Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Των προγόνων τα βάσανα


Θυμάμαι αμυδρά αυτό το δρόμο της μικρής επαρχιακής πόλης. Οχι πολύ μικρής πια, αν κρίνεις απο τον κόσμο που κυκλοφορεί στον πεζόδρομο. Είχε λάσπες παλιά, και με τη βροχή, τέτοια βροχή σαν αυτή σήμερα, τα παπούτσια μας είχαν γίνει χάλια. Τώρα έχει ωραία πλακόστρωση, ίσα που νοτίζοντα οι σόλες, κι όλα τα μαγαζιά είναι φωτισμένα, οι καφετέριες γεμάτες, ξεχειλίζουν μέχρι έξω τα αναπαυτικά τους καθίσματα. Θα ξεχνούσα την κρίση αν δεν άκουγα τις βαριές συζητήσεις ανήσυχων ανθρώπων, την ανησυχία τους για το μέλλον. Έχουν καταπληκτικά μενού στις ταβέρνες, μεζέδες για εξερεύνηση, αλλά τίποτε δεν κάνει να μας βγάζει απο το στόχο, που είναι η αποτίμηση των κακών προοπτικών της χώρας και η απόδοση ευθυνών. Σ' ένα ανακαινισμένο μαγαζί κοιτάζω τις φωτογραφίες του αγροτικού παρελθόντος, γυναίκες με μαντίλια στα χωράφια, άντρες με τραγιάσκες στο χωριό, κορίτσια στην βρύση με τις στάμνες για νερό, αγόρια ξυπόλητα, κακοντυμένα, κουρεμένα γουλί να χαμογελούν. Δυο γενιές πίσω, ή και μόνο μία, ή ακόμα και οι ίδιοι άνθρωποι που πριν πενήντα χρόνια πήγαιναν με τα πόδια στο σχολείο περνώντας απο πλημμυρισμένα ρυάκια ξυπόλητοι, και για το Γυμνάσιο έμεναν σε νοικιασμένα καμαράκια δυο- δυο, τώρα έρχονται με τό τζιπ τους απο την πρωτεύουσα στο εξοχικό, και συναντιούνται επίσης στην ωραία κεντρική καφετέρια για τις ίδιες συζητήσεις. Σα να μιλάνε απο το στόμα τους οι παπούδες κι οι γιαγιάδες τους οι ταλαιπωρημένοι, ή τα παιδιά που υπήρξαν, όλοι αυτοί που δεν προλάβαιναν μάλλον να παραπονεθούν για τη μοίρα τους αφού έπρεπε να την παλεύουν νυχθημερόν, κι έδωσαν τη σκυτάλη στους απογόνους τους, που και χρόνο έχουν, και διάθεση, και πλούσια ποιητική γλώσσα, γεμάτη μεταφορές και παρομοιώσεις.
Μεγάλος ο μόχθος κι ο πόνος των προγόνων και μας στοιχειώνει ακόμα. Δεν μπορεί να είναι μόνο δική μας τόση δυστυχία, έχουμε να εκφράσουμε περασμένα πάθη, των προγόνων τα βάσανα. Όλοι αυτοί οι βλοσυροί άνθρωποι πάνω από τα τραπέζια τα φορτωμένα με τα αγαθά της γης μαγειρεμένα και σερβιρισμένα έτοιμα, και σε προσιτές τιμές, με τις σόμπες να μην τους αφήνουν να κρυώνουν ούτε στη καρδιά του Γενάρη, τα πουπουλένια μπουφάν να μην τους βαραίνουν τους ώμους καθώς περπατούν, σηκώνουν ωστόσο το βάρος του παρελθόντος, δεν μπορεί μόνο η κρίση να είναι τόσο ασήκωτη.
Τι θα έλεγαν οι πρόγονοι αν μπορούσαν να μας ακούσουν μέσα απ' αυτές τις φωτογραφίες; Αν μας έβλεπαν από καμιά μεριά τόσο καλοζωισμένους αλλά βουτηγμένους στην πίκρα και στο παράπονο, το φόβο και τη δυστυχία; Δεν θα στέκονταν λίγο να μας καμαρώσουν πρώτα, τους τόσο περιποιημένους, καλοντυμένους, ποδεμένους και άνετους απογόνους τους, πιο ψηλούς, πιο καθαρούς, με τη ζωή πιο έυκολη, δεν θα χαμογελούσαν περήφανα για το κατόρθωμά τους; Θα μας μακάριζαν, κι ύστερα μάλλον θα μας μάλωναν για την τόση γκρίνια. Μπορεί και λίγο να τους ντρεπόμασταν; Μπα, θα τους σνομπάραμε μάλλον έτσι φτωχούληδες που θα εμφανίζονταν, δεν θα τολμούσαν καν να μας απευθύνουν το λόγο.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Αντίδοτο στην κατάθλιψη

Ήταν χτες η πιο μελαγχολική μέρα της χρονιάς, σύμφωνα με αμερικανούς επιστήμονες, ίσως και ευρωπαίους. Τα στοιχεία της μελαγχολίας ήταν τα εξής: Πρώτον η Δευτέρα, δεύτερον ο χειμώνας που συνεχίζεται, τρίτον οι γιορτές που έχουν τελειώσει και ήδη είναι πίσω αρκετά μαζί με τα παιδιά που έφυγαν ξανά για τα ξένα, το δέντρο που ξεστολίστηκε, τα γλυκά που φαγώθηκαν και τα παραπανίσια κιλά που παρέμειναν ενώ οι χαρές έχουν φύγει ήδη. Τι θα κάναμε χωρίς τους επιστήμονες αυτούς, δεν ξέρω. Υπάρχει και κάτι άλλο μελαγχολικό που παρατήρησα, οι μήνες τελειώνουν πιο γρήγορα με τον καινούργιο χρόνο, αλλά αυτό δεν έχει ακόμα μελετηθεί επαρκώς για να βρεθούν αιτίες και να βγουν συμπεράσματα. 
Παρόλη τη δυσοίωνη αυτή αναγγελία όμως ξεκίνησα για την εφορία όπως είχα προγραμματίσει πριν τα μάθω αυτά. Θα μπορούσαν να μας έχουν ειδοποιήσει από την Παρασκευή τουλάχιστον, να πάρουμε τα μέτρα μας. Είχε και λιακάδα, αυτό πώς συνδυάζεται με τη θλίψη; Μήπως δημιουργεί κάποιο μίγμα σαν επιθετικότητα, όπως έδειχνε να συμβαίνει με την εφοριακό που βρισκόταν στο γκισέ για τον κλειδάριθμο; 
Ήταν πολύ θυμωμένη η γυναίκα, και πώς να μην είναι; Μπροστά της περίμενε ένα πλήθος που γέμιζε τον προθάλαμο, έφτιαχνε μια ουρά μέχρι την πόρτα, ύστερα ξαναγύριζε, προχωρούσε λίγο έξω και φούντωνε στην άκρη. Όσο περνούσε η ώρα, αντί να μικραίνει η ουρά, μεγάλωνε. Κι ακούγονταν κάθε τόσο οι θυμωμένες φωνές της σε κάποιον που είχε κάνει λάθος στην αίτηση, στη μέρα, στη διατύπωση, σε κάτι. 
Με ζώσανε τα φίδια. Κι αν μου έλειπε κι εμένα κανα χαρτί και τζάμπα περίμενα; Ρώτησα τους διπλανούς, τους μπροστινούς, και μερικούς αορίστου ρόλου που μας πλαισίωναν χωρίς να ξέρουμε γιατί. Οι γνώμες διχάστηκαν. Χρειαζόταν αίτηση, ταυτότητα, κάποιο χαρτί, παλιό ΑΦΜ, πιστοποιητικό γεννήσεως; Κανείς δεν έπαιρνε τον πλήρη όρκο. Αυτό έχουν πάντα οι ουρές στην εφορία, σασπένς. Να μην ξέρεις το αποτέλεσμα της προσπάθειας, να μη βαριέσαι, να είσαι σε εγρήγορση. 
Πριν δοθεί απάντηση στο ερώτημα που είχε αρχίσει να ενστερνίζεται όλη η ουρά, ακούστηκαν οι δυνατές φωνές της υπαλλήλου. Είχε γίνει έξαλλη με κάτι αλλοδαπούς εκεί, όπως το έθεσε εις επήκοον όλων μας, οι οποίοι επέμεναν να πάρουν κλειδάριθμο. Για λίγο η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε μ' εναν τρομερό καυγά, η γυναίκα αντιστάθηκε, οι ξένοι έφυγαν άνευ κλειδαρίθμου. Ηρεμήσαμε, η ουρά σύρθηκε αργά. Λίγο αργότερα ξανά φωνές. 'Πάλι αλλοδαπός' ψιθύρισε η μπροστινή μου. 
Να ήταν αυτό το μυστικό της επιτυχίας; Να μη χρειαζόταν άλλο χαρτί πέρα από την ελληνική ταυτότητα; Ή μήπως θα έπρεπε να είμαι κι εγώ σαν αυτούς τους δυο μπροστά που της έλεγαν επί πέντε λεπτά πόσο σπουδαία ήταν που άντεχε τόση πίεση, που τα έβγαζε πέρα με τόσο κόσμο, πόσο αξιέπαινη, πόσο την καταλαβαίναν κλπ; Καθόλου δεν μου ερχόταν να πω τέτοια.
Δεν χρειάστηκε τίποτε. Έκανε εκείνη ένα λάθος με το χαρτί μου, τη διόρθωσα σεμνά και ταπεινά, κι αμέσως γλύκανε, μου έδωσε κλειδάριθμο για μένα και τους αγαπημένους μου κι έφυγα θριαμβεύτρια. Πόσο απλό είναι το αντίδοτο της κατάθλιψης μερικές φορές. Κατηγορούμε τη γραφειοκρατία, αλλά δεν αναγνωρίζουμε ποτέ την αξία της  χαράς που μπορεί να μας προσφέρει. Όλη μέρα ήμουν περήφανη που έχω κλειδάριθμο και πέρασα τις μελαγχολίες χαμογελώντας πλατιά.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Εγκώμιο του σκι

Υποθέτω ότι η ιδέα να κλείσουν δυο ή τρεις μέρες τα σχολεία το χειμώνα θα απορριφθεί μετά πολλής βδελυγμίας και κανενός επαίνου, γι αυτό σπεύδω να καταθέσω ένα μικρό εγκώμιο στο σκι, με την ελπίδα ότι κάποτε θα επανέλθει η πρόταση πιο σοβαρά και μελετημένα. 
Κατ' αρχήν νομίζω θα έπρεπε να πούμε μια καλή κουβέντα για το υπουργείο Παιδείας που πρώτη φορά σκέφτηκε, έστω και έμμεσα, να αλλάξει με κάποιον τρόπο την ύλη των μαθημάτων. Μέσα στην ακινησία που βασιλεύει η εκμάθηση του σκι θα έφερνε επανάσταση. 
Γελάτε, αλλά σοβαρολογώ. Είναι αλήθεια ότι ο χρόνος της σχολικής χρονιάς είναι κουτσουρεμένος, αλλά γι αυτό δεν φταίνε οι ξενοδόχοι. Χρόνια τώρα κουτσουρεύεται το ωράριο, πότε με τις αργίες που σιωπηρά εγκαθίστανται, όπως τ' Αη Γιαννιού που μόλις πέρασε, πότε με τις γιορτές, πότε με τις απεργίες, πότε με τις συνελεύσεις των καθηγητών και δασκάλων, πότε με τις καταλήψεις, και πάντα με την προετοιμασία στο Λύκειο για τις Πανελλήνιες, όταν οι καθηγητές παθαίνουν υπαρξιακό πρόβλημα διδάσκοντας σε τάξεις φαντασμάτων. Οι γονείς ξέρουν καλά ότι στις κανονικές κι επίσημες ώρες του σχολείου τα παιδιά δεν μαθαίνουν ούτε τα βασικά, και προσπαθούν με κάθε τρόπο, είτε να τα στείλουν σε ολοήμερο, βάλτε εισαγωγικά στη λέξη αυτή, είτε σε ιδιωτικό, είτε να τους κάνουν ιδιαίτερα, είτε να περνάνε τ' απογεύματα μαζί τους, ό,τι μπορεί ο καθένας. Στη γειτονιά μας το δημόσιο δημοτικό σχολάει στις 12.45, βάλτε όλη τη φύρα που ανέφερα, πότε να μάθουν γράμματα τα παιδιά; Τα μαθήματα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο σταματούν από το Μάιο, δεν είδα κανέναν να διαμαρτύρεται γι αυτή την απαράδεχτη συρρίκνωση του σχολικού έτους. Το πρόβλημα είναι τεράστιο, αλλά δεν το δημιουργεί η πρόταση για τη 'λευκή εβδομάδα', αυτή απλώς κάνει πολλούς παθόντες να βγαίνουν απ' τα ρούχα τους. Κατανοητό. Αλλά εγώ θα επιμείνω στο εγκώμιο του σκι.
Λένε πολλοί ότι είναι σπορ ακριβό και δεν το ξέρουμε κιόλας, είναι ξένο στην κουλτούρα μας. Στη δική μας ναι, είναι απολύτως εξωτικό, όχι όμως και στων νεώτερων την κουλτούρα. Όταν ήμουν φοιτήτρια δεν πιστεύαμε στα μάτια μας βλέποντας τη χρυσή νεολαία της Θεσσαλονίκης να κατεβαίνει με πέδιλα του σκι από πούλμαν στην Τσιμισκή, τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Στα βουνά που κάποτε σήμαιναν μόνο την τραχύτητα του βίου, έχουν ανοίξει ένα σωρό χιονοδρομικά, κι ένα σωρό νέοι ξέρουν σκι πλέον, το έμαθαν εγκαίρως. Όχι πως είναι εύκολο, όμως όταν ξεκινά κανείς απο παιδί μπορεί να το μάθει σαν παιχνίδι. Γιατί; Επειδή είναι καταπληκτικό σπορ, δυναμώνει το σώμα, σε μαθαίνει να το ελέγχεις, χαρίζει αυτή τη μοναδική αίσθηση του να γλιστράς στο χιόνι, την επαφή με τη φύση, με το βουνό, ναι, αυτά τα πανέμορφα βουνά της Ελλάδας. Και μπορεί να σας σοκάρει, αλλά εμένα με συγκινεί να βλέπω τα εγγόνια των ανθρώπων που ανεβοκατέβαιναν και μοχθούσαν στις πλαγιές του Πηλίου από τα μονοπάτια για να δουλέψουν στο σκληρό μεροκάματο, να μαθαίνουν σκι στις εξημερωμένες Αγριόλευκες, να δοκιμάζουν αυτή τη χαρά στο ίδιο βουνό που παίδεψε τους παππούδες τους. Αυτό το πράγμα εγώ το θεωρώ μεγάλη κατάκτηση, όσο ανευλαβές κι αν φαίνεται.
Είναι  δύσκολο κι επικίνδυνο; Για τους μεγάλους ναι, για τα παιδιά, αν διδαχτεί σωστά, όχι. Ακριβό; Ναι, αλλά φτηναίνει συνέχεια και γίνεται προσιτό. Εδώ ήρθε φέτος παγοδρόμιο στην Κυψέλη, άλλο απίθανο εξωτικό πράγμα, που κάποτε έπρεπε να πας στα ακριβά προάστια για να βρεις το ένα και μοναδικό. Μαθαίνουμε πράγματα, όσο κι αν κλαιγόμαστε και δεν το παραδεχόμαστε. 
Επί της ουσίας οι ξενοδόχοι έχουν δίκιο. Τα βουνά είναι καταπληκτικά, κι είναι κρίμα να μην μάθουν σκι τα παιδιά τώρα που μπορούν. Αλλά βέβαια δεν κάνει να τα λέμε αυτά, χαλάνε το κλίμα της μιζέριας. 

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Σύρε παιδί μου στο καλό

Μια αφισούλα κολλημένη σε στύλο της Πατησίων με αγριεύει: "Μετανάστευση σε Αυστραλία -ΗΠΑ - Καναδά, αναλαμβάνουμε όλες τις διατυπώσεις για να φύγετε από την Ελλάδα". Οχι πως δεν θα ήθελα να ανταποκριθώ επί τόπου τηλεφωνώντας από το κινητό, αλλά βρε παιδί μου, χάθηκε η Ευρώπη; Αν είναι ν' αδειάσει από νεολαία ο τόπος, ας μην τη στείλουμε τόσο μακριά. Εδώ γύρω, στις χώρες της ευρωπαϊκής Ένωσης, να πηγαινοέρχονται τα Χριστούγεννα εύκολα, να μαζευόμαστε να τρώμε όλοι μαζί τα παραδοσιακά ελληνικά. Οχι Αυστραλία βρε παιδιά και Καναδά και ΗΠΑ. Είναι και τα εισιτήρια ακριβά για τέτοιες αποστάσεις. 
Αν πάλι υπάρχει εκεί ελληνική κοινότητα και μπορεί μια τέτοια ιδέα να δίνει ελπίδες, τι να πω; Τρεις φορές καλύτερη η μετανάστευση στην Ευρώπη και πάλι, όπου μπορεί οι κοινότητες να μη νιώθουν αρκετά κοινότητες, αλλά το περιβάλλον ολόκληρο είναι πιο οικείο, έστω και μόνο επειδή στις χώρες της Ένωσης έχουν δικαιώματα οι έλληνες πολίτες, και το ξέρουν. Κι ας το ξέρουν και οι συντηρητικοί πολιτικοί των χωρών αυτών, κι ας έχουν ήδη αρχίσει να προσπαθούν να τα μειώσουν, ότι σαν πολλοί μαζεύτηκαν εδώ πέρα έλληνες με υπερβολικά προσόντα και πρέπει κάτι να κάνουμε για να τους κόψουμε τον αέρα. 
Μια αυταπάτη είναι οι κοινότητες πιστεύω, μια αυταπάτη που αναπαράγει πιθανότατα την ασάφεια που μας δέρνει και που έδιωχνε τους νέους πολύ πριν την κρίση. Αυτή την έλλειψη κανόνων που είναι για γερά νεύρα και για μυστήρια προσόντα, για μπαρμπάδες στην Κορώνη και για χαρακτήρες που εμπνέουν δέος, για τσαμπουκάδες και άλλα τέτοια παράξενα που δεν είναι σε θέση όλος ο κόσμος να αντιμετωπίσει. 
Υπάρχουν φυσικά τα ταλέντα, άνθρωποι που γεννιούνται με το χρυσό δοντάκι, το χρυσό κουταλάκι, το κάτι χρυσό τέλος πάντων και τα καταφέρνουν στο δαίδαλο των κανόνων και των κόλπων που ίσως κάπου να υπάρχουν αγάπη μου, ίσως και να μην υπάρχουν πουθενά και να καλλιεργείται το είδωλό τους, η αντανάκλασή τους, ο αντικατοπρισμός τους σαν τους καβαλάρηδες της ερήμου, τους Δροσουλίτες ιππότες. Άνθρωποι που έχουν ζήσει στις ευρωπαϊκές πόλεις και επιστρέφουν στην Ελλάδα λένε ότι αργούν να κατανοήσουν τους κανόνες αξιοκρατίας ή μη που επικρατούν, ή δεν επικρατούν. Περνάνε τα χρόνια και νιώθουν απροσάρμοστοι, δεν παρηγοριούνται που ένα σωρό κόσμος νιώθει απροσάρμοστος έστω κι αν ποτέ δεν έχει φύγει από την Ελλάδα. Έμαθαν να ζουν με κανόνες και δυσκολεύνται μετά με το χαρακτήρα που πρέπει να αναπτύξουν εδώ για να τα βγάλουν πέρα. Και το ερώτημα είναι, πόσοι τέτοιοι πρέπει να έρθουν πίσω στην Ελλάδα, πόσοι πρώην μετανάστες που έζησαν και δούλεψαν με σαφείς κανόνες και τους χρειάζονται, θεωρούν ότι τους δικαιούνται, ίσως- ίσως και να τους απαιτήσουν, πόσοι να είναι λοιπόν αυτοί για να αρχίσει να γίνεται αισθητή μια τέτοια απαίτηση;
Άγνωστο το νούμερο, αλλά πρέπει κανείς να ελπίζει όσο ζει, έστω κι αν οι αλλαγές στη χώρα που δεν μπορεί να εγκαταλείψει θα γίνουν ίσως όταν θα είναι παππούδες τα εγγόνια του. 

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Πρωτοχρονιά πρωτότυπη, βουνίσια


Ας κάνουμε κάτι πρωτότυπο και σπάνιο για την Πρωτοχρονιά, περάσαμε όλες τις εορταστικές μέρες σε εσωτερικό χώρο, πάμε λίγο έξω, είπα χτες το πρωί. Πάμε στην άγρια φύση του νομού, πάμε στην Πάρνηθα μια βόλτα, γρήγορα -γρήγορα, πριν νυχτώσει, ας βρέχει κι ας χιονίζει, πάμε να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα!
Το καταφέραμε, ξεκινήσαμε, χρόνια μετά απο την εποχή που ντύναμε τα παιδιά μας ορειβάτες και τα τρέχαμε στα μονοπάτια, παιχνιδάκι ήταν τότε για μας η διαδρομή απο το Μον Παρνές στο Μπάφι. Το πιο εύκολο και προσιτό μονοπάτι, χαμένο τότε ανάμεσα στα έλατα, ξεχωρίζει τώρα απο μακριά, μια λευκή γραμμή στη γκρίζα πλαγιά, σαν ουλή σε ξυρισμένο κρανίο. Τότε το χάναμε, τώρα φαίνεται από παντού, αλλά δεν μας κάνει καρδιά να το περπατήσουμε πλέον. Προχωράμε, αναζητούμε κομμάτια που είναι ακόμα πράσινα, με τα έλατά τους ψηλά και μεγάλα, να μπερδέψουμε τα βήματα μας ανάμεσα στα βράχια, και στα μούσκλια, και στα... ναι, πώς να το κρύψωμεν άλλωστε, στα σκουπίδια που πετάνε ακόμα οι εκδρομείς κοντά στα καταφύγια, και στους πεσμένους κορμούς, και στα γυμνά και ξερά δέντρα που τα έχει φάει σαράκι ή παράσιτο και κανείς δεν ασχολείται να τα φροντίσει, να τα καθαρίσει, να μαζέψει την καύσιμη ύλη που σαπίζει τώρα στο χώμα, αλλά το καλοκαίρι θα ξεραθεί και θα καίγεται ίσως εύκολα.
Πριν τη μεγάλη πυρκαγιά δεν τα φοβόμασταν όλ' αυτά, δεν μας σφιγγόταν η καρδιά στη θέα του γκυ που φυτρώνει απευθείας στους κορμούς των ελάτων, ή εκείνης της πράσινης λειχήνας που τυλίγει τα κλαδιά τους. Τότε το δάσος φαινόταν ανίκητο, είχε ζήσει πυρκαγιές και πυρκαγιές κι είχε επιβιώσει. Δεν μπορούσε η φωτιά να το καταβάλει, ούτε η παραμέληση, ούτε τίποτε, η φύση ήξερε τι έκανε. Τώρα όμως τα βλέπουμε όλ' αλλιώς. Η πυρκαγιά του 2007 δεν ξεπεράστηκε, οι πρώην δασωμένες πλαγιές είναι ακόμα γυμνές. Κάτω απο τα δέντρα το χώμα ήταν φτενό, γεμάτο πέτρα. Πέτρα και βράχια στις απαλές πρώην καταπράσινες κοιλάδες που χαιρόμασταν, σαπίζουν και οι κορμοί που βάλανε για να συγκρατηθεί το χώμα. Μόνο πουρνάρια φύτρωσαν. Τι έγινε η αναδάσωση, τεχνητή ή φυσική; Θα ζήσουμε να δούμε κάτι που να μοιάζει με αυτό που καταστράφηκε; Κάτι που να δίνει μια ελπίδα τέλος πάντων;
Περπατήσαμε λίγο, η υγρασία μας περόνιασε, νύχτωνε και νωρίς, επιστρέψαμε κουβαλώντας το κρύο ανάμεσα απο τα πουλόβερ και τα μπουφάν μέχρι τα φωτισμένα δωμάτια του σπιτιού μας.  Το κρύο και κάτι το ανελέητο που παραμόνευε σε κάθε στροφή, το σκληρό βλέμμα του περαστικού ή του μόνιμου κατοίκου πάνω στη φύση που ανίσχυρη υποχωρεί συνέχεια. Από τη μιζέρια των οικοπέδων που διασχίζει η οδός Καραμανλή, μέχρι την προκλητική ασχήμια των κέντρων διασκέδασης που καμαρωτά σε καλούν για ψητά κρέατα καθώς ο δρόμος προχωρά προς το βουνό, σα να κατέβασαν απο κει πάνω με ρόπαλα τις τελευταίες αρκούδες και να τις σερβίρουν, κι απο το ρήμαγμα του παλιού Ξενία μέχρι τη μετάλλαξη του Μον Παρνές, την παραίτηση των δέντρων απο τα καμμένα, και τα συνθήματα πάνω στις πινακίδες "ολική απελευθέρωση ανθρώπων και ζώων". Κάτι το ανελέητο και κυνικό που σαρκάζει καταστρέφοντας, που μισεί τη δική μου ρομαντική ανάγκη για περίπατο στη φύση, κι όλων των ομοίων μου, που καταστρέφει πινακίδες της τροχαίας, καταπατεί το στενό δημόσιο δρόμο, γράφει συνθήματα στο γυμνό τσιμέντο των πρώην κραταιών κρατικών φιλοδοξιών, δεν φοβάται να πριονίζει κάθε τι κοινό και δημόσιο, υπομονετικά περιμένει την πλήρη πτώση του καπιταλισμού για να κυβερνήσει όπως ξέρει αυτό και δεν ξέρουμε εμείς. Σιωπηλά δίνεται μάχη κάθε μέρα ανάμεσα στον πυρήνα του εθνικού δρυμού που ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα και την τσαπατσούλικη, την αδυσώπητη απληστία που ανεβαίνει σαν την πράσινη λειχήνα αργά και σταθερά το βουνό. Στη μικρή αυτή βόλτα τα αναρχικά συνθήματα συνταίριασαν με την άναρχη οικοδόμηση και πολεοδόμηση γύρω απο την Πάρνηθα. Σα να είναι προσωποποίηση του αστικού ιδανικού το βουνό αυτό, τόσο όμορφο και πολυσχιδές, με τα έλατα που δεν τα βρίσκεις ούτε στην Πεντέλη, ούτε στον Υμηττό, ούτε στο ταπεινό Αιγάλεω βεβαίως, σα να είναι η αριστοκρατία της φύσης, έπρεπε να πληρώσει. Με τις σπηλιές του, με τα σπάνια δέντρα του, με τα ελάφια που είναι απόγονοι των βασιλικών ελαφιών, αν δεν κάνω λάθος. Η μιζέρια που μας σερβίρουν όλο και πιο μονότονα τίτλοι και κριτικές, σχόλια και σημειώσεις, αυτή που σήκωσε κεφάλι κι ονειρεύεται να ισοπεδώσει τα πάντα, έρχεται και δένει με το ρήμαγμα της Πάρνηθας, τη μικροϊδιοκτησία που σκαρφαλώνει στις υπώρειές της ασχημίζοντας το περιβάλλον (μα η ασχήμια είναι λαϊκή κατάκτηση, όπως μας διδάσκουν επίμονα και συστηματικά πρώην εστέτ) την αδιαφορία και την πρόκληση, την αυθαιρεσία και την καταστροφή. Κατά λάθος βρέθηκε ένα τέτοιο βουνό δίπλα στη μητρόπολη της ομοιομορφίας, κι αυθόρμητα οι ενοχλημένοι απο το μεγαλείο του κάτοικοι, αργά και σταθερά το ξεπαστρεύουν. 

 Για μια βόλτα στο βουνό παραείναι αβάσταχτη η θλίψη, κι όμως βραδιάζει και την αποθησαυρίζω σαν πολύτιμο λάφυρο, εμπλουτισμένη με παιδικές και λογοτεχνικές αναμνήσεις. Μπορεί και ν' αλλάξουν τα πράγματα, η φύση είναι πιο δυνατή, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, κλπ.







Όμορφο και περιποιημένο το νέον έτος

triti-matiaΕνα απόγευμα της χρονιάς που τελειώνει γνώρισα μια γειτόνισσα, συνταξιούχο αισθητικό, που ανήκει σε δίκτυο εθελοντών. Το έχουν ονομάσει Δίκτυο Κοινωνικής Αισθητικής και οργανώνονται για να προσφέρουν περιποίηση και κομψότητα σε μέρη που νομίζουμε ότι δεν χρειάζονται: νοσοκομεία, οίκους ευγηρίας, τέτοια.

 

Αν το καλοσκεφτείτε, εκεί χρειάζονται περισσότερο από παντού αλλού. Στα νιάτα οι άνθρωποι είναι όμορφοι χωρίς προσπάθεια, μετά τη μέση ηλικία αρχίζει η εμφάνιση να ζητάει ολοένα και περισσότερη φροντίδα. Κι όσο περνάει ο χρόνος δυσκολεύουν τα πράγματα, μέχρι την ανημπόρια που γίνονται απρόσιτα. Ομως όλοι θέλουν να είναι όσο το δυνατόν πιο όμορφοι, πιο παρουσιάσιμοι κάθε στιγμή. Τι εξαιρετική ιδέα, να προσφέρεις εθελοντικά αυτές τις τόσο σπουδαίες και παραγνωρισμένες υπηρεσίες!

 

Δεν είναι πολυτέλεια, μας εξήγησε η κυρία (Τιμοθέα Παντζίκα λέγεται, τη βρήκα μετά και στο Διαδίκτυο, εξαιρετικά δραστήρια στον τομέα της) είναι ζωτική ανάγκη. Ακόμα και στα ιδρύματα, όταν ζει κανείς ανάμεσα σε λίγους ανθρώπους, θέλει να φαίνεται όμορφος, έστω αξιοπρεπής, έστω περιποιημένος. Κι είναι τόσο δύσκολο, όταν οι δυνάμεις λιγοστεύουν, τόσο ανεκτίμητο όταν σου προσφέρεται. Η οργανωμένη φιλανθρωπία δεν το έχει σκεφτεί ποτέ, προηγούνται βεβαίως η υγεία, η διατροφή, η εκπαίδευση, υποτίθεται πως η φιλαρέσκεια είναι ελάττωμα, δεν θα της συμπαρασταθούμε κιόλας. Κι όμως…

 

Μου έβαλε ιδέες η κυρία. Πάντα ονειρευόμουν να ιδρύσω δανειστική βιβλιοθήκη στη γειτονιά μου, όταν μου πέσει το λαχείο, αλλά έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι θα ήταν πιο πρωτότυπο να ιδρύσω χαμάμ. Πριν από λίγο καιρό άνοιξε στην Πλάκα το πρώτο καινούργιο χαμάμ της Αθήνας, εγώ όμως θα έφτιαχνα ένα φτηνό, σαν τα δημόσια λουτρά που λειτουργούσαν κάποτε στη Θεσσαλονίκη. Δύσκολο έως αδύνατο, εκείνα ήταν παμπάλαια κτίρια της Οθωμανικής περιόδου που παρήκμαζαν, τώρα χρειάζονται νέες πολύπλοκες εγκαταστάσεις. Βιαστήκαμε να κλείσουμε τα χαμάμ ως τούρκικα, ενώ ήταν ρωμαϊκά όπως μάθαμε στην τελευταία τάξη. Κρίμα. Φανταστείτε τι ωραίο και χρήσιμο θα ήταν ένα χαμάμ στην πόλη, εδώ στις ξεπεσμένες συνοικίες, με φτηνό εισιτήριο και συμβουλευτικές υπηρεσίες ένδυσης. Εκεί θα περνούσα τις βραδιές μου, να συμβουλεύω γυναίκες κι άντρες πώς να ντύνονται για να κολακεύουν το σώμα και τα χρώματά τους, πώς να αναδεικνύουν την ομορφιά τους.

 

Δεν έχω καθόλου έμφυτο γούστο, μεγάλωσα με έλλειψη τέτοιας παιδείας, γι’ αυτό προσπάθησα συστηματικά, από την εφηβεία, που είναι η ηλικία της σκληρής φιλαρέσκειας, να μάθω πέντε πράγματα. Ευτύχησα να αποκτήσω φίλες και στηρίχτηκα πάντα στη βοήθειά τους για το ντύσιμο, το χτένισμα κι όλα τα σχετικά. Θα τις καλούσα κι αυτές να μου λένε ιδέες, όπως ακόμα τις καλώ και τις παρακαλώ να μου δώσουν τα φώτα τους.

 

Εύχομαι λοιπόν (κι ήρθε η ώρα των ευχών) επειδή τέτοιο χαμάμ δεν βλέπω ν’ αποκτάμε, εύχομαι να έχετε φίλες και φίλους που βοηθούν με ειλικρίνεια την επιλογή ρούχων και αξεσουάρ, έστω κι αν είναι σε ανταλλακτικό παζάρι μεταξύ σας. Φιλίες που καθρεφτίζουν την ομορφιά σας, εύχομαι, που τη δημιουργούν, την εμπνέουν, την απολαμβάνουν, έστω κι αν τη ζηλεύουν λιγάκι ενίοτε.

Παρομοιώσεις και μεταφορές

-Τι συμβαίνει με τα λεωφορεία, με ρωτάει η γυναίκα που λειώνουμε δίπλα- δίπλα από τη ζέστη στη στάση. Τα έχουν αραιώσει; -Θα ήθελα...