέση των μπλε βασανισμένων κάδων ήρθαν καινούργιοι, συνηθισμένοι, ο Δήμος μάλλον συμβιβάστηκε με την πραγματικότητα που εγώ δεν θέλω να αποδεχτώ. Είδε κι απόειδε, σου λέει εδώ δεν υπάρχει ελπίδα.
Μέχρι να συμβιβαστώ κι εγώ, αναρωτιέμαι αν έχουν δίκιο όσοι μιλούν για το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας που δεν σηκώνει καταναγκασμούς, ή όσοι λένε πως ακόμα και οι Γερμανοί πρώτα πλήρωσαν κάμποσα πρόστιμα κι ύστερα πειθάρχησαν στην ανακύκλωση. Μέγα φιλοσοφικό δίλημμα, κατάλληλο να σε συντροφεύει όταν πλένεις κεσεδάκια.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Ζούμε σ' άλλη χώρα

Ζηλεύω τους αγρότες που ζουν σε κάποια άλλη χώρα με πλούσιο κράτος, όχι αυτό το χρεωκοπημένο, καταδανεισμένο και καταϋποχρεωμένο, κι έχουν την πολυτέλεια να κάνουν ωραία χάπενινγκ με τα τρακτέρ τους. Τους ζηλεύω που ζουν σε υπέροχη αγωνιστική ατμόσφαιρα, τι πιο ωραίο, τι πιο αξιομνημόνευτο; Θα έχουν να λένε στα εγγόνια τους, στους φίλους και στον εαυτό τους για τα παθήματα των οδηγών στους δρόμους που κλείνουν, και τι γέλια που θα κάνουν. Συναρπαστικά περνάν. Αν είχα κι εγώ εγγόνια θα τα πήγαινα στο Σύνταγμα να δούνε τρακτέρ, τώρα που θα έρθουν κι εδώ, τα παιδιά έχουν πάθος με τα τρακτέρ, ειδικά αυτά τα χρωματιστά, τα γυαλιστερά που βλέπω τώρα στα μπλόκα. Να παίρναμε κι εμείς λίγη αγωνιστική δόξα από τους προνομιούχους αυτούς, εμείς οι άλλοι, που ζούμε στη χώρα του χρεοκοπημένου κράτους, με τα σπάνια τρόλεϊ, τα σπασμένα πλακάκια, τα παρατημένα πάρκα, τα χωρίς γάζες νοσοκομεία, τα παγωμένα σχολεία, τα ξενοίκιαστα μαγαζιά, τις φτηνοδουλειές, τους ευερέθιστους δημόσιους υπαλλήλους, τους σνομπ αστυνομικούς, τους κακοπληρωμένους νεαρούς φίλους.
Ζηλεύω και τους συνδικαλιστές, τους απεργούς εν γένει, τους εμπόρους που έκλεισαν τα μαγαζιά στη γενική απεργία, τους ελεύθερους επαγγελματίες αλλά και τους υπαλλήλους, τους αγωνιστές εν γένει που ζουν σε μια χώρα με κράτος δυνατό, το οποίο είναι σε θέση να παίρνει αποφάσεις και να τις τηρεί, κράτος ισχυρό που μαζεύει ένα σωρό λεφτά από μια πολύ ισχυρή οικονομία, μια σφύζουσα ανάπτυξη και δεν έχει παρά να τα μοιράζει δίκαια, ζηλεύω λοιπόν αυτούς τους σοφούς ανθρώπους που αγωνίζονται σε δρόμους και πλατείες για να το βοηθήσουν να πάρει τις σωστότερες και δικαιότερες αποφάσεις μοιρασιάς. Τι ωραία ανεμίζει ο αέρας τα μαλλιά τους, και τις σημαίες τους και τα κασκόλ τους και τις γραβάτες τους! Μόνο τις κουκούλες δεν ανεμίζει ο αέρας, και τους φερετζέδες των παλικαράδων των μολοφοτούχων, αλλά οι φερετζέδες των παλικαράδων δεν αμαυρώνουν τις γραβάτες των ελεύθερων επαγγελματιών, έτσι δεν είναι; Αλέκιαστες γραβάτες είν' αυτές, όχι σαν κάτι άλλες που ξέρω, οι οποίες λεκιάζονται αμέσως, με μια τυρόπιτα.
Ζηλεύω τους αγωνιστές με τα μεγάλα πανό, τα μεγάλα λόγια, τις μεγάλες σιγουριές, τις έτοιμες φράσεις, τις ασίγαστες ορέξεις, όλους αυτούς που θα έχουν να θυμούνται στα γεράματα όσα εμείς οι άλλοι, οι ξενέρωτοι, που ζούμε στην εξαθλιούμενη χώρα του πτωχευμένου κράτους θα προσπαθούμε να ξεχνάμε.
Ζηλεύω τους ανθρώπους που ζουν στην πολυτελή αυτή χώρα, όπου υπάρχουν ακόμα περιθώρια να καταστρέψουν, να μουτζουρώσουν, να γκρεμίσουν, να πετάξουν μολότοφ, κροτίδες, να κάψουν λάστιχα, να σπάσουν μούτρα και κάδους, γραφεία και κομπιούτερ, να κάνουν καταλήψεις δημόσιου χώρου και ν' αφήσουν τα ίχνη τους. Πρέπει να είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου, τέτοια άνετη καταστροφή, τέτοια διαρκής διεκδίκηση δεν βιώνεται αλλού. Πολύ τους ζηλεύω, εδώ στην υποβαθμισμένη πρωτεύουσα του αδύναμου, χρεωμένου, αμήχανου κράτους που το νιώθω να κρέμεται από μια κλωστή. Ζούμε δίπλα- δίπλα σε άλλη χώρα, ζούμε σε παράλληλο σύμπαν.

Τα πεπρωμένα της φυλής

Κάποια μέρα, μάλλον νύχτα ήταν, είχα πετύχει κι εγώ τον ταξιτζή που βάζει Τρίτο Πρόγραμμα στο ραδιόφωνό του. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που διασχίσαμε τη Μουστοξύδη υπογείως ακούγοντας Μότσαρτ ή ίσως να ήταν και Σούμπερτ, δεν είμαι σίγουρη, κάτι πολύ ευνοϊκό στ’ αυτιά και στην ψυχή, και φαινόταν αυτή η φριχτή άσφαλτος εκεί κάτω να αποκαλύπτει γελαστή κρυμμένες ομορφιές της.

Τέλος πάντων, τρόπος του λέγειν. Μια φορά στη ζωή του δικαιούται κανείς να πετυχαίνει αυτόν τον ταξιτζή, ειδικά αν παίρνει ταξί σπάνια. Δεύτερη δεν μου συνέβη.

Τις υπόλοιπες φορές οι ταξιτζήδες ακούν ιεροκήρυκες ή κάτι τέτοιο. Φλογερούς και αγανακτισμένους πατριώτες τα πρωινά, που νομίζεις ότι θα κάνουν τον οδηγό να ορμήσει στο προπορευόμενο τρόλεϊ και να σκαρφαλώσει με το όχημα στην οροφή του.

Συνήθως κάνω διαδρομές που κοστίζουν 3,40, κι ώσπου να τελειώσουν είμαι ήδη κουρέλι.

Πώς αντέχετε, κύριε, να ακούτε τόση απελπισία μαζεμένη πρωινιάτικο, ρώτησα μια μέρα έναν. Ανέφερα την απελπισία επίτηδες, κι όχι την αγωνιστικότητα που περιείχε, μη με περάσει και για αντεθνικό στοιχείο.

Ηταν ακόμα στην αρχή της κρίσης, όταν είχαν ήδη εξαφανιστεί από τη ζωή μας οι πολλαπλές μισθώσεις, τις οποίες έχω αρχίσει να νοσταλγώ, διότι μέσα στη βαβούρα και τις συζητήσεις και το μπες- βγες, δεν άκουγες ραδιόφωνο.

Ηταν ωραία. Γνώριζες κόσμο ζωντανό, ανθρώπους, όχι ραδιοφωνικές φωνές που μετράνε το στομάχι σου.

-Α, γιατί, καλά δεν τα λέει; μου είχε απαντήσει ο οδηγός. Και δεν ήταν αγριεμένος ή τίποτε τέτοιο, όπως θα τον ήθελε πιθανόν ο έξαλλος τύπος που μας γέμιζε σάλια από το ραδιόφωνο.

Πλημμύρισα δέος μπροστά στην ψυχική αντοχή του, αλλά έκτοτε έχω συναντήσει πολλούς σαν αυτόν. Θυμάμαι κάθε φορά τις απόψεις του Μακλούαν για το ραδιόφωνο, πως είναι λέει «το ταμ-ταμ της φυλής» κάτι σαν υπόκρουση σε τελετές που ετοιμάζουν μάχες.

Οι ταξιτζήδες που ακούν όμως αυτές τις έξαλλες παρλάτες οι οποίες διεκτραγωδούν αυτό ακριβώς, τη φυλή και τα πάθη της, μάλιστα χρησιμοποιούν διαρκώς αυτή τη λέξη, «φυλή» προφανώς για να αισθάνονται απόγονοι των κλασικών Ελλήνων, οι οποίοι χωρίζονταν σε φυλές και δεν είχαν περάσει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για να απορρίψουν τέτοιους διαχωρισμούς, οι ταξιτζήδες λοιπόν αυτοί φαίνονται ψυχραιμότατοι.

Μπορεί το πολύ ταμ-ταμ να προκαλεί την επιθυμητή για να επιβιώσεις στους δρόμους της Αθήνας απάθεια.

Προχτές πέτυχα νέα εκδοχή της τραγωδίας που ζει η ελληνική φυλή, ήταν βράδυ και η φωνή ήταν γυναικεία, μελίρρυτος, μιλούσε χωρίς λάθη, μια εξεζητημένη γλώσσα, θρηνούσε που οι Ελληνίδες δεν κάνουν πια πολλά παιδιά, γινόμαστε χώρα γερόντων, η τεχνολογία μάς αποξενώνει, η παράδοση ξεχνιέται, όλο το πακέτο τέλος πάντων με ύφος νεράιδας που σου αποκαλύπτει το μέγα μυστικό.

Πιο πειστική από τους πρωινούς αγανακτισμένους ή λιγότεροΔεν θα μάθω ποτέ.

Οπως ελπίζω να μη μάθω ποτέ τι δημιουργεί στα μυαλά των οδηγών η υπερβολική έκθεση στην ελευθερία λόγου των υπερβολικά ανησυχούντων για τα πεπρωμένα της φυλής

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...