Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ας μιλήσουμε λοιπόν για μειονότητες


2011 μαθητές της Σμίνθης, νικητές πανελλήνιου διαγωνισμού
Θα μπορούσε να βγει και κάτι καλό απ' αυτή την ιστορία με την Σεντιχά Σουλεϊμάν. Αφού ξεκίνησε η συζήτηση περί μειονοτήτων θα μπορούσε να συνεχιστεί, να προχωρήσει και να τις αναφέρει όλες, να απαριθμήσει τα προβλήματά τους.
Πολλοί όμως φωνάζουν ακριβώς το αντίθετο, να σταματήσει αμέσως, διότι είναι επικίνδυνη. Αν βλέπεις τις μειονότητες σαν εσωτερικό εχθρό, βεβαίως, κάθε αναφορά στην ύπαρξή τους είναι επικίνδυνη, κι η ίδια τους η ύπαρξη ακόμα πιο επικίνδυνη. Αν θεωρείς ότι είναι εν δυνάμει Σουδήτες που θα δώσουν κάποια στιγμή την αφορμή στην εχθρική χώρα που τους διεκδικεί να εισβάλει στο έδαφός σου, βεβαίως, τους κάνεις τη ζωή μαύρη, μέχρι να φύγουν, ή να μείνουν και να γίνουν στ' αλήθεια εχθρός, έστω κι αν δεν είναι εποχή τέτοιων εισβολών. (Αν και δεν ξέρουμε ποτέ τι εποχή είναι, όπως αποδεικνύει ο Πούτιν). Κάθε καταπιεσμένος άνθρωπος μπορεί να γίνει εχθρός ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Αν δεν μιλήσουμε τώρα για όλ' αυτά, που είναι ευρωεκλογές, πότε θα μιλήσουμε; Η Ευρώπη αυτό κάνει, προσπαθεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για κάθε εθνότητα, πλειονότητα και μειονότητα, να ζει αρμονικά στην επικράτειά της. Με ειρήνη, πρωτίστως, και με ίσα δικαιώματα. Λοιπόν η στιγμή είναι θαυμάσια να μιλήσουμε για τη μειονότητα Ρομά και για όλες τις άλλες. Πομακική, τουρκική, μακεδονική, βλαχική, κλπ.
Ουπς, έγραψα ήδη δυο απαγορευμένες λέξεις. Τουρκική και μακεδονική μειονότητα! Ορίστε, πώς να μιλήσεις για κάτι που δεν επιτρέπεται καν να το αναφέρεις με τις λέξεις που αυτοπροσδιορίζεται; Διότι ναι μεν το ελληνικό κράτος διδάσκει τούρκικα στα σχολεία ολόκληρης της μουσουλμανικής μειονότητας (με δική του απόφαση όμως, όχι με πιέσεις του τουρκικού προξενείου, όπως δημιουργήθηκε η εντύπωση) αλλά δεν επιτρέπει να λέγονται τούρκοι οι μαθητές. Είναι αυτή η παράξενη κατάσταση που δεν κάνει να θίξουμε διότι ο εχθρός καραδοκεί. Δεν μιλάμε γι αυτά, αισθανόμαστε απειλούμενοι, αγοράζουμε όπλα, ύστερα καταρρέουμε οικονομικά, και μόλις πιάσουμε δυο φράγκα ξαναγοράζουμε όπλα. Έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ' αφήσουμε. Τα παιδιά μαθαίνουν τούρκικα λοιπόν στο σχολείο, και βεβαίως ελληνικά, και με λίγο ταλέντο και πολλή μελέτη μπορεί να βγουν πολύγλωσσα στο τέλος της εκπαίδευσής τους. Ειδικά αφότου με το “πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων” γίνεται σοβαρή προσπάθεια να μάθουν ελληνικά. Διότι την εποχής της μπάρας (ας την ονομάσουμε έτσι χάριν συντομίας, υπήρχαν ένα σωρό ακόμα θεσπισμένες διακρίσεις μέχρι την τολμηρή αλλαγή πολιτικής που έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου επί κυβέρνησης Σημίτη, και δεν ξέρω αν έχουν όλες καταργηθεί) ο στόχος ήταν να μη μαθαίνουν τίποτε. Έχω συναντήσει φοιτητές με εξαιρετικές ικανότητες που μπόρεσαν να μορφωθούν και να γίνουν πολύγλωσσοι χάρις σ' αυτή τη συγκυρία. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα κατάσταση. Άλλοι όμως δυσκολεύονται πολύ, και θα ήταν δίκαιο κι ακόμα πιο ενδιαφέρον να διδάσκονται στο σχολείο εκτός από ελληνικά τη μητρική τους γλώσσα ο καθένας. Όχι μόνο τούρκικα και όχι μόνο εκεί πάνω, επειδή έτσι λέει η συνθήκη της Λωζάννης. Πομακική, ρομά, σλαβομακεδονική, βλάχικη. αλβανική, όποια είναι αυτή. Κάτι είχε προσπαθήσει να κάνει στο σχολείο της, στην Αθήνα, η Στέλλα Πρωτονοταρίου, όχι με μειονότητα, με τα παιδιά των μεταναστών, να τους διδάσκει τις μητρικές τους γλώσσες, και παύθηκε, κατηγορήθηκε, πέρασε από δίκη, και γενικά υπέφερε αρκετά για να μάθει να κάνει την προοδευτική σε χώρα που σέβεται τις παραδόσεις. Του αυταρχισμού κυρίως.

Έχουμε ευρωεκλογές, είναι καλή στιγμή να θυμηθούμε ότι είμαστε ευρωπαίοι, που σημαίνει ότι ζούμε ειρηνικά με όλες τις ποικίλες μας ταυτότητες, ότι προσπαθούμε να βρούμε πώς γίνεται κάτι τέτοιο. Με φοβέρες δεν γίνεται. Με ραμμένο στόμα δεν γίνεται. Με απαγορευμένες λέξεις δεν γίνεται. Αν βλέπεις τη μειονότητα σαν εσωτερικό εχθρό, κι αναδεικνύεις καταπιεστικά της χαρακτηριστικά πριν παραδεχτείς την καταπίεση που της ασκείς ως κράτος, πάλι δεν γίνεται. Δεν έχει καν νόημα.
Αντί για τη συνθήκη της Λωζάννης, θα έλεγα να κοιτάζαμε την ίδια τη Λωζάννη. Την Ελβετία γενικότερα. Στη χώρα με τις τέσσερις επίσημες γλώσσες δεν μιλάνε καν για πλειονότητες και μειονότητες, κι ας υπάρχουν περισσότεροι γερμανόφωνοι και πολύ λίγοι ρωμανόφωνοι. Η Ευρώπη έχει πρότυπα. Εμείς πάλι, αν θέλουμε, μπορούμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως ευαίσθητο, ευερέθιστο, επικίνδυνο και απειλούμενο ταυτόχρονα, Βαλκάνιο. Είναι θέμα απόφασης, πολιτικής βεβαίως.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Grandola Villa Morena

Θυμάμαι σαν τώρα το πρωινό που είδα στα περίπτερα την είδηση για την πτώση της δικτατορίας στην Πορτογαλία. Είχε πάρει νόημα η άνοιξη, απομακρύνθηκα πετώντας με ανάμικτη χαρά, ζήλεια και αισιοδοξία. Θα ερχόταν και στην Ελλάδα, δεν μπορεί, θα έπεφτε κι εδώ η χούντα. Αλλά αν εδώ μας ξεχνούσε ο άνεμος της αλλαγής; ρωτούσε ο φόβος μέσα μου. Όχι, όχι, δεν μπορεί! Ένιωθα απολύτως βέβαια για το ανήκειν μας στην Ευρώπη, έστω κι αν εδώ είχαμε δικτατορία κι εκεί την πιο ξέφρενη ελευθερία της Ιστορίας, στις ευρωπαϊκές χώρες εννοώ.
Στο Παρίσι λίγα χρόνια αργότερα, όταν παρακολουθούσα τη Σχολή Δημοσιογραφίας αγαπηθήκαμε πολύ με τους Πορτογάλους. Ήταν δυο επαγγελματίες, κοντά στα τριάντα και ήδη γονείς, μικρόσωμοι, κεφάτοι, δημοφιλέστατοι, η ψυχή της πολυεθνικής μας παρέας. Μια μέρα που επισκεπτόμασταν με πούλμαν τα νεκροταφεία του Α Παγκοσμίου Πολέμου, τους άκουσα να τραγουδάν το Grandola Villa Morena. Πείτε το πάλι, παρακάλεσα, ήταν τόσο ωραίο. Τι είναι; Μου εξήγησαν ότι ήταν το τραγούδι της "επανάστασης των γαρυφάλλων". Το ξαναείπαν γελώντας. Τους έβαλα να μου γράψουν τα λόγια. Έμαθα να το τραγουδώ μαζί τους.

Σήμερα μου θύμισαν στο διαδίκτυο ότι συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από την επανάσταση των γαρυφάλλων. Και πόσα χρόνια πάνε από κείνη την εκδρομή; Κι από τότε που είδα τους αγαπημένους μου Πορτογάλους; κάμποσα. Στέλνουμε ευχές κάθε Χριστούγεννα, ακόμα.
 Το τραγούδι το ξέρω πάντα. Το τραγουδούσα στα παιδιά μου όταν ήταν μικρά, και σ' όποιον ήθελε να το ακούσει. Δεν λέω σωστά όλους τους στίχους βέβαια, αλλά ίσως τώρα με το Γιουτιουμπ ήρθε η
στιγμή να τους μάθω τέλεια.

Χρήστες του λαού

Αγιο είναι το φως στο ξημέρωμα
Ταξίδευα σε θέση πούλμαν με καράβι, ακίνητη σαν τιμωρημένη κάτω από μια τηλεόραση, όπου αγανακτισμένοι δημοσιογράφοι κατακεραύνωναν τον Νίκο Δήμου για το άρθρο του περί θείου φωτός. Μιλούσαν εξ ονόματος του λαού, που είχε θιχτεί, πληγωθεί, προσβληθεί χρονιάρα μέρα, και δεν σηκώναν μύγα στο σπαθί τους. Ο κατηγορούμενος δεν εκλήθη να απολογηθεί, γιατί αυτές οι δίκες λανσάρουν δικές τους διαδικασίες. Ο λαός από κάτω, εμείς οι ταξιδιώτες δηλαδή, μιλιά δεν έβγαζε. Κάποια στιγμή κοιτάχτηκε, νομίζω, μεταξύ του. Ο λαός εννοώ. Το πολυκέφαλο τέρας. Το κεφάλι της διπλανής μου γύρισε και με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, σαν να ρωτούσε τι γνώμη είχα. Ή μήπως ήταν για να ελέγξει αν ήμουν όσο έπρεπε θιγμένη, πληγωμένη, αγανακτισμένη κι έτοιμη να σηκώσω πέτρα; Δεν θα μάθω ποτέ γιατί δεν έβγαλε άχνα, κι ούτε κι εγώ έβγαλα. Δεν ρισκάρισε καμιά μας να εκτεθεί στον αόρατο έλεγχο πίστης, αγανάκτησης κ.λπ. κ.λπ. στον οποίο μας υπέβαλε η εικόνα εκ του μεγίστου ύψους της. Κρατήσαμε κι οι δυο μας πισινή, επιτρέποντας στην υπενθύμιση του φόβου να γλιστρήσει ύπουλα μέσα μας. Καλύτερα να μη μιλάς σε τέτοιες εποχές, όχι δηλαδή κι ότι υπήρχαν καλύτερες για να μιλάει κανείς. Αλλά ετούτες εδώ, για να αγανακτεί έτσι η κομμένη κεφαλή της τηλεόρασης, πρέπει να είναι απολύτως ακατάλληλες. Φυσικά υπάρχει ελευθερία λόγου, αλλά φύλαγε τα ρούχα σου να “χεις τα μισά. Κι αν μεθαύριο συμβεί κάποια στραβή, ο μη γένοιτο, και ομάδες νεαρών θελήσουν κάπου να ξεσπάσουν; Μάθε το πιστεύω σου καλά από στήθους, κι αν ξεχάσεις λεπτομέρειες, εκεί είναι οι αρχιερείς των «ειδήσεων» να σου κάνουν επανάληψη.

Αχ, ο λαός τι ωραίο και εύπλαστο υλικό, αφελές, αθώο, ελαφρώς αγράμματο, χρήζον προστασίας για να μπορεί να απεκδύεται προσωπικότητας και ευθυνών. Αν δεν συμφωνείς με την εικόνα του λαού που σου σερβίρουν, να το κοιτάξεις, το καλό που σου θέλω. Αν πηγαίνεις σχολείο, ή σε χώρους μαζικούς, το κεφάλι κάτω και το στόμα ραμμένο. Μη σε πάρουν είδηση ότι δεν ανήκεις στο αγνό και τόσο εύκολα θιγόμενο αυτό είδος που λέγεται λαός. Δεν θα περάσεις καλά, αυτό σ” το εγγυώνται οι θεοί της οθόνης. Θυμήσου τη μαμά, θυμήσου τη γιαγιά, τι έλεγαν; Κράτα το στόμα σου κλειστό, παιδί μου, για καλό και για κακό. Μην εκδηλώνεσαι. Εκπαιδευμένες εκείνες στο ανήκειν στο μέγα τέρας. Είχαν δει τα ματάκια τους τιμωρίες των παραστρατημένων που δεν ήσαν αρκετά λαϊκοί άνθρωποι. Θυμάται τον φόβο τους η κομμένη κεφαλή και σ” τον θυμίζει. Μπες στο σώμα του τέρατος, του μυστηριώδους και απειλητικού λαού κι εσύ, που μπορεί να κυβερνηθεί με τελετές και ευλάβεια, και προσκυνά τις τιμές αρχηγού κράτους. Κομμένο και ραμμένο το μοντέλο στο πατρόν του ψυχαναγκασμού. Η συνταγή είναι βυζαντινή, είναι αυτοκρατορική, κι άμα δεν σου αρέσει, μήπως έχεις ίχνη προτεσταντικών αποκλίσεων στην ψυχή σου; Τίποτε χειρότερο για μια ταξιδιώτισσα του Αιγαίου.

Και να πηγαίνω για γιορτές του Επιταφίου και της Ανάστασης, για ευλάβεια και κατάνυξη. Πάει, τα πήραν όλα οι γοργόνες.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Καντάτα ανάμεσα σε δυο πολέμους


Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την αρχή του πολέμου, εκείνη την τόσο επιπόλαια αρχή. Με πόση ελαφρότητα μπλέχτηκαν τα κράτη, με πόση απερισκεψία έστειλαν οι κυβερνήσεις χιλιάδες ανθρώπους να περάσουν στα χαρακώματα χρόνια και χρόνια φρίκης, να σκοτωθούν μαζικά, ποτέ δεν θα το κατανοήσουμε πλήρως. Όμως το προσπαθούμε, κι αυτό έχει σημασία έναν αιώνα αργότερα. Ο πόλεμος εκείνος ήταν σφαγείο για τα νιάτα της Ευρώπης. Αλλά ήταν και ο πρώτος ίσως πόλεμος που ξεσήκωσε τις συνειδήσεις σε τέτοιο βαθμό, που οι πολίτες τον βίωσαν ως το απόλυτο κακό, που οδήγησε τους ανθρώπους να αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να πολεμούν. Αυτούς που είχαν εμπλακεί τουλάχιστον.
Μετά από τον πόλεμο αυτό, μετά απο εκατομμύρια νεκρούς, μετά από κινήματα ειρήνης, έργα τέχνης, καταγγελίες, απώλειες απερίγραπτες, οι εμπόλεμοι έγιναν πολίτες, οι επιζήσαντες έγιναν πολίτες, και η βούληση που επικράτησε ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος.
Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή ανατρέξουμε στους περασμένους πολέμους, ίσως να μην ήταν και ο πιο πολύνεκρος. Η Ευρώπη έχει ποτιστεί αίμα επί αιώνες. Όμως έγινε σε μια στιγμή που οι κάτοικοι της ηπείρου αποκτούσαν πολιτική δύναμη. Κάποτε δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν, τους έστελνε στον πόλεμο ο βασιλιάς, ο πάπας, ο φεουδάρχης, δεν υπήρχε δυνατότητα αμφισβήτησης. Αυτή είναι η διαφορά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους προηγούμενους.
Στο σχολείο στην Ελλάδα μαθαίνουμε τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπό το πρίσμα των ελληνικών συμφερόντων. Οι Έλληνες πολεμούσαν και πριν, για να μεγαλώσουν την επικράτεια της χώρας στους Βαλκανικούς, κι όταν ξεκίνησε ο Α' παγκόσμιος το θέμα ήταν τι συνέφερε τη χώρα. Πάνω εκεί συγκρούστηκε ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο και ξεκίνησε ο διχασμός. Άλλο θέμα είχε δηλαδή η Ελλάδα. Βρέθηκε στο πλευρό των νικητών, είχε κέρδη, και ζημίες μετά λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας που οδήγησε στην Καταστροφή. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες δεν είχαν ακριβώς μπουχτίσει και σιχαθεί τον πόλεμο, δεν είχαν πάρει την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν. Δεν μετέχουμε στην ευρωπαϊκή συνείδηση με τα βιβλία της Ιστορίας.
Με τον τρόπο αυτό δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι Γάλλοι, ας πούμε, έλεγαν Pourquoi? όταν ο πόλεμος τους ξαναχτύπησε την πόρτα, γιατί οι Γερμανοί του Χίτλερ μπόρεσαν να προχωρήσουν τόσο γρήγορα εισβάλλοντας σε κάθε κατεύθυνση, γιατί άργησαν τόσο πολύ οι άλλοι ν'αντιδράσουν. Ερμηνεύουμε ότι οι Γάλλοι και οι άλλοι ήταν δειλοί, λαπάδες, κλπ, ξεχνώντας την ιστορική συνέχεια, την απόφαση να μην πολεμήσουν ξανά, αυτή που οδήγησε ουσιαστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από τις νέες περιπέτειες.
Μαθαίνοντας τον Α' πόλεμο με αυτή την οπτική δεν τον καταλαβαίνουμε και δεν καταλαβαίνουμε την Ευρώπη, την ιστορική συνείδηση των Ευρωπαίων.
Τα σκέφτομαι συνέχεια όλ' αυτά τους τελευταίους μήνες, καθώς μαθαίνουμε στη χορωδία Αthens Singers την καντάτα του άγγλου συνθέτη RalphVaughn Williams, “Dona nobis pacem”. Φράσεις ικεσίας για ειρήνη από το Ευαγγέλιο, πασίγνωστες φράσεις, “ Δος ημίν ειρήνη, και Δόξα εν υψίστοις θεώ και επι γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία”, λατινικά στο πρώτο μέρος και αγγλικά στο τελευταίο, πλαισιώνουν τρία ποιήματα του Ουώλτ Ουίτμαν με αναφορές στον πόλεμο. Για μένα ήταν μια εξαιρετική μαθητεία όλο αυτό, και στη μουσική, και στο νόημα της επετείου του Α' πολέμου. Θυμόμουν, μαθαίνοντας τις νότες και τους στίχους, πόσα κείμενα έχω διαβάσει για τον πόλεμο αυτό χωρίς όμως να τα εντάσσω κάπου, συνειδητοποιούσα πόσο βαθιά είναι χαραγμένος στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Και στην Ελλάδα; δεν μάτωνε, δεν υπέφερε ο κόσμος εδώ; Οι κραυγές του διχασμού και ο θρήνος της Καταστροφής θολώνουν τη γνώση μας. Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες.
Απόψε, Παρασκευή 11 Απριλίου το αποτέλεσμα των προσπαθειών της χορωδίας θα ακουστεί στο Μέγαρο Μουσικής, με διεύθυνση του Ρότζερ Τάιλι και σολίστ την σοπράνο Χέδερ Χέλιγκερ και τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη. Στο πιάνο θα είναι ο Δημήτρης Βεζύρογλου. Θα ακουστούν και άλλα έργα του συνθέτη πριν την Καντάτα αυτή, που απορεί κανείς, καθώς η μουσική τον παρασέρνει στο μεγαλείο της ικεσίας, της επιθυμίας για ειρήνη, πώς είναι δυνατόν να γράφτηκε ανάμεσα στους δυο μεγάλους πολέμους, πώς είναι δυνατόν να έγινε ξανά πόλεμος μετά.
Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Η τέχνη δεν σώζει. Παρηγορεί και βοηθά την κατανόηση μόνο, του εαυτού μας και των άλλων.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.mousiki&id=33166
 

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Kάποιος με φώναξε Ελένη

Δεν είμαι αυτή
-Ελένη! Ακούω μια φωνή καθώς περπατώ προς το σπίτι φορτωμένη σακούλες του σούπερ μάρκετ. Συνεχίζω το δρόμο μου, δεν γυρίζω το κεφάλι, διότι δεν με λένε Ελένη. Όμως η φωνή απευθύνεται σε μένα, είναι σαφές. Δεν υπάρχει άλλη καμία στο πεζοδρόμιο, και στο δρόμο ένα και μοναδικό αυτοκίνητο με ακολουθεί με την άνεση του. Ένας άντρας με πυκνά μαλλιά έχει βγάλει το κεφάλι από το παράθυρο και με φωνάζει με τόσο ενθουσιασμό που μου κόβεται η φόρα.
-Δεν με γνωρίζεις, Ελένη; Δεν με θυμάσαι;
Έχει τέτοια θέρμη η φωνή του που τον κοιτάζω προσεχτικά, μήπως και τον θυμηθώ, κι ας μη με λένε Ελένη.
-Πέρασαν χρόνια βέβαια, προσθέτει με θλίψη περιμένοντας την αναγνώριση.
Κοντοστέκομαι. Φόρεσα τα καλά μου τακούνια στο σούπερ μάρκετ, να δω πώς τα πάω μαζί τους. Σίγουρα το περπάτημα μου δεν είναι αυτό που συνηθίζω. Δεν είμαι απολύτως ο εαυτός μου αυτή τη στιγμή. Φέρνω στην άγνωστη Ελένη. Θα είναι ψηλότερη από μένα, αυτό είναι βέβαιο.
Δυστυχώς όμως δεν είμαι η Ελένη. Κάτι ενδιάμεσο ίσως; Να το αναζητήσω μπαίνοντας στο αυτοκίνητο δίπλα σ' αυτόν τον άγνωστο, να τον αφήσω να με πάει κάπου αλλού, να παραστήσω πως είμαι η Ελένη; Έτσι μούρχεται για δευτερόλεπτα να το κάνω. Ν' αφήσω τις σακούλες στο πίσω κάθισμα, να ελευθερώσω τα χέρια μου, να αναπαύσω τα πόδια μου, να ξεχάσω το πρόγραμμα με τα καθήκοντα που με περιμένουν, και να γευτώ τον ενθουσιασμό για μια συνάντηση που δεν είναι πραγματική. Να παριστάνω την Ελένη μέχρι να βρεθούμε αλλού, μακριά, σε μια άλλη ζωή, άλλη πόλη, άλλη χώρα, όπου δεν χρειάζεται να καταλάβεις τι γίνεται γύρω σου, αφού θα είσαι απλώς η Ελένη. Μια Ελένη με ελαφρά αμνησία, πρόσχαρη, ευδιάθετη, που θα κουνάει το κεφάλι της ακούγοντας τις αναμνήσεις τις οποίες υποτίθεται ότι έχει μοιραστεί με τον οδηγό του αυτοκινήτου. Μια Ελένη από κάπου αλλού, ανάλαφρη, που δεν θα είχε τη βλακώδη ιδέα να δοκιμάσει τακούνια στα ρημαγμένο πεζοδρόμιο ανασαίνοντας το βαρύ αέρα της πόλης, θα τα φορούσε μόνο να βγαίνει έξω τα βράδια. Ανέμελη Ελένη τέλος πάντων, με καλύτερες επιλογές, σε ωραιότερη χώρα, η οποία μπορεί να την περιμένει στην άκρη της βόλτας, μπορεί να βρίσκεται εκεί που πάει το αυτοκίνητο. Για ένα δευτερόλεπτο αισθάνομαι έτοιμη και ώριμη, και απολύτως κατάλληλη να γίνω η Ελένη.
-Με ξέχασες τελείως Ελένη, λέει πικραμένα ο οδηγός του αυτοκινήτου, καθώς περιμένει να δει αν τον αναγνωρίζω. Αλλιώς τι τον κοιτάζω τόση ώρα προσεχτικά, προσπαθώντας να μου θυμήσει κάτι;
-Δεν είμαι η Ελένη, λέει με το στόμα μου μια ξερή τραχιά φωνή, που δεν είναι η δική μου. ΄Ισως να είναι της Ελένης. Αυτή θα είναι έτσι σκληρή και στριμένη, κι αποφάσισε να διαλύσει την εντύπωση του περαστικού.
-Α, συγγνώμη, λέει αποσβολωμένος, και μου ρίχνει μια τελευταία ματιά σα να μην το πιστεύει αυτό που του είπα. Πώς γίνεται να λέω ότι δεν είμαι η Ελένη; Τότε τι τον κοίταζα και τι προσπαθούσα να θυμηθώ;
Πατάει γκάζι μαλακά και προλαβαίνει το φανάρι. Συνεχίζω με τα πόδια. Ένα καροτσάκι να είχα πάρει μαζί μου για τα ψώνια, θα το έπαιρνα λιγότερο βαριά το όλο συμβάν.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

'Ηθελα να γράψω για την άνοιξη

Ήθελα να γράψω για την άνοιξη σήμερα, καθότι δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στο βάθος, και να ψάξω για το σκοπό αυτό ωραίες, ποιητικές φράσεις. Πλην όμως, έστω κι αν η άνοιξη επείγει, γιατί βιαστική χαμογελά κι ανθίζει και διαβαίνει, ενίοτε χρειάζεται να βάζουμε την ποίηση στην άκρη, όπως σας είχα ξαναπεί, γιατί σε μια κρίσιμη γωνιά της ύπαρξης μας οι λέξεις χάνουν το νόημα τους, κι απειλούνται στην ουσία τους. Πεζογραφία και πεζότητα, και κείμενα νομικά χρειάζονται, τα στοιχειώδη. Τα θεμέλια της συνεννόησης που μας επιτρέπουν να ζούμε σε πολυκατοικίες χωρίς να ορμάμε να ξεκοιλιάζουμε τον αντιπαθητικό γείτονα, έστω κι αν συχνά αισθανόμαστε την παρόρμηση.
Έχουμε στην Ελλάδα πόσους φοιτητές Νομικής κάθε χρόνο; Δεκάδες χιλιάδες, αφού στον καιρό μου ήμασταν 11.000 κι έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Σκεφτείτε τους αποφοίτους μόνο, και μαζί τους καθηγητές, και τους μαθητές των σχολείων σε όλες τις βαθμίδες, την Πολιτική Αγωγή που διδάσκονται, συν την πολιτικοποίηση που κυριαρχεί στην ανήσυχη κι ωραία μας χώρα. Όλοι αυτοί θα έπρεπε να στριφογυρίζουμε στον ύπνο μας μετά την ανακοίνωση της αιτίας θανάτου ενός δολοφόνου στις φυλακές μας. Από ξυλοδαρμό, και βασανιστήρια, και ηλεκτροσόκ, στις φυλακές μέσα. Εκεί που το κράτος φυλάει, φυλακίζει, τιμωρεί και αναμορφώνει, διαλέχτε όποια έννοια θέλετε. Καμία δεν περιλαμβάνει την ποινή θανάτου. Την έχουμε καταργήσει, κι αυτό συνέβη με περίπλοκες και περισπούδαστες αποφάσεις, μετά από αιώνες που τα κράτη τη δοκίμαζαν και την ξαναδοκίμαζαν.
Αν για κάτι θα έπρεπε να πλημμυρίσουμε τους δρόμους σε πάνδημη διαμαρτυρία, είναι το γεγονός ότι συνέβη αυτός ο θάνατος έτσι όπως συνέβη. Γιατί η έννοια του νόμου, του κράτους, του κοινωνικού συμβολαίου, όλες αυτές οι έννοιες ποδοπατιούνται αν αδιαφορήσουμε. Θα έπρεπε να περνάνε τώρα ανάκριση όλοι οι υπάλληλοι των φυλακών. Ας έχουν όλα τα ελαφρυντικά του κόσμου, ας επικαλεστεί ο δικηγόρος τους βρασμό ψυχής, όποια δικαιολογία θέλει. Όμως να χρειαστούν δικηγόρο. Να περάσουν ανάκριση, δίκη, κάτι. Δεν γίνεται να το δεχόμαστε αυτό το πράγμα ως πολίτες χωρίς κιχ. Πληρώνουμε φόρους, συζητάμε, ψηφίζουμε, βγάζουμε νόμους, ζούμε με τους νόμους. Τι έννοια έχουν όλ' αυτά αν δεν ισχύει ο στοιχειώδης νόμος εκεί ακριβώς που τιμωρείται η παραβίαση του;
Δεν μπορούμε να δεχτούμε ως κοινωνία αυτή τη σιωπή. Αν δεχόμαστε να συμβιώνουμε με τους μισητούς γείτονες, είναι επειδή κάναμε αυτή τη ελάχιστη συμφωνία, να δεχόμαστε τους νόμους. Δεν είναι δυνατόν μέσα στη φυλακή, εκεί που έχει κράτος κι εξουσία το ίδιο το κράτος, να πεθαίνει από ξυλοδαρμό ένας κρατούμενος. Κατάπιαμε πολλά. Αν έχουν νόημα οι συμβιβασμοί με την ανάγκη για να υπάρξουμε και να συνυπάρξουμε, κάπου πρέπει να βρούμε το κατώφλι του ανεπίτρεπτου.

Μικρή γαλλική επανάσταση

Τώρα εγώ, να σας πω την αλήθεια, τη θεωρώ μεγάλη, αλλά ας μην προκαλούμε, όσο γίνεται. Πολλοί συμπολίτες μας θορυβήθηκαν με το ζεύγος Μακ...