Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Καυγάδες με τους ξένους φίλους μου

Τσακώθηκα γλυκά με δυο νέα παιδιά, Γερμανούς, για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Για την ακρίβεια, εκείνοι έλεγαν ότι το ελληνικό κράτος δικαιούται να εισπράξει αποζημιώσεις, κι ήταν έτοιμοι να βγάλουν μολύβι και χαρτί να κάνουν ακριβή λογαριασμό, κι εγώ έλεγα ότι δεν πρέπει να γίνεται τέτοια συζήτηση σήμερα. Δεν μπορέσαμε να συμφωνήσουμε, και δεν με άφησαν ούτε να πω το ποίημα μου, την άποψη ότι η Ενωμένη Ευρώπη χτίστηκε- ή προσπαθεί να χτιστεί- ή προσπάθησε τέλος πάντων, πάνω στην απόφαση για κλείσιμο των λογαριασμών του παρελθόντος. Το ξέρανε καλά αυτό το ποίημα, διδάσκεται γενικά στα ευρωπαϊκά σχολεία, αλλά στα γερμανικά μαθαίνουν και το άλλο, των ευθυνών της χώρας τους για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αίσχη του. Οπότε, έλεγαν εκείνοι τα δικά τους, έλεγα κι εγώ, τελικά συμφωνήσαμε πως διαφωνούμε.
Αν ήταν στο χέρι τους, αν ήταν διαχειριστές των γερμανικών χρημάτων, σίγουρα θα τα έβγαζαν επιτόπου να τα παραδώσουν, και τότε θα μου απέμενε μόνο το επιχείρημα ότι πρέπει να δώσουν τόσα κι άλλα τόσα στο Ουκρανικό κράτος, το Πολωνικό, το Ρωσικό, κι ούτε ξέρω σε ποια άλλα.
Τι γενναιόδωρα παιδιά ωστόσο. Και δεν είναι τα πρώτα που συναντώ. Μου έχει τύχει πολλές φορές να συζητώ με Γερμανούς, με Άγγλους, Γάλλους, και ναι, ακόμα και Πορτογάλους (όχι όμως Σέρβους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Πολωνούς) έτοιμους να δεχτούν την ευθύνη που τους αναλογεί για κάθε κακό που συμβαίνει στα πέρατα του κόσμου. (Οι Πορτογάλοι ας πούμε δέχονται με σκυμμένο κεφάλι ότι φταίνε για όσα απειλούν τον πλανήτη με την καταστροφή του Αμαζονίου).

Ωστόσο, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, θα δεχόμουν μια αποζημίωση σε είδος, σε σειρές μαθημάτων και σεμιναρίων, μάστερ κλας και φάκιουλτις που θα είχαν ως αντικείμενο αυτό ακριβώς: την καλλιέργεια σωστών ενοχών στην εθνική συνείδηση, τον εμπλουτισμό της, ας πούμε, με ενοχές. Μετά από τόσες και τόσες διαφωνίες με Γερμανούς που θέλουν να μας δοθούν πολεμικές αποζημιώσεις, Άγγλους που θέλουν να επιστραφούν τα γλυπτά του Παρθενώνα, Γάλλους που τύπτονται για την Αφροδίτη της Μήλου (η οποία όμως αγοράστηκε και πληρώθηκε κανονικά, τους λέω κάθε φορά για να τους παρηγορήσω, αλλά αντιτείνουν πως η τιμή έχει ανέβει), Ιταλούς που ζητούν συγγνώμη για την καταστροφή του Σύλλα στην Αθήνα το 86 π. Χ. κλπ, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ενοχές είναι ευγενικό και δημιουργικό συναίσθημα.. Οι Γερμανοί, ας πούμε, που τις καλλιεργούν συστηματικά, κατάφεραν να έχουν την πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης και μάλιστα μετά τη δοκιμασία της ένωσης. Κάποιο ρόλο πρέπει να παίζουν οι ενοχές, δεν μπορεί. Στην πραγματικότητα διαθέτουμε όλοι, είναι από τις ιδιότητες που μας κάνουν ανθρώπους, αλλά οι συλλογικές είναι ανώτερες από τις ατομικές. Οι Έλληνες, που έχουμε κυρίως ενοχές απέναντι στα παιδιά μας, και προσπαθούμε να τους εξασφαλίσουμε ζωτικό χώρο προστατευμένο από τις κακίες της κοινωνίας, κατορθώνουμε να χειροτερεύουμε την κοινωνία.
Μακάρι, αντί για άλλη επανόρθωση, να μετατοπίζαμε στη σωστή θέση στις ενοχές μας.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Εμείς ο λαός ή εμείς οι πολίτες;

“Το ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανική δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρει τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον, δια των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συννηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν...”
Αυτή η συγκινητική εισαγωγή του “Προσωρινού πολιτεύματος της Επιδαύρου” που θύμησε με την επιστολή του στους μαθητές ο υπουργός Παιδείας, δεν μιλά για λαό αλλά για έθνος. Είναι η εποχή που η αρχή των εθνοτήτων τραντάζει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού κόσμου, ο οποίος ακόμα ζούσε σε συστήματα φεουδαρχικά, σε αυτοκρατορίες χωρίς ελευθερίες, με πολύ πρωτόγονη αντίληψη των ατομικών δικαιωμάτων. Η ελευθερία των ανθρώπων εκείνη την εποχή περνούσε από την αυτοδιάθεση των εθνών.
Από τότε ως τώρα άλλαξαν πολλά στην Ευρώπη, και κυρίως η έννοια του έθνους. Τα εθνικά κράτη, παλιά και καινούργια, οι πολίτες των εθνικών κρατών της Ευρώπης, όσο είναι εθνικά τέλος πάντων, όσο κατάφεραν να γίνουν μέχρι να σταματήσει η πορεία αυτή παγιδευμένη στις ματωμένες λάσπες των πολέμων, έβαλαν ένα στόχο μεγαλειώδη και πρωτοφανή: να φτιάξουν μια ομοσπονδία πέρα και πάνω και διαμέσου των κρατών, εθνικών και μη, με κάθε πολίτη να απολαμβάνει ίσα δικαιώματα. Ανεξάρτητα σε ποιο έθνος ανήκει κανείς, σε ποια μειονότητα, ή πλειονότητα, θρησκεία, δόγμα, φύλο, οτιδήποτε, κάθε άτομο να είναι πολίτης αυτής της ομοσπονδιακής χώρας. Στις περισσότερες χώρες που προσπαθούν για το δύσκολο αυτό στόχο, ήδη η πολιτική κατάσταση ισότητας των πολιτών είναι αναγνωρισμένη, πέρα από τις δυσκολίες που παρουσιάζει να γίνει καθημερινότητα και συνείδηση.
Όση συγκίνηση και να προκαλεί ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται ιστορικά. Εκτός χρόνου. Βρισκόμαστε αλλού σε σχέση με τα έθνη. Αλλά αν αντί για τη λέξη “έθνος” χρησιμοποιήσει κάποιος τη λέξη “λαός”, τότε, όσο αριστερή κι αν ακουστεί η φράση, πάει την Ιστορία ακόμα πιο πίσω. Γιατί “λαός” είναι μια έννοια πολύ πιο ρευστή και μυστήρια από το έθνος. Είναι όπως η λέξη “μάζα” που ευτυχώς εγκαταλείφθηκε, κάτι σχεδόν άμορφο, σαν πηλός που πλάθει ο καλλιτέχνης, ο ηγέτης. Βολικότατη αοριστία που γεμίζει καθένας κατά βούληση.
Ο λαός δεν πολυσκέφτεται, δεν πολυαποφασίζει, κυρίως δεν πολυφέρνει αντιρρήσεις. Ο λαός υπάρχει επειδή έχει ηγέτη. Καλό είναι να υπακούει στον ηγέτη, αυτή είναι η βαθύτερη έννοια της διαρκούς χρήσης της λέξης και της έννοιας “λαός”. Να έχει ενιαία σκέψη, αν υπάρχουν δυσαρμονίες χαλάει η ωραία εικόνα του λαού.
Ανάμεσα στο λαό και στην ηγέτη οι θεσμοί περιττεύουν. Ενοχλητικές και βαρετές διαδικασίες όλ' αυτά τα περίπλοκα, τα ευρωπαϊκά, με τους νόμους, τις χωριστές εξουσίες, τους κανονισμούς και τα σούπα- μούπες. Βρισκόμαστε σε αυτοκρατορία και μάλιστα αυταρχική, η λέξη “λαός” στα χείλη ηγετών καταγγέλλει όλους τους αιώνες που πέρασαν από την εποχή του Βυζαντίου, νοσταλγεί την άμεση εξουσία, εκείνους τους φαντάρους που εξέλεγαν αυτοκράτορες δια βοής και τους φέρναν μετά στη βασιλεύουσα.
Το σημερινό πολίτευμα μας θεωρεί πολίτες. Είμαστε υπεύθυνοι για τη λειτουργία του σαν ελεύθερα άτομα, έχουμε συμφωνήσει επακριβώς για τις εξουσίες του καθενός, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες, και τις περιστολές τους, τις υποχρεώσεις και τον αλληλοσεβασμό, με περίπλοκους θεσμούς και νόμους. Οι λέξεις δεν είναι αθώες, όσο ρομαντικές κι αν ακούγονται.



Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Ήταν απλό, ίσως

Είναι κάτι βλαμμένα που φοβερίζουν. Επειδή φοβούνται κυρίως, επειδή τρέμουν ότι δεν θα τα βγάλουν πέρα σε διάφορες σημαντικές αναμετρήσεις. Μπορεί μάλιστα να φοβούνται άδικα, πάντως φοβούνται. Φοβούνται ότι δεν θα τα καταφέρουν με τα μαθήματα, ότι δεν είναι αρκετά ωραίοι, δεν θα ρίξουν το κορίτσι που επιθυμούν- ή το αγόρι. Δεν θα βρουν τη δουλειά που θα τους έβγαζε ασπροπρόσωπους στα μάτια των γονιών τους. Δεν θα κερδίσουν τα λεφτά που χρειάζονται. Κάτι τους διαφεύγει από τη λειτουργία του κόσμου, κάτι που δεν μπορούν να καταλάβουν, να φτάσουν, τους το κρύβουν, θα το χάσουν. Μαζεύονται πολλά και τη βρίσκουν γιουχάροντας τους ωραίους, τους μοναχικούς, τους ξεχωριστούς, εκδικούνται προκαταβολικά για τη σύγκριση που θα υποστούν ίσως κάποτε, που την υφίστανται ήδη στο βάθος του μυαλού με τα ανομολόγητα.
Είναι ντιπ χαζά και φοβιτσιάρικα, ένα μπου να τους κάνεις το βουλώνουν. Εγώ δεν το ήξερα, είχα περάσει, σε λάιτ εκδοχή, κάτι καταστάσεις σχετικές, δεν παραπονέθηκα, ρούφηξα τις επιθέσεις εκείνες και μια ζωή προσπαθώ να αποτοξινωθώ από το δηλητήριο. Δεν έχω παράπονο, αλλά αν υπήρχε κάτι τότε να με βοηθήσει, να μου εξηγήσει το δίκιο μου, το άδικο των άλλων, δεν θα εσωτερίκευα την εξωτερική βία και θα ήμουν πιο υγιής ψυχικά, ίσως και σωματικά. Πολύ αργότερα, όταν έκανα παιδιά και ήρθε το φάσμα της κατάστασης εκείνης μπροστά μου με κάτι ασήμαντα περιστατικά, έμενα βουβή κι απελπισμένη. Τότε επιτέλους επενέβησαν οι άλλοι, πιο σώφρωνες, πιο γνώστες, και τότε είδα πόσο απλό ήταν. Βάλαν μια φωνή στα βλαμμένα, τους έκαναν μια ωραία, σταθερή, καθόλου υστερική εξήγηση περί του τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, και τι θα πάθαιναν αν συνέχιζαν. Δεν ξέρω αν όλα έγιναν τη σωστή στιγμή. Δεν ξέρω αν δεν έμειναν γρατζουνιές στις καρδούλες των παιδιών. Κάτι πάντα μένει, δεν περνάνε εύκολα αυτά όλα από τις παιδικές ζωές. Όμως τότε κατάλαβα ότι το πράγμα ήταν απλό. Φτάνει να μην αφήσεις να εδραιωθεί το καψόνι και οι διάφορες επιθέσεις και προκλήσεις σαν κανονικότητα, σαν κάτι που δεν προκαλεί αντιδράσεις. Να μην αφήσεις μόνο του αυτόν που δέχεται την επίθεση. Να δείξεις σα γονιός, σα δάσκαλος, σα μεγαλύτερος που ξέρει το νόμο, ξέρει το σωστό, ότι μπορείς να επέμβεις για να βάλεις τα πράγματα στη θέση του. Ήταν τόσο απλό λοιπόν, από τη μεριά των άλλων.
Δεν είναι ποτέ απλό από τη μεριά του θύματος. Το κάθε παιδί στις περιπτώσεις αυτές εισπράττει τον πόνο του σαν αδυναμία. Σκέφτεται πως έπρεπε να μην μπορούν να τον πειράξουν. Έπρεπε να τους κρατήσει σε απόσταση. Έπρεπε να τα βγάλει πέρα μαζί τους, κλπ κλπ. Δεν ξέρω αν μπορεί να διδαχτεί κανείς τα δικαιώματα του εξ απαλών ονύχων, αλλά η προσπάθεια επιβάλλεται. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μαζί βέβαια, ότι έχουν υποχρέωση να καταγγέλλουν κάθε επίθεση σε άλλον όπως και να προστατεύουν τον εαυτό τους, χωρίς το φόβο να τους πουν ρουφιάνους, να τους θεωρήσουν αδύναμους και άλλα τέτοια καταστροφικά. Η εκ των άνω παρέμβαση σώζει και του θύματος την αυτοεκτίμηση, ακόμα και στους θύτες δίνει μια ελπίδα: να γλυτώσουν από την κατρακύλα του χουλιγκανισμού, να βρουν κάτι μέσα τους που μπορεί να αναπτυχθεί, να πασχίσουν για κάτι καλύτερο κι αυτοί στη ζωή τους.
Κι όλ' αυτά τώρα είναι φλυαρίες βέβαια, ο άδικος θάνατος δεν έχει παρηγοριά.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Αισιοδοξία

Παραμένω η αισιόδοξη της παρέας. Οι ευρωπαίοι, λέω και το πιστεύω, δεν μπορούν να συλλάβουν υπαρξιακά την έννοια της Ευρώπης χωρίς την Ελλάδα μέσα. Η Ελλάδα χρειάζεται σαν τοτέμ, σαν εικόνισμα, είναι η μακρινή μητέρα, ο τόπος όπου έχουν όλοι πιστέψει πως γεννήθηκε το πνεύμα κι έκτοτε κατοίκησε την ήπειρο. Ίσως αν δεν είχε γίνει μέλος της Ένωσης η χώρα να μην το έβλεπαν έτσι, αφού όμως έχει προχωρήσει η σύγχρονη αυτή σχέση δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Θα ήταν τραυματικό ψυχολογικά, για οικονομία μη με ρωτάτε. Δεν έχω ιδέα. Τέτοια όμως φιλοσοφικο- ψυχαναλυτικο- υπαρξιακά, μάλιστα. Αυτά μετράνε στο βάθος όμως, και μάλλον το ξέρουμε όλοι και τραβάμε το σκοινί.
Τώρα, όταν μιλάμε για τους ευρωπαίους, να το διευκρινήσουμε λίγο. Ίσως δεν σκέφτονται- δεν αισθάνονται όλοι έτσι. Κυρίως οι γερμανοί, και οι γάλλοι δευτερευόντως. Δηλαδή αυτοί που έχουν επωμιστεί, υποσυνείδητα ή οικονομικά, και στην περίπτωση των γερμανών πάει μαζί, τη βαρειά ευθύνη για την ένωση και την ανάδειξη της χώρας που κάποτε θα αντικαταστήσει όλα τα μικρά και κάποτε αιματοβαμμένα κράτη της γηραιάς ηπείρου. Η οποία γέρασε και έβαλε μυαλό. Ίσως όχι όσο θα έπρεπε, αλλά πάντως κάτι λίγο.
Κάποιοι πιο πραγματιστές και λιγότερο φιλοσοφικο-υπαρξιστο-ψυχαναλυτές, γνώστες της Ιστορίας, μου θυμίζουν ότι υπάρχουν και μελανές σελίδες στη σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες, κάτι ναυτικοί αποκλεισμοί και διάφορα άλλα, τα οποία όμως, επιμένω εγώ, συνέβησαν σε μια εποχή που δεν υπήρχε ακόμα ο στόχος της Ενωμένης Ευρώπης. Εδώ οι άλλοι γελάνε, ποιος στόχος είπες; Πάει αυτός, ξόφλησε, αφότου οι φίλοι σου οι Γάλλοι ψήφισαν όχι στο Σύνταγμα το ευρωπαϊκό επειδή δεν ήταν τέλειο. Ίσως έχουν και δίκιο, ίσως μόνο εγώ και διάφοροι άλλοι περιθωριακοί επίμονοι τύποι να θυμούνται ακόμα ότι η Ευρώπη έχει ξεκινήσει να γίνει ενιαία χώρα. Οπότε πράγματι, αν αυτός ο στόχος δεν υπάρχει, όλ' αυτά δεν έχουν νόημα.
Κι εγώ που επιμένω ψυχαναλυτικο- κλπ λέω μπορεί εμείς οι Έλληνες να κατηγορούμε τους Ευρωπαίους για τα μύρια όσα, αλλά κατά βάθος είμαστε σίγουροι ότι ο στόχος παραμένει. Γι αυτό εκ του ασφαλούς είμαστε επιθετικοί. Δεν μας περνάει από το μυαλό ότι είναι κάτι εύθραυστο και πολύτιμο η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης, που το πιάνεις τρυφερά, του μιλάς ψιθυριστά και το προσέχεις σαν κόρη οφθαλμού. Δεν φοβόμαστε μήπως όλη η καταπληκτική εικόνα που προσλαμβάνουμε για το μεγαλείο της χώρας έρχεται από τη φιλοδοξία να γίνει η Ευρώπη ενιαία, ούτε μήπως χαθεί η αντανάκλαση της αν ο στόχος ξεχαστεί, ο καθένας βυθιστεί στο δικό του επαρχιακό εαυτό, και ξεχάσει τα μεγαλεπήβολα όνειρα.
Ίσως το μεγαλείο μας κούρασε. Ίσως θέλουμε να φωνάξουμε ότι είμαστε μικροί και ανώριμοι και παριστάνουμε τους μεγάλους και σπουδαίους σαν ξενυχτισμένα παιδιά που χρειάζονται αγκαλιά κι ένα νανούρισμα, αλλά δεν έχουν τρόπο να το ζητήσουν.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Downton abbey

Αναγκάστηκα να φτιάξω την τηλεόραση αφού η ΝΕΡΙΤ άρχισε να προβάλλει τον καινούργιο κύκλο του Downton abbey. Τι να κάνω, ο εκμαυλισμός με τους πύργους (αββαεία κιόλας, αυτό πώς το προσπεράσαμε έτσι απλά;) είναι πλέον ανεξέλεγκτος κι ας έχει το σενάριο πλημμυρίσει με απίθανα και σαπουνοπερικά σε βαθμό κακουργήματος. Ρωτούσα τον εαυτό μου τις ώρες που παιδευόμασταν οικογενειακώς με τους αποκωδικοποιητές, τις κεραίες και τα βύσματα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω εγώ το σχετικό βίτσιο, τι στο καλό ακαταμάχητο έχω βρει στις εικόνες αυτές, πέρα από το ταλέντο της Μάγκι Σμιθ;
Να είναι τα ρούχα που με ξετρελαίνουν, να είναι οι σιλουέτες που τα φορούν, να είναι τα χτενίσματα, τα σερβίτσια, οι λεπτομέρειες φροντιστηρίου με δυο λόγια, που μιλάνε στην ανεξέλεγκτη γυναικεία απληστία μου για προικιά, την οποία πιθανότατα καταπίεσε η αφοσιωμένη στη χειραφέτηση νεότης μου; Να είναι τα έπιπλα και οι ταπετσαρίες, άλλο απωθημένο αυτό, που μου θυμίζουν τις βόλτες με τον πατέρα μου στα παλιατζίδικα, τα μόνα μέρη που επισκεπτόμασταν τακτικά οι δυο μας; Να είναι τα πράσινα τοπία, μόνιμος καημός της στερημένης μου ματιάς; Αλλά θα μπορούσα να βολευτώ και με ντοκιμαντέρ. Μήπως είναι οι κοινωνικές ιεραρχίες που αναλύει διαρκώς αυτό το σίριαλ, τα σαβουάρ βιβρ που μας διδάσκει ξανά και ξανά, επί σειράν ετών, μέσα από τις ταραγμένες βεβαίως, και διαρκώς στην κόψη του ξυραφιού, σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διαφόρων κοινωνικών τάξεων; Μήπως όλη αυτή η επιτήδευση είναι που με γοητεύει, οι τρόποι των ευγενών μεταξύ τους, αυτοί που υιοθετούν προς τους κοινούς θνητούς ή όσοι οι κοινοί θνητοί καλλιεργούν μεταξύ τους, πότε αντίστοιχοι με των ανωτέρων, πότε διαφορετικοί;
Ευγενείς πότε άραγε ονομάστηκαν οι φεουδάρχες; Κι από πότε έγινε η ευγένεια κοινό τοις πάσι αγαθό και σε κάθε τουαλέτα κοινόχρηστη ονομάζεσαι λαίδη και τζέντλεμαν, απ’ όπου κι αν κρατάει η σκούφια σου; Κι αν η φεουδαρχία δεν τελείωσε τη σωστή ιστορική στιγμή, έχεις ελπίδες να ζήσεις αυτή την τάση εξάπλωσης των περίτεχνων συμπεριφορών ή πρέπει να περιμένεις να συμβούν όλα απ’ την αρχή;
Κι όλα αυτά γιατί; Τόση αγωνία και τόση ζήλια, για ποιο λόγο; Επειδή σου παίρνουν τη σειρά στο γκισέ, σε σπρώχνουν στο τρόλεϊ, σε βρίζουν οι οδηγοί μοτοσικλέτας καθώς ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο όπου περπατάς, σου κοπανάνε τις πόρτες στα μούτρα κ.λπ. κ.λπ.; Ή για κάτι άλλο, πιο μεγάλο, που όλοι περιμένουμε; Και που δεν έρχεται ποτέ;

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...