Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Οχι στο Οχι

Γιορτή της 25ης Μαρτίου το 1945
Aπό το PROTAGON http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9775

Δεν μου αρέσει να λέω όχι. Θα ήθελα να λέω συνέχεια ναι. Προτείνετέ μου να πούμε ένα τραγούδι παρέα, να χορέψουμε, να πάμε βόλτα, να περπατήσουμε σε βουνά, να ταξιδέψουμε, να πάμε εκδρομές, να βγάλουμε φωτογραφίες, να πάμε σινεμά, θέατρο, ή σε εκθέσεις, λέω ναι. Ζητείστε μου να δουλέψω τζάμπα για την πολυκατοικία, για τη γειτονιά, για μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό, να μαγειρέψω για πάρτι- ρεφενέ, να δανείσω τα ρούχα μου για το καρναβάλι, ή να χαρίσω κάμποσα από δαύτα, να κάνω μπέιμπι σίτινγκ, να πω παραμύθια στο παιδάκι σας, να το νανουρίσω, να σας βγάλω φωτογραφίες, να σας διηγηθώ ιστορίες, να ρετουσάρω τα κείμενά σας, να απαντήσω σε σφυγμομετρήσεις, κι ένα σωρό ακόμα πράγματα, τρελαίνομαι να λέω ναι.

Ωστόσο αντί για τέτοια μου ζήτησαν ας πούμε πριν λίγες μέρες να συμμετέχω σε μια ομάδα που δεν πληρώνει φόρο ακινήτων, και μάλιστα μου το ζήτησε κάποιος που έχει ένα εξαιρετικό ακίνητο κι επιπλέον σιτίζεται στο πρυτανείο κάμποσα χρόνια τώρα. Δεν τον ρώτησα τι θα γίνει αν το κράτος δεν μαζέψει τα λεφτά που προσπαθεί να μαζέψει, ποιος θα πληρώσει το μισθό του. Είπα απλώς όχι. Λέω όχι σε όλες αυτές τις παλαβές επαναστατικές ρητορείες που έχουν καταντήσει τα χειρότερα κλισέ, με αποτέλεσμα να έχω τσακωθεί με ένα σωρό παλιούς φίλους και να μου έχουν μείνει ελάχιστοι. Γι αυτό μη με ρωτάτε να πω άλλα όχι, θα χάσω και τους τελευταίους. Ας πούμε ότι λέω όχι σε αυτή την επέτειο του Όχι. Μια εθνική επέτειος αρκεί σε κάθε χώρα, εμείς έχουμε τρεις μαζί με το Πολυτεχνείο, και παθαίνουμε σύγχυση. Στο κάτω- κάτω η άλλη, η κανονική μας, η 25η Μαρτίου, αν και μοιάζει κι αυτή να λέει όχι, ωστόσο περιέχει ένα μεγάλο ναι. Ένα ναι στη δημιουργία ενός σύγχρονου, τότε, εθνικού κράτους, όπως τα ευρωπαϊκά, ακριβώς έτσι το έχει διατυπώσει η εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Αυτό το ναι που καιρός είναι να αρχίσουμε να το αναλύουμε μπας και καταλάβουμε τι μας συμβαίνει.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

E, δεν είμαστε και Λιβύη

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9663

H σορός του Καντάφι ως αξιοθέατο (φωτογρα-
φία απο ΤΑ ΝΕΑ)
Είδαμε το βίντεο με το λιντσάρισμα του Καντάφι το βράδυ της μέρας που ένας διαδηλωτής σκοτώθηκε στην Αθήνα. Ήταν φρικτό πέρα από κάθε περιγραφή. Ξέραμε ότι ο Καντάφι υπήρξε δικτάτορας που σκότωσε πολλούς ανθρώπους και βασάνισε περισσότερους, ότι υπήρξε ισχυρός, πλούσιος, αδίστακτος, χάρηκε όλες τις πολυτέλειες κι απόλαυσε πολλά, αιματοκύλισε τη χώρα του κι όλα αυτά, όμως εκείνη τη στιγμή που πέθαινε ήταν ένας γέρος κυνηγημένος, παραμορφωμένος από τον πόνο, με αίματα στα χείλια και παντού, να τον τραβάνε, να τον ξεσκίζουν σαν κουρέλι, να τον χτυπούν και να τον σέρνουν, να τον βασανίζουν με κραυγές θηρίων, ένας άνθρωπος που υπέφερε κι ευχόσουν, ας πεθάνει πια να σταματήσει αυτό το μαρτύριο. Το δικό του και το δικό μας, να βλέπουμε πόσο πολύ οι άνθρωποι μπορούν να διψάνε για αίμα, για τον πόνο του άλλου, όποιος κι αν είναι, πόσο πολύ αντέχουν να πονάνε τα θύματα, πόσο άπληστοι είναι οι θύτες.
Σύμπτωση εκείνη τη μέρα να έχουμε και στην Αθήνα τραυματισμούς από πολιτικές συγκρούσεις και έναν θάνατο. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο άγρια εδώ. Μπορεί να ξεκινάνε τα ΜΑΤ από το αρχηγείο τους οπλισμένα σαν αστακοί, μπορεί από τα δικά τους αρχηγεία οι οπαδοί της καταστροφής και του χάους να ξεκινάνε με τις βαριοπούλες τους, τα σφυριά τους, τις πλαστικές τους κόφες για να μαζεύουν κομμάτια πέτρες από τις προσόψεις των κεντρικών κτιρίων της Αθήνας, να φοράνε τις προσωπίδες τους, όχι μαντίλια τώρα πια αλλά μάσκες αερίων διαφόρων τύπων, αλλά δεν έχουν σκοπό να σκοτωθούν ή να σκοτώσουν. Περνάνε μέσα από τα συγκεντρωμένα πλήθη και ο κόσμος δεν δείχνει να φοβάται, ακούγονται οι πρώτοι κρότοι και κανείς δεν φεύγει, υπάρχει μάλιστα κάτι σαν μέτρηση παλικαριάς, μερικοί γελάνε, η αδρεναλίνη ανεβαίνει. Όσοι μείνουν ως το μεσημέρι θα πάνε για μπύρες στο Μοναστηράκι αφήνοντας τα σκουπίδια να καπνίζουν, έχοντας περάσει μια συναρπαστική μέρα, αν κρίνουμε από τα ικανοποιημένα πρόσωπα που δημοσιεύουν την επαύριο τις φωτογραφίες τους στο φέισμπουκ. Σαν όλο αυτό να μην είναι παρά μια σκηνοθεσία αρρενωπότητας, να θυμίσει τι εστί πάλης ξεκίνημα και νέοι αγώνες, αν τυχόν το ξεχάσαμε, να ανάψουν λίγο τα αίματα. Η μάχη αρχίζει στις παρυφές της Βουλής, η οθόνη δείχνει συμπλοκές σώμα με σώμα, αλλά ο κόσμος κάτω δεν φοβάται.
Ίσως δεν ήξεραν και ποιοι ακριβώς συγκρούονταν εκεί επάνω. Το ΚΚΕ με τους χαοτιστές, ας τους πούμε έτσι ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη. Γιατί άραγε; Ένοιωσαν στο ΚΚΕ ότι η πτώση του αστικού καθεστώτος επίκειται και πρέπει κάποιοι θεσμοί και συμβολικά κτίρια να προστατευτούν, μην καταλυθούν τα πάντα, πώς θα ξαναστήσουν το κράτος που όπου να’ ναι θα αναλάβουν;  Πήρε πολλά εύσημα το ΚΚΕ για τη στάση του, αλλά δεν ξέρουμε το σκεπτικό του. Πάντως όσοι έβλεπαν τη μάχη στην τηλεόραση φοβήθηκαν ότι πολλοί θα σκοτωθούν. Τραυματίστηκαν δεκάδες, ένας πέθανε, κάπως φαίνεται συγκρατούνται οι εχθροί, δεν βάζουν όλη τη δύναμη τους. Κάπως το ελέγχουν, αλλά να που υπάρχουν ανεξέλεγκτοι παράγοντες, αναπνευστικά προβλήματα, μεγάλες ηλικίες. Να μη ρίχνουν τα ΜΑΤ χημικά. Μήπως να ρυθμιστεί τι θα φοράει ο καθένας και τι όπλα δικαιούται; Θα ήταν μια αρχή, να σκεφτούμε σιγά- σιγά ότι τους κανόνες της συμβίωσης τους ρυθμίζουμε επειδή έχουμε ανάγκη να ζούμε μαζί, όχι επειδή τους επιβάλει ο καπιταλισμός.
Ε, δεν είμαστε και Λιβύη. Εκεί είναι χωρισμένοι σε φυλές, εμείς τις φυλές λιγάκι τις νοσταλγούμε, γιατί τις είχαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Έχουμε προχωρήσει σε πιο οργανωμένες μορφές κοινωνίας, αλλά πάλι, υπάρχει αυτό το πράγμα που λέγεται πρόοδος; Προχωρά κανείς, ή στριφογυρίζει; Υπάρχουν μέρες που το Σύνταγμα μοιάζει με κανονική πλατεία, λίγο τσαπατσούλικη βέβαια και με άναρχη κυκλοφορία, βρώμικη και ταλαίπωρη, όταν όμως κλείνει για πολιτικούς λόγους γίνεται πεδίο μάχης.  Κι ενώ νομίζουμε ότι συγκρατούνται και ελέγχονται αυτοί που έχουν επιλέξει τη βία, δεν ορμήξανε σα λυσσασμένα σκυλιά, σαν αγέλη λύκων, όπως εκείνοι στη Λιβύη που είδαμε το βράδυ στην τηλεόραση, πρόσεχαν να μην το παρακάνουν, να όμως οι εβδομήντα τραυματίες και ο νεκρός.
Ένας νεκρός. Βία κυριολεκτική, όχι μεταφορική και ποιητική, όχι του συνθήματος στην Πανεπιστημίου που λέει: «Το οκτάωρο είναι βία» και τα παρόμοια. Βία που πονάει, ματώνει και βασανίζει, βία που σκοτώνει, επιτίθεται στο σώμα και το νικάει. Στο καημένο το ανθρώπινο σώμα, που όσο και να αμυνθεί και να προστατευτεί δεν είναι τελικά παρά αυτό το αδύναμο πράγμα, αυτή η γυμνή σάρκα, αυτή η λεπτή πέτσα, αυτό το απροστάτευτο στόμα, αυτό το γεμάτο τρύπες και ευπάθειες πρόσωπο, αυτή η εύθραυστη κατασκευή, που αν βρει απέναντι ισχυρότερα και καλύτερα οπλισμένα σώματα, αν χτυπηθεί με σίδερο, με ρόπαλο, ακόμα και με γροθιές, πονάει, ματώνει, λυγίζει, υποφέρει.
Οι διαδηλωτές μπορεί να πήγαν με πολύ καλές προθέσεις στο Σύνταγμα. Να αγκαλιαστούν με το πλήθος, να συγκινηθούν με τα τραγούδια, να ερωτευτούν, να γκρεμίσουν λιγουλάκι τον αστικό πολιτισμό στο σώμα των παλιών του κτιρίων, να κάνουν τη ζωή δύσκολη στους πολιτικούς, να δείξουν τη δύναμη τους. Αλλά τους ξέφυγε το πράγμα κι έγινε θάνατος και πόνος. Κι οι τραυματίες, όπως κι ο νεκρός πόνεσαν κι υπέφεραν όπως όλα τα θύματα της βίας. Λιβύη δεν είμαστε. Αλλά αν το θελήσουμε πολύ μπορούμε να γίνουμε.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Μέρα στο φαλακρό βουνό

Xλιδάτη σκάλα στις εγκαταστάσεις του τελεφερίκ
Το τελεφερίκ της Πάρνηθας είναι τώρα δωρεάν και περνά κάθε ενάμιση λεπτό, ανακαινισμένο εντυπωσιακά. Πόσα χρόνια είχαμε να πάμε; Δεν το αποφασίζαμε, να μη δούμε τα καμένα. Εδώ έχουν φτιάξει ένα σούπερ χλιδάτο κτίριο με πολυελαίους, σκάλες τεράστιες, μέχρι κι ένα μουσειάκι για την Πάρνηθα. Η χρήση του τελεφερίκ είναι δωρεάν.
Μπαίνουμε στο θαλαμίσκο καθώς περνά αργά μπροστά μας με ανοιχτή την πόρτα, μαζί με δυο μαμάδες και μια ξανθιά μεσήλικη κουρασμένη γυναίκα. Καθώς υψώνεται η καμπίνα πάνω απο την απότομη πλαγιά, τα παιδιά ξετρελλαίνονται, σέρνονται απο κάθισμα σε κάθισμα, οι μαμάδες ανησυχούν. Η ξανθιά γυναίκα σχεδόν θρηνεί για το βουνό, τις πυρκαγιές που το κατέστρεψαν, το ξενοδοχείο που ρήμαξε. ‘Δεν αγάπησε κανείς αυτόν τον τόπο λέει κουνώντας το κεφάλι, μόνο ο θεός τον αγαπά’.
Κι όντως ο θεός έχει ξημερώσει πάλι μια ωραία ηλιόλουστη μέρα, ό,τι χρειάζεται για εκδρομή.

Ελάφου αποκάλυψις


Φτάνοντας  επάνω περπατάμε για ώρα σε φαρδείς  διαδρόμους ντυμένους με μοκέτα που στρίβουν και ξαναστρίβουν μέχρι την έξοδο. Προσπερνάμε την είσοδο του Καζίνου. Δεν καταλαβαίνουμε ποιο χώρο καταλαμβάνει. Το παλιό Μον Παρνές, που το βλέπουμε όταν πια βγαίνουμε έξω, είναι σχεδόν ερείπιο. Το μισοκρύβει  ένας πράσινος κτιριακός όγκος, πνιγμένος απο εγκαταστάσεις εξαερισμού που θυμίζει  τσίρκο. Το σύνολο είναι εντελώς σαρδανάπαλο, του γυρίζουμε την πλάτη γρήγορα για να δούμε τι γίνεται στο βουνό.


Μια σταλίτσα κωνωφόρο, θα το δούμε δέντρο σε τούτη τη ζωή;
Προχωράμε στη διαδρομή που κάναμε παλιά, από το ελικοδρόμιο στο καταφύγιο Μπάφι. Είναι μια απλή διαδρομή, πανεύκολη, που κάνει όλος ο κόσμος. Κάποτε ήταν πυκνό δάσος εδώ και δυσκολευόμασταν να βρούμε την αρχή του μονοπατιού. Τώρα δεν υπάρχει το δάσος να μας μπερδέψει. Όλη η πλαγιά είναι καμένη, το μονοπάτι ξεχωρίζει εύκολα. Το παίρνουμε και περπατάμε σε ένα τοπίο που δεν θυμίζει σε τίποτε αυτό που ξέραμε. Από τα έλατα έχουν μείνει κομμένοι κορμοί βαλμένοι στη σειρά, στηριγμένοι με πασαλάκια για να μην παίρνει το χώμα η βροχή, και κομμένα κούτσουρα λίγο πάνω από τη ρίζα, αυτά που ήταν κάποτε τα έλατα, μαύρα κι άραχλα. Στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από την πυρκαγιά, έχουν φυτρώσει πουρνάρια και διάφορα άλλα θαμνώδη. Η Πάρνηθα εδώ γίνεται σαν τα ξερά βουνά των νησιών, με φρύγανα και βράχια. Τα έλατα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναβγούν από  μόνα τους, αλλά ούτε και πεύκα βλέπουμε. Ξαφνικά αντικρίζουμε ένα ελάφι πάνω στην πλαγιά. Ένα κομψό, μοναχικό ελάφι με μεγάλα λεπτά κέρατα που τα διακρίνουμε κόντρα στο φως, μας κοιτάει από μακριά κι ύστερα περνάει μπροστά μας, φεύγει απέναντι. Είχαμε δει και παλιότερα ένα ελάφι στο δάσος, φευγαλέα. Ποτέ για τόσο πολλή ώρα. Τώρα στο γυμνό βουνό ξεχωρίζουν τα καημένα, γυμνά κι αυτά.
Πόσο αλλιώτικα ήταν τα δέντρα, τι πλούτος μας περιτριγύριζε. Πώς άλλαζαν τα πάντα, κατεβάζανε αεράκια, φέρνανε δροσιές, ήταν ένας κόσμος ολόκληρος, τον μύριζες, τον ένιωθες, τον άκουγες να ψιθυρίζει. Χανόσουν, φοβόσουν, περπατούσες περιδεής και δεν προλάβαινες να παρατηρείς. Τώρα το μάτι αγκαλιάζει ελεύθερο και φτωχό μια απέραντη έκταση γεμάτη μ’ αυτούς τους στρωμένους κορμούς, τα χρήσιμα κουφάρια. Το έδαφος είναι σκέτη πέτρα, κοτρώνια πάνω σε βράχια. Πώς θα βγουν εδώ ξανά δέντρα, πώς καν να τα φυτέψει κανείς;

Επιτέλους έλατα και το Μπάφι στην κορφούλα

Ωστόσο κάμποσοι άνθρωποι περπατάνε όπως εμείς, με τα ορειβατικά μπαστούνια και τα σακίδια,  κι όταν διασταυρωνόμαστε χαιρετιόμαστε. Ακόμα κι αυτό, μετά την αγριάδα της Αθήνας και όλες τις καταθλιπτικές συζητήσεις για το χρέος και τη βία, είναι βάλσαμο στην ψυχή. Σχεδόν μας ξαφνιάζει. Την ώρα που βγάζω μια φωτογραφία περνάνε δυο γυναίκες και ρωτάνε αν θέλουμε να μας βγάλουν όλες μαζί. Οι φίλες μου που περπατούν μπροστά δεν της απαντούν. Δεν κατάλαβαν τι ρώτησε, δεν πήγε ο νους τους ότι θα άκουγαν μια τόσο ευγενική προσφορά. Ευτυχώς την κατάλαβα εγώ και τις φώναξα να γυρίσουν πίσω να στηθούν, να μας φωτογραφίσει. Θα μας περνούσε για πολύ άξεστες.
Σε κάθε στροφή αντικρίζουμε νέες πλαγιές από αυτό το είδος του ξερού βουνού στο οποίο μεταμορφώθηκε η πλούσια, η άγρια δασωμένη Πάρνηθα. Κάτι πευκάκια κοντά στο δρόμο ύψους δέκα εκατοστών, ελάχιστα, είναι η μόνη μαρτυρία πως έγινε προσπάθεια αναδάσωσης.
Στην τελευταία στροφή να τα έλατα. Υπάρχουν εδώ ακόμα, δεν κάηκαν, το δάσος ανασαίνει κι εμείς μπαίνουμε στα πνευμόνια του σα χαρούμενα μικρόβια. Σκαρφαλώνουμε μέσα σε σκιές τα τελευταία μέτρα ως το Μπάφι, εκείνη την απότομη ανηφόρα, συναντάμε ξανά το υγρό χώμα, την αιχμή των φύλλων, την αφή των κορμών. Κάποτε στεναχωριόμασταν για το γκι και τα παράσιτα που τρώγανε τους κορμούς των δέντρων, θυμόμαστε. Πού να ξέραμε;
 Στο καταφύγιο έχει κόσμο που κάθεται στη λιακάδα, έχουν βγάλει τραπεζάκια έξω. Πίνουμε καφέ με θέα τις γυμνές πλαγιές και στο βάθος το παραμορφωμένο Μον Παρνές. Δυο σκυλάκια δεμένα μπροστά μας προσπαθούν μάταια να πηδηχτούν. Ένα παιδάκι κλαίει γιατί δεν θέλει να φύγει. «Εντάξει, του λέει ήρεμα η μαμά του, θα μείνουμε κι άλλο». Του κόβεται ο λυγμός στη μέση και δεν ξέρει τι να τον κάνει. Οι άνθρωποι είναι ήρεμοι και γελαστοί, μέσα στη χαρά και την απόλαυση, καλότροποι κι ευχάριστοι.

Στην Πάρνηθα το 1997

Στην κατάβαση, μια ώρα μετά, προλαβαίνουμε τη μαμά στο μονοπάτι να δείχνει κάτι στο παιδάκι της. Κοιτάμε κι εμείς, είναι ένα κοπάδι ελάφια. Φαίνονται καθαρά στη γυμνή πλαγιά, το πιο σωματώδες με τα κέρατα που θα είναι το αρσενικό, τα άλλα μικρότερα. Τρέχουν πέρα δώθε, στέκονται ακίνητα, το παιδάκι κοιτάζει, η μαμά του μιλά συνεχώς, για τη ζωή των ελαφιών θα του λέει. Συνεχίζουμε στο φαλακρό βουνό, σουρουπώνει καθώς φτάνουμε στο Μον Παρνές και μπαίνουμε ξανά στον μακρύ διάδρομο. Την ώρα που επιβιβαζόμαστε εμείς στο τελεφερίκ φτάνουν από κάτω οι παίκτες του Καζίνου. Είναι Σάββατο βράδυ κι έχει κόσμο. Εύχομαι καλή τύχη στους παίκτες, εύχομαι να συμπαθήσουν λίγο και την Πάρνηθα, αλλά υποπτεύομαι ότι δεν θα μπορούν καν να τη βλέπουν από κείνο το περίκλειστο πράγμα που τους κατευθύνουν για να συγκεντρωθούν στη ρουλέτα και τα λοιπά παιχνίδια.

Μπάφι, το έτος 2000

Το Μον Παρνές είναι πραγματικά για να βλέπεις πώς παρέρχεται η δόξα του κόσμου. Και το δάσος; Να βλέπεις πώς παρήλθαν τα δάση των ευρωπαϊκών βουνών. Μόνο που ετούτο ήταν το δικό μας. Ήταν το βουνό που αγαπούσαμε, που το περπατούσαμε, που δοκιμάζαμε το χιόνι μόλις έπεφτε, που συναντούσαμε τη φύση στα μεγαλεία της. Ο πνεύμονας, η παρηγοριά, το καταφύγιο και το κρυφό απόθεμα δυνάμεων μιας πόλης 5 εκατομμυρίων. Πρωτεύουσας και τα ρέστα. Ενός πληθυσμού πολύ πατριωτικού, έτοιμου να δώσει το αίμα του για τις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλλά αμήχανου ως προς το τι να δώσει για να προστατέψει το κοντινό του δασωμένο βουνό, τη μεσογειακή του μοναδικότητα, τον πνεύμονα του, το πράσινο του, το δικό του δάσος.

Γύρω πλαγιές με φρύγανα και πρώτο πλάνο πλαστική δεξαμενή

Πίσω στο σπίτι έψαξα τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει στην Πάρνηθα τότε που πηγαίναμε με τα παιδιά μικρά. Τότε που γκρινιάζαμε για το γκι. Μου φάνηκαν σα λεκιασμένες, σαν ξεθωριασμένες, σα να τις βρήκε η βροχή από στάχτες που έπεφτε στα κεφάλια μας τη νύχτα εκείνη του καλοκαιριού του 2007, τότε που καιγόταν η Πάρνηθα. Είχε γίνει και μια ωραία διαδήλωση τότε, α ναι, από διαδηλώσεις πάμε καλά. Πιστεύουμε ότι κάνουν θαύματα οι διαδηλώσεις, ενώ χρειάζονταν βόλτες, περιπλανήσεις, εκδρομές, χρειαζονταν μαθήματα φυτολογίας. Να μαθαίναμε πώς λέγονται όλα αυτά τα δέντρα. Να έρχονταν συνέχεια τα σχολεία εκδρομές. Να ήταν συνήθεια οι ορειβασίες, να νιώθανε όλοι οι αθηναίοι ότι το βουνό τους ανήκει. Ήμασταν λίγοι αυτοί που την ξέραμε, την αγαπούσαμε και αισθανόμασταν πως τη δικαιούμαστε.

Στη δεκαετία του 90 τα παιδιά μας ήταν μικρά και τα έλατα μεγάλα

Η λογική μας λέει ότι το βουνό δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Είναι πολυ αδιάφοροι οι έλληνες, εδώ δεν μπόρεσαν ένα μικρό κέντρο της πόλης τους να προστατέψουν. Αλλά χωρίς ελπίδα δεν ζει κανείς, θα ξαναρθουμε να δούμε, όσο τα πόδια μας βαστάνε λέμε πως θα ερχόμαστε.







Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Finis Greciae

Αδειο παντελόνι αναπαύεται σε ξηλωμένο στρώμα στα σκουπίδια
της Χέυδεν
Περιμένω ένα λεωφορείο στη Σόλωνος. Έχει κίνηση, έχει μαζευτεί κόσμος στη στάση. Το βλέπουμε να έρχεται απο μακριά, αλλά πηγαίνει πολύ αργά. Ένας μεσήλικας, ένας ψηλός που μοιάζει λίγο στον ηθοποιό Γιώργο Κωνσταντίνου, μονολογεί στο κοινό της στάσης:
-Α, την καημένη τη γυναίκα, να το λεωφορείο, περίμενε μια ώρα, βαρέθηκε, κουράστηκε, πήρε ταξί. Μόλις τώρα το πήρε το ταξί. Μια ώρα περίμενε, δεν άντεξε άλλο.
Κουνάνε το κεφάλι μια- δυο γυναίκες. Το ξαναλέει, δεν μπορεί να το χωνέψει ότι η γυναίκα πήρε το ταξί.
-Μια ώρα περίμενε η γυναίκα, μια ώρα.
Ξανακουνάνε φιλικά μια δυο το κεφάλι. Ο άντρας συνεχίζει να μονολογεί.
-Αχ καημένη Ελλαδίτσα, πας, τέλειωσες, αυτό ήταν...
Δεν ξέρω γιατί, μου σφίγγεται η καρδιά. Θα φταίει το ύφος αυτό, δεν είναι βαρύγδουπο, ΄δεν είναι θρηνητικό, σαν μια απλή διαπίστωση, είχαμε μια Ελλαδίτσα και τώρα δεν την έχουμε, μια Ελλαδίτσα όπου ερχόταν το λεωφορείο πριν απελπιστείς και πάρεις ταξί. Φτάνει το λεωφορείο κι όταν ανεβαίνουμε και μπαίνουμε μέσα, τρεκλίζω απο τη στεναχώρια. ΄Βγάζω εισιτήριο και το χτυπάω, κάθομαι, φεύγουμε, τον χάνω τον τύπο. Μπορεί και να ήταν ο Γιώργος Κωνσταντίνου αυτοπροσωπως, αυτό το τόσο ουδέτερο ύφος ήταν τόσο χαρακτηριστικό. Αλλά πρεπει να είναι μεγαλύτερος εκείνος. Ο σωσίας του. Μου μαύρισε την ψυχή με την κυρία που περίμενε το λεωφορείο. Θα τη γούσταρε ίσως, θα φιλοδοξούσε να τη φλερτάρει μόλις ανέβαιναν, δεν μπορει τόσο να σκάει για το λεωφορειο. Ή για την Ελλαδίτσα.
Άει στο καλό βραδιάτικα. Με έχει πιάσει κατι σαν ταχυπαλμία. Δεν πίστεψα κανένα κήρυγμα τέλους της Ελλάδας σε άρθρα, σε βαρύγδουπες δηλώσεις, σε θρήνους και οδυρμούς, και τώρα να με τσακίσει έτσι ένας σωσίας του Γιώργου Κωνσταντίνου για ψύλλου πήδημα; Άσε που δεν το πιστεύω αυτό περί τέλους της Ελλαδίτσας. Οι χώρες δεν είναι επιχειρήσεις να κλείνουν. Κάπως θα υπάρξει ένα μέλλον.
Κι αυτή η γυναίκα πια, ήταν ανάγκη να το πάρει το ρημάδι το ταξί;

Ασιτία και παχυσαρκία

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9523
Ξέρω ένα φτωχόπαιδο στη γειτονιά μου, το ξέρω από μωρό. Ζει με τη γιαγιά του, οι γονείς έχουν χωρίσει, ο πατέρας το επισκέπτεται, τη μάνα δεν την έχω δει. Κυκλοφορεί πολύ στο δρόμο, προσπαθεί να βρει παρέα, πιάνει φιλίες με τα μεταναστόπουλα, προς απελπισία της γιαγιάς. Η οποία το συντηρεί μόνη της, με τη χαμηλότερη δυνατή σύνταξη χηρείας που υπάρχει. Δεν μπορεί να του πληρώσει φροντιστήριο αγγλικών, όπου πάνε όλα τα γειτονόπουλα, και τώρα στο γυμνάσιο, δεν μπορεί ούτε  ιδιαίτερα, ούτε το άλλο φροντιστήριο, για να μπει στο Πανεπιστήμιο.

Το παιδάκι αυτό έχει μεγάλα προβλήματα, αλλά του λείπει εκείνο που θα συγκινούσε την άπονη κοινωνία: δεν πεινάει ποτέ. Ή μάλλον δεν χορταίνει ποτέ. Πεινάει συνέχεια και μασουλάει συνέχεια κάποιο άθλιο κρουασάν από αυτά που πουλάνε σε πλαστικό σακκούλι, οπότε θα δυσκολευτεί να λιποθυμήσει από την πείνα μια μέρα στο σχολείο του και να διεγείρει το ενδιαφέρον. Εξάλλου δεν ξέρω αν η γιαγιά του θα δεχόταν φιλανθρωπία από άλλους θεσμούς πέραν της εκκλησίας, που κι αυτή, μπορεί να την τιμά, αλλά δεν της προσπέφτει.
Κάποια εποχή το παχύσαρκο γειτονάκι είχε γίνει κολλητό με ένα άλλο παχύσαρκο συνομήλικο, πακιστανικής καταγωγής. Η θρήσκα γιαγιά τι να κάνει; Το είχε πάρει απόφαση. Τα δυο παχύσαρκα ήταν ευτυχισμένα για μερικά χρόνια, τριγυρνούσαν παρέα και μοιράζονταν τα κρουασάν τους, κι όταν το πακιστανόπουλο έπρεπε να βοηθήσει την πολύτεκνη οικογένεια του, και το ανάπηρο αδερφάκι του, έβλεπες και τους δυο να τσουλάνε το καρότσι και να χαμογελάνε.
Δυστυχώς η πακιστανική οικογένεια μετακόμισε προς άγνωστη κατεύθυνση, και το δικό μας ξανάμεινε μόνο με τα κρουασάν του. Δεν αμφιβάλλω ότι αυτού του είδους η διαταραγμένη σχέση με τη διατροφή οφείλεται στην έλλειψη αγάπης από τους γονείς, ότι η υπερβολική ζάχαρη επιτελεί χρέη συναισθηματικής αναπλήρωσης, αλλά το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό για το παιδάκι. Μπαίνει στην εφηβεία, έχει επιβαρύνει την υγεία και την ποιότητα ζωής του για όλη του τη ζωή, δεν έχει φίλους και θα έχει προβλήματα να φλερτάρει και να κερδίσει το ταίρι του. Πώς να το βοηθήσει κανείς; Έχει πια συνηθίσει να ζει μασουλώντας, πώς να το κόψει; Ακόμα κι αν αποφασίσει κάποτε να κάνει δίαιτα, θα δυσκολευτεί πολύ.
Διάβασα εκκλήσεις "κατοίκων των υποβαθμισμένων περιοχών", ελάτε να δείτε πώς τα παιδιά μας υποσιτίζονται! Τι να πω λοιπόν για την Κυψέλη, ότι τα παιδιά μας υπερσιτίζονται; Αλλά έτσι είναι. Πολλά παιδιά φτωχών οικογενειών είναι παχύσαρκα, ακριβώς όπως συμβαίνει σε πολλές αναπτυγμένες χώρες. Αποκλεισμένα από τη ζωή, με δυσκολίες στη μάθηση, με σχολεία που μένουν τον μισό χρόνο κλειστά, με ελάχιστες διεξόδους, τα παιδιά το ρίχνουν στο φαγητό. Σημαίνει αυτό πως δεν έχουν προβλήματα; Πώς δεν πρέπει κάποιοι να σκέφτονται πώς θα τα αντιμετωπίσουν;
Στη Γαλλία ας πούμε, την περασμένη εβδομάδα άλλαξε με υπουργική απόφαση το μενού των σχολείων. Τέρμα τα χάμπουργερ και οι τηγανιτές κροκέτες κοτόπουλου, ψαριού κλπ. Όμως εμείς με αυτά μειδιούμε. Από τη Γαλλία θα πάρουμε μόνο τη γαλλική επανάσταση, τότε που τα παιδιά πέθαιναν της πείνας. Κι αν δεν λιποθύμησε εκείνο 'κει στο σχολείο του, θα ψάξουμε να βρούμε κάποιο να λιποθυμά. Τόσος φτωχόκοσμος έχει πλακώσει  στην Αθήνα, κάπου δεν θα υπάρχει ένα παιδί να λιμοκτονεί; Κατά προτίμηση και δύο, και τρία και τέσσερα παιδιά;

Έτσι είναι οι επαναστάτες. Δεν μπορούν να ασχολούνται με τέτοια περίπλοκα κι ανάποδα πράγματα, φτωχά παιδιά που είναι χοντρά ας πούμε. Θέλουν τον απόλυτο λαϊκό ξεσηκωμό, να πεινάει ο κόσμος για να βγει στους δρόμους να ανατρέψει το καθεστώς. Αλλά πρέπει να ξέρουν ότι στις φτωχογειτονιές θα δυσκολευτούν να βρουν την ασιτία που ονειρεύονται. Ας πάνε στα βόρεια προάστια, εκεί κυκλοφορούν έφηβοι λεπτοί, προσεγμένοι, γυμνασμένοι, ε, όλο και θα βρουν καμία νευρική ανορεξία ανάμεσα τους. Ή ας συνεχίσουν με φωτογραφίες των σκελετωμένων παιδιών της Αθήνας του '41, όπως άρχισαν.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Σκουπίδια γιωταχί


.
Τα σκουπίδια μου στο μπαλκονι χαίρουν άκρας υγείας, όχι σαν τα δικά σας που τα αφήσατε έκθετα στους πέντε δρόμους


Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Ντρέπομαι τα παιδιά μου

Αυτούς άραγε δεν τους νοιάζει, αναρωτιέμαι πάντα, να
καταστρέφεται η Αθήνα;
Το πρωί ανεβαίναν απο την Πατησίων διάφορα μπλοκ. Απο τη Μάρνη άλλα. Μερικοί φορούσαν καπελάκια πορτοκαλι, κάποιοι κόκκινα, κάποιοι άσπρα, ανά συνδικάτο φαντάζομαι. Στο Σύνταγμα είχαν κλείσει τους δρόμους, αλλά στη μέση, στην πλατεία, είχε κενό.
Κάποια στιγμή είδα στη Σταδίου μια ομάδα να ανεβαίνει, νεαροί με μάσκες, μάσκες αερίων, μάσκες επαγγελματικές, μαντίλια, παλούκια στον ώμο με μαύρα σημαιάκια στην κορφή, προχωρούσαν ορμητικά προς τα πάνω, τα σκαλιά, τη Βουλή. Πέταξαν απο κει μολότοφ, βάλαν φωτιά, όπως είδα στην τηλεόραση αργότερα, σε ένα στέγαστρο φρουρού. Γύρισα προς τα πίσω, κατέβηκα την Πανεπιστημίου, άδεια, γεμάτη σκουπίδια, με μερικές παρέες να πηγαινοέρχονται. Τα κτίρια κλειστά όλα, άνυπεράσπιστα. Μεθαύριο θα έχουν ξεκολλήσει κι άλλα μάρμαρα απο τις προσόψεις, κι άλλες παλιές πέτρες, όπως εκείνη η τεράστια που την έβγαλαν απο τη γωνία Κριεζώτου και Πανεπιστημίου.
Ας καταφέρω να τ' αντικρίσω όλα χωρίς να με νοιάζει. Γιατί να με νοιάζει;
Περνάω απο τα Εξάρχεια, οι αφίσες στους τοίχους ξερνάνε μίσος, αν είχα αμφιβολίες για τα συναισθήματα δηλαδή... Αλλά γιατί με νοιάζει;
Αυτους δεν τους νοιάζει ας πούμε, ακουμπάνε τις πλάτες στους τοίχους και γελάνε, διασκεδάζουν, περνάνε καλά, βρίσκουν ταίρι πιθανότατα. Αξέχαστα πρωινά στην ταραγμένη Αθήνα. Τη μισούν, ή τους είναι αδιάφορη. Μα κι εγώ τη μισούσα, γιατί τώρα με πήρε ο καημός που την καταστρέφουν;
Να κάθομαι σπίτι, να μη βγαίνω όταν κυκλοφορούν οι μαύροι καταστροφείς. Τους λένε μπαχαλάκηδες, πολύ χαϊδευτικό είναι. Χρειάζεται μια λέξη πιο αντιπροσωπευτική. Η πόλη τους ανήκει. Δεν μπορείς να φύγεις αν εγκλωβιστείς στο κέντρο, πρέπει να δεις όλη τη διαδικασία, να τους δεις να καταστρέφουν, να τρέχουν, να υποστείς τα δακρυγόνα, κι ύστερα στο σπίτι να διαβάζεις καταγγελίες για τη βία της αστυνομίας, γιατί έτσι πρέπει. Αν πεις ότι είδες και μη αστυνόμους να είναι πολύ βίαιοι, νεους μαυροφορεμένους να είναι πολύ βίαιοι, σε κοιτάνε περίεργα. Μα είσαι αφελής, είναι προβοκάτορες, ή είναι αναρχικοί, πάντως η αστυνομία φταίει. Γιατί να μην πείθομαι κι εγώ, να είμαι αγανακτισμένη κι ευτυχισμένη;
Με πιάνουν λυγμοί γιατί σκέφτομαι τα παιδιά μου. Πρέπει να φύγουν απο δω, γιατι δεν θα μπορούν να απολαύσουν μια βόλτα, δεν θα μπορούν να χαλαρώσουν και να θαυμασουν κάτι, δεν θα μπορούν να νοιώθουν ότι ζουν σε πόλη. Πώς να τα διώξω; Δεν θα έχουν πόλη, κι είναι νομίζω χειρότερα κι απο το να μην έχουν δουλειά. Δουλειά μπορεί να βρεις καποια στιγμή, πόλη όμως δεν γεννιέται. Αλλά το να φύγουν σημαίνει ότι θα είναι ξένοι εκεί που θα πάνε, δεν είναι απλό. Τι μου χρωστάνε και τα γέννησα εδώ; Δεν τα έκανα και σαν όλο τον κόσμο, να αδιαφορούν, δεν τους έδωσα βιος αλλού, τα μάθαινα να βρίσκουν ωραία μέρη στην Αθήνα... Τα μεγάλωσα στην Κυψέλη, ακουσον άκουσον! Καλά με ρωτούσαν όλοι, πώς είναι δυνατόν να μένετε στην Κυψέλη; Τόσο μέσα, τόσο εγκλωβισμένοι; Φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να το γλεντήσουν έτσι σαν αυτούς εδώ, με πέτρες απο τις προσόψεις της πόλης τους, μαντίλια στο πρόσωπο, ορμητικό κι αναίσθητο βήμα. Κι ούτε να αδιαφορήσουν θα μπορέσουν, θα πονάνε σε όλη τους τη ζωή για την παρακμή και την απώλεια.
Είμαι ένοχη. Γέννησα παιδιά σε μια πόλη χαμένη. Έπρεπε να τα πείσω ότι ανήκουν σε κάποια 'κοινότητα ελλήνων' όχι να περιμένουν απολαύσεις απο την Αθήνα. Είναι βαθιές οι ρίζες, φταίει ο πατέρας μου που την έβλεπε λαμπερή και πλούσια. Και δεν είχαμε κοινότητα, νομίζαμε πως έχουμε πόλη.
Πού να πάμε; Καθώς γυρίζω σπίτι αισθάνομαι σαν εκείνες τις αλβανίδες του Κοσοβου που βλέπαμε στην τηλεόραση να φεύγουν απο τα καμένα τους χωριά με το στρώμα τους πάνω σε κάρο. Μακάρι να είχα ένα κάρο κι ένα στρώμα να φορτώσω να φύγω. Ντρέπομαι τα παιδιά μου, δεν ξέρω πού να κρυφτώ.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Ηλιόλουστο πρωινό στην Αθήνα

Με τον Λυκουρέση ποζάραμε μπροστά στα σκουπίδια της
Σπετσών
Σήμερα βρήκα μια διαδρομή με λιγότερη κατάθλιψη. Πήγα μετά το πάρκο προς την Ομόνοια αντί να πάω προς την Πανεπιστημίου. Η Πανεπιστημίου τώρα τελευταία μου φαίνεται ό,τι πιο καταθλιπτικό υπάρχει. Είναι γεμάτη ζητιάνους, μερικούς πολύ επιθετικούς, μουτζουρωμένους τοίχους, κλειστά μαγαζιά, κι εκεί μπροστά στην έρμη την Αθηναϊκή Τριλογία νομίζεις ότι αναδίδεται το μίσος που νοιώθει όλος ο κόσμος για κάθε τι 'αστικό', δημόσιο και προσεγμένο. Εκείνη η εθνική Βιβλιοθήκη βρωμοκοπάει κοτετσίλα, με ένα στρώμα κουτσουλιές μονίμως στα σκαλιά της, με φτερά και σκουπίδια κολλημένα, σιχαίνεσαι να τα πατήσεις.
Σήμερα κατέβηκα στην Κάνιγκος, ρώτησα σε ένα μαγαζί πού είναι η Σατωβριάνδου γιατί την είχα ξεχάσει (επειδή είναι δίπλα στο Μινιόν, την είχα απωθήσει) ο πωλητής με έστειλε σωστά μιλώντας με πολύ πολωνέζικη προφορά, κι η Ομονοια γενικά μου φάνηκε πολύ νορμάλ σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που είχα πάει. Είναι να πετύχεις τη σωστή μέρα και ώρα τελικά. Η Αγορά ήταν γεμάτη κόσμο και μάλλον κεφάτη, ψώνισα ελιές στο παντοπωλείο του Σταμάτη, κράμπερις στην Αθηνάς, ανέβηκα μετά στην Αιόλου, Σοφοκλέους, Κλαυθμώνος πεντακάθαρη σε σχέση με το χάλι που είχε πέρσι τέτοιον καιρό, έβγαλα φωτογραφία πολλούς σωρούς σκουπιδιών. Κοντεύουν τριάντα χρόνια που δεν λύνεται αυτή η κατάσταση με τα σκουπίδια. Αφότου ο Εβερτ πήρε τη δημαρχία και καθιέρωσε την καθημερινή αποκομιδή, έγινε πολύ ευκολο να μαζεύονται σωροί σκουπιδιών στα πεζοδρόμια. Λένε όλοι για το λαϊκισμό του ΠαΣοΚ και του Ανδρέα, αλλά αυτή τη δημοτική παρακμή που δημιούργησαν οι νεοδημοκράτες στην Αθήνα την αντιπαρέρχονται. Γι αυτό φοβάμαι ότι η κριτική του λαϊκισμού ανακυκλώνει την ίδια σύγκρουση. Σε ένα πράγμα πειθαρχούσαν οι αθηναίοι μέχρι τότε, να βγάζουν τα σκουπίδια νύχτα, και μέρα παρά μέρα. Ε, γιατί να αισθάνονται υπεύθυνοι για κάτι οι δημότες; Να μην διευκολύνουμε τη γαϊδουριά τους; Καμάρωνε ο Έβερτ για την καθημερινή αποκομιδή, κι αμέσως φάνηκαν τα αποτελέσματα, σε δυο βδομάδες. Μετά από αυτή την εξυπνάδα μας πήρε ο διάολος και μια σωστή λύση δεν βρέθηκε ποτέ. Τώρα όλοι τα βάζουν με τον Καμίνη, λες και το μόνο που μας νοιάζει κάθε φορά είναι πού θα ξεσπάσουμε.
Εγώ κρατάω τα σκουπίδια μου στο σπίτι. Χωριστά την ανακύκλωση απο τα άλλα, κι έχω και μια γλάστρα στο μπαλκόνι για οργανικά υπολείμματα. Τριαντα χρόνια αυτό κάνω στις απεργίες. Εγώ και η παρέα μου. Ιδανικά, θα ήθελα να κάνω μια πορεία, και για μια τέτοια πορεία θα έσπαγα το εμπάργκο πορειών που έχω μονομερώς κηρύξει, με τα σκουπιδια αγκαλιά μέχρι την Κερατέα, εκείνο τον πολύ καλά επιλεγμένο χώρο για ΧΥΤΑ, μαζί με όλους τους αθηναίους, ο καθείς με τις σακούλες του, να τις αποθέσουμε αυτοπροσώπως και ιδιοχείρως.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Aρχαία στο Δημοτικό!

Μου ήρθε μια πρόσκληση να ενισχύσω το γκρουπ του Facebook που προτείνει την εισαγωγή του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών απο το Δημοτικό, επειδή είναι η μοναδική μας κληρονομιά και πρέπει να μεταβιβάζεται στα παιδια μας. Νομίζω ότι αυτά είναι ημίμετρα. Τα αρχαία πρέπει μεν να διδάσκονται απο το Νηπιαγωγείο, αλλά αυτό δεν φτάνει αν στα σπίτια μας μιλάμε νέα ελληνικά και μεγαλώνουμε γλωσσικά λάθος τα παιδιά μας. Κανονικά πρέπει να μπαίνει ένα τσιπάκι στον εγκέφαλο κάθε μωρού που γεννιέται εντός των ελληνικών συνόρων, αφού όμως πρώτα εξεταστεί το DNA του αν είναι γνησίως ελληνικό. Κι εδώ είμαστε πάρα πολύ πίσω σε σχέση με τους προγόνους μας, οι οποίοι αν ήταν στη θέση μας θα είχαν εντοπίσει το γνησίως ελληνικό γονιδίωμα και θα πετούσαν στα σκουπίδια ή στονΚαιάδα όποιο μωρό δεν το είχε. Εκείνοι ήταν φυλετιστές οργανωμένοι, όχι σας εμάς τους ξενέρωτους. Ο Περικλής ας πούμε είχε βάλει νόμο ότι αθηναίος πολιτης είναι μόνο όποιος έχει και τους δυο γονείς αθηναίους, κι ας εμενε απ' έξω ο ίδιος έτσι, που είχε κάτι προγόνους που δεν ήξερε πούθε κρατάει η σκούφια τους. Αλλά πού θα πάει, θα βγει ο Σαμαράς πρωθυπουργός και θα προοδεύσουμε στα σοβαρά αυτά θέματα. Θα θεωρείσαι έλλην μόνο με πιστοποιηση DNA και τότε θα σου βάζουν το τσιπάκι και θα μαθαίνεις τα αρχαία σου με υπνοπαιδεία, και θα μπορείς να συνενοείσαι μόνο με άλλους πιστοποιημένους έλληνες, γιατι πλημμυρίσαμε ξένους που μιλάνε ελληνικά οι άτιμοι, ακούς εκεί, αυτή την παρηκμασμένη νέα γλώσσα...

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Τα καημένα τα παιδιά

Τα καημένα τα παιδιά του σχολείου, τα λυπάμαι. Να πρέπει από τα δεκαπέντε και τα δεκατρία να μπαίνουν στο κουρμπέτι της πολιτικής ανάδειξης, θέλουν δε θέλουν… Να πρέπει να παίρνουν μέρος σε όλες αυτές τις αναμετρήσεις, ή να οφείλουν απλώς να γυρίσουν την πλάτη στο σχολείο και όλα όσα θα μπορούσε να τους προσφέρει, και να αφοσιωθούν στο φροντιστήριο, άλλη τραγωδία απώλειας κι αυτή.
Νομίζετε ότι είναι εύκολο, ότι έχει πλάκα; Ακούγεται πρακτικό, τα σχολεία κλείνουν, τα παιδιά πάνε φροντιστήριο κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Κι αν ήθελαν το σχολείο, σε ποιον θα τολμήσουν να το πουν; Αν προτιμούσαν αυτό που δικαιούται κάθε έφηβος, το λίγο χρόνο που μοιάζει απέραντος και ξεχειλωμένος, αυτά τα τρία, τα τέσσερα χρονάκια, αυτό το μοναδικό κι ανεπανάληπτο προνόμιο που αν το χάσουν δεν επανέρχεται, από ποιον θα το διεκδικήσουν;
Κοιτάχτε τις φωτογραφίες από τη φτωχή Αφρική και την Ασία. Τα παιδιά δεν δικαιούνται εφηβεία, κι αυτό είναι μια από τις χειρότερες στερήσεις. Δώδεκα χρονών και δέκα κι εννιά τα κοριτσάκια παντρεύονται, τα αγοράκια πιάνουν δουλειά, κι ωστόσο είναι παιδιά ακόμα που τα σπρώχνουν να ξεζουμιστούν φρέσκα- φρέσκα στις ανάγκες των μεγάλων. Είμαστε τόσο τυχεροί που ανήκουμε στην πολυτελή πολιτισμένη μεριά της ανθρωπότητας, μπορούν τα παιδιά μας να πηγαίνουν σχολείο, μάλιστα είναι υποχρεωτικό μέχρι τα 15. Σπουδαία, τεράστια κατάκτηση, που την αφήνουμε να ακυρωθεί παρατώντας τα μόνα να τα βγάλουν πέρα μ’ αυτό το τρομερό χάος που αφήσαμε να επικρατήσει. Να υφίστανται αυτή την ένταση με τις καταλήψεις και τις μαθητικές συνελεύσεις, όπου επιβάλλονται οι πιο τσαμπουκάδες, ή έστω οι πιο ικανοί, όμως ακόμα είναι παιδιά, χρειάζονται το καθένα το χρόνο του για να βρουν τις κλίσεις τους, να διαλέξουν τους φίλους τους, να βυθομετρήσουν τις ψυχές τους.. Ίσως έχουν άλλες ικανότητες από το να επιβάλλονται στη συνέλευση. Τι καταναγκασμό, τι ψυχοπλάκωμα περνάνε.
Τα παιδιά χρειάζονται τους ρυθμούς του σχολείου και τη φιλοδοξία του σχολείου που δεν σε αποκλείει από τίποτε πριν τα δεκαπέντε και τα δεκάξι, για να ανακαλύψουν τι τους συγκινεί, πού βρίσκονται και πού πατάνε Κι αυτό δεν μπορεί να το προσφέρει το φροντιστήριο.
Το σχολείο δεν είναι μόνο μαθήματα και διάλειμμα, δεν είναι μόνο μόρφωση και κοινωνικοποίηση. Είναι κυρίως η πολυτέλεια αυτού του χρόνου. Αν λειτουργεί κανονικά, πηγαίνει ρολόι με τα προγράμματα και τους κανόνες του, μπορούν τα παιδιά να περνάνε τις ταραχές της εφηβείας τους και να ελπίζουν ότι θα τα βγάλουν πέρα.
Αυτό που χάνουν από τη μη ήρεμη λειτουργία του σχολείου δεν πρόκειται να το αναπληρώσουν ποτέ. Και το χειρότερο είναι πως δεν θα καταλαβαίνουν τι τους φταίει. Αλλά οι γονείς δεν το καταλαβαίνουν ούτε αυτοί; Οι καθηγητές, δεν το καταλαβαίνουν ούτε αυτοί;



Στο Protagon:http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9476
Μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές διακρίσεις σήμερα είναι το γεγονός ότι μόνο τα ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν κανονικά και τα παιδιά του δημοσίου υφίστανται αυτή την τρομερή ταλαιπωρία. Η μεγαλύτερη επανάσταση που θα μπορούσαν να κάνουν οι καθηγητές θα ήταν να κρατάνε με κάθε τρόπο τα σχολεία ανοιχτά και να λειτουργούν.

H εκπαίδευση του σκύλου και του ανθρώπου

Τα σκυλιά μου προκαλούσαν πάντα αμηχανία. Δεν τα συμπαθούσα, ειδικά τα μεγάλα και κακομαθημένα που αυξάνονται και πληθύνονται στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια. Έχουν βαλθεί οι Κυψελιώτες να δοκιμάσουν τα όρια αντοχής διαμερισμάτων, και κυρίως πεζοδρομίων. Όμως  δέκα χρόνια τώρα τριγυρνούσα κι εγώ με ένα ημίαιμο γκριφόν μεσαίου μεγέθους κατά πόδας, κι όχι  για να ξεπεράσω την τόσο ντεμοντέ αμηχανία έως αντιπάθεια μου για τα σκυλιά. Ήταν μια ακόμα από τις παλικαριές που έκανα ως μητέρα.
Λέμε  μεγάλες κουβέντες, παίρνουμε γελοίες σοφές αποφάσεις γεμάτες αδιαλλαξία πριν κάνουμε παιδιά, ύστερα βάζουμε νερό στο κρασί και σκυλιά στη ζωή μας. Τα παιδιά ήθελαν σκυλάκι, κι  αντιστάθηκα σθεναρά τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια (δεν είναι και λίγα), αλλά τελικά ένα υπέροχο κουτάβι παρατημένο στα σκουπίδια μαζεύτηκε σπίτι κι έγινε μέλος της οικογένειας.
Επειδή αντιπαθώ τα σκυλιά, τα φοβάμαι και δεν έχω ιδέα, πέρασα ένα ολόκληρο πρωινό να ψάχνω το κατάλληλο βιβλίο για την ανατροφή σκύλου σε διαμέρισμα, κι όταν το βρήκα ακολούθησα κατά γράμμα τις οδηγίες του. Τον πρώτο καιρό το έπαιρνα μαζί μου στη βόλτα του κουταβιού, μαζί με έναν κίτρινο μαρκαδόρο που σημείωνα και ξανασημείωνα τα αποσπάσματα που αφορούσαν καίριους τομείς της σκυλίσιας καθημερινότητας. Ούτε στις πτυχιακές της Νομικής δεν είχα μελετήσει με τόση επιμονή. Έμαθα πολλά που δεν καταδέχονται να μάθουν οι γεννημένοι φιλόζωοι. Ακολούθησα τις οδηγίες κατά γράμμα, κι επί μήνες έκανα τις ασκήσεις που έβαζε το βιβλίο για να μάθει το σκυλί να περπατάει δίπλα μου, να μη λερώνει τα δωμάτια, να μην τραβάει το λουρί, να μη βάζει τα πόδια πάνω μου, να φέρνει διάφορα πράγματα, να τρέχει μόλις άκουγε το όνομά του. Το σκυλάκι μας έγινε τύπος και υπογραμμός. Δεν λέρωνε ούτε πεζοδρόμια, δεν απομακρυνόταν, δεν ενοχλούσε κανέναν, έπαιζε μπάλα σαν τερματοφύλακας, περπατούσε όρθιο, έδινε το πόδι, έκανε διάφορα παιχνίδια. Όλοι τον θαύμαζαν, θεωρούσαν πως ήταν ιδιοφυΐα, κι όταν έλεγα ότι απλώς είχα διαβάσει ένα βιβλίο, τους χαλούσα την εικόνα για τη φύση και τις δυνατότητες του σκύλου. Κανέναν δεν έπεισα να καταφύγει στο εξαιρετικό αυτό ανάγνωσμα, δυστυχώς. Κρίμα, γιατί έχοντας εμπιστοσύνη στη φύση του σκύλου και καθόλου στην εκπαίδευση, τελικά καταπίεζαν την ίδια τη φύση, τις δυνατότητες και τις ικανότητες της. Στο τέλος δεν έλεγα τίποτε, χαμογελούσα και καμάρωνα κι εγώ τον εξαιρετικό μου σκύλο.
Βέβαια, δεν εκπαίδευσα μόνον εγώ το σκύλο, εκπαίδευσε κι εκείνος εμένα, όπως γίνεται συνήθως. Το πιο αξιοθαύμαστο ήταν το θάρρος του να απαιτεί χάδια κάθε στιγμή, χωρίς τις γνωστές ανθρώπινες περηφάνιες.  Εμείς παριστάνουμε ότι δεν έχουμε κανέναν ανάγκη, καλό είναι να σου θυμίζει κάποιος κάθε μέρα τις βασικές προτεραιότητες στη ζωή. Χάδια, αναγνώριση, επιβράβευση και αποδοκιμασία, σιγουριά και φροντίδα. Και σωματική εγρήγορση, αναγκαστική βόλτα, επαφή με το δημόσιο χώρο, με κάποιο πάρκο, με παιδιά που πλησιάζουν και εξημερώνονται μαζί του όταν τα δικά σου έχουν πια μεγαλώσει.
Το άλλο που με έμαθε ο σκύλος μου ήταν να μη φοβάμαι τους σκύλους, αλλά τώρα που απεδήμησε στο σκυλίσιο παράδεισό του ίσως να ξανακυλήσω. Εκτός κι αν αποφασίσω να εκμεταλλευτώ την εξαιρετική μου πείρα και γίνω εκπαιδεύτρια σκύλων. Όλοι αναζητούμε νέες τέχνες και επαγγέλματα. Τα πράγματα αλλάζουν, ίσως πιστέψουν πια κι οι αθηναίοι ότι οι σκύλοι μπορούν και πρέπει να εκπαιδεύονται.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Επιστροφή στην Τοσίτσα

Πέρασα το μεσημέρι απο την Τοσίτσα, επειδή είχα γράψει στο Πρόταγκον (http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9277) για τις εκδηλώσεις που τέλειωσαν, κι είχα πάρει τη φωτογραφική μου μηχανή μαζί. Κατέβηκα απο πάνω, απο Μπουμπουλίνας, παίρνοντας την αριστερή πλευρά του παρτεριού, αλλά κάπου στη μέση ομολογώ ότι άλλαξα πλευρά, επειδή στη δεξιά κατεβαίνοντας έχει λιγότερη συναλλαγή. Και δεν τόλμησα να βγάλω φωτογραφία. Ήταν μια κατάσταση απερίγραπτη, δεν υπάρχουν λόγια. Φαίνεται πως με τις εκδηλώσεις κάπως είχαν απομακρυνθεί τα πρεζόνια και οι έμποροι, οπότε μόλις τέλειωσαν οι εκδηλώσεις, εκείνη την ώρα ακριβώς, είχαν ξεχυθεί πιο χαρμάνηδες απο ποτέ; Δεν ξέρω. Κάτω είχε γεμίσει ήδη σκουπίδια, βρωμοκοπούσε, σύριγγες είχαν βγει και μετρούσαν δόσεις, κάμποσοι άνθρωποι αδύνατοι, παραμορφωμένοι, είχαν ήδη χυθεί στα παγκάκια, άλλοι ετοιμάζονταν στα παρτέρια. Και μιλάμε για πλήθος. Κατέβηκα με σφιγμένη καρδιά και στομάχι μέχρι την Πατησίων, στάθηκα στη στάση του τρόλει, όπου οι άνθρωποι περίμεναν στωικά και κουρασμένα το δημόσιο όχημα που θα τους αποκάκρυνε απο αυτό το φριχτό μέρος (πεζόδρομος ανάμεσα στο Εθνικό Μουσείο και στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο παρακαλώ) κι έβγαλα αυτή τη φωτογραφία με τρόπο και με φόβο, από μακριά.
Αναρωτιόνταν μερικοί στα σχόλια του Πρόταγκον αν το θέμα είναι να απομακρυνθούν τα στέκια και να πάνε παρακάτω. Ομολογώ ότι έχω τον κυνισμό να το παραδεχτώ: ναι, μέχρι να βρεθούν οι καλές οι λύσεις για το θέμα των ναρκωτικών, ας πάνε παρακάτω όλοι αυτοί. Εκτός αν πιστεύετε ότι βλέποντας τους καθε μέρα στο συγκεκριμένο 'εθνικό' σημείο θα φιλοτιμηθούμε να το μελετήσουμε βαθύτερα το ζήτημα.
Ε, εγώ δεν το πιστεύω...

Κι ύστερα οι εκδηλώσεις τέλειωσαν

Tέλος των εκδηλώσεων
Επτά μέρες στην Τοσίτσα έκαναν εκδηλώσεις για να τη ζωντανέψουν και να την ανθρωπέψουν, κι όσο να’ ναι τη ζωντάνεψαν. Δηλαδή στην Πατησίων επάνω, μπροστά στο Πολυτεχνείο όπου έχει και άσυλο (κανονικό άσυλο ανιάτων αυτό) το εμπόριο και η διανομή ναρκωτικών συνεχιζόταν με ζήλο, αλλά στον πεζόδρομο λίγο πιο πάνω ένα σωρό κανονικοί άνθρωποι ανακάλυπταν ίσως με έκπληξη έναν ωραίο χώρο. Όπου θα μπορούσαν να έχουν ξαναπεράσει, να έχουν καθίσει και ρομαντζάρει, χαζέψει και φλερτάρει, ξεκουραστεί και δώσει ραντεβού. Γιατί δεν το είχαν κάνει μέχρι τότε, θα αναρωτιούνται ίσως.
Οι επτά μέρες πέρασαν, οι εκδηλώσεις τέλειωσαν και οι κανονικοί άνθρωποι  γύρισαν στα κανονικά τους στέκια και τις γειτονιές τους, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στο γνωστό εμπόριο. Δεν μπορείς να απαιτήσεις να γίνονται κάθε μέρα και ώρα της μέρας εκδηλώσεις στην Τοσίτσα μπας και αποφασίσουν να ξεκουμπιστούν οι ανίατοι. Τι μπορείς να κάνεις;
Κάποιοι λένε να έχει συνέχεια φρουρά, αστυνομία, φύλαξη και τα σχετικά. Πιο πάνω, στη διασταύρωση Μπουμπουλίνας έχει συνέχεια φύλαξη, αλλά τι να πρωτοφυλάξουν κι αυτοί; Το Υπουργείο Πολιτισμού, την Τοσίτσα, ή τη γωνία όπου ένας αστυνομικός σκοτώθηκε από ομάδες ενόπλων πριν λίγα χρόνια; (και έχω ξεχάσει πώς τον έλεγαν βέβαια, και ποια ήταν η ομάδα, αυτά τα ξεχνάμε πάντα).
Γιατί δεν το παραδεχόμαστε; Δεν μένουν πια αρκετοί νέοι στο κέντρο, ούτε έχουν διάθεση να έρθουν βόλτα. Πόσες πια εκδηλώσεις να οργανώσει κι ο Δήμος;
Αν άνοιγε ένα καφενείο ίσως; Μια ιδέα λέω. Υπάρχει μια αντιπάθεια προς τα καφενεία από τον κόσμο του πνεύματος και των τεχνών που υποτίθεται ότι στεγάζονται στα ένθεν και ένθεν ιδρύματα. Ωστόσο στο καφενείο του Μουσείου η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη από την Τοσίτσα, καμία σχέση δεν υπάρχει μάλιστα. Κι εν πάση περιπτώσει ένα καφενείο δεν χρειάζεται συνέχεια εκδηλώσεις για να κρατιέται ζωντανό, είναι από μόνο του. Θα μπορούσε σταδιακά να καλύπτει τις ανάγκες των τουριστών του Μουσείου, των φοιτητών και των καθηγητών του Πολυτεχνείου. Κακό είναι να κάθονται λίγο οι άνθρωποι να ξεσκάσουν; Έστω και ταχυφαγείο, αλλά κάτι περιποιημένο, και απαραιτήτως με μπόλικα τραπεζάκια έξω.
Βέβαια πρέπει να βάλουν νερό στο κρασί τους οι άτεγκτοι τηρητές των πολεοδομικών διατάξεων και οι συνήθεις γκρινιάρηδες για τα τραπεζοκαθίσματα. Μια βόλτα στη σημερινή κατάσταση θα τους πείσει. Κάπως μπορεί να βρεθεί ο χώρος, να δοθεί με συμφωνία για καθαριότητα αντί για νοίκι, κάτι τέτοιο. Αλλιώς δεν ζωντανεύει εκεί ο πεζόδρομος ακόμα κι αν βάλεις τη Λυρική να κάνει κάθε μέρα συναυλία.

Aπό το Protagon: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9277

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Γιαπωνέζοι στην Πανεπιστημίου


Τι είναι αυτούνο ρε παιδιά; Μια ταμπέλα δεν έχει, κάτι;

Δυο γιαπωνέζοι τουρίστες κατέβαιναν την Πανεπιστημίου νωρίς ένα απόγευμα την περασμένη εβδομάδα. Περιέργως ήταν εντελώς άδειο το πεζοδρόμιο, δεν είχαν απλώσει πραμάτεια οι μετανάστες, έλειπαν οι ζητιάνοι, δεν είχε καν ανοίξει ο κουλουράς, κανείς δεν πουλούσε εισιτήρια λεωφορείων. Τι να πουλήσει, δεν υπήρχαν λεωφορεία, απεργούσαν μαζί με τρόλεϊ και μετρό. Ψυχή στη στάση, έρημα τα πεζοδρόμια. Και πολύ καθαρά. Μια σπάνια στιγμή δηλαδή, αλλά το ζευγάρι δεν θα ήξερε. Η λεπτή γιαπωνέζα, με μακριά άσπρη φούστα όλο δαντέλες και βολάν, έσερνε μια βαλίτσα εκτυφλωτικού ροζ χρώματος, ο άντρας με πράσινη καρό βερμούδα και βαλίτσα ζωγραφισμένη στο χέρι. Καλλιτεχνικές παρουσίες.
Χωρίς να σταθεί καθόλου η γυναίκα έβγαλε μια μεγάλη φωτογραφική μηχανή από την τσάντα της και προσπάθησε να φωτογραφίσει την Ακαδημία, αλλά δεν τα κατάφερνε περπατώντας. Είχε όμορφο φθινοπωρινό φως, έμοιαζαν ρόδινοι οι τοίχοι. Παιδεύτηκε λίγο με τη μηχανή, τελικά κοντοστάθηκε μπροστά στις νεραντζιές. Κοίταξε γύρω, ίσως έψαχνε παγκάκι, αλλά δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα εκεί. Το κτίριο σε φάση περιποιημένη, τα στολίδια του άψογα, αλλά κάπως νεκρό, μια σημαία να ανεμίζει στο αέτωμα. Κανένας στα σκαλιά, κανένας στο γρασίδι. Ούτε μια ταμπελίτσα να εξηγεί τι πράμα είναι τούτο. Στάθηκε κι ο άντρας δίπλα της, κράτησε τις βαλίτσες, η γυναίκα ίσως εντυπωσιάστηκε, τόσο ωραίο κτίριο, έκανε πίσω, σημάδεψε και το Πανεπιστήμιο. Δεν υπήρχαν μπροστά τα συνήθη τσαντίρια, θεόκλειστο κι αυτό. Καθαρισμένο κι εξίσου έρημο, μόνο ένα πρεζόνι περνούσε με ζιγκ- ζαγκ στον πεζόδρομο και κάθε τόσο έκανε να πέσει, αλλά στηριζόταν στους γερούς τοίχους των ιστορικών κτιρίων και συνέχιζε.
Σε τριάντα δευτερόλεπτα έβγαλε τη φωτογραφία της η γιαπωνέζα και πήραν ξανά το δρόμο οι δυο τους.  Έι, πού πάτε; Μου’ ρθε να τρέξω  να τους πιάσω αγκαζέ, να τους πω, γιατί φεύγετε; Ξέρετε τι κτίρια είναι αυτά; Τα σχεδίασαν δανοί, αδερφοί Χάνσεν λέγονταν, τα τέλειωσε ο Τσίλλερ, Γερμανός που έχτισε πιο πολύ απ’ όλους τη σημερινή Ελλάδα, τα πλήρωσαν έλληνες έμποροι που είχαν πλουτίσει στη Γερμανία, κι άλλοι που ήταν βαρώνοι στη Ρωσία. Πόσος κόσμος ονειρεύτηκε να χτίσει αυτή την πόλη, να ξέρατε… Δεν τα γράφει πουθενά, και ναι, λυπάμαι, δεν μπορείτε να μπείτε μέσα. Να τα τριγυρίσετε λίγο, να πάρετε ένα σουβενίρ, να καθίστε έξω, όχι είναι σοβαρά ιδρύματα αυτά, δεν είμαστε  σαν τις άλλες πόλεις της Ευρώπης, τι το περάσατε; Παγωτά στα σκαλιά; Καφεδάκι; Αποκλείεται.  Όμως έχουν συναρπαστική ιστορία, πέρα από την ομορφιά, και να σας πω ποιους φιλοσόφους και πολεμιστές δείχνουν τα αγάλματα, τι μιμούνται οι κιονοστοιχίες της βιβλιοθήκης, τι το αέτωμα της Ακαδημίας, τι οι τοιχογραφίες του Πανεπιστημίου…Πόσα θα είχα να τους πω, αλλά δεν είναι απλό να αγγίζεις αγνώστους γιαπωνέζους ως γνωστόν, μπορεί να σε παρεξηγήσουν.

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=9152
Το μόνο που βρίσκεται να διαβάσει κανείς έξω απο την Ακαδημία είναι τα  συνθήματα στους πλαϊνούς τοίχους

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

Νησίδα στην Πατησίων

Έβλεπα πάντα απο το τρόλει αυτή τη βίλα, και μου φαινόταν σαν οφθαλμαπάτη. Πάνω στην Πατησίων αυτό το παλιό κτίριο χωμένο στα δέντρα, πώς ξέφυγε; Επι χρόνια έμοιαζε να κατοικείται, ύστερα να ρημάζει, κλειδωμένο και με κάτι σαβούρες μπροστά. Κατέβηκα τις προάλλες απο το τρόλει στην απέναντι στάση και πέρασα στον κήπο του. Εχει μια ταμπέλα του Δήμου, λέγεται Βίλα Κλωναρίδου, ήδη λοιπόν προχώρησε πολύ το πράγμα, γιατί το να μαθαίνεις τα ονοματα των πραγμάτων και των τόπων στην Ελλάδα δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Μια παρέα γέρων αλβανών καθόταν σε ένα παγκάκι παραπλεύρως και κουβέντιαζαν. Το φωτογράφισα κόντρα στον ήλιο, δεν βγήκε και πολύ σπουδαία. Φαίνεται πάντως η αμηχανία μπροστά σε ένα τέτοιο απόκτημα. Δεν ξέρω πώς κατέληξε στο Δήμο, κι αν θα τελειώσει η αποκατάσταση. Μπορεί να βοηθήσει στην προσπάθεια όποιου κάποτε θελήσει να φανταστεί την Πατησίων ως εξοχική οδό. Αυτό. Για να γίνει λειτουργικό -ως τι; δανειστική βιβλιοθήκη;- βλέπουμε.

Νεοκλασικές εκκλησίες της Αθήνας 3

Το καλύτερο σημείο για να βγάλει κανείς φωτογραφία την Αγία Ειρήνη στην Αιόλου πρέπει να είναι κάποια κοντινή ταράτσα. Να φαίνεται από ψη...