Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Rethink patriotism


Φαίνεται σα να ταρακουνήθηκε λίγο το τοπίο με τις φωτογραφίες του κατηχητικού της Χρυσής Αυγής στη Λούτσα. Έξι χρονών παιδάκια να ακούνε κηρύγματα μίσους, προκαλεί κάποιο σοκ. Ίσως δοθεί η ευκαιρία να κουβεντιάσουμε λίγο για το τι μαθαίνουμε στα παιδιά μας και πόσο μίσος τους προμηθεύουμε από μικρή ηλικία. Αρχίζοντας από το πόσο μίσος μπορεί να αντέξει η παιδική ψυχή, αν το χρειάζεται, πού την οδηγεί και τι της εξασφαλίζει.
Αναγκαστικά θυμήθηκα τις πρώτες εμπειρίες των παιδιών μου στον παιδικό σταθμό, καθώς άκουγα τα αγανακτισμένα σχόλια . Δυόμισι χρόνων πρωτοέμαθαν να τραγουδούν το "Κορόιδο Μουσολίνι" και με ανατρίχιαζαν με το στίχο "...εσύ κι η Ιταλία η πατρίδα σου η γελοία..." Πώς να κάνεις κήρυγμα στο νήπιο περί σεβασμού στις πατρίδες όλου του κόσμου; Φαίνονταν να διασκεδάζουν στις γιορτές κουνώντας το σημαιάκι τους, δεν θα τους το χαλούσαμε με αναλύσεις.
Όταν όμως ο μικρός γύρισε μια μέρα σπίτι κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ επειδή είχε μάθει ότι "ήμασταν σκλάβοι τετρακόσια χρόνια" κάπως έπρεπε να τον παρηγορήσω. Κι αμέσως θυμήθηκα το δικό μου ψυχικό τραύμα σε αντίστοιχη ηλικία και εξεπλάγην που τόσα χρόνια μετά, με τόση πρόοδο της παιδαγωγικής, με τόσες αλλαγές εν γένει, τα παιδιά έπρεπε να περνάνε το ίδιο δράμα με το κλισέ "τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς" και μάλιστα σε μικρότερη ηλικία, γιατί τώρα πάνε νηπιαγωγείο και παιδικό σταθμό απο τα τρία και τα τέσσερα.
Θέλω να πω ότι τα κηρύγματα μίσους περιλαμβάνονται στην επίσημη κουλτούρα μας, δεν είναι εφεύρημα της Χρυσής Αυγής. Γιατί όταν ταυτίζεσαι με κατάσταση θύματος σε τόσο τρυφερή ηλικία, στην οποία νιώθεις ούτως ή άλλως ανίσχυρος και έτοιμος να γίνεις θύμα, τι άλλο μπορεί να σου προσφέρει καταφύγιο παρά το μίσος;
Αντε όμως να κάνεις κριτική σ' αυτό τον τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας, ή να προσπαθήσεις να απαλύνεις τη σκληρότητα της αφήγησης, όπως εκείνο το ταλαίπωρο βιβλίο της Ρεπούση...
Τι χρησιμεύει στα παιδιά να γαλβανίζονται με τέτοια συναισθήματα για να αποκτήσουν εθνική συνείδηση; Και τι χρησιμεύει στην ίδια την εθνική συνείδηση; Θα μιλήσω σαν μητέρα, σαν το παιδί που υπήρξα και που θυμάμαι, και σαν ελληνίδα που παρατηρεί τις σχέσεις των ανθρώπων με τον τόπο τους και με την έννοια της πατρίδας. Νομίζω ότι δεν χρησιμεύει σε τίποτε, νομίζω ότι κάνει κακό και στους ανθρώπους και στις εθνικές συνειδήσεις και στο πολιτικό αίσθημα και σε όλα. Και σε όλους.
Τα παιδιά είναι όντα που αισθάνονται ανυπεράσπιστα στο μεγάλο κόσμο των μεγάλων. Η δουλειά των μεγάλων είναι να τα πείσουν ότι αξίζει τον κόπο η ζωή, αξίζει να μεγαλώσουν και να παραλάβουν αυτό τον κόσμο που τους φαίνεται τρομερός και φοβερός. Γι αυτό τον μικραίνουμε στα μέτρα τους και τους τον διδάσκουμε λίγο- λίγο, με παιχνίδια στην αρχή και παραμύθια, με θετικές προτάσεις, με παραδείγματα δικαιοσύνης. Αν αποκαρδιωθούν από μικρά, αν απελπιστούν, θα παραιτηθούν απο την προσπάθεια να μάθουν, να προοδεύσουν, να διεκδικήσουν, να επικοινωνήσουν με τους συνομηλίκους τους. Θα συσσωρεύσουν υλικό δυστυχίας που θα τους εγγυάται διαστρεβλωμένη αντίληψη των πραγμάτων, ισόβια παράπονα και έλλειψη ικανοποίησης. Κι επιπλέον θα αποκτήσουν λάθος αντίληψη για τον κόσμο, δεν θα καταλαβαίνουν εύκολα τους άλλους, δεν θα τους εμπιστεύονται, δεν θα χαίρονται, γιατί θα έχουν διδαχθεί τη δυσπιστία σαν τρόπο αντιμετώπισης του κόσμου και των ανθρώπων.
Το ανθρώπινο υλικό με αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να μοιάζει εύπλαστη ύλη για τη μιλιταριστική κοινωνία που φαντασιώνεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα σε πολλές του εκφάνσεις. Αλλά δεν βοηθά να φτιαχτεί κοινωνία πολιτών με συνείδηση για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους που μπορούν να απολαμβάνουν, να καταλαβαίνουν τι τους συμβαίνει, να διεκδικούν και να υπερασπίζονται. Το σχολείο μεγαλώνει τα παιδιά μας σαν μελλοντικούς φαντάρους που πρέπει να είναι έτοιμοι για αυτοθυσία χωρίς ερωτήματα. Ευτυχώς κάνει κι άλλα πράγματα και του ξεφεύγει αυτός ο στόχος. Η Χρυσή Αυγή πάντως απλώς έχει να βαθύνει σε αυτό το στρωμένο έδαφος. Να πάρει το ήδη δημιοργημένο μίσος, τα αισθήματα μειονεξίας και τα παράπονα και να τα οργανώσει.
Πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε τέτοιους πολίτες; Ακόμη και πόλεμος να γίνει, όπως συνεχώς απειλούν, πιστεύετε ότι χρειαζόμαστε τέτοιους στρατιώτες; Αν δε γίνει πόλεμος πάντως, και δεν αποδειχτεί ποτέ το ορθόν ή όχι της επιλογής αυτής,  τζάμπα τη φτιάχνουμε και την καλλιεργούμε τόση δυστυχία. Κάπως πρέπει να το ξανασκεφτούμε το πράγμα. Rethink patriotism.
Στο μεταξύ, επειδή τίποτε δεν δείχνει την παραμικρή διάθεση να εξεταστούν ολ' αυτά και να κριθούν, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, μένει στους γονείς να υπερασπιστούν τα παιδιά τους όπως μπορούν. Δεν είναι και η πιο εύκολη δουλειά του κόσμου, με όλη την περιρρέουσα υστερία, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα, δεν υπάρχει βοήθεια.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Αυλόπορτες στο Ρουφ


Περιπλανήθηκα πίσω από το μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς στη χειμωνιάτικη λιακάδα. Έχει ήσυχους δρόμους εκεί, παλιές γειτονιές που δεν άλλαξαν και πολύ, δεν είχαν ζήτηση, έμειναν με τα χαμηλά τους σπίτια. Τόσο σπάνια και πολύτιμα θεωρήθηκαν κάποια στιγμή τα μικρά τους μεγέθη, ώστε χτίστηκαν και μερικές μοντέρνες πολυκατοικίες με λοφτ καταπληκτικά και πανάκριβα. Ύστερα ήρθε η κρίση και το σπάνιο και πολύτιμο ξαναγύρισε στην προηγούμενη κατάσταση του φτωχού και παρατημένου. Μόνο που τώρα ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα παλιά σπιτάκια βλέπεις και τα λοφτ σε αναγκαστική συνύπαρξη, σε μια μεταβατική κατάσταση που έμεινε μετέωρη.
Πάντα φτωχογειτονιά θα ήταν εδώ πέρα, τα σπίτια είναι ισόγεια τα περισσότερα και μικρά. Αλλά βέβαια διαθέτουν ακόμα και ερειπωμένα αυτή την πολυτέλεια του χώρου και της ησυχίας.
 Είναι όμως πολυτέλεια ή είναι ψυχαναγκασμός; Τα παράθυρα βλέπουν στο δρόμο. Πίσω από την κυρίως είσοδο το χωλ είναι μικρό. Οι γείτονες είναι λίγοι, είναι κοντινοί. Ακούνε τις φωνές σου αν φωνάξεις, τους καυγάδες σου αν καυγαδίσεις. Αν βγεις να καθίσεις στην αυλή σε βλέπουν από γύρω. Κι όσοι περνούν από το δρόμο βλέπουν αν έχεις καταφέρει να βάψεις το σπίτι σου και τα παράθυρά σου, αφού όλα βρίσκονται στο ύψος των ματιών. Μήπως οι απρόσωπες πολυκατοικίες είναι καλύτερες τελικά, καθώς κρύβεσαι μέσα στο πλήθος και δεν ακούγεσαι μέσα στη φασαρία;
Αν και μικρά τα σπιτάκια είχαν κάποια στολίδια, να κοιτάζεις αυτά και να αφήνεις τους ανθρώπους στην ησυχία τους. Γύψινα κιονόκρανα, πλαίσια παραθύρων. Μεταλλικές αυλόπορτες περιποιημένες. Είδος υπό προστασία θα έπρεπε να τις κηρύξουμε. Λέμε τώρα. Από κει διακριτικά περνάς στο πίσω μέρος του σπιτιού και μπαίνεις στην κουζίνα. Μπαινοβγαίνεις ανεπίσημα, σε στέλνει η μάνα σου για θελήματα, φωνάζεις τη νοικοκυρά να ψωνίσει, ή να της πεις δυο κουβέντες στ’ αυτί. Τέτοιες δουλειές θα γίνονταν κάποτε, ίσως να γίνονται και τώρα. Αν και τώρα όλα μοιάζουν προσωρινά, σαν σκηνικό, λες και θα περάσει μετά τη βόλτα μου μια μεγάλη νταλίκα να τα σαρώσει.
Πολλά σπιτάκια είναι ακατοίκητα, πέφτουν και λειώνουν σιγά σιγά. Πρώτα βουλιάζουν οι σκεπές μέσα στα δωμάτια, ξέρουμε τις διαδικασίες. Βλέπεις παράθυρα να ανοίγονται στον ουρανό. Βλέπεις εσωτερικούς τοίχους να υψώνονται στη μέση ενός μικρού καταπράσινου οικοπέδου.
Με πιάνει λαχτάρα να τρέξω ξαφνικά, σα να με περιμένει πίσω από μια τέτοια αυλόπορτα η γιαγιά μου. Γρήγορα να μη φύγει. Γαλήνια φαντάσματα καλεί η λιακάδα. Να μου ανοίξει, να με μπάσει στην αυλή για να φάω μια φέτα ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη. Δεν μου άρεσε το έδεσμα, αλλά η γιαγιά το εμφάνιζε σαν κάτι σημαντικό και το έτρωγα. Κι ακριβώς εκείνη τη στιγμή ανοίγει μια αυλόπορτα και βλέπω έναν άντρα στη δική μου ηλικία να βγαίνει με μια φέτα ψωμί με ζάχαρη στο χέρι, λες και γέρασε εκεί πέρα κάνοντας το παιδί. Μα δεν κατάλαβε ποτέ ότι είναι φριχτή η ζάχαρη πάνω στο βούτυρο; Πρέπει κανείς να μεγαλώνει κάποτε.
Θα έκανα λάθος. Δεν μπορεί να ήταν ψωμί με ζάχαρη αυτό το πράγμα.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Ζωγράφισε μου ένα αρνάκι, φρικασέ.

Καθώς πληθαίνουν τα σάιτ και τα περιοδικά με ένθετα μαγειρικής, θα πρέπει να έχω φτάσει να διαβάζω γύρω στις δέκα συνταγές την ημέρα. Είναι η πρώτη μου φροντίς το πρωί και η τελευταία το βράδυ. Ωραίες έγχρωμες φωτογραφίες και κείμενα με στυλ προσωπικό, ζωντανά, σπαρταριστά σαν τα ψάρια που περιγράφονται μεταξύ άλλων, μου δίνουν κουράγιο με τον πρωινό καφέ. Μπορείς να κάνεις τα πάντα, μου ψιθυρίζουν οι συντάκτες τους, φτάνει να το θελήσεις. Έχω πεθυμήσει το πατρικό ρητό, "Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω!" Είναι παλιοκαιρίσιο; δεν το ακούω τελευταία. Ίσως γι αυτό αναπληρώνω με συνταγές.
Πόσο θετικό πνεύμα έχουν τα κείμενα μαγειρικής, πόση εμπιστοσύνη στις ικανότητες κατανόησης, στις επιθυμίες δημιουργίας και αναζήτησης, πέρα βέβαια απο την απλή πείνα. Μου έχει λείψει η απλότητα στα κείμενα των εφημερίδων, αυτή η αμεσότητα και η ειλικρίνεια, ο συγκεκριμένος στόχος. Θέλει να φτιάξεις κάτι; Ξεκίνα με τη λίστα υλικών (μια λίστα που δεν κινδυνεύει να σε στείλει στην εξεταστική), βγες στην αγορά, πάρε τα υλικά, γύρα σπίτι σου και πιάσε τα μαχαίρια. Όλα είναι στο χέρι σου και στις ικανότητές σου απο τη στιγμή που έχεις επιτρέψει στους εμπόρους να σου προμηθεύσουν τους καρπούς της γης. Δεν υπάρχει αποδόμηση του ρόλου του εμπορίου, μόνο απλή αποδοχή της χρησιμότητας του και οδηγίες, πού θα βρεις τι. Και απλές κοινωνικές συμβουλές, ζητείστε απο το χασάπη να σας κόψει το κρέας, μην υποτιμείστε τις γνώσεις του μανάβη, ψάξετε για μπαχαρικά στην Ευριπίδου, για ελιές στη στοά των Αθανάτων. Δεν υπάρχει προκατάληψη προέλευσης από πού κρατάει η σκούφια του λάχανου και του μπρόκολου, παρά μόνο για πρακτικούς λόγους, και μετράει η σύγκριση τιμών, το πιο λογικό πράγμα του κόσμου. 
Σε άλλες εποχές, ίσως σε άλλες ηλικίες, προτιμούσα να διαβάζω θεωρίες και ερμηνείες της πραγματικότητας. Αναλύσεις και θεωρίες μέχρι διαστρέβλωσης. Ανακούφιζαν την πίεση των απαιτήσεων. Λίγη ανάλυση, λίγη ανατροπή των αυτονόητων λειτουργούσε λυτρωτικά, μέχρι να αρχίσει να σε τρελαίνει. Τώρα έχουν τόσο αναλυθεί τα απλούστατα και ανατραπεί τα αυτονόητα που η ψυχή μου ζητάει συγκεκριμένα πράγματα σαν διψασμένος ταξιδιώτης.
Θαυμάζω και ζηλεύω τους συντάκτες συνταγών. Εχουν το θάρρος να τα βάζουν με τη μιζέρια, με αυτό το κλισέ που αποθεώθηκε παγκοσμίως τώρα τελευταία, του λιμοκτονούντος λαού, χάρις σε κείνη τη φωτογραφία υψωμένων χεριών προς σακούλες πορτοκάλια. Αναρωτιέμαι αν τους βρίζουν οι αναγνώστες τους, ή τους θαυμάζουν, όπως εγώ. Μπορεί να έχουν διλήμματα, ακόμα και ενοχές. Ο ψυχαναγκασμός μας έχει μεγαλώσει. Πάντως απτόητοι συνεχίζουν τις έρευνες, ψωνίζουν, δοκιμάζουν, μαγειρεύουν, φωτογραφίζουν, υπομονετικά προσπαθούν να μεταδώσουν τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους με όλο και καλύτερη γραφή.
Φυσικά και φτιάχνω κάτι απ' όλ' αυτά που και που. Αλλά κυρίως φτιάχνομαι. Μπορεί κάποτε, αν συνηθίσουμε, να απαιτούμε απ' όλους όσους σχεδιάζουν και οραματίζονται το μέλλον να γίνουν έτσι συγκεκριμένοι και απλοί σε ό,τι λένε και ό,τι κάνουν. Χρειάζεται αισιοδοξία.



Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Μαμάδες προαστίων και συνοικιών


Αν υπήρχε κάτι δυσοίωνο σ' εκείνο το βιβλίο, που έγινε περίφημο ξανά, το "Μαμάδες βορείων προαστίων", της Παυλίνας Νασουτζικ, ήταν η παντελής έλλειψη επιείκειας της συγγραφέως για τις ηρωίδες της, ίσως και για τους αναγνώστες. Οι άνθρωποι που σκιτσάρονται εκεί είναι τέρατα εγωισμού και κυνισμού. Δεν υπάρχει πουθενά ίχνος ανθρωπιάς, δεν γεννιέται η παραμικρή σταγόνα συμπάθειας. Τόσο αρνητικά όντα δεν αντέχονται σε βιβλίο, να μη σε αφήνουν να ταυτιστείς μαζί τους ούτε δευτερόλεπτο, ούτε  μοιάζουν  με αληθινούς ανθρώπους. Οι αληθινοί άνθρωποι, όσο κακοί κι αναίσθητοι να είναι, όσο διεστραμμένοι και φριχτοί, τόσο μονοδιάστατοι δεν είναι ποτέ. Τόσο οργανωμένα σατανικοί δεν υπάρχουν πουθενά, ούτε σε βόρεια ούτε σε νότια προάστια, ούτε στο κέντρο, ούτε στις γειτονιές. Είναι καρικατούρες.
Στην πραγματικότητα οι μαμάδες των προαστίων, βορείων και νοτίων, είναι σαν τις μαμάδες του κέντρου της πόλης, τις μαμάδες των περιχώρων, των παραθαλασσίων κωμοπόλεων και των ορεινών οικισμών. Θέλουν για το παιδί τους το καλύτερο, όσο μπορεί η καθεμία. Και ασχολούνται μαζί τους περισσότερο από όσο ασχολήθηκαν ποτέ μανάδες με τα παιδιά τους στην ανθρώπινη ιστορία. Ίσως μάλιστα αυτό να είναι το πρόβλημα.
 Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ένα παιδί που μεγαλώνει με τη μάνα και τον πατέρα προσηλωμένους επάνω του έχει εξασφαλίσει ότι δεν θα γίνει αντιδραστικό αν του λένε συνεχώς ότι η κοινωνία είναι σκληρή, ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, ότι όλοι θέλουν το κακό του κλπ. Το πρόβλημα της παιδαγωγικής των ελλήνων είναι ότι λένε πολλά τέτοια στα παιδιά τους. Τα βλάπτει μάλλον η υπερβολική φροντίδα παρά η παραμέληση. Η οικογένεια είναι κλειστή στον εαυτό της, πολύ απρόθυμα διδάσκει στα παιδιά κανόνες συνύπαρξης. Συνήθως δεν το κάνει καν. Τα προτρέπει  να ζουν  σε κλειστούς κύκλους, δεν ενθαρρύνει τις φιλίες. Κι αυτό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, είναι μάλλον παλιό, μια δυσπιστία που επιβιώνει απο δύσκολες εποχές, η οποία μαζί με άλλες δυσπιστίες που επιβιώνουν απο δύσκολες εποχές, κάνει τη ζωή δύσκολη σε παιδιά σε μεγάλους.
Ο κόσμος είναι κακός, η κοινωνία είναι σάπια. Δεν υπάρχει αξιοκρατία, όλοι είναι ψεύτες. Μην πιστεύεις τίποτε, οι τίμιοι είναι κορόιδα. Ολοι προσπαθούν να σε ρίξουν και να σε εκμεταλλευτούν. Μη σηκώνεσαι στο τρόλεϊ να δώσεις τη θέση σου  σε ηλικιωμένους, μόνο τα κορόιδα το κάνουν. Σε κοροϊδεύουν αν φανείς καλός. Να δείχνεις σκληρός, αναίσθητος. Να μη δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Κλπ, κλπ. Πόσο καλά τα ξέρουμε αυτά, πόσο πολύ τα ακούμε.
Δείξτε μου παρακαλώ ένα μέρος με μαμάδες που λένε στα παιδιά τους ότι η κοινωνία έχει νόημα, ότι πρέπει να σεβόμαστε τους κανόνες της, ότι την ευτυχία τη  βρίσκεις ανάμεσα στους ανθρώπους, ότι οι άνθρωποι αιώνες προσπάθησαν να φτάσουν στο βαθμό ειρηνικής ζωής που βρισκόμαστε σήμερα, ότι η δικαιοσύνη και η δημοκρατία δεν δουλεύουν καλά αλλά αξίζει τον κόπο να προσπαθούμε να τις βελτιώσουμε, ότι οι τίμιοι δεν είναι κορόιδα, ότι η απάτη και η υποκρισία σου κλέβουν την αξιοπρέπεια. Θα μετακομίσω εκεί αύριο.

Μαράθηκε η αγάπη μας;


Τουλάχιστον τους Γάλλους μπορούμε ακόμα να τους αγαπάμε χωρίς ενοχές. Ή μήπως μαράθηκε εκείνη η παλιά αγάπη; Δεν το πιστεύω. Είμαστε βαθιά γαλλόφιλοι, κι εκεινοι βαθιά φιλέλληνες, όπως το λέγαμε παλιά. Φέρουν δεν φέρουν επενδύσεις, είναι οι ιδεατοί αδελφοί που πρόκοψαν χωρίς να ξεχάσουν ποτέ τη μακρινή μητέρα. Την Ελλάδα, όπως τη φαντάστηκαν, κι όπως την προέβαλαν στο χώρο που κατοικούμε. Μαζί τους έχουμε την πιο αποδεκτή συγγένεια. Ξέρουν καλύτερα απ' όλους πόσο υπέροχο λάδι παράγουμε, πόσο γλυκειά είναι η θάλασσα το καλοκαίρι, πόσο ελληνικές είναι οι μύτες μας. Διδάσκουν ακόμα ελληνικά στα σχολεία τους και πρώτοι ξεχνούν την ερασμιακή προφορά όταν ταξιδεύουν κατα δω. Μας αγαπούν πιο πολιτιστικά από τους άγγλους και πιο ανάλαφρα από τους Γερμανούς. Ξέρουν καλύτερα κι από μας τι ήταν η χούντα. Φιλοξένησαν τους πάντες τότε, αριστερούς και δεξιούς εξόριστους, διαμόρφωσαν τον Καραμανλή τον κανονικό, γλίτωσαν με ελικόπτερο το Θεοδωράκη, περίμεναν υπομονετικά και με εμπιστοσύνη να επιστρέψει η Δημοκρατία. Κι η δική τους εκτίμηση σφραγίζει την πολιτική μας ζωή. Ισως περισσότερο με τη φαντασία παρά με το υπόδειγμα. Είναι το πρότυπο μας, νομίζουμε ότι μοιάζουμε λίγο, είναι ο πολυτελής καθρέφτης όπου φαινόμαστε ωραιότεροι. Κι εδώ που τα λέμε λιγουλάκι μοιάζουμε. Εχουν κι αυτοί κεντρικό κράτος, πολύ κεντρικό σχεδιασμό, διανόηση που επηρεάζει την πολιτική ζωή. Όταν συνέλθουμε θα μοιάζουμε περισσότερο. Ο υπόλοιπος κόσμος τους θεωρεί σοσιαλιστές. Δουλεύουν τις ιδέες με ζήλο μεγαλύτερο κι απο τη γαλλική κουζίνα.
Δεν μπορούμε να μην αγαπάμε τη Γαλλία. Στο μυαλό και στην καρδιά, ακόμα και στο βάθος τη Ιστορίας αν το ψαξεις, είμαστε τέκνα της Γαλλικής επανάστασης. Μην κοιτάτε που η εκκλησία με τους μύθους της καπέλωσε την αληθινή καταγωγή του νέου ελληνικού κράτους. Όπως οι Γάλλοι είναι εγγόνια της αρχαίας Ελλάδας. Το Παρίσι θεωρεί τον εαυτό του συνέχεια της Αθήνας, κι αν σκεφτείτε τον εριστικό χαρακτήρα μας είναι θαύμα που δεν μας πειράζει καθόλου. Αναγνωρίζουμε την παιδεία μας σε κάθε δρόμο του. Έτσι θα γινόταν η Αθήνα στα όνειρά της.
Δυο ειδών οπαδοί της Revolution Francaise είμαστε βέβαια. Κάποιοι θαυμάζουν ακόμα τη βία της καρμανιόλας, ελπίζω ότι περισσότεροι θαυμάζουμε τη  Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Κι ακόμα ελπίζω κάποτε να καταλάβουμε πώς ξεπέρασαν τη βία της, πώς προχώρησαν στη σύνθεση, πώς πολέμησαν και πώς αποφάσισαν να μην ξαναπολεμήσουν, πώς πορεύονται στην κρίση και τέλος  πώς μας ονειρεύονται.
Για επενδύσεις δεν ξέρω να σας πω. Πάντως στη γαλλική κουζίνα προοδεύουμε σταθερά και θα τη βελτιώσουμε νομίζω πολυ εξάγοντας όλο και περισσότερο εκλεκτό ελαιόλαδο.

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=22210

Φιλιά εις τα παιδιά

Είδα το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ "Φιλιά εις τα παιδιά" με τις ιστορίες πέντε εβραιόπουλων που σώθηκαν κρυμμένα με διάφορους τρόπους στην Κατοχή. Το τετράδιο της Ροζίνας Ασέρ Πάρδο το είχα διαβάσει όταν εκδόθηκε, πριν χρόνια. Ηξερα την ιστορία της οικογένειας αυτής στη Θεσσαλονίκη που είχε επιζήσει κρυμμένη σ ένα διαμέρισμα, δεν ήξερα ότι ήταν η μόνη που είχε σωθεί με τέτοιο τρόπο.
Ενα παιδί απο την Κρήτη, ένα από τα Γιάννενα, δυο απο τη Θεσσαλονίκη, ένα από την Αθήνα, ηλικιωμένοι άνθρωποι πια, λένε τις ιστορίες τους και αναλογίζεται κανείς ότι το πρόσωπο της Θεσσαλονίκης, των Ιωαννίνων, της Κρήτης δεν είναι το ίδιο με αυτό που ήταν προπολεμικά και αυτό που ήταν δεν το γνωρίσαμε ποτέ, γιατί μια ολόκληρη κοινότητα σε κάθε πόλη εξολοθρεύτηκε.
Είναι ασύλληπτο, όσες φορές και να το ακούσεις.
Πέντε παιδιά λοιπόν που γλίτωσαν κρυμμένα. Ο πιο μικρός, ο κρητικός Σήφης, ζώντας στην Αθήνα με μια κοπέλα χριστιανή που παρίστανε τη μητέρα του, ξέχασε τους γονείς του, κι όταν τους ξανάδε δεν τους αναγνώρισε. Ουσιαστικά κάτι παρόμοιο συνέβη σε όλα τα παιδιά, για να επιβιώσεις κρυμμένος, ή αλλάζοντας όνομα, παριστάνοντας κάποιον άλλον, πρέπει να ξεχάσεις την υπόσταση σου. Να περάσεις μήνες και χρόνια σαν κάποιο ζώο, αναπνέοντας λίγο, μιλώντας λίγο, τρώγοντας λίγο. Να σωπαίνεις στην ηλικία που μαθαίνεις να μιλάς. Να κρύβεσαι στην ηλικία που έτσι κι αλλιώς  δυσκολεύεσαι να βρίσκεις τον εαυτό σου που αλλάζει κάθε μέρα.
Ο Σήφης ψάχνοντας το παρελθόν ανακάλυψε που χάθηκαν οι Εβραίοι της Κρήτης. Μεταφέρονταν με  ένα πλοίο που το βούλιαξαν βρετανικές τορπίλες. Θα μπορούσα να είμαι εκεί, είπε στην κάμερα και μοιραία ήρθε η δεύτερη σκέψη: θα έπρεπε να είμαι εκεί. Εν κατακλείδι, είμαι ένοχος που δεν ήμουν εκεί.
Το ίδιο συναίσθημα το ένιωθαν όλοι. Ενοχοι που έζησαν, γιατί κρύβοντας την ταυτότητα που σκότωνε τους άλλους την έχαναν κιόλας; Και μαζί της το δικαίωμα στη ζωη; Είναι τόσο δύσκολο να συλλάβουμε την περιπέτεια αυτών των ανθρώπων, ευτυχώς δηλαδή. Ζούμε σε πολύ διαφορετική εποχή, αλλά επειδή κάποιοι ξανά βάζουν θέματα ταυτότητας, καλό είναι να προσπαθούμε

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Περπατώντας στη μελαγχολική Αθήνα φαντάστηκα μια πάνδημη γιορτή για τον Αγιο Βαλεντίνο


Εβαλα το ξυπνητήρι νωρίς για να ολοκληρώσω τις ετοιμασίες της γιορτής πρωί πρωί. Το κοστούμι μου με περίμενε κρεμασμένο στην καρέκλα. Σατέν φούστα με χρωματιστές κορδέλες, πουκάμισο με φουσκωτό μανίκι και βελούδινο γιλέκο με πούλιες. Η παλιά μου αποκριάτικη ουγγαρέζα δηλαδή ελαφρώς μεταποιημένη για να μου χωράει. Φόρεσα το στεφανάκι  και πήρα το καλάθι με τα λουλούδια. Μέχρι πρόπερσι κουβαλούσα φρούτα, αλλά ευτυχώς η επιτροπή αποφάσισε ότι μπορώ να περάσω σε ελαφρύτερα είδη. Καιρός ήταν.
Στο ισόγειο είχαν ήδη μαζευτεί οι πρώτες κυρίες με ανάλογη αμφίεση. Η διαχειρίστρια ήρθε τελευταία, ντυμένη  χήρα,  πάντα έτοιμη να κλαφτεί, αλλά ανήμερα του Αγίου κανένας δεν είχε όρεξη ν' ασχοληθεί μαζί της και τσάμπα στερήθηκε τα χρώματα.
Πριν προλάβουμε να χαιρετηθούμε και να θαυμάσουμε τα κοστούμια μας, ακούσαμε το κάλεσμα της τρομπέτας απο τη γωνία και βγήκαμε έξω τρεχάλα. Ευτυχώς δεν έβρεχε πολύ, γιατί δεν θα γινόταν να κρατάμε και ομπρέλα με τα καλάθια κι όλ' αυτά τα φαλικά λάβαρα. Ενα ψιλόβροχο συνηθισμένο για Φλεβάρη, ίσα για να τονίζει ηχητικά το τραγούδι.
Μπήκαμε στη σειρά, εγώ έξω δεξιά στους σολίστ, όπως πάντα τα είκοσι τελευταία χρόνια που ανήκω στην ομάδα της Κυψέλης, και δίπλα μου βάλανε την καινούργια γεωργιανή για εκπαίδευση. Κάθε χρόνο έχω τις περισσότερες αιτήσεις υποψηφίων μαθητριών και διαλέγω πάντα πρώτη. Ούτε μια φορά δεν απογοητεύτηκα από την επίδοση των μαθητευομένων μου, κι όλες διαδίδουν πόσο καλή είμαι στο σείσμα και στο λύγισμα και στης φωνής τη χάρη και πόση μεταδοτικότητα έχω, οπότε ύστερα ακολουθούν περισσότερες αιτήσεις. Ετούτη μου είπε ότι λέγεται Ντάνα και φροντίζει ένα ζευγάρι στο νούμερο έξι. Η φωνή της είναι πολύ γλυκιά, αν και όχι ιδιαίτερα δυνατή,  και είχε ήδη μάθει απ' έξω τα λόγια των τραγουδιών. Το ζευγάρι που προσέχει είχε βγει στο μπαλκόνι και τη χαιρετούσε.
Στοιχηθήκαμε στο πάρκο, όπου είχαν ήδη μαζευτεί δέκα ομάδες και ξεκινήσαμε το χοροπηδητό μέχρι το άγαλμα του Κωνσταντίνου περνώντας από την κεντρική αλέα όπου είχαν μαζευτεί τα παιδάκια και ούρλιαζαν έξαλλα από χαρά. Κάνουν τόση φασαρία που εξαντλούνται πριν το μεσημέρι και τα πηγαίνουν για ύπνο οι γονείς τους νωρίς νωρίς. Έτσι μπορούμε οι υπόλοιποι να οργιάσουμε ως τη νύχτα. Όταν είσαι γονιός ουσιαστικά αποσύρεσαι από την άσεμνη αυτή γιορτή, αλλά μπορείς να ξαναπάρεις μέρος όταν μεγαλώσουν τα παιδιά σου και αρχίσουν να μπαίνουν σε χορευτικές ομάδες.
Στο χώρο του αγάλματος έγινε το πρώτο στάσιμο με καφέδες, κουλουράκια και χυμούς φρούτων που θα μας κρατήσουν μέχρι να φτάσουμε χορεύοντας ως το Σύνταγμα. Είπαμε κανά δυο τραγουδάκια ελευθερώνοντας τα πρώτα μπαλόνια σε σχήμα προφυλακτικού. Αν δεν ήταν αυτά η γιορτή μας θα έμοιαζε με τις αρχαίες γιορτές της γονιμότητας, γι αυτό θεωρούνται τα κατεξοχήν σύμβολα της μέρας. Ζούμε στην προνομιακή εποχή του έρωτα που μπορεί να προφυλαχθεί απο τη γονιμότητα αν θέλει, και συνήθως το θέλει. Κεκάκια και τούρτες σε σχήμα προφυλακτικού προσφέρθηκαν από τα μαγαζιά της Πατησίων καθώς τη διασχίζαμε χορεύοντας και τραγουδώντας. Ανταποδώσαμε με ροδοπέταλα και γρήγορες μαντινάδες. Οι μαντινάδες εμένα δεν μου αρέσουν, ποτέ δεν καταφέρνω να αυτοσχεδιάζω στίχους με ταχύτητα, αλλά τι να κάνουμε; Κανείς δεν είναι τέλειος.
Mπροστά πηγαίναν οι νέοι και οι νέες με τα μεγάλα σείστρα που δίνανε το ρυθμό, κι από πίσω εμείς τραγουδώντας. Χάρις στις ασκήσεις αναπνοής που κάνω όλο το χρόνο δεν λαχάνιασα καθόλου και κατάφερα να τραγουδώ σε όλο το δρόμο αν και ταυτόχρονα χοροπηδούσα ψηλά.
Στην Ομόνοια βρήκαμε τη μπάντα του Δήμου που έχει μανία και κάθε χρόνο παίζει τη Γερακίνα και τα Ζαβαρακατρανέμια. Μας περίμενε μεγάλη έκπληξη όμως γιατί είχε αλλάξει ο αρχιμουσικός και έπαιξαν κομμάτια από αμερικάνικα μιούζικαλ και ένα σωρό σάμπες. Ήταν καταπληκτικά. Έπαιξαν και το τσιμ τσιμινι απο τη Μαίρη Πόπινς αφιερωμένο στο φετινό χειμώνα των τζακιών.
Από το χορό και το τραγούδι ήμασταν ήδη πτώματα όταν φτάσαμε στο Σύνταγμα και πέσαμε φαρδιές πλατιές στο χλοοτάπητα που ήταν ευγενική χορηγία των αθλητικών συλλόγων.
Στην τεράστια πίστα οι νέοι χόρευαν ως τα μεσάνυχτα με βάρδιες. Κάποια στιγμή πεθύμησα κι εγώ να χορέψω, κι αμέσως μόλις σηκώθηκα και κοίταξα γύρω μου βρέθηκε καβαλιέρος. Χόρεψα ρούμπα και μετά τσάτσα, τα μόνα που θυμάμαι καλά. Δυστυχώς δεν κατάφερα φέτος να παρακολουθήσω τα φροντιστήρια όσο θα ήθελα.  Εχουν κάνει περικοπές στους δασκάλους και πρέπει να παίρνεις προτεραιότητα μια βδομάδα πριν. Δεν υπάρχει κράτος πια σ' αυτή τη χώρα, παραμελούνται βασικές παραδόσεις και στοιχεία της αρχαίας κουλτούρας μας, είναι να σε πιάνει απογοήτευση. Αλλά δεν με έπιασε πολλή απογοήτευση γιατί ο καβαλιέρος ήταν πολυ νόστιμος και με κέρασε σαμπάνια.
Γύρισα σπίτι με τη στολή της ουγγαρέζας γεμάτη σκόνη και το καλάθι άδειο. Έπεσα για ύπνο χωρίς να ξεβαφτώ και ξύπνησα την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ευτυχώς η Τρόικα και το ΔΝΤ και η ΕΕ κατάλαβαν ότι πρόκειται για μια αργία που δεν θα καταργηθεί ποτέ στην Ελλάδα. Λένε μάλιστα πως είδαν τον Τόμσεν ντυμένο Δον Κιχώτη να χορεύει βαλς με μια εύθυμη χήρα. Εχει γούστο να ήταν η διαχειρίστρια μας.
Αντε, και του χρόνου.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Πάρε ταξί για το σπίτι

Απογραφή συνταξιούχων στο Ταμείο Νομικών. Πηγαίνουμε πρωί πρωί με τη μητέρα μου, αγχωμένες, πως θα εχει ουρά, ταλαιπωρία κλπ. Δεν είχε. Λίγες υπερήλικες, αποκλειστικά γυναικείο φύλο. Ξαφνιασμένες στο πεζοδρόμιο, στην επιείκεια της λιακάδας. Μπα, υπάρχει ακόμη ζωή στη Σωκράτους; Υπάρχουν άνθρωποι νοτίως της Ομονοίας; Απίστευτο, αλλά αληθινό.
Ανεβαίνουμε μια σκάλα ανακτόρου, διπλή και κυκλική. Να θέλεις να κλωνοποιηθείς για να την ανέβεις κι απο τις δυο πλευρές ταυτόχρονα. Κοίτα, της λέω, το βιτρώ. Κοίτα μεγαλοπρέπεια, Αρ νουβώ, τι να είναι; Η Δικαιοσύνη παριστάνεται τυφλή, για να ζυγίζει χωρίς προκαταλήψεις. (Πώς τη λυπόμουν όταν ήμουνα παιδί, που είχε πάντα την ταινία στα μάτια). Απέναντι γκισέ μαρμαροστολισμένα, πόσο περήφανοι οι νομικοί. Κρυμμένη πόλη στο παρατημένο κέντρο, οι φιλοδοξίες των ανθρώπων που την έφτιαξαν περιφρονημένες, πελεκημένες, που και που έχουν γλιτώσει και σε κοιτούν με διακριτική απαντοχή.
Μείνε μαζί μου, λέω στη μαμά, να ανέβουμε με τα πόδια τη Σταδίου. Πόσα χρόνια έχεις να πιεις καφέ στο κέντρο; Να περάσουμε από τα μέρη που τριγύριζες, τα μαγαζιά που προμηθεύτηκες επιθυμίες. Αλλά τι λέω, που να σε πάω; Η Σταδίου χαμηλά φυτοζωεί, εκεί πια οι φιλοδοξίες και τα σχέδια αποδείχτηκαν πολύ αδύναμα.   Τα μέγαρα που ανακαινίστηκαν κι από την αρχή περιφρονήθηκαν, ξανά και ξανά, δεν αγαπιούνται, κανείς δεν τα θαυμάζει, κανείς δεν τα λυπάται. Είναι ο πιο αδύναμος κρίκος, στους τοίχους τους έχουν τα πιο μηδενιστικά συνθήματα. Να γκρεμίσουμε τον πολιτισμό, τέτοια. Εδώ Ομόνοια τουλάχιστον, από Πατησίων ξεκινώντας, στόχος επετεύχθη, ο όποιος πολιτισμός ονειρεύτηκε λαμπρότητες και στυλ, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά κ.ά. ξεπέφτει σε καθημερινή κατάθλιψη. Πιο πάνω να σε πάω να δεις το Αττικό; Άσε καλύτερα. Η φωτιά που το κατέστρεψε πέρσι τέτοιον καιρό ακόμα μοιάζει να γλύφει τα παράθυρα που χάσκουν. Μαύρα χάδια στους χοντρούς τοίχους. Πραγματικά ντουβάρια, όχι αστεία. Μεγάλο οικόπεδο, κεντρικότατο και είχε μόνο δυο σινεμα, απίστευτη πολυτέλεια. Νομίζω αυτό ερέθιζε κυρίως τους εμπρηστές, αυτή η παράξενη άπλα. Τα στολίδια του προπερασμένου αιώνα επίσης. Αυτά τα φύλλα της άκανθας σκαλισμένα στην πέτρα που μπορεί να συναντήσει η ματιά σου ξαφνικά, και να ξεχαστείς, να γλυκαθείςμ να λυγίσεις. Μα τι είχαν στο μυαλό τους οι άνθρωποι όταν σχεδίαζαν τέτοια κτίρια; Τι πόλη ονειρεύονταν;
Πάρε ένα ταξί μαμά μου να γυρίσεις σπίτι, μην τα δεις καλύτερα ολ' αυτά. Εχουν επιστημονικό ενδιαφέρον βέβαια, θα μπορούσαν να γίνονται εδώ συμπόσια με θέμα "Πώς μια πόλη καταστρέφεται από τους κατοίκους της". Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μπορεί να προωθήσει τον χειμερινό τουρισμό. Θα έρχονται οι σύνεδροι να μένουν στα  ξενοδοχεία της Ομόνοιας, της Κάνιγκος, άλλα τολμηρά όνειρα εκείνα σύντομης αυταπάτης. Θα διαβάζουν Νεώτερη Ιστορία κι ύστερα θα προσπαθούν να ερμηνεύσουν  το μίσος των Αθηναίων για την Αθήνα. Μπορεί να βρουν μια εξήγηση να μας την πουν κι εμάς, που τόσα χρόνια προσπαθούμε να καταλάβουμε.
Εφημερίδα των Συντακτών http://www.efsyn.gr/?p=23130

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Margrete's songs

Χρονια βάζω στην αναζητηση τα λόγια που θυμάμαι κι επιτέλους βρέθηκε κάποια να ανεβάσει στο γιουτιουμπ αυτά τα τραγούδια. Κάποτε νανούριζα  τα παιδιά μου με τα τραγούδια αυτά. Φεμινιστικά ιταλικά τραγούδια της δεκαετίας του 1970. Γράφω τη χρονολογία ολόκληρη για να μη μπερδευτεί κανείς με τους αιώνες. 
Είχαμε πάει Πάσχα με τη Μαργκρέτε στη Φλωρεντία. Η χρονιά ήταν το 1980. Μείναμε δεκαπέντε μέρες σε ένα τεράστιο διαμέρισμα φάτσα στο Ντουόμο, σε φίλους της. Ήταν πολυ οικολόγοι, δεν έπαιρναν ούτε ασπιρίνες. Εμένα όμως τότε δεν μου φαίνονταν δογματικοί. Όλ αυτά τότε ήταν γεμάτα φρεσκάδα. Με εντυπωσίαζαν με πολλές πρωτότυπες απόψεις. 
μΕίχαν στην κουζίνα τους σακιά με όσπρια και μαγείρευαν κάτι μακαρονάδες που δεν ξαναβρήκα πουθενά.
Στο ταξίδι εκείνο αγόρασε αυτό το δίσκο η Μαργκρέτε κι εγώ πίσω στο Παρίσι ξετρελάθηκα μαζί του, τον άκουγα συνέχεια, μέχρι που έμαθα απέξω μερικά απο τα τραγούδια του. Δεν είχα φροντίσει να τα μαγνητοφωνήσω, κι όλ´ αυτά τα χρόνια τα έψαχνα. Πόσο χάρηκα που τα ξαναβρήκα δεν λέγεται. Είναι τόσο τρυφερά και λυρικά που καταρρίπτουν τα στερεότυπα για σκληρές φεμινίστριες.
Θα τα βάλω όλα στο μπλογκ αυτό, σιγά σιγα. Πρέπει να βρω τον τρόπο να τα εντοπίσω στο γιουτιουμπ. 
Μετά απο μια μέρα απογοητευτικής πολιτικής ζωής βάζω να τ' ακούσω για θεραπευτικούς σκοπούς

Τι να παίξω στα παιδιά...


Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο θέλουμε να τα βλέπουμε. Με την πρώτη ματιά δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος να εξεγερθεί ένας νεαρός καλής οικογένειας, ωστόσο αν το καλοσκεφτείτε οι νεαροί που εξεγείρονται είναι συνήθως καλής οικογένειας. Οι άνθρωποι που έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τη στάση της ζωής τους και συχνά νιώθουν υπεύθυνοι για τη γενιά τους, για τον κόσμο και για το μέλλον. Οι άνθρωποι που είναι εν δυνάμει ηγέτες. Ενδιαφέρονται για την πολιτική επειδή αισθανονται ότι πρέπει να ασχοληθούν μαζί της. Κανονικά θα μπορούσαν να γίνουν πολιτικοί, φιλόσοφοι ή καλλιτέχνες.
Το θέμα είναι αν υπάρχει λόγος εξέγερσης. Ζούμε σε δημοκρατία που θα θέλαμε να λειτουργεί καλύτερα, να μην υπάρχει διαφθορά, να υπάρχει σεβασμός και να μην έχει καταστραφεί οικονομικά το κράτος βέβαια. Αυτές οι επιθυμίες είναι πολύ περίπλοκες στην καθημερινή τους αντιμετώπιση από τους νέους. Πώς να οργανώσεις τη σκέψη σου μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση όταν ανυπομονείς να δοκιμαστείς, να ζήσεις και να αναγνωριστείς;
Προχτές στη Χαλκίδα παρουσιάζαμε σε ένα βιβλιοπωλείο ένα παραμύθι που έχω γράψει με βασιλιάδες και βασιλόπουλα το οποίο τελειώνει χιουμοριστικά, ο βασιλιάς προκηρύσσει εκλογές για πρόεδρο δημοκρατίας. Εκεί που γελούσαν τα παιδιά και ζητωκραύγαζαν στη μικρή παράσταση, πετιέται ένα και λέει: "Ναι, αλλά τώρα δεν έχουμε Δημοκρατία!"
Μιλάμε για παιδιά τριών με δέκα χρονών. Παιδιά που ακούν στο σπίτι τους τέτοιες βαριές κουβέντες και τις μεταφέρουν σαν πληροφορίες στους ανίδεους, τις κρατούν κυρίως στο μυαλό τους.


Τι ακούνε λοιπόν τα παιδιά; Κουβέντες απαξίωσης, απόρριψης, κατεδάφισης των πάντων γύρω τους. Ειρωνεία για τους θεσμούς, τους ανθρώπους που τους εκπροσωπούν, δυσπιστία και διάθεση απάτης.
Ψάχνουμε να αναλύσουμε το ψυχολογικό βάθος της φράσης "Είμαι αιχμάλωτος πολέμου". Δεν  έχουμε ακούσει στη Βουλή, στην τηλεόραση, δεν  έχουμε δει γραμμένη σε πανό, σε αφίσες, τη φράση "Εχουμε πόλεμο"; Το ΚΚΕ δεν κηρύσσει ανυπακοή εδώ και δεκαετίες και λέμε πως είναι μια χαρά θεσμικό κόμμα; Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από τέτοια μεγάλα ανατρεπτικά λόγια;
Δεν μπορούμε να λέμε ψέματα στα παιδιά, ότι ζούμε σε μια τέλεια Δημοκρατία όπου όλα λειτουργούν θαυμάσια. Δεν μπορούμε να τα κοροϊδεύουμε. Αλλά αν κάνουμε κριτική στο καθεστώς και στο σύστημα, έχει σημασία από ποια πλευρά την κάνουμε. Εχουμε ξεκαθαρίσει ότι εκτιμούμε ένα σύστημα δικαιότερο, που σέβεται τους πολίτες, αξιοκρατικό, που όμως τυπικά δεν θα διαφέρει από το σημερινό, θα είναι δηλαδή Δημοκρατία πάνω -κάτω σαν αυτή που έχουμε αλλά πιο πιστή στον εαυτό της; Ή απλώς δηλώνουμε πως δεν έχουμε Δημοκρατία κι ο καθένας μας κοιτάζει τον εαυτό του, να δουν κι αυτά, τα παιδιά μας, πώς θα τη βγάλουν καθαρή κοροϊδεύοντας, ξεγλιστρώντας, απατώντας, περιφρονώντας τους θεσμούς και τον υπόλοιπο κόσμο;
Φοβάμαι πως οι περισσότεροι γονείς, θέλοντας να προστατέψουμε τα παιδιά, μην πιστεύοντας ότι προλαβαίνει στη γενιά τους να αλλάξει η Ελλάδα, δεν τα βάζουμε στα δύσκολα. Εδώ εμείς καλά- καλά δεν το πιστεύουμε ότι αξίζει τον κόπο να είμαστε σωστοί πολίτες απέναντι σε ένα κράτος που δεν μας σέβεται.
Και το σχολείο τι μαθήματα δίνει;  Πόσο μαθαίνει στα παιδιά την πολεμική αρετή, πόσο προχωρημένο είναι σ' αυτήν και πόσο καθυστερημένο στην άλλη, την ειρηνική αρετή; Οπως όλη η κουλτούρα μας δηλαδή, κουλτούρα του τσαμπουκά, της μαγκιάς και του Όχι. Βγαίνοντας από το σχολείο μας με μέτριους βαθμούς, τα παιδιά με δεξιό εθνικιστικό μπαγκράουντ θα γίνουν εύκολα ακροδεξιά και τα υπόλοιπα ακροαριστερά.
Μα τι να λέμε στα παιδιά, να σκύβουν το κεφάλι; θα πείτε. Μα αν δεν πιστεύουμε στην αξία της κοινωνίας, της συνύπαρξης, αν το μόνο που θέλουμε είναι άγρια ξεσπάσματα και καταστροφή, αν δεν θεωρούμε ότι έχει νόημα η προσπάθεια να καταστέλουμε τα ένστικτα, αν στ' αλήθεια πιστεύουμε ότι ο πολιτισμός είναι σκέτη καταπίεση και καμία χαρά δεν μπορεί να προσφέρει, δεν γίνεται τα παιδιά να το σκεφτούν αυτό μόνα τους. Σε κείνα οι ορμές για ξέσπασμα είναι πολύ δυνατότερες. Τα καταπιέζει ήδη αφόρητα η ανυπομονησία της νιότης. Από κάπου πρέπει να ακούσουν μερικές φορές στη ζωή τους ότι εκτός από την εξέγερση υπάρχουν και οι χοροί, εκτός από την επανάσταση υπάρχει η φιλοσοφία, εκτός απο το αθάνατο κρασί του 21 υπάρχει και το κρασί το σκέτο. Εξαιρετικές ποικιλίες μάλιστα που αξίζει κανείς να τριγυρίσει τον κόσμο και να τις δοκιμάσει. Κάποια εκτίμηση πρέπει να εισπράξουν για την καθημερινή ζωή, κάποια ελπίδα για ικανοποίηση και ευτυχία στην κατανόηση και στην ανακάλυψη της. Κάποιος πρέπει να τους μιλήσει για την ανθρώπινη ιστορία, το πώς οι άνθρωποι αγωνίστηκαν αιώνες να ζουν ειρηνικά, και πόσο αργά και κοπιαστικά το καταφέρνουν. Να τους δείξει λίγο τον υπόλοιπο κόσμο, την Ευρώπη και την ιστορία της, την πρόοδο του αισθήματος του πολίτη.
Κι αυτή η δουλειά, να πείσεις τα παιδιά ότι αξίζει τον κόπο να ζήσουν σεβόμενα τους ανθρώπους γύρω τους χωρίς να χάσουν το σεβασμό στον εαυτό τους, δεν είναι καθόλου εύκολη. Και σίγουρα δεν τη βοηθά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αν άρχιζαν όλοι οι φιλάρεσκοι κήρυκες κατεδάφισης να σκέφτονται λίγο αυτά που λένε, θα ήταν πολύ σπουδαίο. Εστω μερικοί. Αυτοί που έχουν παιδιά, και υποτίθεται ότι οι σιγουριές τους πάσχουν. Είναι αμήχανοι, δεν ξέρουν τι να παίξουν στα παιδιά. Αλλά τα παιδιά δεν τα ξέρουν όλα. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουν τίποτε.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=21901

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Τόσα λυπηρά μαζεμένα


Από ποιο λυπηρό ν' αρχίσεις; Μεγάλη επιλογή. Είναι πολύ λυπηρό που ο φίλος του Αλέξη Γρηγορόπουλου δεν επείσθη για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αν και ο δολοφόνος του φίλου του καταδικάστηκε ισόβια. Είναι λυπηρό που δεν θέλησε να πάρει μέρος στη διαδικασία καταθέτοντας τότε σαν μάρτυρας, στη δύσκολη εκείνη δίκη που όμως ολοκληρώθηκε και απέδωσε δικαιοσύνη. Είναι λυπηρό που δεν τον συγκίνησαν οι προσπάθειες όλων των ανθρώπων, δικαστών και δικηγόρων και μαρτύρων και λοιπών πολιτών να δώσουν νόημα στη λειτουργία ενός κράτους κανονικού, που σέβεται τον εαυτό του. Γιατί, κακά τα ψέματα, δεν συμβαίνει και σε κάθε δίκη κάτι τέτοιο.
Είναι λυπηρό που τόσοι νέοι έχουν πιστέψει στην αξία της βίας που θα αλλάξει τον κόσμο, παγιδευμένοι στα νεοελληνικά κλισέ του ανδρισμού που τους ταλανίζουν απο την εφηβεία και που δεν διορθώνονται πουθενά. Που τόσοι ευαίσθητοι άνθρωποι παπαγαλίζουν την ανάγκη για βίαιη δράση αναφέροντας τη Γαλλική επανάσταση και κανένας δεν τους διορθώνει ιστορικά, ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά αλλού, δεν τους βάζει να σκεφτούν ότι τότε που συνέβη αυτή η Επανάσταση ο κόσμος ήταν βίαιος από πριν, η καρμανιόλα και η συνήθεια να εκτελούνται οι κατάδικοι δημόσια ήταν η διασκέδαση του κόσμου, υπήρχε πόλεμος  που συνεχίστηκε κλπ. Τόσοι δάσκαλοι και αναλυτές και δημοσιογράφοι και γονείς αφήνουν τα νιάτα να λατρεύουν ήρωες, να νοσταλγούν συγκρούσεις, σε μια ηλικία που το σώμα ασφυκτιά από το συμβιβασμό του πολιτισμού. Ποιητές και τραγουδιστές και καλλιτέχνες υπηρετούν τη λατρεία του απόλυτου, υμνούν την αδιαλλαξία. Είναι τόσο λυπηρή αυτή η κατάσταση, αυτή η φτώχεια της κουλτούρας μας που αναπαράγει εύφλεκτη ύλη.
Επίσης είναι λυπηρό που άνθρωποι της Αστυνομίας έφτασαν στο σημείο να δώσουν στη δημοσιότητα φωτογραφίες με κρατούμενους παραμορφωμένους από το ξύλο. Πολύ λυπηρό που δεν πονηρεύτηκαν να μην το κάνουν, που δεν κράτησαν τα προσχήματα. Τα προσχήματα αυτά, είναι η ουσία: το κράτος δεν έχει δικαίωμα να κακοποιεί κρατουμένους. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν οι νεαροί της Αστυνομίας και όλοι οι υπόλοιποι. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία, τίποτα. Δεν μπορούμε να το δεχτούμε για κανέναν. Εδώ είναι που χρειάζεται η αδιαλλαξία, αν θέλει η κυβέρνηση να  πειστούμε τώρα εμείς οι πολίτες πως εννοούν την επιβολή του νόμου και της τάξης, οι ένοχοι του ξυλοδαρμού να βρεθούν και να απολυθούν. Πρέπει να το υπερασπιστούμε αυτό το κράτος απ' όλες τις μεριές.  Δεν μένουμε στην Ευρώπη μόνο για να έχουμε ευρώ. Δεν δεχόμαστε τους μισθούς και τις συντάξεις να μειώνονται μόνο για να έχουν οι συνδικαλιστές να παριστάνουν τους αγωνιστές. Δεν ματώνουμε για να πληρώσουμε τριπλά στην εφορία μόνο για να αποδειχτεί πως ήταν λάθος η συνταγή της λιτότητας. Το κράτος δικαίου είναι το μόνο πράγμα που δίνει νόημα σε όλ´ αυτά. Πρέπει να προσπαθήσουμε να  πείσουμε ξανά χιλιάδες νέους ότι η ειρηνική ζωή αξίζει τον κόπο, ότι το κοινωνικό συμβόλαιο έχει νόημα, ότι μπορεί να εξασφαλίσει ευτυχία και ικανοποίηση ανώτερη απο την υπόσχεση της βίας και του απόλυτου. Και χρειαζόμαστε επιχειρήματα. Χρειαζόμαστε την πολιτεία στο πλευρό μας.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Απαλό αεράκι ελευθερίας

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=21820
Στη σκηνή του  Εθνικού θεάτρου ο Ρόμπερτ Ουίλσον ξαναδίνει στην Οδύσσεια το στοιχείο της έκπληξης. Δεν είναι καθόλου απλό, στην ελληνική πρωτεύουσα, το κέντρο δηλαδή της χώρας που θεωρεί τα ομηρική έπη πνευματική κληρονομιά της και τα φυλάει στο μουχλιασμένο σεντούκι του ακαδημαϊσμού, να καταφέρνεις να ξαναδίνεις τη γοητεία του παραμυθιού στην πασίγνωστη ιστορία. Γιατί αυτό είναι πρωτίστως η Οδύσσεια, θυμόμαστε παρακολουθώντας τα πάθη του Οδυσσέα στη σκηνή, ιστορίες ναυτικών από την εποχή που ήταν ο κόσμος ανεξερεύνητος και μπορούσαν να διηγούνται περιπέτειες για σημεία και τέρατα στους ήσυχους στεριανούς, ιστορίες που για αιώνες δουλεύονταν και ταξίδευαν και δοκιμάζονταν μέχρι να μπουν στο μεγάλο έπος.
Κι έτσι ο Ομηρος, ένας όμορφος γέρος με τη μορφή του Νικήτα Τσακίρογλου, μας περιμένει υπομονετικά να πάρουμε θέση, σαν παππούς που μαζεύει τα εγγόνια του στα πόδια του, κι αρχίζει να διηγείται, να επικαλείται τη μούσα με τους πασίγνωστους στίχους, Ανδρα μοι έννεπε, και να ξετυλίγει το νήμα, την κόκκινη κλωστή. Πότε με εικόνες που θυμίζουν κόμικς, είτε αρχαία αγγεία, είτε διαφημίσεις για υπερωκεάνεια του 1920, είτε θέατρο σκιών, πότε με στυλιζάρισμα γιαπωνέζικου θεάτρου ή Κομμέντια ντελ Άρτε, η ιστορία ξαναγίνεται καινούργια κι έτοιμη να μας παρασύρει ξανά, στο φόβο και το έλεος, τις σκέψεις που είναι δυνατές μετά τη συγκίνηση.
Τι εμπειρία σπουδαία, να αποκαλύπτονται νοήματα ιστοριών που νομίζεις ότι έχεις εξαντλήσει, μέσα στην απόλαυση που προσφέρει η τέχνη. Τέχνη υψηλή, οι ηθοποιοί  στο παράξενο σύμπαν του Ουίλσον (και Ομήρου), υποταγμένοι στο στυλιζάρισμα, παίζουν καταπληκτικά. Είναι επίτευγμα, όπως και η μουσική υπόκρουση που συνοδεύει συνεχώς το έργο και επεμβαίνει στη δράση με το συνθέτη της Θοδωρή Οικονόμου στο πιάνο.
Γνωστή η πλοκή, βαριά η μοίρα του ήρωα και κατ' επέκταση του ανθρώπου, περιορισμένη η σκηνή, σαφή τα μέσα, κι όμως νοιώθεις στην παράσταση αυτή, που συχνά θυμίζει θαλασσινό ταξίδι, να πνέει ένα δροσερό αεράκι ελευθερίας. Είναι η τόλμη του καλλιτέχνη, η χαρά που μεταδίδει, της επαφής του με το παλιό αθάνατο υλικό και η φαντασία του θεατή που επικαλείται.
Σε μένα προσωπικά ξύπνησε την ανάμνηση της πιο εντατικής μελέτης που έχω κάνει στην Οδύσσεια. Δεν είναι ακριβώς προσωπική ανάμνηση, μαθήτρια στο Γυμνάσιο ήμουν κι έζησα για δυο χρόνια την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Παπανούτσου. Το μάθημα των Αρχαίων μας ήταν να κάνουμε Ιλιάδα και Οδύσσεια στα νέα Ελληνικά, από μετάφραση. Μετάφραση Πολυλά και Σιδέρη αντίστοιχα, στην Α' και στη Β' Γυμνασίου. Καθόλου αρχαία γλώσσα δηλαδή, αλλά ψυχολογικές παρατηρήσεις των ηρώων, ανάλυση των μύθων, συγκρίσεις συμπεριφορών, μικρές έρευνες για θέματα που ανέκυπταν με χρήση άλλων πηγών, πράγματα ασύλληπτα σήμερα με τα συστήματα παπαγαλίας και τη μανία με την αρχαία γλώσσα που θέλουν μερικοί να τη βάλουν και στο Δημοτικό. Τόσα χρόνια μετά βλέπω εκείνη την παρένθεση της Παιδείας σαν το πλησίασμα του Οδυσσέα στην Ιθάκη, πριν λύσουν τους ανέμους οι άμυαλοι σύντροφοι και ξαναριχτούν στην περιπέτεια. Βλέποντας την παράσταση το σκέφτηκα: ανέμελα κι εμείς, κι οι άλλοι,  οι μεγάλοι, έγειραν για ύπνο αφού είχαν δει τα πεύκα της Ιθάκης, της χώρας όπου η Παιδεία λειτουργεί κανονικά και μεταδίδει γνώση και χαρά. Αλλά δεν προλάβαμε να τελειώσουμε τη Β' Γυμνασίου κι ήρθε η Χούντα, λύθηκαν οι άνεμοι και πήραν οι θύελλες ξανά το καράβι στα βράχια. Κι ακόμη η Παιδεία περιπλανιέται και θαλασσοδέρνεται.

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...