Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Δεν χωράμε;

Έχουν καράβια μεγάλα και γερά τα κράτη των χωρών όπου οι πρόσφυγες διακινούνται με χίλια βάσανα και μεγάλους κινδύνους. Θα μπορούσαν, αν τα κράτη αποφάσιζαν, οι κυβερνήσεις δηλαδή, ποιος άλλος; θα μπορούσαν να παραλαμβάνουν τους πρόσφυγες με ασφάλεια και να τους φιλοξενούν σε ωραιότατες καμπίνες, να τους μεταφέρουν εκεί που πρέπει να καταμετρηθούν και να δηλώσουν ταυτότητα.
Και πού θα ήταν αυτό; Ας πούμε, η Ελλάδα αποφασίστηκε να φιλοξενήσει 50.000 κι αμέσως ξεσηκώθηκαν οι συνήθεις φοβοκράτες, έκαναν κριτική στην κυβέρνηση για την υποχωρητικότητα της, ακούς εκεί 50 χιλιάδες, πού θα τους βάλουμε, εδώ δεν χωράμε μεις.
Δεν χωράμε. Υπάρχουν χωριά ολόκληρα παρατημένα στα νησιά και στα βουνά, όμως δεν χωράμε. Η μισή Αθήνα είναι ακατοίκητη, όμως δεν χωράμε. Τα άδεια διαμερίσματα απειλούν την ύπαρξη των πολυκατοικιών, όμως δεν χωράμε. Το ασφαλιστικό παραπαίει και λόγω δημογραφικού, όμως δεν χωράμε. Θέλουμε κόσμο, ναι, αλλά όχι όποιους όποιους. Όχι να κάνουμε χαλιφάτο την Ευρώπη! Να είναι δικοί μας, αίμα μας, αυτοί που θα πληρώσουν το ΙΚΑ για τις συντάξεις των παιδιών μας.
Δημογραφικό πρόβλημα έχει ολόκληρη η Ευρώπη. Όμως λίγο -πολύ οι πολίτες της φοβούνται. Ποιοι είν' αυτοί που φτάνουν έτσι καραβιές; Πού θα μπουν; Δεν χωράνε! Είναι μουσουλμάνοι! Φοράνε μαντίλες! Απαπα! Θα κάνουν κλειτοριδεκτομή στα κορίτσια! Θα βάζουν βόμβες στους ουρανοξύστες! Θα τρώνε αρνιά κι όχι βοδινά! Θα, θα, ξέρω γω τι άλλο;
Μόνο η Μέρκελ λοιπόν, η παντοδύναμη υποτίθεται Μέρκελ, τόλμησε να πει ότι θα δεχτεί η Ευρώπη πρόσφυγες. Κι έπεσαν να τη φάνε δικοί της και ξένοι, αντίπαλοι και σύμμαχοι. Κι έτσι λίγο καιρό μετά αναγκάστηκε να κάνει στροφή, ε, χμ, συγγνώμη, υπερβάλαμε κάπως, δεν είπαμε να τους δεχτούμε όλους δα, αμπέλι ξέφραγο είμαστε;
Δεν είχε δε προλάβει να τελειώσει τη φράση της κι άρχισαν στην Ουγγαρία να χτίζουν φράχτες, τείχη, κάστρα, τάφρους κλπ. Χάος επικράτησε μέχρι να τα μαζέψει τα λόγια τα φιλόξενα. Ανέβηκαν οι μετοχές των οικοδομικών εταιριών, ανέβηκαν τα ποσοστά των ακροδεξιών κομμάτων, έβρασε η Ευρώπη ολόκληρη, κι ακόμα βράζει.
Κατόπιν αυτού προσέχουν όλοι τα λόγια τους, ποιος θα τολμήσει να βγει να πει ότι η Ευρώπη μπορεί να δεχτεί ανθρώπους; Ότι μάλιστα τους χρειάζεται, έτσι που είναι νέοι κι αποφασισμένοι να δουλέψουν; Ότι μπορεί να βρεθούν τρόποι να τους δεχτεί, έχει να τους κάνει προτάσεις, ας ανοίξει μαζί τους μια κουβέντα. Κι ας στείλει καράβια να τους πάρουν, να γίνει η συζήτηση στο κατάστρωμα; Ποιος πολιτικός που θέλει να υπάρξει στο στερέωμα της πολιτικής θα κάνει τέτοια αυτοκτονία ενώπιον κοινού;
Κι ενώ όλοι χτίζουν τείχη και σκάβουν χαντάκια, οι πρόσφυγες συνεχίζουν να θαλασσοπνίγονται. Κι αρχίζει η συζήτηση για τους διακινητές. Αυτοί φταίνε για όλα, σκοτώνουν τους ανθρώπους, οι ασυνείδητοι! Τους βάζουν σε καρυδότσουφλα, ενώ θα μπορούσαν να διαθέτουν κρουαζερόπλοια και να καταπλέουν ελεύθερα σε κάθε λιμάνι του Αιγαίου! Τι κακία, τι αθλιότητα! Τι συμφέροντα εξυπηρετούν; Ποιος τους αφήνει να δρουν ανενόχλητοι;
Να συνεργαστεί η Ελλάδα και η Τουρκία να εξοντώσουν τα κυκλώματα των διακινητών! Να ένας ευγενής στόχος. Ύστερα οι πρόσφυγες θα έρχονται μόνοι τους, κολυμπώντας. Οπότε θα πνίγονται όλοι. Πρακτικό.
Να σας πω εγώ ποια συμφέροντα εξυπηρετούν οι διακινητές: δεν είναι το λάδωμα όσων λαδώνουν που συντηρεί τα κυκλώματα τους. Είναι ο φόβος σας αγαπητοί συμπολίτες. Είναι η πολιτική ατολμία. Είναι που η Μέρκελ την πάτησε μόλις ψέλλισε κάτι ανθρωπιστικό, και τώρα ουδείς δεν θα κάνει το λάθος να την ακολουθήσει.
Δεν υπάρχουν σκοτεινά κυκλώματα. Είναι όλα πολύ φωτεινά, είναι οι κουβέντες που λέμε μεταξύ μας στο τρόλεϊ, στο facebook, στα μαγαζιά. Πού θα πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Θα μας πνίξουν! Για να μη μας πνίξουν λοιπόν, πνίγονται οι ίδιοι, προληπτικά.
Πόσοι πρέπει να πνιγούν για να γυρίσει αυτό το βαρύ και δυσκίνητο μαστόδοντο που λέγαμε κάποτε “κοινή γνώμη”;
Πιστεύω ότι μπορεί να γυρίσει. Έχει συμβεί στο παρελθόν, έχει γίνει η στροφή. Την ελληνική επανάσταση ας πούμε, δεν ήταν απόφαση της Ιεράς συμμαχίας να μη τη στηρίξει; Όταν όμως έγινε η σφαγή της Χίου, έγραψε ποιήματα ο Ουγκώ, ζωγράφισε σκηνές ο Ντελακρουά, ήρθε εδώ ο Μπάιρον, συγκινήθηκε η κοινή γνώμη της Ευρώπης, κι έτσι άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα, πόσα παιδιά νεκρά πρέπει να δει η κοινή γνώμη της Ευρώπης για να πει ότι ίσως χρειάζεται άλλη στάση; Θα δούμε. Πρέπει να ελπίζουμε. Ν' αρχίσει αυτή να στρέφεται αργά, να το πιάσουν οι καλλιτέχνες, να βρεθούν και οι πολιτικοί που θα ξέρουν να μιλήσουν στην καλύτερη πλευρά των ανθρώπων. Γιατί ως τώρα μόνο τη φοβική έχουν απέναντι και την κουρδίζουν μέρα -νύχτα.
Υπάρχουν κι αυτοί που θεωρούν την Ευρώπη υπεύθυνη για τον πόλεμο στη Συρία, οπότε προσπαθούν να καλλιεργούν ενοχές. Η Ευρώπη φταίει που είχε ενισχύσει δεν ξέρω γω ποιον, που πουλάει όπλα κλπ κλπ. Είναι η γνωστή σχολή που αποδίδει την ελληνική χούντα στους Αμερικάνους, τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο στους Γερμανούς κλπ, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν πιάνει η μέθοδος. Πέρα από την ουσία, ότι δηλαδή δεν μπορεί οι ηγέτες μιας χώρας να μην έχουν ευθύνη για τις περιπέτειες της, νομίζω ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορεί να έχουν αποτέλεσμα.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το δράμα της αγραβατοσύνης

Τα στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Ολάντ στην Αθήνα μόνο έναν τίτλο μπορεί να έχουν: Το δράμα της αγραβατοσύνης. Όσο κι αν επιστρατεύτηκαν Φιλαρμονικές, ταπισερί, κόκκινα χαλιά στους βρωμερούς μας δρόμους, στρατός και στόλος παρών, Καραγκούνες και φουστανέλλες καλοσιδερωμένες, το δράμα δεν καλύφθηκε, μάλιστα με όλ' αυτά αναδείχθηκε περισσότερο.
Ομολογώ ότι λυπήθηκα τους υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ. Κανείς κομματικός δεν τολμά να φορέσει γραβάτα, αφού δεν το κάνει ο αρχηγός. Τι ψυχαναγκασμό περνάνε οι δύστυχοι! Και να τα πανάκριβα κοστούμια, τα απίστευτα πουκάμισα, όλα να χάσκουν στο λαιμό αμήχανα, δυστυχισμένα, σα να ζητούν συγγνώμη από το φιλοθεάμον κοινό, χωρίς μια πρόταση ενδυματολογική στη θέση της γραβάτας. Ένα φουλάρι, κάτι. Άντρες είκοσι χρόνια μεγαλύτεροι του Τσίπρα να μην μπορούν να φορέσουν τα ωραία τους ρούχα, υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι να ζουν μ' αυτή την απαγόρευση. Και νά' χεις τον Καμμένο να μοστράρει τη δική του, κόκκινη της φωτιάς, με ανταύγειες, τον πιο ελεύθερο άνθρωπο της κυβέρνησης αυτής, το μόνο που μπορεί να απολαύσει την εξουσία σε τέτοιο βάθος. Και τανκς ο Καμένος, και κανόνια ο Καμένος, και μακαρόνια ο Καμένος, και γραβάτες ο Καμένος. Όλα αυτός. Ε, ρε κατακαημένη Αράχωβα.
Πρώτη φορά συνειδητοποίησα δε, κοιτάζοντας αυτές τις φωτογραφίες πόσο σημαντικό πράγμα είναι η γραβάτα στην αντρική εμφάνιση. Το μόνο χρωματιστό αντικείμενο που έχει απομείνει από μακρά παράδοση εντυπωσιακών εμφανίσεων. Από τα καταπληκτικά ρούχα των αρχόντων του Μεσαίωνα, τα κεντήματα και τα μεταξωτά στο τόσο σημαντικό και ευαίσθητο αυτό σημείο του σώματος, το λαιμό, τίποτε άλλο δεν διεσώθη. Ένα κομμάτι ύφασμα που μπορεί να έχει χρώμα, που μπορεί να γυαλίζει, να παίζει, να φουσκώνει, να δίνει μια νότα του έξω κόσμου, να είναι μετάξι, να έχει λαχούρια, να γιορτάζει, ή να πενθεί, όπως η μαύρη που φόρεσε ο Ολάντ για το εθνικό πένθος της Γαλλίας λόγω του πολύνεκρου τροχαίου. Είναι πράγματι σημαία του αστικού τρόπου ζωής, οι αστοί καταργώντας τις τάξεις επέτρεψαν μόνο τις περιστάσεις. Δεν είσαι πια αυτό που φοράς, μπορείς να αλλάζεις ταυτότητες κατά βούληση, και ικανότητα βεβαίως.
Απ' όλ' αυτά η αγραβατοσύνη Τσίπρα κράτησε μόνο τη δυσκολία του κόμπου, γιατί αυτή είναι που κάνει τους νεαρούς να αρνούνται να τη φοράνε. Πρέπει να κάτσουν να μάθουν αυτή την απλή τέχνη που σου επιτρέπει μετά πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της γραβάτας. Κι αφού τη λανσάρισε την αγραβατοσύνη, πρέπει και να την υπερασπίζεται εσαεί, τη μόνη του συνέπεια, κι όλοι από κοντά να ζουν μαζί του το ίδιο δράμα.
Θα μου πείτε, προτιμάς να φορέσει γραβάτα και να ξαναγίνει αντιμνημονιακός; Όχι βέβαια, κουνηθείτε απ' τη θέση σας! Ας κρατήσει την αγραβατοσύνη του κι ας εφαρμόσει σωστά, γρήγορα και με ακρίβεια το μνημόνιο! Κι άμα θέλει ας φοράει και πυτζάμες, ελεύθερα!

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Πού πας κυρά μου;

Οδηγώ στην εθνική και στα πρώτα διόδια αναζητώ τα γραφεία της εταιρίας που εισπράττει διόδια. Βγαίνω δεξιά, βλέπω κάτι σαν προκάτ σπιτάκι με το σήμα της επάνω, αλλά φραγμένο. Προχωράω λίγο και χωρίς να το καταλάβω κλείνω μια στενή δίοδο για το πίσω προκάτ σπιτάκι, που νόμιζα ότι είναι συνέχεια. Αμ δε. Κάνω να βγω από τ' αυτοκίνητο, ακούω ένα επίμονο κορνάρισμα, πάει η ψυχή μου στην Κούλουρη, κοιτάζω δίπλα, ένα περιπολικό.
-Πού πας κυρά μου και κλείνεις το δρόμο!
-Συγγνώμη δεν κατάλαβα...
-Δεν βλέπεις ότι είναι η πόρτα της Αστυνομίας εδώ; (έξαλλος)
-Δεν το είδα, έψαχνα την πόρτα της εταιρίας...
-Άει φύγε γρήγορα απο κει πέρα!
-Να πάω πίσω, εκεί είναι η εταιρία; ρώταγα κιόλας, η θρασύς για να δείξω ότι τους μεταχειρίζομαι σαν κανονικούς αστυνομικούς που οφείλουν να δώσουν πληροφορίες, κι όχι σαν μπάτσους, που τους φοβάμαι και απλώς τους αποφεύγω, κι όταν συγκρατούνται από το να με κλωτσήσουν απλώς εξαφανίζομαι.
-Άει μπες μέσα και φύγε!
-Και πού είναι η πόρτα παρακαλώ για την εταιρία;
-Φύγε από κει και θα σου δείξω, λέει ο σωματώδης τύπος στο τιμόνι καθώς συγκρατείται με κόπο να μη με βρίσει.
Φεύγω. Πάω προς τα πίσω. Αλλά δεν μπορεί να με αφήσουν έτσι, πριν στρίψουν βγάζει το κεφάλι ο συνοδηγός και γαυγίζει όσο πιο εξευτελιστικά μπορούσε, διότι πλέον απηύδισε με την απάθειά μου -η καρδούλα μου το ξέρει- όχι βέβαια την πληροφορία που του ζήτησα, αλλά την απορία του:
-Καλά ρε, πρώτη φορά οδηγάς;
Ακούγεται το αγανακτησμένο γέλιο τους και φεύγουν. Δεν χρειάζεται απάντηση, έχω φύγει κι εγώ, ήταν απλώς ένα επιβαλόμενο ξέσπασμα, για να μην ξεχνάμε και πού βρισκόμαστε. Να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Να νιώσω τον εξευτελισμό από την εξουσία σαν ένα κομμάτι λάσπη που μου εκτοξεύουν στα μούτρα και πρέπει να σταθώ να βγάλω από πάνω μου.
Θυμάμαι ξαφνικά, καθώς μάταια κάνω όπισθεν και ψάχνω την άλλη πόρτα, που δεν υπάρχει, είτε είναι τόσο κλειστή ώστε να μην ξεχωρίζει, θυμάμαι ένα περιστατικό σε ένα κινέζικο εστιατόριο στο Λουξεμβούργο, όπου ήμουν πριν μια εβδομάδα ακριβώς. Στη γωνία της αίθουσας που τρώγαμε ήταν ένα τύπος, ένα μεσήλικας μόνος του, ο οποίος αφού έφαγε αρνιόταν να πληρώσει. Έγιναν διάφορες κουβέντες στα πνιχτά μεταξύ των Κινέζων, οι οποίοι κάποια στιγμή κάλεσαν την Αστυνομία. Έφτασαν δυο νεαροί, ένας άντρας και μια γυναίκα, μίλησαν γαλλικά με τους κινέζους κι ύστερα προχώρησαν στον τύπο, ο οποίος δεν είχε σηκωθεί από το τραπέζι, του είπαν καλημέρα, του συστήθηκαν με ονοματεπώνυμο ο καθένας, τον χαιρέτησαν δια χειραψίας όρθιοι, κι ύστερα κάθησαν μαζί του και συζήτησαν στη γλώσσα της περιοχής.
Τι τα θέλουμε τα ταξίδια στην Ευρώπη τρομάρα μας; Παίρνουν τα μυαλά μας αέρα κι ύστερα κάνουμε απερισκεψίες.

Κερδισμένη ώρα, χαμένα χρόνια

Ήταν η Κυριακή μεγαλύτερη χθες με την αλλαγή της ώρας και θα έπρεπε να νιώθω πιο ξεκούραστη και προνομιούχα. Γιατί δεν μου συνέβη; Έφταιγε η βροχή που ξεσπούσε κάθε τόσο απότομα και ματαίωνε τα σχέδια για βόλτα, έφταιγε η συννεφιά που κάνει τον ουρανό να χαμηλώνει και χρωματικά να αναμειγνύεται με τα βρώμικα τσιμέντα της Αθήνας; Δεν μου φάνηκε η ώρα που μας χάρισαν, δεν την ευχαριστήθηκα, έφυγε κι αυτή βιαστικά σαν όλες τις συνηθισμένες. Από πού την πήραν, άρχισα να αναρωτιέμαι, και μου τη σερβίρουν τώρα μέσα σ΄ αυτό τον παλιόκαιρο; Και ψάχνοντας να βρω κλεμμένες ώρες βρέθηκα να μετράω κλεμμένα χρόνια στη ζωή, που πάντα κάνεις λάθος τους υπολογισμούς και πάντα αλλιώτικος σου βγαίνει ο λογαριασμός. Φταίει το ότι ο χρόνος του μέλλοντος πάντα επενδύεται με ελπίδες, φαντάζεσαι το μέλλον απελευθερωμένο, χειραφετημένο, λες και ο χρόνος από μόνος του θα τα αλλάξει όλα. Η έννοια του χρόνου εμπνέει όρους που μας μπερδεύουν, ας πούμε τη λέξη «καθυστέρηση». Ήμασταν παιδιά και μαθαίναμε πως η Ελλάδα ήταν σε όλα λίγο καθυστερημένη λόγω προηγούμενων καθυστερήσεων, είχαμε πιστέψει όμως πως κάπως θα έτρεχε στο μεταξύ να προλάβει τους άλλους και όταν θα μεγαλώναμε θα βρίσκαμε τα πράγματα κανονικά και όπως πρέπει.

Μεγαλώσαμε και οι παλιές καθυστερήσεις έγιναν ιδιαιτερότητες, δεν βιάζονται καθόλου να προλάβουν, κοιτάζουν πίσω ευχαριστημένες, νωχελικά απολαμβάνουν τη λιακάδα και σαν γατούλες γλείφουν το γυαλιστερό τους τρίχωμα. Νωχελικά κι εσείς χαζέψτε στη λιακάδα μας λένε, έτοιμες να βγάλουν νύχια αν εμφανιστεί απειλή ταχύτητας και αλλαγής. Μόνο η συννεφιά τούς το χαλάει. Μια ώρα περίσσευμα ξαφνικά την Κυριακή τη συννεφιασμένη, όπου το ρίχνεις στην περισυλλογή και μετράς κερδισμένες ώρες και χαμένα χρόνια.
Από τα ΝΕΑ, το 2009
http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4542906/?iid=2

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Ποιο είναι το αυτονόητο;

Δεν παρακολούθησα το debate της περασμένης Τετάρτης. Περνώντας δίπλα από την οθόνη, άκουσα μόνο μια ερώτηση, ύστερα ακόμα μια, ξαναπερνώντας για να πάω να χωθώ στο κρεβάτι μου και να κουκουλωθώ ώς το κεφάλι. Η μία ήταν για τις γερμανικές αποζημιώσεις, η άλλη δεν ήταν για τίποτε, αναφερόταν ξεκάθαρα σε ένα συναίσθημα: «Είπατε πως πρέπει να είναι φίλοι μας οι Γερμανοί;» Απευθυνόταν στον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος απάντησε ότι και οι Γερμανοί και οι Σουηδοί και όλοι οι λαοί θέλουμε να είναι φίλοι μας.
Με πείραξε, με προσέβαλε το αυτονόητο που κρυβόταν πίσω από τις ερωτήσεις. Ο υπαινιγμός ότι όλοι οι Ελληνες οφείλουμε, αλλιώς είμαστε ύποπτοι εθνικά, να μην αισθανόμαστε φίλους τους Γερμανούς και να υπερασπιζόμαστε το αίτημα για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Οσοι δηλαδή θεωρούμε ιδιαίτερα φίλους τους Γερμανούς και δεν συμφωνούμε με τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων δεν είμαστε καλοί Ελληνες, μη σου πω και ύποπτοι.
Κι όσοι θεωρούμε αυτονόητο ότι η απόφαση των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμμάχων, στους οποίους ανήκε η Ελλάδα, να χαριστούν οι αποζημιώσεις, να μην ξαναγίνει το λάθος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε οδηγήσει στον Δεύτερο, είναι από τα πιο σημαντικά βήματα προόδου που έχει κάνει η ανθρωπότητα και είμαστε περήφανοι που ανήκουμε στην Ευρώπη αυτή, της δύσκολης απόφασης, της προσπάθειας ειρήνης, λήθης, συμφιλίωσης, όσοι δεν θέλουμε να ξεχωρίσει η Ελλάδα τον εαυτό της από τη στάση αυτή, όσοι θεωρούμε ότι αξιοπρέπεια είναι να συνεχίσουμε να ανήκουμε σε αυτή την ομάδα κρατών και λαών κι όχι να βγούμε αυτοβούλως στην άκρη απαιτώντας χρήματα τώρα πίσω πίσω, προβάλλοντας βίντεο σπαρακτικά της Κατοχής μέσα στο μετρό, ξύνοντας πληγές που πρέπει να επουλωθούν, που ανήκουν πια στον στοχασμό, στην τέχνη, δεν μπαίνουν στις πολιτικές αναμετρήσεις, δεν θέλουμε να μπαίνουν, εμείς δεν έχουμε φωνή, δεν έχουμε πολιτική έκφραση;
Δεν υπάρχει δημοσιογράφος να θεωρήσει αυτονόητα αυτά τα πράγματα, να βρει τον τρόπο να αντισταθεί στην κατρακύλα των εκβιαστικών ερωτήσεων, δεν υπάρχει πολιτικός να βρει το κουράγιο να ταρακουνήσει λιγουλάκι αυτή τη βεβαιότητα των επιθετικών παρελθοντολάγνων;
Εκλογές κάθε τρεις και λίγο φαίνεται ότι κάνουν τα ταμπού ακατανίκητα και ακόμα πιο ταμπού. Πού να βρεθεί καιρός για συζήτηση και αποχρώσεις; Μέσα στο ψυχαναγκαστικό κλίμα που δημιουργούν αυτά τα δήθεν debate, άντε τόλμα να πεις, να σκεφτείς περνώντας μπροστά από την οθόνη, ότι ναι, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας.
Περισσότερο από άλλους, πώς να το κάνουμε; Από την εποχή της δημιουργίας του νέου ελληνικού κράτους, με εξαίρεση την Κατοχή, που έγιναν εχθροί των πάντων, έκαναν περισσότερα από πολλούς για την Ελλάδα. Θα μας υπαγορεύσουν και τη σκέψη και το βλέμμα τώρα οι κατασκευαστές κλισέ;
15-9-2015

Να φύγουμε, να πάμε αλλού!

Γιατί δεν πάνε οι πρόσφυγες στη Σαουδική Αραβία, αναρωτιούνται πολλοί. Δεν ξέρω για όλους τους πρόσφυγες, αλλά για δύο νεαρούς που γνώρισα πέρσι, λίγο πριν φύγουν για το παράνομο και πεζοπορικό ταξίδι τους ώς τη Γερμανία. Αυτή η δουλειά γινόταν φυσικά και πριν φτάσει στα πρωτοσέλιδα, συστηματικά, από τότε που έγινε αδιέξοδος ο πόλεμος στη Συρία.
Καθώς έχουν την ηλικία των παιδιών μου οι νεαροί αυτοί, τους έβλεπα να ετοιμάζουν τα σακίδια για την πορεία, τα παγούρια, τα σάντουιτς, δεν άντεξα, άρχισα τα μαμαδίστικα. ❝Πώς θα το κάνετε αυτό, παιδιά; Οι μαμάδες σας το ξέρουν;❞. Τέτοια. ❝Και πού είναι αυτές οι μαμάδες; Τις αφήσατε στη Συρία;❞.
❝Η δική μου είναι στη Σαουδική Αραβία❞ λέει ο ένας.
❝Και γιατί δεν πας κι εσύ εκεί, παιδί μου;❞ εγώ, ως άσχετη.
Με κοιτάζει πικρά, δείχνει τον εαυτό του, το πρόσωπό του, και λέει:
❝Να πάω εγώ στη Σαουδική Αραβία, για κοιτάξτε με! Εγώ, κυρία, είμαι φωτογράφος. Ξέρετε πώς είναι η ζωή στη Σαουδική Αραβία; Δεν μπορείς να κυκλοφορείς όπως θέλεις, να δουλεύεις, να φωτογραφίζεις. Οι γυναίκες ξέρετε πώς πρέπει να κυκλοφορούν; Κουκουλωμένες απ’ την κορφή ώς τα νύχια. Τι φωτογραφίες να βγάλω, τι να τις κάνουν τις φωτογραφίες μου; Στη φυλακή θα βρεθώ. Είμαι είκοσι δύο χρονών, θέλω να ζήσω. Δεν μπορώ να πάω εκεί, δεν θέλω τέτοια ζωή❞.
Αυτά μου είπε ο νεαρός, και κατάπια τη γλώσσα μου. Είχα μιλήσει λες κι η ζωή είναι ένα βάρος που το φέρεις όπως λάχει, χωρίς επιλογές, χωρίς επιθυμίες και φιλοδοξίες· γιατί; Επειδή γεννήθηκες στη Συρία; Λες κι οι μουσουλμάνοι απανταχού της γης είναι τζιχαντιστές που δεν έχουν άλλο στο μυαλό τους από το πώς να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, ταγμένοι σε ομοιόμορφη ζωή.
Ομως οι άνθρωποι έχουν αυτό το κακό, θέλουν να ζήσουν, κι όχι στοιβαγμένοι σε κοντέινερ, αλλά σε πόλεις αληθινές, με ευκαιρίες και με πειρασμούς. Θέλουν να αναμετρηθούν μ’ αυτό που υπάρχει στον κόσμο, δεν μπορεί να επιλέξουν την κατάσταση του τυφλοπόντικα.
Κι όσο γι’ αυτό που λέγεται, ότι δεν έχουν πρόσφυγες οι χώρες της Ασίας, είναι ανακρίβεια φυσικά, οι περισσότεροι πρόσφυγες βρίσκονται στις γειτονικές με τη Συρία χώρες.
Για να συνεχίσω την ιστορία, οι νεαροί έφτασαν στη Γερμανία, έβαλαν και φωτογραφίες τους στο Facebook για να μην ανησυχώ, όπως μου είχαν υποσχεθεί, μπροστά σε διάφορες γοτθικές μητροπόλεις, κι όλο χαμογελούν.
Θα ζήσουν οι πρόσφυγες, θα περάσει αυτή η μπόρα, θα βρουν γρήγορα την αξιοπρέπειά τους, ίσως θα τους ξεχωρίζει μόνο το ότι θα μπορούν να εκτιμούν περισσότερο τον ειρηνικό τρόπο ζωής που εμείς περιφρονούμε.
8-9-2015

Οι drama queens δεν χάνονται

Κάποιος ονειρεύεται χαμένες γενιές, για να βγει μπροστά να τους δείξει τον δρόμο, έχει το θράσος να το λέει, ν’ απευθύνεται στους εικοσάρηδες μ’ αυτό το επίθετο. Ετσι και πετύχει κάνα παιδί σε υπαρξιακό πρόβλημα, του σερβίρει ταυτότητα, νομίζει.
Ούτε ο πρώτος είναι, ούτε ο τελευταίος που μαζεύει κλισέ της δεκάρας από τους άπειρους drama queens της πεντάρας που κυκλοφορούν στην πιάτσα. Πραμάτεια προεκλογική από τον πάτο του καλαθιού, για πελάτες εθισμένους στην κλάψα. Ας ανανεωθεί τουλάχιστον το ρεπερτόριο. Η χαμένη αυτή γενιά έχει στη διάθεσή της τις περισσότερες δυνατότητες για σπουδές από κάθε προηγούμενη.
Ποτέ δεν υπήρχαν τόσες σχολές, τόσες υποτροφίες, τόσοι κλάδοι, τόση κατανόηση για κάθε ταλέντο και για κάθε ελάττωμα, για κάθε κλίση και για κάθε ιδέα, όσο σήμερα.
Οι πανελλαδικές βέβαια συνεχίζουν να είναι εξουθενωτικό και παραμορφωτικό σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, αλλά για κάποιον που θέλει να σπουδάσει στ’ αλήθεια δεν είναι παρά ένα είδος τελετής ενηλικίωσης, που περνάει και τον αφήνει στο κατώφλι της ζωής του με όλη την πιθανή ελευθερία και τον πιθανό σεβασμό που μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος.
Οι σημερινοί εικοσάρηδες είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εχουν ίντερνετ, όποτε θέλουν μπορούν να ψάξουν ό,τι βαστάει η καρδιά τους. Στην Αγγλία και στις άλλες περιζήτητες για σπουδές χώρες πληρώνουν τα λιγότερα δίδακτρα, ενώ οι εκτός Ε.Ε. πρέπει να είναι παιδιά πριγκίπων για να σπουδάσουν.
Κινούνται ελεύθερα στις πιο ελεύθερες χώρες του κόσμου, τις ευρωπαϊκές, τις γεμάτες υποτροφίες, επιδοτήσεις σπουδών, προσφορές πρακτικής, τις πιο επινοητικές, τις πιο σεβαστικές απέναντι στους νέους. Οι γονείς εδώ τα μορφώνουν επαρκώς για να μπορούν να σταθούν παντού, κι ας λέμε.
Τι το χαμένο έχει αυτή η γενιά; Μα δεν μπορεί, δεν πρέπει, δεν γίνεται, να ελπίζουν όλοι να διοριστούν κάπου στο Δημόσιο άμα τη λήψει του πτυχίου τους! Για φαντάσου, μεγάλη δυστυχία! Μπορεί να είναι πράγματι, αλλά όχι για τους ίδιους τους νέους.
Μάλλον για μας τους μεγαλύτερους, τους δυσκίνητους, που φοβόμαστε γιατί δεν ξέρουμε, που μένουμε εδώ και δεν μπορούμε να συγκρίνουμε, για μας είναι μεγάλη χασούρα, πράγματι, που δεν μπορούν να διοριστούν πολλοί νέοι στο Δημόσιο, διότι θα μείνουμε με τους γνωστούς παλιούς και κακομαθημένους.
Αλλά για τους ίδιους είναι μάλλον ελευθερία, κίνητρο να αναζητήσουν τις αληθινές τους κλίσεις και κλήσεις, να εκπαιδευτούν, να βυθομετρήσουν τον χαρακτήρα τους.
Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να προσφέρει το κράτος, αφού πλέον κορέστηκε ως εργοδότης, θα ήταν μεγαλύτερος σεβασμός στη νεανική ελευθερία σπουδών. Αυτό μπορεί να το κάνει, να ακολουθήσει πια τα ευρωπαϊκά παραδείγματα των ανοιχτών τμημάτων, να μην υποχρεώνει κάποιον που πέρασε σε μια σχολή στις πανελλαδικές να την ακολουθεί ώς το τέλος χωρίς τη δυνατότητα να αλλάξει τμήμα.
Αλλά κι αυτό να μην κάνει, γιατί πια τι να περιμένει κανείς απ’ αυτό το κράτος κι απ’ αυτό το υπουργείο, ο εικοσάρης μπορεί να βρει τον δρόμο του καλύτερα, πιο ξεκάθαρα, πιο απλά, από κάθε άλλο εικοσάρη που πέρασε απ’ αυτόν τον τόπο.
Χαμένες γενιές, μιζέρια, φτώχεια, αμηχανία, αμορφωσιά, ονειρεύονται οι ηγέτες που θέλουν να κυβερνούν απαίδευτους, μίζερους, φτωχούς, αμήχανους, χαμένους. Οι ζωές είναι μοναδικές, μην αναζητήσετε ελαφρυντικό για καμία χασούρα.
1η Σεπτεμβρίου 2015

Παρομοιώσεις και μεταφορές

-Τι συμβαίνει με τα λεωφορεία, με ρωτάει η γυναίκα που λειώνουμε δίπλα- δίπλα από τη ζέστη στη στάση. Τα έχουν αραιώσει; -Θα ήθελα...