Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Η ψυχολογία του θύματος


Με όλα τα συνταρακτικά γεγονότα και τις εκλογές, μου έμεινε στο μυαλό ένα μικρούλι γεγονός της προηγούμενης εβδομάδας. Ο υπουργός Παιδείας (της προηγούμενης εβδομάδας) έσπευσε να δηλώσει ότι θα αποσυρθεί το βιβλίο Ιστορίας της Τέχνης της Γ Λυκείου (μάθημα επιλογής) διότι δεν έχει τη λέξη “κλοπή” για τα μάρμαρα του Παρθενώνα από τον Έλγιν, αλλά τη λέξη “μεταφορά”. Κι έσπευσαν πολλοί να δηλώσουν τον αποτροπιασμό τους που 11 χρόνια τώρα τα παιδιά μαθαίνουν ότι ο Έλγιν “μετέφερε” τα μάρμαρα του Παρθενώνα, κι όχι τα έκλεψε.
Σα να είναι η ψυχολογία του θύματος το υψηλότερο εκπαιδευτικό αγαθό που παρέχει το ελληνικό κράτος στα παιδιά της, βρίσκει σύμφωνους τους πάντες. Άλλα προβλήματα της Παιδείας μπορεί να λύνονται πολύ πιο δύσκολα, να υπάρχουν διαφωνίες, αλλά σε αυτό όλοι συμφωνούν με χαρά, κάθε φράση σε κάθε σχολικό βιβλίο πρέπει να καλλιεργεί τον ύψιστο αυτό σκοπό, να διαμορφώνει στην ψυχή του ελληνόπουλου, που ίσως δεν έχει τα μέσα για φροντιστήρια, ιδιαίτερα κλπ, κι ίσως δεν μάθει ποτέ καλά ορθογραφία, ή μαθηματικά, την εθνική ψυχολογία του θύματος. Ακόμα και ο πιο φτωχός μαθητής θα αποκτήσει την επίσημη σφραγίδα της ελληνικής παιδείας, αυτή τη βαριά πνευματική αρχή της, την ψυχολογία του θύματος. Αυτό τουλάχιστον το εμπεδώνει ένα παιδί που τελειώνει ελληνικό σχολείο. Ας τα έχει όλα στο μυαλό του λίγο φλου, ξέρει πως η πατρίδα του πάντα υπήρξε θύμα των μεγάλων δυνάμεων, ότι αφού έδωσε τα φώτα στον κόσμο δεν πήρε ποτέ την ανάλογη αντιπαροχή, όλοι την επιβουλεύονται και την απειλούν, γείτονες κοντινοί και μακρύτεροι, κι οφείλει να ζει με την καχυποψία και τη δυσπιστία ως έλλην απέναντι στην υφήλιο.
Σήμερα αναρωτιούνται πολλοί πώς γίνεται και η Χρυσή Αυγή είναι ακόμα τρίτο κόμμα, με τόσα που γίνανε, με τους αρχηγούς της στη φυλακή, κλπ. Η απάντηση όμως έχει δοθεί προ πολλού, δίνεται καθημερινά στη διάπλαση των παίδων, και των μη παίδων, με αυτή τη θεμελιώδη αντίληψη. Όλοι θέλουν το κακό μας από αρχαιοτάτων χρόνων.
Θα μου πείτε ότι όλα τα έθνη καλλιεργούν κάτι παρόμοιο στα σχολεία, γι αυτό και παντού υπάρχουν ακροδεξιοί, εθνικιστές και μανίες καταδίωξης. Νομίζω ότι το παρακάνουμε στην Ελλάδα. Ο λόγος του σχολείου και ο πολιτικός λόγος γενικά είναι γεμάτος από την αυτονόητη ιδέα ενός λαού- θύματος των ισχυρών. Κι όπως μπορεί να εξηγήσει κάθε ψυχολόγος, το να νιώθει κάποιος θύμα είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα. Ρέπει αυτομάτως προς τη βία, την εκδίκηση, τον αποκλεισμό και την αντικοινωνικότητα. Το υλικό που παραδίδει το ελληνικό σχολείο είναι η καλύτερη πρώτη ύλη για τη Χ.Α. Ο πολιτικός λόγος θεωρεί δεδομένη αυτή την κατάσταση. Όποιος πάει να τη μετριάσει, την πληρώνει, όπως ξέρουμε, πολύ άσχημα.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Τι θα πει ξενιτιά;

Περάσαμε την πρωτοχρονιά όλοι μαζί στο σπίτι, ξανά μετά από χρόνια. Παράξενη αίσθηση της παρουσίας των παιδιών που δεν είναι πια παιδιά, αλλά σα να ξαναγίνονται για λίγο, την ώρα που εσύ ο γονιός αισθάνεσαι το ξαναφορεμένο κοστούμι του γονιού να σε στενεύει. Πάντα οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους σαν παιδιά, έλεγε ο πατέρας μου, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι έγινα τέτοιος γονιός. Βλέπω τα παιδιά μου σαν ανθρώπους, με ξαφνιάζουν ευχάριστα όταν αποκαλύπτεται πως έχουμε τα ίδια γούστα στα τραγούδια, λες και ξέχασα ότι ήμουν εγώ που τα νανούρισα συστηματικά με όσα μου άρεσαν. Συμβαίνουν διάφορα περίεργα με την αίσθηση του χρόνου καθώς προσπαθούμε να συντονίσουμε τις φωνές μας πάνω από το πιάνο, κάτι κύματα πύκνωσης ημερών, κάτι ίλιγγοι αραίωσης δεκαετιών. Δεν μπορείς να το διαχειριστείς αυτό το πράγμα, αν και πολλοί νομίζουν ότι φτάνει να φορέσεις μια ποδιά ως μητέρα, και ν' αρχίσεις να σερβίρεις μελομακάρονα.
Τραγουδάμε πολύ Χατζιδάκη, ακριβώς όπως κι όταν πηγαίναμε παρέα εκδρομές, ή όταν προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε τον πόνο από χτυπήματα και να αποκοιμηθούμε μια νύχτα μετά από έντονη δράση. Δοκιμάσαμε και μερικά Θεοδωράκη, της ξενιτιάς, αλλά δεν πάνε στις φωνές μας. Επιπλέον η ξενιτιά δεν είναι αυτή που ήταν, γι αυτό ίσως βγαίνουν φάλτσα τα συγκεκριμένα τραγούδια. Αν κι έχω σκεφτεί σε ανύποπτο χρόνο ότι ποτέ η ξενιτιά δεν ήταν αυτό που λένε τα τραγούδια, ειδικά εκείνος ο στίχος που έβρισκε τα ξένα βαρύτερα από την ερημιά, τη φτώχεια, την ορφάνια, και δεν ξέρω τι άλλο. Πιο αληθινά έμοιαζαν τα παραμύθια που πάντα θεωρούσαν αυτονόητο ότι οι μικροί ήρωες φεύγουν κάποια στιγμή από το σπίτι τους να πάνε να βρούνε την τύχη τους.
Είναι αναγκαίο όταν μεγαλώνεις να απομακρύνεσαι, να δοκιμάζεσαι σε περιβάλλον χωρίς προστασία, να επιστρατεύεις τις δυνάμεις σου χωρίς να φοβάσαι τις δυσκολίες, να χτίζεις κάτι δικό σου, κι αφού η Ελλάδα έγινε για πολλά παιδιά ένα είδος γυάλας ασφυκτικής προστασίας, θα έπρεπε να αποφασίσουν κάποια άλλα να απομακρυνθούν αρκετά για να βρουν ζωτικό χώρο δημιουργίας. Δεν είναι η κρίση, όχι μόνο αυτή, που οδηγεί πολλούς νέους να φύγουν από την Ελλάδα, αλλά η υπερβολική πρόνοια των γονιών να τα απαλλάξουν από δυσκολίες και ρίσκα, να τα εξασφαλίσουν, να τα διορίσουν, να τους προμηθεύουν την κότα με τα χρυσά αυγά. Ακόμα και η οικονομική κρίση από τις εξαιρετικές αυτές προθέσεις προστασίας των ελλήνων γονιών δημιουργήθηκε εδώ σε μας, την αγωνία τους να τα προφυλάξουν από τις κακοτοπιές της ζωής. Πολλοί διορισμοί, αλλεργία στην αξιολόγηση, περίεργοι κανόνες, μη κανόνες μάλλον. Τρελάθηκαν τα παιδιά, γέμισαν ενοχές. Καλύτερα να ταξιδέψουν μακριά, να γλιτώσουν από μας και τις καλές μας προθέσεις, να βρουν τον εαυτό τους και τις ικανότητές τους. Το τι θα τους λείπει, το ποιοι θα είναι, πόσο θ' αλλάξουν, είναι ζητήματα που θα πλουτίζουν εξασφαλισμένα τη ζωή τους.
Πάντως στις εκλογές που θα έχουν επιστρέψει στις μακρινές ευρωπαϊκές πόλεις όπου εργάζονται, δεν θα ψηφίσουν, για να το γυρίσουμε στο πολιτικό, κι αυτό φαίνεται ότι είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που το εφαρμόζει, κι ας έχουμε εκλογές κάθε χρόνο, τουλάχιστον.


Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Παρίσι, πόλη του φωτός

Kάπως παρηγορήθηκε η ψυχή μου βλέποντας τη διαδήλωση στο Παρίσι. Και στις άλλες πόλεις, όχι μόνο της Ευρώπης, μέχρι κι απο την Ανταρκτική ήρθαν μηνύματα και φωτογραφίες με πλακάτ συμπαράστασης “Είμαστε Σαρλί”. Χρειάζεται ενίοτε να θυμόμαστε πως δεν είμαστε αθύρματα των καιρών και των μικρών συμφερόντων μας, χρειάζεται να ξαναβλέπουμε το ουσιώδες στη ζωή μας, τον πυρήνα της κοινωνίας μας, το βαθύτερο νόημα της έννοιας “πολιτισμένες χώρες”. Το τι σημαίνει να είμαστε Ευρωπαίοι, τι υπερασπιζόμαστε, γιατί ελπίζουμε σε πολιτική ένωση, τι κοινό έχουμε.
Εντάξει, υπάρχουν κι αυτοί που θα βγουν να πουν ότι οι ηγέτες που συμμετείχαν ήταν υποκριτές, ή κάποιοι άλλοι που πήραν το Σαρλίμετρο, όχι δεν είστε αρκετά Σαρλί άρχισαν να λένε. Κι απο την άλλη μερικοί που διαχώρισαν τη θέση τους, δεν θα περπατούσαν για τίποτε δίπλα στη Μέρκελ, τη στιγμή που στην Αφρική την ίδια μέρα σκότωσε η Μπόκο Χαράμ χιλιάδες ανθρώπους κι οι Ευρωπαίοι δεν αντέδρασαν. Οι οποίοι υπήρξαν και αποικιοκράτες όπως ξέρουμε, κι αυτά πληρώνουν τώρα, είπαν άλλοι.
Και πώς να είναι όλοι Σαρλί; Πρόκειται για έντυπο ακραίο, για χιούμορ κατεδαφιστικό, απ' αυτό που δημιουργεί εχθρούς. Οι οποίοι χρειάζονται προσπάθεια για να γίνουν φίλοι, ή απλώς για να μαθαίνουν να ανέχονται. Η Μέρκελ ας πούμε, δεν θα είχε γίνει στόχος επίθεσης του Σαρλί σε κάποιο σκίτσο, ή ο Ολάντ; Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ωστόσο ήταν εκεί κι έγερναν ο ένας στον ώμο του άλλου, επειδή δεν είναι μόνο πολιτικοί που εκτίθενται σε κριτική, σε ψήφο με συγκεκριμένα κόμματα, αλλά και ηγέτες των χωρών τους. Όπως κι ο Σαμαράς. Είχε αξία το ότι πήγε εκεί πέρα, εκπροσωπούσε την Ελλάδα. Η Ελλάδα όπως κι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δήλωσε ότι υπερασπίζεται τη δημοκρατική καθημερινότητα, την ανοχή, την αξία της ανθρώπινης ζωής, την ελευθερία της έκφρασης.
Στο Αφγανιστάν έγινε και μια διαδήλωση υπέρ των δραστών, διάβασα. Προφανώς έχουν κι αυτοί τους οπαδούς τους. Αλλά και στο Αφγανιστάν, και στην Αφρική, στα πιο μακρινά χωριά, στις πιο καταπιεσμένες ζωές, το φως της ευρωπαϊκής κατάφασης φτάνει κι ας μην το υποπτευόμαστε. Όπως κάποτε μαθαίνουν όλοι οι άνθρωποι, όπου κι αν ζουν, ότι στο φεγγάρι έφτασε διαστημόπλοιο και πάτησε ανθρώπινο πόδι, έτσι και με την υπεράσπιση του Σαρλί. Αφορά όλον τον κόσμο, όπως η κατάκτηση της Σελήνης. Παντού πηγαίνει το μήνυμα και παρηγορεί και προβληματίζει και δίνει ελπίδες, κι οδηγεί αποφάσεις, κι αλλάζει τα πάντα. Είναι το μέτρο της ανθρώπινης προόδου. Ως εκεί φτάσαμε προς το παρόν. Στον Άρη δεν έχουμε πάει, στη Σελήνη όμως ναι. Τόσο τολμηρό χιούμορ, τόσο ασίγαστη αναίδεια, τόσο διεισδυτικό βλέμμα και τέτοια δυνατότητα έκφρασης δεν έχουν παντού, ούτε καν σε όλες της Ευρώπης. Δεν είναι όλες οι πόλεις Παρίσι, δεν είναι όλοι οι σκιτσογράφοι άξιοι για Σαρλί, ούτε τ' αστεία μας όλα τόσο έξυπνα. Δεν είμαστε όλοι τολμηροί, ούτε πιάνει τόσο το χέρι μας. Γι αυτό είμαστε Σαρλί, επειδή έχει τους καλύτερους, τους πιο ασύδοτους, που μετράνε την αντοχή του πολιτισμού μας, και τους θέλουμε, ασφαλείς και δημιουργικούς. Αμήν. 

http://www.efsyn.gr/arthro/parisi-poli-toy-fotos

Πόσο σας αγάπησα, κύριε Βολινσκί!

Έζησα στο Παρίσι δυο χρόνια σπουδάζοντας, το θεωρώ μεγάλο προνόμιο. Κάθε μέρα, περπατώντας στους δρόμους, έβλεπα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και των περιοδικών. Τα εξώφυλλα του Σαρλί ήταν συχνά γροθιά στο στομάχι. Δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα με τέτοια πρόκληση. Είχα πάει στη Γαλλία γεμάτη ευλάβεια, αυτοί οι τύποι δεν σέβονταν τίποτε. Ωστόσο δεν μπορούσες να τους αντισταθείς. 

Αιρετικοί, τολμηροί, σκατολόγοι, ερωτομανείς, συχνά με απωθητικό σκίτσο, οι σκιτσογράφοι του Σαρλί και των υπόλοιπων παρεμφερών περιοδικών ήταν σαν τους Σαντ της εποχής μας. Κάθε σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων την έβγαζαν στη φόρα, την προσωπική τους πρώτα απ' όλα. Αυτό κάνουν όλες οι τέχνες βέβαια, αλλά η δική τους σύμπλευση με τη δημοσιογραφία, την πολιτική, την επικαιρότητα, δοκίμαζε τις αντοχές σε μηνύματα και σε ανοχή κατεδάφισης των ιερών και των οσίων. Επιπλέον, χρησιμοποιούν σκίτσο, γλώσσα που απευθύνεται στον καθένα, που υποκαθιστά τα παιδικά καρτούν πριν καν το παιδί μεγαλώσει, κατά κάποιο τρόπο. Αν και δεν είναι εύκολες στην ανάγνωση, οι εικονογραφημένες σειρές του Σαρλί αγαπιούνται από εφήβους, η ρηξικέλευθη ματιά τους ικανοποιεί την ασίγαστη ανάγκη για πρόκληση που έχουν οι νεαροί.
Αγάπησα και μίσησα το Σαρλί τα χρόνια εκείνα για την αναμέτρηση που με ανάγκαζε να κάνω με την ουσία των ταμπού και των αρχών μου. Κορόιδευε κυρίως τους γάλλους πολιτικούς που εγώ σεβόμουν, κι όχι μόνο αυτούς, άσε δε τις σεξουαλικές αναφορές και εμμονές των σκιτσογράφων του. Κι όμως, ο Reiser ας πούμε, που πέθανε νέος, και ο Wolinski, που έζησε για να τον σκοτώσουν οι τρομοκράτες, κολλημένοι με τις γκόμενες, ήταν ακαταμάχητοι στην ειλικρίνεια τους. Κι ενώ θα μπορούσε να τους κατηγορήσει κανείς εύκολα για σεξισμό, με μια δεύτερη ματιά θα καταλάβαινε ότι ήταν πολύ λιγότερο σεξιστές μπροστά σε διάφορους άλλους που χρησιμοποιούν στερεότυπα. Ίσως αυτή η λέξη να είναι το μυστικό, η λέξη 'στερεότυπα'. Μπερδευόμαστε συχνά, αλλά κατά βάθος ξέρουμε τι είναι αυτό που προσβάλει και τι είναι αυτό που αποκαλύπτει και που τελικά καταγγέλλει τις προσβολές.
Ως δημοσιογράφος βέβαια είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά σκιτσογράφους στην Ελλάδα, και να ξέρω πόσο δίκιο έχει ο Φιλίπ Βαλ, παλιός διευθυντής του Σαρλί που αισθάνθηκε την ανάγκη να πει στην τηλεόραση πόσο καλόκαρδοι άνθρωποι, πόσο αφελείς και φιλικοί ήταν οι νεκροί φίλοι του. Αλλά δεν έχει αυτό σημασία, γιατί μπορεί να υπάρχουν και στριμμένοι, παράξενοι, αλκοολικοί, ξερωγωτί τύποι. Η δουλειά που κάνουν, αυτή η διαρκής πρόκληση, μας χρειάζεται; Είναι οι πιο βλάσφημοι, οι πιο ακραίοι, οι πιο προκλητικοί δημιουργοί που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο, πιθανότατα. Ίσως στο θέατρο να ακούγονται χειρότερα, αλλά πρέπει να μπεις μέσα, να πληρώσεις να το δεις. Αυτούς τους βλέπεις στο παρισινό περίπτερο κρεμασμένους κάθε μέρα. Μπορείς να μην αγοράσεις το Σαρλί βέβαια, αλλά ο μέγας κι ο μικρός λογοκριτής, ιεροεξεταστής κλπ μέσα σου τινάζεται. Κι αναρωτιέσαι αν πρέπει να επιτρέπεται τόση αναίδεια, τόσο θράσος, μήπως βγάζει το καπάκι από την κόλαση της ανθρώπινης υπόστασης; Μήπως δεν κάνει να το κουνάμε αυτό το καπάκι, γιατί θα ξεχυθούν οι διαβόλοι να μας φάνε; Οι δικοί μας διαβόλοι, αυτοί που κρατάμε δεμένους για να μην ξαναγίνουμε ζώα, να μην αφεθούμε στα ένστικτα, να συνεχίζουμε να ζούμε σε κοινωνίες, να μην αφήσουμε το μίσος και τις ορμές να κυριαρχήσουν, να μην αρπάζουμε τον εχθρό στο δρόμο να του φάμε την καρδιά, και να μην κινδυνεύουμε αυτός να μας αρπάξει.
Αυτό είναι το ερώτημα με την τέχνη γενικά. Μήπως το παρακάνει να αποκαλύπτει τη σκοτεινιά των ανθρώπων; Οι λογοκριτές κάθε εποχής και κάθε τάσης φοβούνταν πως ο λαός δεν θα είναι σε θέση να ελέγχει τις κακές δυνάμεις που αποκάλυπτε η τέχνη, πως έπρεπε να προστατεύεται από την αποκάλυψη της σκοτεινής πλευράς. Κι όταν στις δημοκρατίες η λογοκρισία υποχώρησε, βρέθηκαν ομάδες να ενοχλούνται, να διαμαρτύρονται, να νοσταλγούν τις λογοκρισίες. Κι όταν οι πολίτες των δημοκρατιών αποφάσισαν να υιοθετήσουν πλήρως, κι επίσημα, την ελευθερία στην έκφραση, φτάνουν στο σημείο να βρίσκουν εχθρούς απ' όλον τον κόσμο.
Ωστόσο η τέχνη συνεχίζει τη δουλειά αυτή, την οποία την ξεκινά από τα παιδικά παραμύθια. Τα χειρότερα τέρατα υπάρχουν εκεί, και στο τέλος οι ήρωες τα νικούν. Μπορεί να μην είναι τόσο ξεκάθαρο στον Σαίξπηρ όπως στους αδερφούς Γκριμ, γιατί οι ενήλικες οφείλουν να κάνουν μόνοι τους τη δουλειά που το παραμύθι την προσφέρει έτοιμη στο παιδί. Οι καλοί δεν νικάνε πάντα στα έργα για μεγάλους. Μέσα τους γίνεται η επεξεργασία, ποιος νικά, ποιος χάνει. Και στο τέλος η τέχνη πάντα είναι με το μέρος της κοινωνίας, με το μέρος του πολιτισμού, όσο άγρια πράγματα κι αν δείχνει. Διότι οι άνθρωποι είναι όντα πολύπλοκα, όσο κουραστικό κι αν είναι αυτό για απλοϊκά και εγκληματικά μυαλά. Λέω αυτονόητα πράγματα μάλλον, αλλά καμιά φορά μ' αυτά που διαβάζω κι ακούω γύρω μου αρχίζω ν' αναρωτιέμαι τι είναι το αυτονόητο κι αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Η διαφορά είναι στην ηλικία. Στα παραμύθια για παιδιά το τέλος οφείλει να είναι ξεκάθαρο, στα παραμύθια κάθε είδους για μεγάλους δεν οφείλει τίποτε κανείς παρά μόνο να βάζει τα δυνατά του να το κάνει ελκυστικό.
Αυτή τη σύνθεση ευτύχησα να κάνω στη νεότητά μου διαβάζοντας συστηματικά το Σαρλί και τα παρεμφερή. Η πρόκληση τους σε οδηγούσε να ξεκαθαρίζεις μέσα σου εν τέλει την ουσία από τη φιγούρα, τη βασική αξία από τις υποκριτικές διακηρύξεις, κι ακόμα βαθύτερα, σε επίπεδο προσωπικό καλλιεργούσε τη γνώση του άλλου και την αποδοχή. Γελούσα, αλλά όχι εύκολα. Όπως και στη λογοτεχνία πρέπει να κάνεις τον κόπο της ανάγνωσης για να την απολαύσεις, έτσι και στα κόμιξ αυτά. Πρέπει να κάνεις τον κόπο της αποδοχής της δικής τους γλώσσας. Σε προκαλούν να ταχτοποιήσεις μέσα σου πράγματα. Κι είναι χρήσιμη ταχτοποίηση. Είναι το μεγάλο ανοιξιάτικο καθάρισμα, ας πούμε. Ίσως να μην το αντέχει ο καθένας, κι είναι κρίμα. Στη Δημοκρατία που διαρκώς ονειρεύομαι (και τα κόμιξ έχουν τόσο πολύ να κάνουν με τα όνειρα) θα το μπορούσε ο καθένας. Αλλά η βασική αρχή της Δημοκρατίας αυτής είναι πως τα όνειρά σου δεν αφορούν τους άλλους. Οπότε οφείλεις να σέβεσαι αυτούς που δεν αντέχουν το Σαρλί.
Κι ως εκεί. Κι όχι να ανέχεσαι τη λογοκρισία που θέλουν να επιβάλουν κάποιοι, ή να δικαιολογείς τις δολοφονίες των τζιχαντιστών. Διότι η δυνατότητα να κυκλοφορεί το Σαρλί ελεύθερα, να κρεμιέται στα περίπτερα, και να μη σκιάζει φόβος την έμπνευση των δημιουργών του, είναι από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Είναι ο λόγος που η Γαλλία βρίσκεται στην πρωτοπορεία του κόσμου κι είναι πρότυπο για κάθε ανθρωπιστή και δημοκράτη. Είναι η ουσία της ύπαρξης της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού οράματος πολύ περισσότερο από κάθε οικονομική πολιτική και κάθε νομισματική ένωση. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε. Πρέπει να το υπερασπιστούμε ενωμένοι και αδιάλλακτοι. Φροντίζοντας να μην πέφτουμε στις παγίδες των ρατσιστών, με το αιχμηρό βλέμμα που μας καλλιέργησαν τα θύματα της επίθεσης, μεταξύ άλλων. 

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/509/je-suis-charlie 

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Στάσου, μύγδαλα!

Θυμάμαι πολύ καλά ότι στην Άνδρο έχει μυγδαλιές. Έχει βέβαια κι αλλού, ακόμα και στον κήπο του σπιτιού μας, αλλά της Άνδρου μου έχουν μείνει, από έναν περίπατο καλοκαιρινό πριν λίγα χρόνια, που είχαμε σταθεί μέσα στη ντάλα και μαζεύαμε μύγδαλα, τα σπάγαμε στις χούφτες μας μέσα και τα τρώγαμε σαν παιδιά, κι ήταν τόσο γλυκά κι ωραία. Αφού λοιπόν έχει η Ανδρος μύγδαλα, κι ο κήπος του σπιτιού μας, αφού θυμάμαι τα παιδικά μας χρόνια γεμάτα μυγδαλιές προσβάσιμες σε κήπους χαμένους μυστηριωδώς, γιατί δεν μπορώ να βρω τέτοια μύγδαλα στο σούπερ μάρκετ;
Πηγαίνω για μύγδαλα πολύ αποφασισμένη να αγοράσω ελληνικά, για λόγους οικονομικούς, εθνικούς, και τοπικιστικούς, κι επειδή πρέπει να ενισχύουμε τις αμυγδαλιές ως ιδέα και ως πράξη. Χώρια η σκηνή εκείνη με τα μύγδαλα στο σινεμά, που κυνηγά ο Γιάννης Βόγλης την Ανν Λόμπεργκ στο “Κορίτσια στον ήλιο” Μπορεί να μου έχει μείνει απωθημένο, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν σταματούσε αμέσως η Λόμπεργκ για τα ωραία μύδγαλα. Αλλά ου παντός πλειν ες Κόρινθον κι αγοράζειν μύγδαλα εξ Ελλάδος. Επεξεργασμένα και συσκευασμένα στην Ελλάδα, είναι η πλησιέστερη εκδοχή. Από πού είναι, ρωτάω τις πωλήτριες, και σηκώνουν τους ώμους τους. Πού να ξέρουν οι πωλήτριες από πού είναι το κάθε πράγμα που πουλά ένα μεγάλο μαγαζί;
Με πιάνει το πείσμα και ψάχνω όλες τις συσκευασίες με τα μύγδαλα. Την καλύτερη όψη την έχουν κάτι αμερικάνικα. Δεν είναι υπερβολικό να αγοράζουμε ξηρούς καρπούς από την Καλιφόρνια, λες και δεν έχουμε εδώ τον ίδιο ήλιο; Κι όμως, και τα δαμάσκηνα και διάφορα άλλα προϊόντα των εύκρατων κλιμάτων τα βρίσκεις παντού καλιφορνέζικα. Όχι, αποφασίζω, θα ψάξω κι αλλού.
Εκεί που αποκλείεται να βρω φυσικά, είναι το μαγαζάκι της γειτονιάς. “Από την Ινδία είναι” μου λέει τίμια ο έμπορος, και τόσο με συγκινεί η άμεση απάντηση, που αγοράζω λίγα. Δεν είναι λεία σαν τ' αμερικάνικα, αλλά τουλάχιστον δεν σήκωσε τους ώμους ο άνθρωπος. Συμβιβάζομαι. Κάποια άλλη στιγμή θα κατέβω στο κέντρο, θα ψάξω στα καλά μαγαζιά, ίσως στην κεντρική αγορά, θα συνεχίσω την έρευνα. Αλλά τι τα θες, το συμπέρασμα βγαίνει για μια ακόμα φορά. Οι αγορές είμαστ' εμείς, οι επιλογές μας που μοιραία καθορίζονται πρώτα από τις τιμές κι ύστερα από τα υπόλοιπα. Κι όταν είναι φτηνότερα τα μύγδαλα της Καλιφόρνιας πόσο ν' αντισταθεί κανείς; και με ποιον τρόπο; Πώς να το οργανώσεις έτσι ώστε να έχει αποτέλεσμα χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά ο αγοραστής να είναι σαν εμένα γεμάτος πατριωτισμό και νοσταλγία;
Αυτή τη σκηνή από τα “Κορίτσια στον ήλιο” πώς δεν την έχουν βάλει σε διαφήμιση ακόμα; Κάτι για αμυγδαλωτά με ονομασία προέλευσης, ας πούμε;

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...