Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Αυτά τα παιδιά νοσταλγούνε τη χούντα

Τι ακριβώς ήταν αυτό που μας συνέβη αυτές τις τρεις μέρες και πώς επέδρασε στην ψυχοσύνθεση μας; Πέρασα άσχημα την τελευταία νύχτα, ανοίγοντας κάθε τόσο το ραδιόφωνο να μάθω τι έγινε, τα κατάφεραν τελικά να τους βγάλουν αναίμακτα τους μετανάστες από τη Νομική, ή το κάνανε το κέντρο της πόλης πεδίο μάχης, για να ζήσουμε λίγο Κάιρο κι εμείς, λίγη Τύνιδα; Είχε βέβαια γίνει η πυροσβεστική παρέμβαση του πρωθυπουργού, αλλά δεν ξέρεις ποτέ με τόσους θερμόαιμους και αποφασισμένους, με τόσους απελπισμένους επιπλέον και τόσους οπλισμένους, αν θα τα κατάφερναν ως το τέλος να μη σκοτωθούνε.
Κι ύστερα κατά την αυγή, όταν επιτέλους ήρθαν οι καλές ειδήσεις, με κείνες τις παραισθήσεις που σου δημιουργεί καμιά φορά η αϋπνία, μου φάνηκε σα να έχω πάρει τη θέση της μάνας μου και να περιμένω να μάθω αν θα βγουν τα παιδιά μου ζωντανά από το Πολυτεχνείο επί χούντας. Τότε κατάλαβα ότι η επιδίωξη των ανθρώπων που είχαν την ιδέα του εγκλεισμού, δεν ήταν να ζήσουν Κάιρο και Μαρακές, αλλά να ζήσουν χούντα. Ασυνείδητα, επειδή η χούντα ήταν η εποχή των μεγάλων συγκρούσεων, έτσι νομίζουν, οι καταλήψεις της χούντας ήταν οι φάσεις των μεγάλων αγώνων. Έτσι νομίζουν.
Το άσυλο υπήρχε τότε. Το άσυλο επί χούντας είχε νόημα. Οι σημερινοί νέοι πιστεύουν ίσως ότι η χούντα ήταν ομοιόμορφη παντού, καταπίεση και τίποτε άλλο. Εμείς που τη ζήσαμε ξέρουμε πως υπήρχαν περιοχές πιο χαλαρές κι άλλες πιο αυστηρές. Εξάλλου και η εξέγερση του Πολυτεχνείου έγινε σε μια φάση που προσπαθούσε η χούντα να δώσει κάποιες ελευθερίες, να ξεφύγει από τα αδιέξοδα που είχε η ίδια δημιουργήσει. Το άσυλο είχε νόημα τότε, σήμαινε ότι προστάτευες τη ζωή σου, τη σωματική σου ακεραιότητα, αν βρισκόσουν τη σωστή στιγμή από τη μέσα μεριά του τοίχου. Το να καταλυθεί ας πούμε, όπως καταλύθηκε στη Νομική και στο Πολυτεχνείο το 1973, είχε κόστος και για τη χούντα, όπως αποδείχτηκε.
Το να επικαλείσαι σήμερα το άσυλο με τον τρόπο που το έκαναν στη Νομική για τους μετανάστες, σημαίνει ότι θεωρείς πως παντού αλλού υπάρχει χούντα, και μόνο εκεί μπορεί κάποιος να προστατευτεί. Πραγματικά, οι μετανάστες περνάνε δύσκολα στην Ελλάδα σήμερα, όμως ζούνε μέσα στην κοινωνία και δεν τους κυνηγά όλος ο κόσμος. Πολλοί τους βοηθούν, πολλοί τους νοικιάζουν σπίτια, για να τους εκμεταλλευτούν βεβαίως, αλλά πάντως μπορούν να ζήσουν κάπως, άλλοι τους μαθαίνουν ελληνικά, άλλοι τους δίνουν δουλειά. Δεν είμαστε όλοι χούντα. Εκτός αν θέλουν να γίνουμε, για να μπορέσουν επιτέλους να ζήσουν τη νύχτα του Πολυτεχνείου του 73 ξανά τα παιδιά αυτά, που την έχουν στερηθεί. Μήπως αυτό θέλουν;
Ε, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό το πέτυχαν. Ίσως χωρίς να το συνειδητοποιούν, με το να στήσουν το σκηνικό της χούντας κατάφεραν να κάνουν τους αθηναίους να αντιδράσουν σαν ρατσιστές, να αισθανθούν ρατσιστές. Γύρω –γύρω χούντα και στη μέση άσυλο, κάτι τέτοιοι δημιούργησαν για λίγες μέρες, κι άντε να το ξεπεράσουμε.
Κάνω μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες εθελοντικά δυο φορές την εβδομάδα. Σήμερα το βράδυ έχω ένα τέτοιο μάθημα και δεν ξέρω πώς να αντικρίσω τους μαθητές μου, ούτε και πώς να αντικρίσω τους γείτονες μας. Ξαφνικά κάθε προσπάθεια ένταξης, διαλόγου περί ρατσισμού, ανθρωπισμού, κλπ κλπ, έχει ακυρωθεί από αυτές τις ακρότητας. Είναι πολύ δύσκολο να ξαναβρούμε την καθημερινότητα της αλληλεγγύης, να αφήσουμε στην άκρη τους ηρωισμούς και τις απόλυτες συγκρούσεις που διαρκώς κινδυνεύουμε να ζήσουμε.
Περνάω κάθε μέρα από τα Εξάρχεια με τα πόδια, έχω μάθει απ’ έξω τα συνθήματα, τη φρασεολογία. Αυτά τα παιδιά, σε διάφορες ομάδες, κόμματα, γκρουπούσκουλα, νοσταλγούνε τη χούντα. Νοσταλγούνε την εποχή των συγκρούσεων. Κι αυτό είναι το λιγότερο που μπορώ να τους προσάψω, γιατί θα μπορούσε κανείς να μιλησει για σχέδιο αποσταθεροποίησης. 
 Όμως φταίνε κι οι μεγάλοι. Τα έχουμε βαυκαλίσει με τους μύθους περί αντίστασης, ηρωισμών και άλλων τέτοιων. Ας βγούμε πια να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Ας τους πούμε αναλυτικά, ξανά και ξανά, την αλήθεια για το πώς έγιναν τα πράγματα. Αν και είναι αρκετά αργά με τους μύθους που έχουμε εκθρέψει, ποιος ξέρει, μπορεί κάποια χαμένη συνείδηση να βοηθηθεί, κάποιο μυαλό ανήσυχο να βρει άκρη.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Άσυλο και μετανάστες

Τη λέξη «άσυλο» την πρωτοέµαθαστην «Παναγία των Παρισίων» στα «Κλασσικά Εικονογραφηµένα» . Εκεί ο Κουασιµόδος κλέβει από την αγχόνη τη λιπόθυµη Εσµεράλδα και σκαρφαλώνει σαν πίθηκος στα καµπαναριά της εκκλησίας για να τη σώσει, φωνάζοντας «Ασυλο! Ασυλο!». Πιάνουν δυο σελίδες τα καρέ της ανάβασης µε µόνο αυτή τη λέξη στα συννεφάκια.

Πρώτα τη λέει ο ήρωας, µέχρι που καταλαβαίνει το πλήθος από κάτω και επαναλαµβάνει: «Ασυλο! Ασυλο!». Ετσι σώζεται η όµορφη Τσιγγάνα. Είναι συγκλονιστικό, σου εντυπώνει στο µυαλό τη λέξη και την έννοια. Αργότερα, στο µάθηµα της Ιστορίας µάθαµε πως ο στρατηγός Παυσανίας ζήτησε άσυλο σε ναό, όπου τον έκλεισαν και τον άφησαν να αργοπεθάνει χωρίς να παραβιάζουν το άσυλο, οι υποκριτές. Πλακάκια µε τον άγιο, από τότε.

Εν ολίγοις, οι ναοί είναι τα κατ’ εξοχήν άσυλα, οι χώροι που δέχονται ικέτες, και είναι εντυπωσιακό πώς κανένας µέχρι τώρα δεν σκέφτηκε να δοκιµάσει τη δική τους αντοχή στην παρουσία αληθινών ικετών, όπως είναι σήµερα οι µετανάστες. Κανένας δεν προσπάθησε, τόσα χρόνια, να χρησιµοποιήσει σαν άσυλο τις εκκλησίες. Κι ας είναι τόσο πιο πολλές, και αποκεντρωµένες, σε κάθε πόλη και χωριό, σε κάθε γειτονιά, πολύ πιο πρακτικές από πανεπιστήµια.

Ισως από την πολλή συζήτηση της έννοιας του ασύλου στα πανεπιστήµια, και την πολύ παράξενη χρήση του, να σκέφτηκαν κάποιοι την ταύτιση των λέξεων – τους αιτούντες πολιτικό άσυλο δηλαδή µε το πανεπιστηµιακό άσυλο, αλλά και πάλι, δεν είναι παράξενο που ποτέ κανένας δεν σκέφτηκε τους άλλους, πιο φυσικούς χώρους του ασύλου; Εκτός αν, στο µυαλό των ανθρώπων που είχαν την ιδέα, οι εκκλησίες είναι χώροι ιεροί που δεν µπορούµε να τους χρησιµοποιούµε παίζοντας µε τις έννοιες και µε τις µοίρες ξένων ανθρώπων, έστω ικετών, το πανεπιστήµιο όµως όχι.
Θα είναι παράξενο να καταργηθεί το άσυλο τώρα, πάντως. ∆εν καταργήθηκε όταν µπήκαν διάφοροι στις Σχολές, έσπασαν έπιπλα, έκλεψαν κοµπιούτερ, κατέστρεψαν εργασίες φοιτητών, αφόδευσαν (ναι!) πάνω σε γραφεία. Κι ας συνέβη πολλές φορές, ξανά και ξανά.

∆εν καταργήθηκε όταν µπήκαν διάφοροι άγνωστοι µέσα, ατιµώρητοικαι ξεχασµένοι πια, κι έβαλαν φωτιά στο Πολυτεχνείο. Ούτε όταν µπαίνουν µέσα διάφοροι που πετάνε έξω µολότοφ.

Ούτε όταν κρύβονται κλέφτες που τους κυνηγά η Αστυνοµία.

Τα Πανεπιστήµια επί χρόνια είναι απροστάτευτα απέναντι σε όποιον έχει όρεξη να καταστρέψει δηµόσια περιουσία, και µάλιστα σχετική µε τη γνώση.
Aρκεί να είναι έλληνας πολίτης και λευκός βέβαια.
Κάποιοι έχουν εγκατασταθεί σε αίθουσες του Πολυτεχνείου, χρόνια. Αλλά το άσυλο παραµένει ταµπού.
Γίνονται συζητήσεις. Λέγονται αυτονόητα πράγµατα, ξαναλέγονται, χάνονται λεφτά σε καταστροφές, φθείρονται και παρακµάζουν τα Πανεπιστήµια. «Εχει νόηµα να υπάρχει άσυλο όταν έχουµε ∆ηµοκρατία;» ρωτάνε µερικοί. «Μα δεν έχουµε ∆ηµοκρατία» λένε άλλοι, αλλά όχι στους πρώτους, έτσι στον αέρα. Κανείς δεν µιλάει στον άλλον σε αυτήν τη χώρα. Ολοι µιλάνε στον αέρα, στον κανέναν, και απαντάει η ηχώ.

Υστερα από όλα αυτά θα είναι παράξενο να καταργηθεί το άσυλο τώρα που χρησιµοποιείται κυριολεκτικά, µας αρέσει δεν µας αρέσει. Και δεν µας αρέσει, αλλά πρέπει να παραδεχτούµε ότι έχει κάποιο νόηµα.

Εδώ το άσυλο γίνεται άσυλο, όχι ιδεών βέβαια, γιατί όντως οι ιδέες δεν διώκονται στο κράτος µας, αλλά ανθρώπων. Είναι µια ενδιαφέρουσα νοµική κατάσταση που θα έπρεπε να προκαλέσει ερµηνείες ειδικών και διάλογο, και δηµοσιότητα προς την υπόλοιπη Ευρώπη, η οποία φέρεται ανώριµα στο θέµα των µεταναστών.

Οµως αν καταργηθεί τώρα αυτό το άσυλο που όντως δεν έχει νόηµα να υπάρχει, θα είναι επειδή χρειάστηκε να δοθεί σε ανθρώπους, όχι σε ιδέες. Και μάλιστα σε ανθρώπους ξένους, σε μετανάστες. Αφήσαμε τα δικά μας παιδιά να ρημάζουν τα πάντα, οι ξένοι όμως, οι μελαχρινοί αυτοί απρόσκλητοι απελπισμένοι τύποι είναι το όριο μας.

Κι αυτό είναι πολύ σκληρό για την αυτογνωσία µας.

Κείμενα δυο ημερών στα ΝΕΑ, 26 και 27 Ιανουαρίου 2011

Του φτωχού τα στρέμματα

Του φτωχού τα στρέμματα είναι τα τέσσερα, τα δέκα είναι του πλούσιου. Κι είναι πολύ άδικο να τα βάζει ο νόμος με τους φτωχούς και να αφήνει τους πλούσιους να κάνουν ό,τι θέλουν. Πόσο μάλλον που τα στρέμματα του φτωχού μπορούν να γίνουν στρέμματα πολλών φτωχών, ακριβώς όπως και των πλουσίων. Δηλαδή όταν ένας φτωχός τεσσάρων στρεμμάτων χτίζει συγκρότημα σε διακόσια τετραγωνικά, με λίγο πατάρι, λίγο υπόγειο κλπ, αυτομάτως έχουμε άλλους τριάντα φτωχούς να μοιράζονται τα στρέμματα του. Μιλάμε πια για τεράστια, για μαζική φτώχεια. Κι εμείς οι Έλληνες μπορεί να είμαστε λαός που υποκύπτει στη διχόνοια, που κρατάει ένα σκήπτρο η δολερή, αλλά όταν είναι για του φτωχού τα στρέμματα ξεχνάμε τα μίση, όπως και για του φτωχού τα τετραγωνικά. Είναι κανόνας της ελληνικής ανάπτυξης, είναι το πνεύμα της φυλής. Οι ρίζες του ξεκινάνε στη μικρή Αθήνα με τα μεγάλα χτήματα, τότε που των φτωχών τα στρέμματα αντιστάθηκαν επιτυχώς σε κάθε προσπάθεια σχεδίου πόλης που θα έκοβε πλατείες και λεωφόρους, βουλεβάρτα και πεζοδρόμια σε βάρος της περιουσίας τους. Κι από τότε η φτώχια πολλαπλασιαζόταν μέσα στα στρέμματα, αφού οι πρώτοι φτωχοί κομμάτιασαν  τα φτωχά τους χτήματα και τα πούλησαν σε άλλους, πολλούς φτωχούς, που με τη σειρά τους αντιστάθηκαν με νύχια και με δόντια σε κάθε σχέδιο πλατείας, πάρκου πεζοδρομίου, ή συντελεστή δόμησης μικρότερο από το μέγιστο. Γιατί ήρθαν κι αυτά τα κόλπα ύστερα, δεν έφτανε η Τουρκοκρατία που καθώς διαλυόταν πούλαγε στρέμματα και μετανάστευε, δεν έφταναν οι Βαυαροί που θέλανε να χαράξουν δρόμους με αλέες (από τότε οι Γερμανοί μας κυνηγούσαν) είχαμε και πολεοδομικά σχέδια, συντελεστές δόμησης. Αλλά όπως βλέπετε αντιστάθηκαν οι πρόγονοι μας σθεναρά, και η παράδοση της αντίστασης συνεχίζεται, κυρία Μπιρμπίλη.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 25 Ιανουαρίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4614811

Κλήση στον πεζόδρομο

Ο δημοτικός αστυνομικός κόβει κλήσεις στον πεζόδρομο.  Είναι πολιτική του νέου δήμου, να καθαρίσει τον πεζόδρομο. Ξαφνικά, καθώς ο νεαρός με το μπλοκ πλησιάζει ένα μηχανάκι, ακούγεται μια φωνή άγρια, «μην τολμήσεις να αγγίξεις αυτό το μηχανάκι!» κι εμφανίζεται ένας τύπος μεσήλικας, βαρύς, έτοιμος για καυγά. Ο νεαρός του λέει: «Κύριε λυπάμαι, έχω εντολές να δώσω κλήση σε όλα τα οχήματα που βρίσκονται πάνω στον πεζόδρομο». Ο τύπος βάζει τις φωνές. Δεν ζητάει να τον αφήσει να πάρει το μηχανάκι πιο κάτω, να του χαριστεί, όχι. Είναι σίγουρος για το δίκιο του. Του λέει απλά και ξάστερα και αποφασιστικά, να σηκωθεί να φύγει από το μηχανάκι του, να πάει να γράψει άλλα. «Σας παρακαλώ κύριε, κάνω τη δουλειά μου!» λέει ο νεαρός. Η λέξη «δουλειά» ενεργεί σαν ηλεκτροσόκ. «Και είναι δουλειά ρε αυτή που κάνεις; Δουλειά το λες αυτό; Σκέφτηκες ποτέ τι δουλειά κάνεις; Πας και δίνεις κλήσεις στον κοσμάκη; Εδώ δεν έχουμε να φάμε κι εσείς μας δίνεις και κλήσεις!»
Οποιοσδήποτε ήταν εκεί και παρακολουθούσε, θα σκεφτόταν ότι ο μεσήλικας είχε να φάει, και μάλλον είχε φάει στη ζωή του περισσότερο από όσο χρειαζόταν, διότι πολλά κιλά του περίσσευαν, και καλά θα έκανε να πάρκαρε το μηχανάκι  λίγο μακρύτερα από τη δουλειά του για  να περπατάει λίγα βήματα, αλλά δεν βρέθηκε κανείς να του πει αυτή την απλή αλήθεια. Ούτε και την άλλη, ότι  τροφή δεν σου βρίσκει, αν υποθέσουμε ότι σου λείπει, ένας πεζόδρομος τίγκα στα μηχανάκια και στα αυτοκίνητα. Ποιος να τα πει αυτά, εδώ εμείς την ανυπακοή την έχουμε κάνει τέχνη, την έχουμε κάνει επιστήμη και υποκλινόμαστε ενώπιον της.
Απομακρύνθηκα για να μην υποκλιθώ κι εγώ, δεν αντέχει η μέση μου τέτοια.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 24 Ιανουαρίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4614590

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Επιστροφή στο λόγο

Δημοσιεύτηκε στο Books' journal, τεύχος 4               Annie Leclerc, το τελευταίο βιβλίο, το πρώτο τραύμα                      

Στους τοίχους του παρισινού μετρό τεράστιες αφίσες προτρέπουν τα θύματα βιασμών να καταγγέλλουν τη βία που υφίστανται. Κόκκινα γράμματα δίπλα σε πρόσωπα γυναικών που κραυγάζουν, γράφουν: «Η βία, αν σωπαίνεις, σε σκοτώνει». Το διαβάζω σε διάφορους σταθμούς όπου κυκλοφορώ με το τελευταίο βιβλίο της Αννί Λεκλέρ υπό μάλης. Ελαφρύ και μικροσκοπικό, δεν βαραίνει την τσάντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαβάζεται εύκολα. Πραγματεύεται ακριβώς αυτό, τη δυσκολία να μιλήσει το θύμα της σεξουαλικής βίας. Ειδικότερα ακόμα, τη δυσκολία να μιλήσει το παιδί που είναι θύμα σεξουαλικής βίας.
Τι θα σκεφτόταν η συγγραφέας του για την καμπάνια αυτή; Δεν θα μάθουμε ποτέ.
Πέθανε πριν τέσσερα χρόνια σε ηλικία 66 χρονών, από καρκίνο. Ετοίμαζε ένα βιβλίο  τους τελευταίους μήνες της ζωής της το οποίο κυκλοφόρησε αμέσως μετά το θάνατο της. Αυτό το βιβλιαράκι όμως που διαβάζω τώρα, το απολύτως τελευταίο, δεν το είχε δείξει σε κανέναν. Μπορεί και η ίδια να μην συνειδητοποιούσε ότι ήταν κάτι ολοκληρωμένο. Αυτό το μικρό βιβλίο το ανακάλυψε, το αποκόλλησε κατά κάποιο τρόπο από τα προσωπικά της χαρτιά, η φίλη της, η συγγραφέας Νάνσι Χιούστον, η οποία έγραψε και τον πρόλογο στην έκδοσή του. Η ίδια ήξερε από καιρό ότι η Αννί Λεκλέρ προσπαθούσε να γράψει κάτι για το θέμα αυτό. Ομολογεί μάλιστα στον πρόλογο ότι είχε θεωρήσει την εμμονή της ένα είδος νεύρωσης, απέφευγε να το συζητά μαζί της. Έξι δεκαετίες μετά από ένα τραυματικό περιστατικό στην παιδική της ηλικία, η συγγραφέας, φιλόσοφος και καθηγήτρια δεν μπορούσε να βρει τα λόγια που θα εξηγούσαν, θα περιέγραφαν,  θα μπορούσαν επιτέλους να καταγγείλουν κάτι που την είχε πληγώσει και αλλάξει, κι ακόμα βασανιζόταν κι έψαχνε κι αναρωτιόταν. Γιατί την ένοιαζε τόσο πολύ; Τι νόημα είχε να σκαλίζει εκείνη την παλιά ιστορία;
Δεν ήταν τόσο τα προσωπικά της τραύματα που τη βασάνιζαν, όσο τα όσα γράφονταν και λέγονταν από ανθρώπους της διανόησης και της τέχνης για τη σιωπή των θυμάτων.  Είναι πολλοί που ερμηνεύουν την σιωπή σαν συναίνεση. Η άποψη της συμμετοχής και συνενοχής των θυμάτων στα σεξουαλικά εγκλήματα, στηρίζεται και στη δυσκολία που έχουν τα θύματα να καταγγείλουν και να περιγράψουν τη δική τους θέση, την πλήρη αθωότητα. Ποια πλήρη αθωότητα δηλαδή; Κάθε ανθρώπινο πλάσμα έχει τη σεξουαλικότητα στη φύση του, αυτό λοιπόν δεν μπορεί να το καταστήσει κατά κάποιο τρόπο ένοχο για την επίθεση που υφίσταται από κάποιον που επιθυμεί να το αποκτήσει ερωτικά; Μήπως ο βιαστής απλώς προσφέρει την απόλαυση στο θύμα;
Απέναντι στην κοινωνική κατακραυγή που ξεσηκώνει ο βιαστής και ο παιδόφιλος, υπάρχει κι αυτή η άποψη. Η καλλιτεχνική, ελευθεριάζουσα και τολμηρή υποτίθεται άποψη, που συναντά την αντίστοιχη χυδαία και αρκετά λαϊκή άποψη, πως κατά βάθος τα θύματα συναινούν. Ειδικά για το βιασμό, η άποψη της πρόκλησης εκ μέρους των θυμάτων είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, αυτό το κοινώς λεγόμενο, «τα ήθελε και τα έπαθε» που με άλλα λόγια είπε και ο Τσόκλης τελευταία ξεσηκώνοντας αρκετές αντιδράσεις. Το βέβαιο είναι ότι ο αντίλογος δεν τον έπεισε πως έχει άδικο. Στις φωνές διαμαρτυρίας παρέμεινε σαρκαστικός, υπονοώντας ότι γνωρίζει τα πράγματα καλύτερα και σε βάθος.
Εξάλλου, αυτά που είπε ο Τσόκλης τα έχουν πει πολλοί σε πολλές εποχές. Για τους ενήλικες συζητείται σοβαρά. Αλλά ακόμα και τα παιδιά είναι ύποπτα για συναίνεση. Έχουν γίνει αναλύσεις για να το αποδείξουν. Η κοκκινοσκουφίτσα ας πούμε, αρχέτυπο μικρού κοριτσιού που πέφτει θύμα του λύκου, ο οποίος ερμηνεύτηκε από τον Περρώ ως σύμβολο ανδρών με ανήθικες προθέσεις, κάποια στιγμή μπήκε στο στόχαστρο. Γιατί να φοράει εκείνο το κόκκινο σκουφί που την έκανε τόσο νόστιμη; Γιατί η μαμά της και η γιαγιά της υπέκυψαν στον πειρασμό να την κάνουν έναν μικρό κινούμενο πειρασμό σε επικίνδυνες περιοχές;
Έχουμε από τη μία τους αποστόλους της πλήρους απελευθέρωσης, ακόμα και της αποδοχής  βιαστών, παιδοφίλων και άλλων παρεμφερούς «τόλμης» ανθρώπους, κι από την άλλη την κοινωνική κατακραυγή. Η κοινωνία μπορεί να πάσχει από σεμνοτυφία και μικροαστισμό, κλείνει τους βιαστές και τους παιδόφιλους στη φυλακή (αν και δεν τους πολυκλείνει, σε τελευταία ανάλυση, κατά κάποιο τρόπο το ‘δικαίωμα στο βιασμό’ έχει αναγνωριστεί στην πράξη), ορισμένοι καλλιτέχνες όμως  διεκδικούν την απελευθέρωση και έμπρακτη έκφραση των βίαιων ενστίκτων.
Ανάμεσα στα δυο αυτά στρατόπεδα υπάρχουν μεγάλα κενά σιωπής. Της σιωπής των θυμάτων κυρίως. Τα θύματα όντως δεν μιλούν, κι αν μιλήσουν δεν γίνονται πιστευτά, όπως συνέβη με το νεαρό κορίτσι στην Εύβοια που κατάγγειλε τον ομαδικό της βιασμό στο σχολείο, αλλά χρειάστηκε τελικά να αλλάξει πόλη αφού οι κατηγορούμενοι, μετά από αρκετό καιρό που έγινε η δίκη, τελικά αθωώθηκαν.
Τι συμβαίνει με αυτή τη σιωπή; Μήπως όντως τελικά τα θύματα συναινούν; Μήπως αδίκως χαλάνε τον κόσμο οι υπόλοιποι, προτείνουν θανατική ποινή,  ευνουχισμό και άλλες βάρβαρες τιμωρίες για τους ενόχους; Αφού η σεξουαλικότητα υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα, μήπως έχει λογική  η άποψη ότι δεν παθαίνει δα και τίποτε κακό ένα κορίτσι που βιάζεται, ειδικά αν έχει φορέσει και λίγο τολμηρό ντεκολτέ; Ακόμα και ένα παιδί, μπορεί απλώς να εκπαιδεύεται με τη βοήθεια ενός μεγάλου… Μεγάλοι καλλιτέχνες έχουν περιγράψει παιδιά επτά χρονών να συμμετέχουν χαρούμενα σε απελευθερωτικά σεξουαλικά όργια, ο Εμπειρίκος ας πούμε στο Μεγάλο Ανατολικό, πιστός στις θεωρίες του για την απελευθέρωση. Μήπως κάνουν λάθος οι νομοθέτες; Αφού τα θύματα δεν μιλούν, μήπως δεν είναι θύματα; Πώς εξηγείται η σιωπή τους;
          
                                                   Ψίθυρος μέσα στη σιωπή

Η Αννί Λεκλέρ (1940-2006)
Το μικρό βιβλιαράκι της Αννί Λεκλέρ είναι ένας ψίθυρος μέσα σε αυτή τη σιωπή,.
Η συγγραφέας του «Γυναικείου Λόγου», του βιβλίου που είχε σημαδέψει το γυναικείο κίνημα στη δεκαετία του 70, πλησιάζει το θέμα του βιασμού όπως συνήθιζε να πλησιάζει όλα τα θέματα που διαπραγματεύτηκε: Μέσα από τα προσωπικά της βιώματα. Αποκαλύπτει ότι στα παιδικά της χρόνια είχε πέσει θύμα σεξουαλικής επίθεσης. Και είχε μείνει σιωπηλή. Δεν είχε μιλήσει σε κανέναν, και δεν μίλησε ποτέ. Δεν μπόρεσε να μιλήσει ούτε αργότερα, όταν έγραψε για τόσα άλλα  ζητήματα, γυναικεία και ανθρώπινα, με ρηξικέλευθες και συγκλονιστικά άμεσες προσεγγίσεις.
 Είχε καταφέρει να μιλήσει, και να μιλήσει συγκλονιστικά, με τρόπο που άλλαξε το βλέμμα ολόκληρου του κόσμου, για τον τοκετό, για τον έρωτα, για την ουσία της σχέσης με τη μητέρα, για το θάνατο, για τη φιλοσοφία και τον ανθρωπισμό, για  την επανάσταση και τις κατεδαφίσεις της, για την παλινόρθωση των αξιών στις ζωές των ανθρώπων. Αλλά όχι για το περιστατικό αυτό της παιδικής της ηλικίας, το οποίο την είχε σημαδέψει.
 Η σιωπή της δεν ήταν επιλογή. Ήταν άνθρωπος που πίστευε στο λόγο, ζούσε με τη σκέψη και τη συγγραφή, με την ανάλυση και την εμβάθυνση των συναισθημάτων. Επί χρόνια προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να γράψει, να καταλάβει τι της είχε συμβεί, τι είχε υποστεί, γιατί είχε κρατήσει το στόμα της κλειστό, τι είχε χάσει και τι είχε αποκαταστήσει. Τι κάνει τα παιδιά να κρατάνε κλειστό το στόμα; Και τι είναι τέλος πάντων αυτή η έλξη προς τα παιδιά, αυτή η αγάπη που όλοι αισθανόμαστε αλλά μερικούς τους ωθεί στο έγκλημα; Αυτό που η ίδια ονομάζει με την ελληνική λέξη Paedophilia.
Η γαλλική γλώσσα, όπως όλες πλην της ελληνικής, έχουν το πλεονέκτημα να μπορούν να χρησιμοποιήσουν αρχαίες ελληνικές λέξεις εκμεταλλευόμενες το ειδικό βάρος που έχουν. Πράγμα που στα ελληνικά δεν είναι απλό, επειδή χρησιμοποιούμε τις ίδιες αυτές λέξεις στην καθημερινή μας γλώσσα. Διαλέγοντας αυτή την ελληνική λέξη για τίτλο του βιβλίου της, Paedophilia,  η Αννί Λεκλέρ θέλει να λανσάρει έναν όρο για την αγάπη που κάθε φυσιολογικός ενήλικος τρέφει για τα παιδιά. Η σεξουαλική ροπή προς τα παιδιά γράφεται pédophilie. Oι δυο λέξεις δεν διαφέρουν πολύ.  Στα ελληνικά δεν θα μπορούσαμε να τις ξεχωρίσουμε, κι εκείνη αυτό θέλει, να ονομάσει με μια λέξη αυτό που συμβαίνει σε όλους, με μια επίσημη, ελληνική λέξη, την αγάπη κάθε ανθρώπου για τα παιδιά.
Όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τα παιδιά. Δεν υπάρχει κανείς που να μην τα βρίσκει χαριτωμένα, που να μην αρέσκεται να τα βλέπει, να τα φροντίζει, να τα πλησιάζει, να τα προστατεύει, να απολαμβάνει τη μορφή τους, το γέλιο τους, να μη θέλει να τον συμπαθούν. Η όψη τους, η χάρη τoυς, είναι η θεά της εποχής μας. Η Παιδοφιλία, όπως εκείνη την περιγράφει, «δίνει τη ζωή, το γάλα, την εμπιστοσύνη, και τις λέξεις. Όμως συμβαίνει να κάνει καμιά φορά το εντελώς αντίθετο, να στρέφεται εναντίον της ζωής. να σπέρνει το φόβο, τη σιωπή και το θάνατο. Αν η Παιδοφιλία γεννά το πιο πολύτιμο καλό σε μικρούς και μεγάλους, καμιά φορά μπορεί να κάνει το μεγαλύτερο κακό.»
 Πώς γίνεται και αυτή η πανανθρώπινη αγάπη προς τα παιδιά, αγάπη που καλεί στη ζωή, που εκφράζει την αποδοχή του νέου ανθρώπου από τα μέλη της κοινωνίας, που  διδάσκει στο παιδί τις λέξεις και τα πράγματα, πώς γίνεται να φτάνει σε τέτοια διαστροφή που αντί για ζωή να επιθυμεί θάνατο, αντί για αποδοχή να υπόσχεται εκμηδένιση, αντί για διδασκαλία της γλώσσας να φέρνει τη σιωπή;
«Είναι ένα απίστευτο μυστήριο. Και τόσο βασανίζει τη συνείδηση που δεν βρίσκει κανείς να πει τίποτε…» Αυτά όλα συμβαίνουν στην περίπτωση της σεξουαλικής επιβολής του ενήλικα σε ένα παιδί, αλλά η Αννί Λεκλέρ δεν έγραφε για να λιθοβολήσει μαζί με τους νόμους και τις τηλεοράσεις τους βιαστές παιδιών, ούτε για να πλουτίσει με κατάρες τις κατάρες που συχνά ακούγονται εναντίον τους. Το να φωνάζουμε ότι πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να εκτελούνται, να ευνουχίζονται, να κλείνονται στη φυλακή για όλη τους τη ζωή, δεν βοηθάει, πιστεύει.
Το περιστατικό που θυμάται δεν ήταν βίαιο, εξωτερικά τουλάχιστον. Ένας καλότροπος μεγάλος την πλησίασε, την τράβηξε με ευγένεια παράμερα, δυο βήματα από το σπίτι της. Τον ακολούθησε, αν και καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον ακολούθησε επειδή είχε εμπιστοσύνη στην Παιδοφιλία. Ήταν ένα τρισχαριστωμένο κοριτσάκι, όλος ο κόσμος το αγαπούσε. Και ήταν ευτυχισμένο με την ανακάλυψη της γλώσσας εκείνη την εποχή. Ήταν ευτυχισμένο με την ομιλία. Βρισκόταν στην ηλικία που μάθαινε τις λέξεις. Καινούργιες λέξεις κάθε μέρα, ξεδίπλωναν τον κόσμο και τη δυνάμωναν μέσα σε αυτόν:
 «Έτσι αυτή η μικρή, που θυμάμαι καλά, μιλά όπως αναπνέει, χωρίς να σκέφτεται. Οι λέξεις και τα πράγματα είναι γι αυτήν το ίδιο. Δεν έχει ακόμα προσέξει τη διαφορά. Η λέξη δίνει το πράγμα, το πράγμα καταφτάνει με το όνομά του. Βρίσκοντας τη σωστή λέξη νοιώθεις τη δύναμή σου να μεγαλώνει. Γι αυτό λατρεύει τις λέξεις, κυρίως αυτές που ακόμα της ξεφεύγουν λίγο, και όπου να’ ναι θα τις κατακτήσει. Της αρέσει αυτό το πέρασμα από την αβεβαιότητα στη βεβαιότητα, αυτή η στιγμή όπου αισθάνεται να μεγαλώνει…»
Αυτή την υπέροχη ευτυχία της γλωσσικής κατάκτησης έρχεται να διαλύσει η σεξουαλική βία.
«Πώς να περιγράψω την πρώτη σεξουαλική βία, την πρώτη φορά που η γλώσσα πέτρωσε, στο στενό δρομάκι ανάμεσα στα κτίρια και τους τοίχους του κήπου, τόσο κοντά στο σπίτι; Κάθε φορά που η εικόνα εμφανίζεται, μια ανάμνηση που θαμποτρέμει- του πρώτου παιδόφιλου, η γλώσσα μου μπερδεύεται, χάνω τις λέξεις. Φταίει που από την αρχή υπήρξα αποκλεισμένη από τη σκηνή. Αυτό το κοριτσάκι ήμουν εγώ, είμαι σίγουρη γι αυτό, αλλά διαμιάς είχα αποτραβηχτεί από το μυαλό του, και τώρα δεν μπορώ παρά να την παρατηρώ απ’ έξω με λέξεις σημερινές που δεν μπορούσε να διαθέτει- της είχαν ξεριζώσει τη γλώσσα- πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορώ να αναφερθώ στη δοκιμασία της παρά μόνο κατά προσέγγιση.
Αυτό που θα πω τώρα είναι βέβαιο ότι εκείνη δεν μπορούσε να το πει. Όχι επειδή δεν ήξερε τις λέξεις, αλλά επειδή ήταν η εμπειρία του ίδιου του ανείπωτου.
Μη φανταστείς ότι το παιδί δεν καταλαβαίνει τι του συμβαίνει. Ξέρει από την αυγή του χρόνου ότι τα σώματα αναζητούνται μυστικά. Ξέρει ότι αυτό συμβαίνει πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου των γονιών, ή μάλλον ξέρει ότι κάτι υπάρχει εκεί που δεν λέγεται. Κάτι που βρίσκεται κάτω από τις λέξεις, στο σκοτάδι των σωμάτων, κάτι που αφορά από τη μια πλευρά τους ενήλικες, και  από την άλλη πλευρά την ίδια τη μικρή, τη δική της επιθυμία να δει, να μάθει, να εξερευνήσει…
Πρώτον, η πόρτα των γονιών είναι κλειστή. Δεν μπαίνουμε στο δωμάτιό τους χωρίς άδεια. Δεύτερον, δεν λέμε τίποτα για τη φύση αυτού του μυστικού. Είναι αληθινό μυστικό. Μυστικό για μεγάλους. Αλλά αισθάνεται κανείς ότι το μυστικό αυτό έχει κάποια σχέση με τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες έρευνες που θέλουμε να κάνουμε κρυφά, μυστικά, μακριά από τους γονείς. Αυτό που απαγορεύεται είναι να λέμε, να δείχνουμε, όχι να κάνουμε. Και δεν θέλουμε καθόλου να λέμε. Όχι επειδή θα τιμωρηθούμε, αλλά επειδή λατρεύουμε αυτό το μυστικό που το θέλουμε μυστικό, αλλιώς δεν θα ήταν πια παιχνίδι, ένα παιχνίδι ιδιωτικών απολαύσεων.
Η κλειστή πόρτα των γονιών απαγορεύει, δηλαδή προστατεύει τουλάχιστον εξίσου το μικρό μυστικό του παιδιού καθώς κι εκείνο των γονιών. Επειδή η μικρή δεν έχει πρόσβαση σε αυτό που απασχολεί τους γονείς, επειδή υπάρχει αυτή η απόσταση ανάμεσα σε εκείνη και σε αυτούς, αυτή η κλειστή πόρτα που γεννά περιέργεια χωρίς να εξαναγκάζει, γι αυτό μπορεί να επινοήσει τη θέση της, να βρει την απαραίτητη άνεση για το δικό της μυστικό. Η κλειστή πόρτα δεν είναι λογοκρισία. Είναι το εντελώς αντίθετο. Είναι η πιο προσεκτική μύηση, η λιγότερο καταναγκαστική που μπορεί να υπάρξει, του παιδιού προς τη δική του σεξουαλικότητα. Και η μικρή δεν είναι ένοχη για τις επιθυμίες της, ούτε ένοχη για το μυστικό της…
Όλα αυτά για να σε διαβεβαιώσω ότι δεν είναι η αποκάλυψη κάποιου πράγματος για το οποίο δεν έχει ιδέα που κατακεραυνώνει το παιδί τη στιγμή της συνάντησης του με τον παιδόφιλο στο δρομάκι κοντά στο σπίτι της, είναι το ό,τι όλα συμβαίνουν ανάποδα από αυτά που ξέρει, το μυστικό ξεκοιλιάζεται, η βλέννα του απλώνεται παντού και τα λεπτά ποδαράκια μύγας του παιδιού παγιδεύονται, πετρώνουν σε μια σιχαμερή σούπα μη νοήματος, επειδή εξαφανίζεται η πόρτα, εξαφανίζονται οι αναφορές, κλυδωνίζεται βίαια ό,τι κρατούσε τον κόσμο σε τάξη, ό,τι κρατούσε το παιδί χωρίς φόβο στη φωλιά του μυστικού του.
Σε μια στιγμή μένει διαλυμένη, χωρίς φωνή, χωρίς καταφύγιο, λεία αιχμάλωτη στο μυστικό του άλλου.
Σε σημείο που δεν αναγνωρίζει πια τίποτε. Ούτε τι είναι ο ενήλικας, ούτε τι είναι το παιδί, η ίδια στην περίπτωση της. Το ‘εγώ’ καταρρέει. Γίνεται άμορφη μάζα, γίνεται εσύ
Αυτή η ακίνητη γλώσσα, αυτή η βουβαμάρα με ταλανίζει ακόμα και με κάνει να μισώ- εμένα που τόσο μισώ να μισώ- αυτόν που… ή μάλλον εμένα.. ή μάλλον εκείνους… τους γονείς που δεν το εμπόδισαν αυτό, ή το δρομάκι που δεν έπρεπε να χρησιμεύει παρά για τα παιχνίδια των παιδιών έξω… Υπάρχει μίσος μέσα μου, μια θυμωμένη και θλιμμένη αηδία, που δεν ξέρει πώς να ξεπλυθεί, η δοκιμασία μιας προδοσίας που δεν ξέρω πού να αποδώσω. Πράγμα που σημαίνει πως η μικρή δεν ξέρει πια καθόλου πού βρίσκεται. Στον άντρα στο δρομάκι δεν μπορεί να πει τίποτε. Ούτε στους γονείς της. Επειδή δεν υπάρχουν λέξεις γι αυτά.
Γι αυτή την κατάρρευση του ξεκάθαρου κόσμου, αυτή τη συσκότιση των νοημάτων μου είναι αδύνατον να κατηγορήσω κάποιον, εκτός πια κι αν τα βάλω με το ίδιο το παιδί, που από αμέλεια εγκατέλειψε το φως και χωρίς να το καταλάβει, το πρόδωσε…»
Το σοκαρισμένο παιδί δεν μίλησε ποτέ στους γονείς του για το τι του συνέβη. Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν, αυτό το μικρό βιβλίο που κυκλοφορεί τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο της, αυτό είναι η πρώτη φορά που αποφασίζει να μιλήσει. Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις, μας αναλύει εκτενώς. Για ποιο λόγο; Μήπως επειδή είναι ένοχα κάπως τα μικρά κορίτσια για την επιθυμία που προκαλούν, όπως διατείνονται πολλοί μοντέρνοι και απελευθερωμένοι; Αλλά και οι άλλοι, οι μη μοντέρνοι, οι συμβατικοί και οι μικροαστοί θα μπορούσαν εύκολα να δεχτούν μια τέτοια κατηγορία, για το χατίρι τους δεν διατυπώνεται;
Η Αννί Λεκλέρ στο μικρό αυτό βιβλιαράκι θέλει να απευθυνθεί στους μοντέρνους αυτούς και τους απελευθερωμένους πρωτίστως. Είναι οι φίλοι της, οι σύντροφοί της, είναι άνθρωποι των γραμμάτων, γίγαντες της σκέψης ορισμένες φορές. Κι εκείνη αγωνίστηκε συχνά μαζί τους για την απελευθέρωση, των επιθυμιών, μεταξύ άλλων απελευθερώσεων. Είναι κι εκείνη κομμάτι των κινημάτων αμφισβήτησης, σημαντικό και μαζί σημαδιακό κομμάτι. Σε αυτό τον κόσμο απευθύνεται, θέλει απεγνωσμένα να γίνει κατανοητή από αυτόν τον κόσμο. Και θυμάται πόση ειρωνεία συνάντησε από τους πνευματικούς ανθρώπους όποτε, κατά καιρούς, κάτι προσπάθησε να ψελλίσει. Εκείνη η ίδια, ή άλλες γυναίκες, πόσο γρήγορα έγιναν αντικείμενα επιθέσεων, με πόση εύκολη συγκατάβαση αντιμετωπίστηκαν. Και με τον τρόπο αυτό εξαναγκάστηκε να καταφύγει στην ίδια σιωπή που είχε πέσει τότε που της συνέβη η σεξουαλική επίθεση, στα παιδικά της χρόνια.
Προσπαθεί εκτενώς να εξηγήσει το γιατί τότε δεν μίλησε. Δεν ήταν ότι ένιωθε συνένοχη βεβαίως, ή ότι δεν είχε καταλάβει. Είχε καταλάβει πολύ καλά, και όντως, ντρεπόταν, αλλά όχι για δικό της λογαριασμό. Ντρεπόταν για λογαριασμό των μεγάλων, του κόσμου που εκείνοι είχαν στήσει, των αξιών και των ορίων που εκείνοι είχαν βάλει, και που αποδεικνύονταν ανυπόστατοι. Αν μιλούσε θα γκρεμιζόταν ο τοίχος που τη χώριζε από τους μεγάλους, το σύστημα που καθόριζε τους ρόλους, που προστάτευε την κρεβατοκάμαρα των γονιών, και μυστικά εγγυούνταν την υγιή δική της σεξουαλικότητα στο μέλλον. Από ντροπή για λογαριασμό των μεγάλων κράτησε το στόμα κλειστό.
Τα θύματα δεν μπορούν να μιλήσουν επειδή στα μάτια τους απειλείται η υφή του κόσμου από τη δική τους καταγγελία. Όταν λίγο καιρό αργότερα μίλησε στους γονείς της για κάποιον απλό ηδονοβλεψία, που δεν είχε αγγίξει τα παιδιά, απλώς τα κοίταξε από έξω από το φράχτη του σχολείου να παίζουν, αντέδρασαν τόσο έντονα οι μεγάλοι που μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή. Αν χαλούσαν τον κόσμο για κάποιον τόσο αβλαβή, τι θα έκαναν αν ποτέ μάθαιναν το άλλο; Έμεινε σιωπηλή ως το θάνατο.
Αυτό το κλειστό στόμα μπορεί να σημαίνει πάρα πολλά. Μπορεί να σημαίνει ότι το θύμα μένει στάσιμο στο λόγο, η γλώσσα δεν προχωρά πια, οι λέξεις δεν είναι υπέροχα κλειδιά που ανοίγουν νέες πόρτες στον κόσμο κάθε μέρα. Μπορεί να σημαίνει μόνιμη αλαλία, καθήλωση, αποκλεισμό από το λόγο ο οποίος ανήκει στους κυρίους με το κύρος, με τη βεβαιότητα για την ενοχή της. Μπορεί να σημαίνει μόνιμη και βαριά βλάβη στη σεξουαλικότητα. Διότι η σεξουαλικότητα είναι εκεί βεβαίως, ζωντανή από τα πρώτα χρόνια του παιδιού, και θέλει χρόνο και ελευθερία να αναπτυχθεί, να ανακαλυφθεί, να επενδυθεί. Μόνη της όμως, με το ρυθμό της, με το αντικείμενο που θα θέσει η ίδια, όχι με την τυραννία του μεγάλου που απειλεί εντός της παιδικής ψυχής την αντίληψη του κόσμου και της ύπαρξης της.

Σταθμός μετρό στο Παρίσι με αφίσα που προτρέπει να
καταγγέλεται η βια
«Όταν κοιμόταν μόνος του κανείς μέσα στο μικρό του κρεβατάκι, καθώς ακουγόταν το γουργουρητό από τα λόγια των γονιών στο κάτω πάτωμα, μπορούσε να πετάξει στα όνειρα χωρίς γονείς, να συναντήσει άγνωστους με μπλε φτερά, να χαϊδέψει την όχθη μελλοντικών ηδονών, κανείς δεν τον εγκατέλειπε. Κολυμπούσε στη εμπιστοσύνη του δοθέντος λόγους. Η Παιδοφιλία επέτρεπε στο μυστικό να περιφέρεται.
Αλλά ξαφνικά όλα μουτζουρώθηκαν. Το μυστικό που δεν υπήρξε ένοχο ποτέ, γινόταν τώρα. Ποτέ δεν θα είχαν συναινέσει οι γονείς σε ένα τέτοιο περιστατικό. Θα είχαν φρίξει, θα είχαν πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Το παιδί ξαφνικά βρίσκεται φορτωμένο με το τρομερό κακό που θα πάθαιναν αν ήξεραν. Να που τώρα είναι υποχρεωμένη να σηκώσει αντί γι αυτούς το κακό των γονιών.
Για πρώτη φορά είναι μόνος του κανείς, αληθινά μόνος. Τον εγκατέλειψαν οι γονείς, αλλά με δική του απόφαση, με δική του επιλογή. Γι αυτό αισθάνεται το θάνατο. Τον θάνατο, που ακατανόητα αναγνωρίζεται μέσα στην ίδια την καρδιά της Παιδοφιλίας.
Βλέποντας την έτσι απ’ έξω, τη μικρή, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μπερδεμένη από αυτό που την έβαλε ο άγνωστος να κάνει, στο δρομάκι, δυο βήματα απ’ το σπίτι. Κάπως σα να τη μάλωσαν στο σπίτι επειδή έκανε μια ανοησία. Και μάλιστα βλέποντας την από λίγο πιο μακριά, επειδή δεν σάλευε, δεν φώναζε, δεν κουνιόταν, θα φανταζόταν κανείς ότι ο τύπος θα της έδινε κάποιο ζαχαρωτό, της έλεγε κάποια αστεία ιστορία.
Αλλά εγώ ξέρω ότι αμέσως όλα μπερδεύτηκαν στο λαιμό της, ότι οι λέξεις έμπλεξαν η μία με την άλλη, ότι πια καμιά δεν ξεχώριζε και δεν μπορούσε να περάσει το έρκος των οδόντων. Ούτε καν το όχι, όχι, όχι… Ακόμα και το όχι είχε χαθεί. Να μη μιλήσουμε για τον ουρανό, τη γη, τα δέντρα, τα πουλιά…»
Το μπέρδεμα αυτό κάνει το παιδί βουβό. Ντρέπεται για λογαριασμό των μεγάλων, για λογαριασμό του κόσμου που χάνει το καθαρό του περίγραμμα. Ο κόσμος πρέπει να σωθεί. Αναλαμβάνει να συγκρατήσει το κύρος των νόμων με τη σιωπή του. Δεν μπορεί να εκθέσει τους μεγάλους, να τους παραδώσει στο τσακισμένο οικοδόμημα. Υποκρίνεται πως τίποτε δεν συνέβη. Γι αυτό σωπαίνει, για να προστατέψει τους μεγάλους, τον κόσμο που του παρέδωσαν, τα όρια που πίστεψαν ότι είχαν βάλει, τα περιγράμματα που σχεδίαζαν για λογαριασμό του.
Η σιωπή του δεν είναι ένοχη. Δεν μπορεί να αντέξει το βάρος της καταστροφής που θα φέρει η καταγγελία του.

Κι η μεγάλη γιατί δεν μιλάει; Τόσα χρόνια μετά, η γνωστή συγγραφέας που έγραψε για τόσα θέματα, που ανέτρεψε κλισέ, που αναζήτησε τολμηρά την ουσία των διατυπωμένων αιτημάτων και βάλθηκε να διατυπώσει νέα, γιατί δεν βρήκε το θάρρος να μιλήσει, να συζητήσει, να αποκαλύψει, να καταγγείλει επιτέλους;
Υπήρχαν πάντα οι θεωρητικοί του βιασμού, οι υποστηρικτές της ελευθερίας χωρίς όρια που κατάφερναν να της κλείνουν το στόμα. Είναι γενικά κλειστό το σώμα των θυμάτων. Οι θύτες το ξέρουν καλά αυτό, είναι κάτι στο οποίο έχουν πείρα και σιγουριά. Με βάση αυτή τη βεβαιότητα δρουν.
Αν τα παιδιά μιλούσαν θα μπορούσαν να πουν πολλά, να αντικρούσουν όλη την επιχειρηματολογία των υπερασπιστών του βιασμού, κι όλη τη φιλολογία περί συμμετοχής και συνενοχής τους. Αλλά δεν μιλούν. Και το παιδί που έγινε η φιλόσοφος και συγγραφέας Αννί Λεκλέρ, παραδέχεται:
«Ομολογώ ότι σώπασα. Όπως όταν ήμουν παιδί και αργότερα, στην εφηβεία, κάθε φορά που γινόταν λόγος για βιασμό, ή ακόμα και για φόνο δεν είπα τίποτε από ένα μίγμα φόβου του κακού και μια σκοτεινή γνώση που δεν μεταβιβάζεται μέσω της γλώσσας και που είναι ο νόμος: ότι δεν ήταν κατά βάθος τόσο κακοί τελικά…»
Δεν αντέδρασε ούτε όταν κυκλοφόρησε και έφτασε στα χέρια της ένα μανιφέστο ‘για τη σεξουαλική απελευθέρωση των παιδιών’
«Το παιδί, δεν έχει κι αυτό δικαίωμα στην ηδονή, στην απλή και χαρούμενη σεξουαλική ηδονή, που εσείς οι αλλοτριωμένοι λογοκριτές, οι καταπιεσμένοι ηθικολόγοι, του αρνείστε; Να σταματήσει η σεξουαλική καταπίεση του παιδιού» έλεγε ένα κείμενο που κυκλοφόρησε στη Γαλλία τη δεκαετία του 70 και μάζεψε τις υπογραφές πολλών καλοπροαίρετων ανθρώπων.  
«Ήταν η εποχή που όλοι είχαν τη λέξη ‘απελευθέρωση’ στο στόμα. Από την πολλή καταγγελία των πιέσεων που είχαν υποστεί, και μέσα στον ενθουσιασμό να τις αποτινάξουν, δεν έβλεπαν τίποτε άλλο μπροστά τους. Ο νόμος ήταν τύραννος, οι κανόνες μας υποδούλωναν. Στο θέμα της σεξουαλικότητας, όλες οι μορφές επιθυμίας, και ιδίως εκείνες που η συνήθης ηθική καταπίεζε, έπρεπε να ακουστούν, και να ικανοποιηθούν. Να ελευθερώσουμε το σεξ από την καταπίεση που το φυλακίζει, να ελευθερώσουμε τη συνείδηση μας από τις προαιώνιες απαγορεύσεις που το αλλοιώνουν, να απολαύσουμε χωρίς κανένα εμπόδια αυτά που ποθούμε! Να είμαστε ελεύθεροι!
Οι τόνοι ανεβαίνουν. Απαγορεύεται να απαγορεύεις. Τίποτε δεν πρέπει να έχει εξουσία πέρα από την επιθυμία, την επιθυμία μου. Κι όλοι εμφανίζονται με τη διακήρυξη της επιθυμίας τους κυρίαρχης. Όσοι δεν συμφωνούν για τη χωρίς όρια ελευθερία, σωπαίνουν: φοβούνται πολύ μήπως εμφανιστούν σαν εν δυνάμει σκλάβοι…
Έτσι είναι αυτά. Πάντα φοβάται κανείς μήπως φανεί δειλός, φοβισμένος δούλος, μικρός, γελοία κότα απέναντι στο μεγαλείο των ψαγμένων.
Τρέμει κανείς από τρόμο ακούγοντας αυτά που άκουγα, διαβάζονταν αυτά που διάβαζα. Αλλά ακόμα περισσότερο έτρεμε να δείξει ότι τρέμει. Η αλαζονική διακήρυξη προερχόταν από το δικό μου κόσμο, από τον θεωρούμενο τόπο του πνεύματος, που ξεσηκωνόταν ενάντια στην καταπίεση, από μια αδιαφιλονίκητου κύρους εξουσία που μπορούσε να μου αφαιρεί τη δύναμη να τη μάχομαι τη στιγμή που εκδηλωνόταν».

Βλέποντας εκ των υστέρων την επαναστατική αυτή εποχή είναι εντυπωσιακό να διαπιστώνουμε πόσο υπήρξε δογματική εντέλει. Οι ανατρεπτικές ιδέες μέσα στον ορμητικό τους ενθουσιασμό δεν δημιουργούσαν τις καλύτερες προϋποθέσεις για διάλογο και ανταλλαγή ιδεών, ακόμα και σε μια χώρα σαν τη Γαλλία, όπου υποτίθεται πως ο διάλογος ήταν το χαρακτηριστικό τους.

Αφέθηκαν να κυκλοφορούν αυτές οι θεωρίες. Μήπως υπήρχε κάποια παιδαγωγική πλευρά στην υπόθεση; Μήπως όντως απελευθερώνει ο μεγάλος που πλησιάζει το παιδί και το οδηγεί επειδή είναι μεγάλος και δυνατός, να συμμετέχει στη σεξουαλική του απόλαυση; Η μήπως η επιβολή του μεγάλου προς το μικρό είναι απλά επιβολή  βίαιη που καταστρέφει τη σεξουαλικότητα του μικρού, και τη σχέση του με τον κόσμο; Και η επιθυμία του παιδιού, ακόμα και το παιχνίδι του με τη σεξουαλικότητα, μάλλον δεν έχουν στόχο τη διέγερση του μεγάλου και την εκμετάλλευσή του, κι οι μεγάλοι, όταν μιλάνε για κάτι τέτοιο κάνουν απλώς προβολές των δικών τους επιθυμιών προς το παιδί;
Μέσα σε όλων μας την αγάπη για τα παιδιά υπάρχει μια τάση βίας. Ακόμα και μερικές μανάδες το βγάζουν με λόγια, μέσα στην τρυφερότητα προς το μωρό τους λένε «θα σε φάω», άλλοι, ξένοι, λένε, «σου έρχεται να το φας τόσο όμορφο», για ένα μικρό παιδί. Συγκρατούνται οι μανάδες, οι ξένοι, όλοι. Οι περισσότεροι, και σίγουρα όλοι μέσα στα κοινωνικά πλαίσια. Δεν τα τρώμε τα παιδιά, οι κουβέντες αυτές δείχνουν την αγάπη μας, την Παιδοφιλία που είναι αποδεκτή. Αλλά μπορεί να εκφράζουν και κάτι βαθύτερο, κάτι που έχει, επιτυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις, απωθηθεί στα σκοτεινά έγκατα της ψυχής.  Μπορεί αυτό το κάτι σκοτεινό να θέλει να σταματήσει το παιδί στην παιδική ηλικία. Ξέρουμε ότι το παιδί δεν θα είναι παιδί για πάντα. Στο σκοτάδι των ανθρώπινων ψυχών ο λόγος μπορεί να ρίξει μόνο στενές λουρίδες φως, σαν προβολέας που σαρώνει για λίγο. Η ερμηνεία των σκοταδιών μόνο ένα συμπέρασμα μπορεί να βγάλει, ότι κάποιος που υπέστη ο ίδιος βία σαν παιδί συχνά τείνει να την αναπαράγει.
                                                 Aποχαιρετισμός στην Αννί Λεκλέρ
Ίσως σε όλη της τη ζωή η Αννί Λεκλέρ να προσπαθούσε να γράψει για το θέμα αυτό, ίσως έγινε συγγραφέας για να το ξεπεράσει, υποθέτει στην εισαγωγή του βιβλίου η Νάνσυ Χιούστον. Το βέβαιο είναι ότι η Αννί Λεκλέρ κατάφερε να μιλήσει τελικά, και στη ζωή της πέρασε τα πάντα από τη δοκιμασία του λόγου. Μετά την απειλή της σιωπής επέστρεψε στο λόγο και τον δάμασε ξανά από την αρχή, με μεγαλύτερη δυσκολία πιθανότατα, με το φαρμάκι της προδοσίας που έπρεπε να γίνει κατανοητή, με την ασίγαστη, ως την τελευταία στιγμή της ζωής της, προσπάθεια να εκφράσει τα ανείπωτα των ανθρώπων, αλλά όχι μόνο τα μαύρα ανείπωτα, τα σκοτεινά και απειλητικά που πολύ καλά τα ξέρουμε πια, που τα έχουμε εμπεδώσει, που εν ολίγοις είναι το πιο αγαπητό θέμα της σύγχρονης Τέχνης. Κάποια άλλα, λευκότερα και αθωώτερα, ή απλώς πιο σύνθετα, μεταγενέστερα και καρπούς προσπαθειών, ερευνών και αναλύσεων. Τα λευκά μυστικά που κρατάνε τον κόσμο όρθιο. Αν υπάρχουν. Αν μπορεί να υπάρχουν.
Η Αννί Λεκλέρ ανήκε σε μια εποχή αμφισβήτησης παραδοσιακών θέσεων αλλά ακόμα και αμφισβήτησης επαναστατικών θέσεων, που είχαν αρχίσει να γίνονται παραδοσιακές. Είναι τα χρόνια μετά το Μάη του 68, με τα κοινωνικά και απελευθερωτικά κινήματα που ακολούθησαν. Ανάλυση των μηχανισμών εξουσίας από τον Μισέλ Φουκώ, σε κάθε τους έκφανση. Κινήματα για απελευθέρωση των πάντων. Απελευθέρωση στο σεξ. Απελευθέρωση στη σκέψη. Απελευθέρωση στην πληροφορία, γιατί είχαν αρχίσει να διαλύονται οι αυταπάτες περί του υπαρκτού σοσιαλισμού. Μετά το Μάη του 68 είχε ακολουθήσει ο Αύγουστος του 68. Τα σοβιετικά τανκς είχαν καταλύσει την άνοιξη της Πράγας. Η Λεκλέρ είχε υπάρξει σύζυγος του Νίκου Πουλαντζά, μαρξιστή φιλοσόφου και εξέχοντος στελέχους του ευρωκομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Ανήκε στη γενιά που είχε γράψει στους τοίχους του Παρισιού, ‘το προσωπικό είναι πολιτικό’ και ξεκίνησε να το αποδείξει με τη ζωή της.
 Ωστόσο η ίδια προσπάθησε μέσα στη θύελλα εκείνη να ανασυντάξει τη σκέψη της απέναντι σε όλα τα μεγάλα ζητήματα και τους θεσμούς που η επανάσταση των ιδεών είχε ξεκινήσει χαρούμενα να κατεδαφίζει.
 Συνεργάτης στο περιοδικό των Σαρτρ- Μπωβουάρ Les Temps modernes, συμμετείχε στους φεμινιστικούς προβληματισμούς. Tο 1974 με το βιβλίο της Parole de femme ‘γυναικείος λόγος’ (κυκλοφόρησε και στα ελληνικά) διατύπωσε ρηξικέλευθες απόψεις. Στη θέση της Μπωβουάρ για τη γυναίκα που δεν γεννιέται  γυναίκα αλλά γίνεται, σχηματίζεται από την οργανωμένη κοινωνική καταπίεση, με μια ανατροφή που διαστρεβλώνει την ανθρώπινη φύση της, η Λεκλέρ αντέτασσε τις αμφιβολίες της. Μήπως υπάρχει κάτι πραγματικό από αυτή την γυναικεία φύση τελικά; Το βιβλίο εκείνο ήθελε να αλλάξει τη στάση της υποτίμησης που υπήρχε απέναντι στις γυναικείες ιδιότητες και ασχολίες, τον τοκετό, το μεγάλωμα των παιδιών, τις δουλειές του σπιτιού, τάραξε τα νερά των φεμινιστικών προβληματισμών της δεκαετίας του 70 προτείνοντας μια ανατροπή στο μέχρι τότε βλέμμα πάνω στις γυναίκες, τις διεκδικήσεις, τις αξίες και τους στόχους τους. Στον αντίποδα της απαξιωτικής στάσης απέναντι σε κάθε γυναικεία συνήθεια, τέχνη και επίδοση εντός του θεωρούμενου αντρικού κόσμου, που είχε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και που είχαν οπλίσει τις φεμινίστριες την εποχή των διεκδικήσεων του αντρικού κόσμου, των αντρικών επαγγελμάτων και δικαιωμάτων, στον αντίποδα της άποψης ότι η γυναίκα κατασκευάζεται κοινωνικά και άρα οφείλει να αλλάξει ολόκληρη αυτή την κατασκευή, η Λεκλέρ, την εποχή που πια οι κατακτήσεις έχουν προχωρήσει στο δυτικό κόσμο, αναδείκνυε και υμνούσε τις γυναικείες αξίες, ιδιότητες και αποκλειστικότητες. Με πρώτη τη μητρότητα. Δεν ήταν τυχαίο ότι ακολούθησε ρήξη με τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, η οποία είχε αρνηθεί να κάνει παιδιά ακολουθώντας με συνέπεια τις απόψεις της.
 Φιλόσοφος, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, με λόγο εξαιρετικά προσωπικό, ευαίσθητο, βαθύ, άμεσο και ποιητικό, η Αννί Λεκλέρ μιλούσε ακριβώς όπως είχε ανάγκη να το κάνει η γυναίκα της Δύσης σε κείνη τη γεμάτη αναζητήσεις δεκαετία. Δεν χρειαζόταν πια να αποδείξει τίποτε, είχε κατακτήσει νομικά δικαιώματα, μπορούσε να εμβαθύνει περισσότερο στον εαυτό της και στη σχέση της με τον κόσμο.
Η θέση εκείνη βέβαια, όπως εύκολα φαντάζεται κανείς, δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση. Καραδοκούσαν οι ειρωνικές κριτικές, αφ’ ενός, κινδύνευε η σκέψη από την ολίσθηση σε αντιδραστικές θέσεις του τύπου ‘ωραία, άντε πίσω λοιπόν στην κουζίνα και τις πάνες σου’, οι κάθε λογής καρικατούρες, αφ’ ετέρου. Ακόμα και ο τίτλος που επέλεξε τότε η ελληνική έκδοση, για παράδειγμα, οι ‘Γυναικείες κουβέντες’ μπορεί να ακουστεί σαν κάτι πολύ επιπόλαιο και κουτό. Γυναικείες κουβέντες είναι οι ασήμαντες κουβέντες, η φλυαρία γύρω από ζητήματα της καθημερινότητας που δεν έχουν καμία αξία για τις σοβαρές αναζητήσεις του ανθρωπίνου είδους. Το βιβλίο αναδεικνύει τη σημασία όλων αυτών των περιφρονημένων και υποτιμημένων πραγμάτων, με τίτλο πάντως «Γυναικείος λόγος». Η ελληνική μετάφραση μοιάζει πρωθύστερη, ξεκινά με τίτλο που πρέπει να διαβαστεί σα να γνωρίζεις ήδη το περιεχόμενο και την άποψη του. Οι γυναικείες κουβέντες είναι λόγος.
 Η σκέψη της Λεκλέρ ακροβατούσε ανάμεσα στους κινδύνους αυτούς, αλλά έφτανε αισίως σε έδαφος στέρεο, φτιαγμένο με τα υλικά του ανθρωπισμού που αποδεικνύονταν καλύτερης ποιότητας από κάθε άλλα. Η τόλμη της άνοιγε δρόμους, διέλυε φόβους, δίδασκε την απελευθέρωση της σκέψης από τα στερεότυπα, την ασκούσε σε αυτήν. Σε κάθε υπερβολική σχηματοποίηση που οδηγούσε η επαναστατική λογική της ανατρεπτικής και εξόχως γαλλικής εκείνης εποχής, η Αννί Λεκλέρ στεκόταν κριτικά και ξανακοίταζε τα συντρίμμια με γνώμονα τον ανθρωπισμό. Αποστρεφόταν την ισοπεδωτική πλευρά των επαναστάσεων, την καταστρεπτική τους διάθεση, την τάση περιφρόνησης των ατόμων μέσα στη, μεταφυσική ενίοτε, διάθεση απελευθέρωσης του πλήθους. Προχωρούσε βαθιά στην ανάλυση των μηχανισμών καταπίεσης, αλλά από κάθε πλευρά. Ο δογματισμός των κατεδαφιστών την απασχολούσε περισσότερο από το να βάλει κι εκείνη το χεράκι της στην κατεδάφιση.
Για το δεύτερο βιβλίο της που μεταφράστηκε στα ελληνικά, το épousailles, ο τίτλος ήταν ‘παντρολογήματα’. Η λέξη αυτή φέρνει στο νου προξενιά  και άλλα συνοδευτικά του γάμου, αλλά η ουσία του βιβλίου μιλούσε κυρίως μεταφορικά για την ουσία της γαμήλιας ανταλλαγής: για επιρροές, συντήξεις, συγχωνεύσεις, αλληλεπιδράσεις, αποδοχές, μίξεις, τέτοια πράγματα. Μίξη των παλιών αξιών με τις καινούργιες, αναζήτηση τρόπων συνύπαρξης, εξισορρόπησης.  
Νομίζω ότι μετά από αυτό δεν μεταφράστηκε στη γλώσσα μας άλλο βιβλίο της. Είναι δύσκολα στη μετάφραση τα κείμενα της, παίζουν πολύ με τις λέξεις και τις έννοιες, ακολουθώντας την κλασσική αυτή φιλοσοφική παράδοση που παιδεύει τους μεταφραστές ενώ προορίζεται να γοητεύσει τους αναγνώστες. Στην ελληνική γλώσσα η ισορροπία ανάμεσα στο λόγο που επιθυμεί να κατακτήσει και να διατυπώσει η φεμινίστρια Λεκλέρ και τις γυναικείες κουβέντες που υπήρξαν πάντα περιθωριακές και κάπως γελοίες, η πλάστιγγα έγερνε προς τις δεύτερες, ίσως όχι και τόσο ανεπαίσθητα. Αλλά εδώ είμαστε χώρα μεσογειακή. Έχουμε τη φήμη πως οι γυναίκες εξουσιάζουν παρασκηνιακά, οπότε οι ‘γυναικείες κουβέντες’ δεν είναι απλώς ενασχολήσεις περί του ασήμαντου, αλλά μπορεί να περιέχουν και το υπονοούμενο της ίδιας τους της αξίας και του βάρους.
Πάντως η φιλόσοφος Λεκλέρ και μαζί της όσες και όσοι επιθυμούν να ορίσουν από την αρχή την ανθρώπινη ταυτότητά τους, διεκδικούσε από την αρχή καθαρότητα κρυστάλλινη στο λόγο και τη διατύπωση των ιδεών της.
Σε κάθε περίπτωση, η φιλοσοφική της άποψη περί φεμινισμού κατατέθηκε και επηρέασε πολύ τη γυναικεία σκέψη γύρω από το πώς χειραφετείται, πώς διεκδικεί, πώς αναγνωρίζεται κοινωνικά και βρίσκει ταυτότητα μια γυναίκα. Στη σημερινή αντίληψη μας περί των γυναικών και των δικαιωμάτων τους, πιστεύω ότι βρίσκονται οι ιδέες του ‘Parole de femme’ ακόμα και χωρίς να το έχει διαβάσει κανείς, χωνεμένες και γονιμοποιημένες.
Στην επαναστατική λαίλαπα που σάρωνε τα πάντα, θεωρητικά τουλάχιστον, εκείνη την εποχή, το έργο της Αννί Λεκλέρ ήταν πάντα ένα είδος θεραπείας μετά τις καταστροφές. Τη βλέπω κάπως σαν νοσοκόμα στο πεδίο των μαχών όπου ο ισοπεδωτικός ενθουσιασμός δεν άφηνε τίποτε όρθιο. Και μετά τη δεκαετία του 70 συνέχισε να παρατηρεί τον τρόπο που οι νέες ιδέες άλλαζαν, και να επιχειρεί κάθε τόσο μικρούς διορθωτικούς στοχασμούς με τα βιβλία της. Στο Hommes et femmes προσπαθεί να καταλάβει περισσότερα πράγματα για τις εχθρότητες, τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα στις γυναίκες και τους άντρες, επιστρέφοντας ξανά στον ενθουσιασμό του «Γυναικείου Λόγου» και αναθεωρώντας. Γιατί χωρίς τις διαφορές άνδρες και γυναίκες δεν θα μπορούσαν να συμμετέχουν στον έρωτα, για εκείνον καλλιεργούν τις διαφορές, για τον πλούτο της λατρείας του.
Καθώς περνούν τα χρόνια και τα κινήματα καταλαγιάζουν, η θεματολογία της αλλάζει. Γράφει το Origines, φόρο τιμής στον Ζαν Ζακ Ρουσώ, τον αγαπημένο της φιλόσοφο και εγχειρίδιο χρήσης της φιλοσοφίας. Το Au feu du jour, αποχαιρετισμό στο κάπνισμα όταν το έκοψε, στις μοναχικές ώρες και τις καθημερινές κινήσεις που είχε συνοδέψει.
Δίδασκε σε όλη τη ζωή της, όχι μόνο στο πανεπιστήμιο όμως. Για είκοσι χρόνια είχε αναλάβει εθελοντικά σεμινάρια δημιουργικής γραφής με κρατούμενους, μέσα σε φυλακές, πασχίζοντας να δώσει τα εργαλεία του λόγου στους άοπλους από λόγο αυτούς ανθρώπους.  Μίλησε για την εμπειρία της αυτή στο βιβλίο: ‘Lenfant, le prisonnier’ ένα από τα τελευταία της, όπου παραλληλίζει την κατάσταση του φυλακισμένου με του παιδιού.
Έζησε σε συνέπεια με τις ιδέες της, αληθινή φιλόσοφος, που σκέφτηκε και ανέλυσε κάθε έκφανση της ζωής της ψάχνοντας την ουσία του κλασσικού φιλοσοφικού ερωτήματος. Βλέποντας τη μικρή στοίβα των βιβλίων της τώρα που πια έχει εντελώς συμπληρωθεί, συνειδητοποιώ ότι πιο πολύ την ενδιέφερε να εντοπίζει την αγάπη και τον έρωτα, που είναι μια λέξη στα γαλλικά, amour, να την αναλύει και να την αναδεικνύει, ακόμα και σε μια εποχή που θεωρούνταν μικροαστική αδυναμία.  Οι δεσμοί και οι συμβιβασμοί δεν επιβάλλονται μόνο, επιλέγονται από την ανάγκη συμβίωσης με τους άλλους, την πιο βαθιά και αξεπέραστη, την πιο γόνιμη και απολαυστική τελικά όταν ικανοποιείται ανάγκη, αυτό πίστευε και διακήρυττε με διάφορους τρόπους.
Στο «Toi, Penelope» απευθύνεται στη σύζυγο του Οδυσσέα, για την οποία δεν ξέρουμε πολλά πράγματα πέρα από το ότι ήταν πιστή. Απλώς πιστή στο σύζυγο. Τι άλλο θα μπορούσε να γεμίσει αυτή την προσωπικότητα που πιάνει τόσο χώρο στη μυθολογία του γάμου με ένα πελώριο κενό;

Ένα από τα τελευταία της βιβλία ήταν το ‘Eloge de la nage’ (εγκώμιο στο κολύμπι). Μιλούσε για κολύμπι στην πισίνα, μια άσκηση που συνέχισε ακόμα και όταν ήταν άρρωστη με καρκίνο. Περιγράφει πώς ένιωθε, κολυμπώντας, ότι θα μπορούσε να οδηγηθεί απαλά, μέσα στο νερό, από τη ζωή στην ανυπαρξία. Ήταν ένα βιβλίο που διαβάζοντας το έκλαιγα, κι όχι επειδή αγαπώ επίσης πάρα πολύ το κολύμπι. Μέσα στις φράσεις εκείνες που ζωντάνευαν το απαλό άγγιγμα του νερού, τον τρόπο που ξαλαφρώνει το σώμα, ήταν σα να προέβλεπε το θάνατο της, τον περιέγραφε καθώς προσπαθούσε να τον αντικρίσει συμφιλιωμένη με τον κύκλο της ζωής, και δεχόταν να τον πλησιάσει κολυμπώντας. Πέθανε στα 66 της χρόνια το 2006, και λίγο μετά κυκλοφόρησε, ημιτελές, το μικρό τελευταίο βιβλιαράκι της, «Lamour selon Μme de Renal’ (o έρωτας κατά την κυρία ντε Ρενάλ) με θέμα τα συναισθήματα της ηρωίδας του Σταντάλ από το Κόκκινο και το Μαύρο, της γυναίκας που αγαπούσε τον νεαρό Ζιλιέν με έρωτα και ταυτόχρονα με μητρική αυταπάρνηση.
Τριάντα χρόνια πριν είχα συναντήσει την Αννί Λεκλέρ στο Παρίσι, με αφορμή μια συνέντευξη για την Αυγή, με δικαιολογία μάλλον, επειδή ήθελα να τη γνωρίσω κυρίως. Και πριν και μετά με συντρόφευε η σκέψη της, ο τρόπος που είχε να βλέπει τα πράγματα, να αμφισβητεί τα κλισέ, να νοιάζεται για την ουσία, να μην κάνει σκόντο στον ανθρωπισμό. Η χάρη του λόγου της, η χαρά που υποσχόταν στην επαφή με τη σκέψη, ο στοχασμός που συνόδευε τις απολαύσεις του σώματος, νομίζω πως είναι οι πιο επαναστατικές αρετές που μας κληροδοτεί και που δεν φθάρηκαν ούτε στις ανατροπές ούτε στις παλινορθώσεις.


Παγωμένος χρόνος

A, ωραία, παρατηρεί ο ιταλός επισκέπτης, έχετε ακόµα χριστουγεννιάτικη διακόσµηση! Κι εσείς έχετε τον Μπερλουσκόνι, λέω αυθόρµητα, σε µια διαρκή εγρήγορση εθνικής αυτοάµυνας που µε χαρακτηρίζει. Ο Ιταλός όµως έχει δίκιο. Στο ψηλό δένδρο του πάρκου ας πούµε, που είναι κέδρος (του Λιβάνου; δεν ξέρω), οι τεράστιοι χριστουγεννιάτικοι φιόγκοι και τα αστέρια βρίσκονται στη θέση τους. Προφανώς θα είναι ανέφικτο να κατέβουν από εκεί ψηλά. Ότι λεφτά είχαμε τα δώσαμε για να τους ανεβάσουμε. Τώρα τέρμα. Εκτός αν ο κέδρος κατεβάσει τα κλαριά µονάχος του και τους τραβήξουν περαστικά πιτσιρίκια (Χαµήλωσε τους κλώνους σου να κόψω ένα φιόγκο). Γιατί δεν έχει αναπτυχθεί ακόµα αυτός ο τρόπος ξεστολίσµατος µεγάλων δένδρων; Τι κάνει η επιστήµη;

Πηγαίνοντας στο κέντρο της πόλης παρατηρούµε σε πολλά σηµεία χριστουγεννιάτικη διακόσµηση. Merry Christmas, εύχεται το Μετοχικό Ταµείο Στρατού σε όλους τους πολίτες που κυκλοφορούν στο Σύνταγµα (και στους µη πολίτες εξίσου). Στη στοά Σπυροµήλιου αιωρούνται ακόµα τρισδιάστατοι οι χαρούµενοι ήρωες του Ντίσνεϊ, ελαφρώς µαυρισµένοι από το καυσαέριο. Η αποθέωση όµως είναι το σαλόνι της φίλης που µας κάλεσε για καφέ – και καµαρώνει το ελατάκι της στολισµένο. ∆εν της κάνει καρδιά να το µαζέψει, λέει. Είναι φενγκ σούι. Μήπως νατο αφήσει έτσι έως τον ∆εκέµβριο, να θυµάται την τελευταία φορά που γιορτάσαµε; Το σκέπτεται. Γιατί, αν πρόκειται να μην ξαναγιορτάσουμε Χριστούγεννα ποτέ, εκείνη θα τα ταριχεύσει.
Τόση αισιοδοξία. Τόση εµπιστοσύνη στο µέλλον, τόση αποφασιστικότητα. ∆εν αποχαιρετάµε τα Χριστούγεννα. Θα τα παγώσουµε µέχρι να ξαναγυρίσουν, γιατί µπορεί να µας ξεχάσουν του  χρόνου, δεν ξέρεις. Το καλύτερο θα ήταν να κοιµόταν η πόλη ολόκληρη για έντεκα µήνες – τι ψυχή έχουν; θα περάσουν. Να περάσει µια νάρκη χειµερία, µια ασυνείδητη θεραπεία. Να ροχαλίζει αθώα, τα προβλήµατα να λύνονται µόνα τους, να κόψει τον λαιµό του ο Παπακωνσταντίνου, να την ξυπνήσει ένας βάτραχος µε ένα φιλί αρχές ∆εκεµβρίου, να έχουν όλα διορθωθεί, να έχουν περάσει οι δυσκολίες. Και να πάει για ψώνια.

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Όποιο άγαλμα κι αν είδα το λυπήθηκα...

Mε τον Πεσσόα στη Λισαβώνα

 Στη Λισαβώνα ο Πεσόα κάθεται για πάντα σε καφενείο. Γλυπτό µπρούντζινο, σε φυσικό µέγεθος, περιλαµβάνει τραπεζάκι και καρέκλα άδεια δίπλα του, όπου µπορείς να καθήσεις να συνοµιλήσεις µαζί του, να φωτογραφηθείς αν θέλεις. Ο διασηµότερος πορτογάλος ποιητής δεν φοβάται να συµφύρεται µε τον κόσµο στην αθανασία του. Εµείς εδώ όµως δεν κάναµε σε κανέναν τέτοιο άγαλµα. Οι ποιητές µας είναι λευκοί, µαρµάρινοι, καταθλιπτικοί, ακίνητοι. Οι πολιτικοί διαφέρουν, είναι ολόσωµοι. Λευκοί, µαρµάρινοι, καταθλιπτικοί, ακίνητοι.

Οι βασιλείς είναι έφιπποι, καθώς και οι στρατηγοί. Ισως όχι όλοι λευκοί και µαρµάρινοι, σίγουρα πάντως καταθλιπτικοί.

Α, δεν έπρεπε, λέει ένας φίλος, να βάλουν δίπλα στον Μεγαλέξαντρο τον Καραµανλή. Ναι,θα µπορούσε να ζηλέψει την κίνηση του έφιππου νεαρού ο νεώτερος πολιτικός, που πρόλαβε να ωριµάσει. Επίσης το κάπως κυκλικό σύνολο αλόγου και καβαλάρη.

Πώς θα ήταν ωραίος ένας Κωνσταντίνος Καραµανλής στην Αριστοτέλους;

Αφοµοιώσιµος, συµπαθής, να µη σου παγώνει το αίµα;

Αν ήταν µπρούντζινος, περπατούσε και ανέµιζε το παλτό του; Αν έστριβε κάπως το κεφάλι (προς τοπαρελθόν);

Φυσικό µέγεθος σε οικεία πόζα µπαλκονιού; Ή όρθιος να µιλάει µε τους φίλους του Μάνο Χατζιδάκι και ∆ηµήτρη Χορν, που κάπου θα τους κάνουν κι αυτούς προτοµές, κρύες, άψυχες, µοναχικές κι αξιολύπητες; (Ο φίλος εννοούσε ότι θεωρεί σπουδαιότερο τον Αλέξανδρο, αλλά αυτό µου φαίνεται απλή ανωριµότης).

Τι κόλληµα έχουµε µε αυτή τη γλυπτική, τι αξεπέραστο συντηρητισµό στις απεικονίσεις, είναι θέµα για εθνική ψυχανάλυση. Εγώ τώρα χρειάζοµαι ατοµική. Τη νύχτα των αποκαλυπτηρίων του άσχηµου αγάλµατος, είδα στον ύπνο µου τον γέρο Καραµανλή να βογκάει στηριγµένος στον ώµοµου, παρακαλώντας να τον πάω στην ακρογιαλιά. Ατάκα της Μελίνας, δηλαδή, η οποία έχει επίσης καταλήξει προτοµή για κλάµατα στου Μακρυγιάννη.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 20 Ιανουραίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4613984

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Η ευθεία είναι συντοµοτέρα πάσης άλλης


Δεν ήταν πολύ ευθεία η τελική ευθεία
 Στον χάρτη της Αθήνας χαράζω µια ευθεία από το σπίτι στο γραφείο: περνάει µέσα από το πράσινο του Στρέφη και του Λυκαβηττού.Κι έτσι,διασχίζοντας την Ευελπίδων, αποχαιρετώ τη λιτανεία των άδειων λεωφορείων που κατεβαίνουν προς το κέντρο µε την προµετωπίδα «Εκτός υπηρεσίας» να σπάνε τα νεύρα των πεζών. Εχετε γεια, λεωφόροι. Βουλώνω τ’ αυτιά µου µε δανεικά ακουστικά δανεικής λίστας τραγουδιών. Η µουσική ντοπάρει τον περιπατητή, λένε οι αρµόδιοι, ειδικά αυτόν που έχεινα σκαρφαλώσει σε βουνά.

Εχουν δίκιο. Με τη µουσική στ’ αυτιά δώστε µου κι άλλες ευθείες, θα βγάλω την απόσταση χωρίς να το καταλάβω. Μοναδικό πρόβληµα ότι, χάνοντας την πλήρη επαφή µε το περιβάλλον, αρχίζω να τραγουδάω δυνατά. Με κοιτούν οι διαβάτες παραξενεµένοι και συνέρχοµαι. Επίσης απορώ: Πώς καταφέρνουν τα παιδιά µε τα βουλωµένα αυτιά να καταναλώνουν τόση µουσική στην καθηµερινότητά τους χωρίς να παράγουν καθόλου; Να λούζονται µε µουσική και να παραµένουν σιωπηλά και σοβαρά, ανέκφραστα, βουβά; Θέλει εξάσκηση βέβαια,αλλά δεν δηµιουργεί ψυχολογικά προβλήµατα; Κανονικά θα έπρεπε να κυκλοφορούν όλα τραγουδώντας και χορεύοντας. Τι κάνουν τόση µουσική που αποθηκεύεται στον εγκέφαλό τους;

Τρία τραγούδια δρόµος είναι η ευθεία. Ησυχη διαδροµή, µόνο λίγα µηχανάκια κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα σαν άγρια άλογα ξαµοληµένα στα βουνά. Καβαλάνε πεζοδρόµια, σκάλες, κουπαστές, δεν καταλαβαίνουν από φυσικά εµπόδια. Kένταυροι στα βουνά. Στη Βασιλίσσης Σοφίας, µάλιστα, κάτι αστυνοµικοί µε µοτοσυκλέτες κάνουν σούζες µπροστά στην αµερικανική πρεσβεία. Τι είδους κρατική λειτουργία είναι αυτή, οι σούζες των αστυνοµικών; Σε τι χρησιµεύει εκ µέρους των οργάνων; Μήπως έχουν αναλάβει να επιδεικνύουν ελληνική λεβεντιά µπροστά στους Αµερικανούς, θυµίζοντας ότι βρίσκονται στην πατρίδα των Κενταύρων; Κένταυροι και στους κάµπους. Ή απλώς ακούνε κι αυτοί µουσική από ακουστικά και ξεθυµαίνουν έτσι; Μυστήριο.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 18 Ιανουαρίου 2011

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4613614

Το βάδισμα της Αντζουλίνας

Τη Βενετία θα τη δω μόνη μου
Πήγα να δω τον «Τουρίστα», επειδή διάβασα ότι δείχνει ωραία τη Βενετία. Αλλά η Βενετία ήταν άψυχο ντεκόρ, καλύτερα την βλέπεις στο Γκουγκλ ή στο τρισδιάστατο παιχνίδι µε τους δολοφόνους. Ο δε Τζόνι Ντεπ µε απογοήτευσε, έχει παχύνει στο πρόσωπο, αν είναι δυνατόν! Τι τον ταΐζει εκείνη η Γαλλίδα; Η µόνη ωραία ήταν η Αντζελίνα Ζολί, κι ευτυχώς την έδειχνε ο φακός συνέχεια. Κι όσο την έδειχνε και την πλησίαζε και την σχολίαζε και την µελετούσε τόσο ένιωθες ότι είναι αδύνατον να την δεις τελικά. Αλλά αυτό το παιχνίδι τής ανέφικτης θέασης µπορεί να µας ρίξει νοερά στα µαύρα νερά των καναλιών της Βενετίας, γι’ αυτό ας περιοριστούµε στη µελέτη του βαδίσµατος της Αντζελίνας, την ώρα που µπαίνει στο Αρσενάλε ιδίως, σαν φρεγάδα. Αρσενάλε, εξάλλου,θα πει οπλοστάσιο και είναι ναυπηγείο, ταιριάζουν και τα δύο.

Αυτό, λοιπόν, το βάδισµα, αργό, λικνιστικό, µε το στήθος και το κεφάλι ψηλά, είναι το κατ’ εξοχήν αντίθετο του βαδίσµατος όλων των γυναικών που ξέρω, που βλέπω, που συναντώ στη ζωή µου. Από την Κυριακή που πήγα σινεµά, ψάχνω να θυµηθώ έστω µια αληθινή γυναίκα να περπατάει έτσι, και τίποτε. Οι αληθινές γυναίκες τρέχουν και σκύβουν µπροστά, οι ώµοι καµπουριάζουν, τα  πόδια βροντοχτυπάνε, τα χέρια πηγαινοέρχονται. Ξέρω αρκετές µε χαριτωµένο περπάτηµα και στήσιµο, µόνο που δεν είναι αυτό το σχεδόν γκροτέσκο στην τέλεια θηλυκότητά του που είχαν δώσει στην Αντζελίνα οι σκηνοθετικές οδηγίες. Θα µπορούσε να καθιερωθεί µάθηµα σε γυµναστήρια, για να µην πω σε γυµνάσια. Μια ώρα πρακτική την εβδοµάδα σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας, δίπλωµα στα δώδεκα χρόνια σπουδών. ∆ιά βίου επανάληψη ανά διετία. Τελικό αποτέλεσµα, «Το βάδισµα της Αντζουλίνας» (Αντζελίνα δεν γίνεσαι εύκολα, αλλά προσπάθησε για κάτι παραπλήσιο).



Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Αγαπημένοι καπνιστές

Κάποτε κάπνιζαν όλοι
Βραδιά εξόδου της παρέας σε εστιατόριο. Πόσο πολύτιμες είναι οι βραδιές εξόδου με τους φίλους! Σαν αστραφτερές χάντρες περνάνε στην καθημερινότητα και λάμπουν. Στο πρώτο τσιγάρο είμαστε ακόμα στα ορεκτικά.  Σηκώνονται οι καπνιστές και βγαίνουν έξω. Μας ξεβολεύουν, οι καρέκλες είναι στενά βαλμένες. Σηκωνόμαστε όλοι, στριμωχνόμαστε όλοι, ξανακαθόμαστε. Όσοι βγήκαν έξω είναι άνδρες, μέσα μείνανε γυναίκες και μετανοούντες καπνιστές. Έχω παλιές φωτογραφίες τους με τσιγάρα. Το κενό που άφησαν οι καπνιστές αμέσως γιόμισε άνθη. Γιόμισε μάλλον ελιές, σάλτσα για το ψωμάκι και προσμονή να γυρίσουν πίσω. Ξαναβγαίνουν τρεις φορές να καπνίσουν.. Η βραδιά μας έχει αποκτήσει τελετές καινούργιες.
Μιλάμε για άλλα ζητήματα, αλλά παράλληλα ελπίζουμε όλη αυτή η διαδικασία να πιάσει τόπο. Δεν είναι εγγυημένη, δεν είναι αυτονόητη. Τίποτε δεν είναι εγγυημένο στη χώρα μας. Όλα επαφίενται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, και τον είδαμε πια αυτό τον πατριωτισμό.
Βγαίνουν λοιπόν έξω οι καπνιστές, σηκωνόμαστε, ξανακαθόμαστε, κι ελπίζουμε όλη αυτή η ιερουργία να έχει αποτέλεσμα, να εφαρμοστεί ο νόμος, να μην κάνει πίσω ο Λοβέρδος, να μην πιέσουν πολύ κι οι μαγαζάτορες, γιατί δεν αντέχουν πιέσεις οι κυβερνήσεις μας, το μάθαμε πια κι αυτό. Θέλουν χάδια, στοργή, και προδέρμ.
Να µη µείνει αυτή η βραδιά µακρινή ανάµνηση, να γίνει πρότυπο και απαρχή πολ­λών παρόµοιων, κι ας µας ξεβολεύει η έξοδος των κα­πνιστών, κι ας µας στενα­ χωρεί. Τα ξανακάναµε πρό­περσι, πέρσι, πάντα κρατού­σαν λίγο. Απαγορευόταν το κάπνισμα, έβγαιναν έξω οι καπνιστές μας, μετά από λίγο ξεαπαγορευόταν. Άντε ξανά απο την αρχή. Τρίτη προσπάθεια είναι αυτή, τέταρτη; Αγωνίζονται οι κα­πνιστές µας τον µόνο αγώ­να που έχει νόηµα πια στην πολύ αγωνιστική µας καθη­µερινότητα, τον προσωπι­κό αγώνα για την κοινωνική βελτίωση. Αντε να ξεκολλήσουµε από την καθυστέρη­ση λιγάκι.
Τους αγαπάµε ξε­χωριστά τους καπνιστές τέ­τοιες βραδιές, χωρίς να παύ­ουµε βεβαίως να ελπίζουµε ότι θα κόψουν κάποτε και το τσιγάρο.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 17 Ιανουαρίου 2011:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4613394

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

H γειτόνισσα

Από το τριάρι του κάτω ορόφου ακούγονταν καµιά φορά άγριες φωνές και κλάµατα, τόσο που χτύπησα µια µέρα το κουδούνι. Μου άνοιξαν πρόσωπα ξαναµµένα, ζήτησαν συγγνώµη, ένα νεαρό ζευγάρι µε µικρό παιδί. Η γυναίκα πανέµορφη, αλλά δεν θα την έλεγες γυναίκα, έµοιαζε κοριτσάκι. Πέρασαν µήνες µε ησυχία, καληµέρες, χαµόγελα. Χτες στο ασανσέρ µόνη η µαµά και το παιδί, πιάσαµε κουβέντα, επέµενε να µε κεράσει ποτό από τον τόπο της. Είναι Ρουµάνοι. Θα ήθελε να µου δείξει το σπίτι µάλλον, σκέφτηκα όταν τελικά αποφάσισα να µπω. Ηταν τόσο τακτικό, καθαρό και περιποιηµένο, επίσης µε πλούσια συλλογή από µπιµπελό σε ράφια και γκοµπλέν σε κάδρα, που ντράπηκα να πατάω το χαλίµε τις βρεγµένες µπότες. Βαµµένοι οι τοίχοι µοβανοιχτό και ροζ κουρτίνες, όλα τα κάνω µόνη µου, λέει. Σπίτι µας είναι, το στολίζω, ας είναι νοικιασµένο, προσθέτει αµήχανα. Χαµογελούσε, ήταν τόσο όµορφη που όλα τα στολίδια, τα χρώµατα και τα εργόχειρα γύρω της κραύγαζαν κακογουστιά, ενώ κάποια άλλη µπορεί και να την κολάκευαν. Το πιτσιρίκι κυλιόταν στο πάτωµα να τραβήξει την προσοχή της, δεν ήθελε να µιλάει σε άλλον. ∆εν παρέλειψα να πω πόσο όµορφο ήταν το σπίτι της και δεν είπα κιχ για το πόσο όµορφη ήταν εκείνη. Στο χολ ήταν τα εργαλεία του άντρα της, του λέω να τα πάρει από δω, µου εξήγησε χαρίζοντας µου ξανά το υπέροχο χαµόγελό της. Εργαλεία πλακά. Η δουλειά που εξασφαλίζει κουρτίνες και µπιµπελό, δίνει νόηµα στην ταλαιπωρία της µετανάστευσης. Τη χαιρετώ θερµά, θα τα ξαναπούµε, υπόσχοµαι. Και ξαφνικά καταλαβαίνω την αιτία για τις φωνές και τα κλάµατα. Τόση οµορφιά σε µια ξενιτεµένη µικροµάνα πώς να τη διαχειριστεί ο έρµος ο πλακάς; Πώς να την αντέξει ακόµα και η ίδια;
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 14 ιανουαρίου 2011

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Περιφορά της ανθοδέσμης

Θα πρέπει να έχουν τελετές ορκωµοσίας αυτήν την εποχή στο Πανεπιστήµιο. Κάθε µέρα, τώρα που πεζοπορώ στο κέντρο, βλέπω µια-δυο παρέες µε νεαρές ανάµεσα που κρατάνε µια ανθοδέσµη στην αγκαλιά και χαµογελούν. Απαραιτήτως τις συνοδεύει η µαµά, σενιαρισµένη από κοµµωτήριο, µε τα χρυσαφικά της και λαµπερή πούδρα στα µάγουλα, να αστράφτει. Αστράφτουν και τα µάτια της από χαρά, δεν χρειάζεται πούδρα.Επίσης θείες, µικρά αδερφάκια σπανιότερα, ενίοτε και κάποιος παππούς από το χωριό που ξεχωρίζει µε την ψηµένη όψη του, σαν από άλλον πλανήτη, ανάµεσα στους καλο ζωισµένους νεώτερους. Εχουν µια διάθεση εορταστική που δεν ξέρουν πώς να την εκφράσουν. Κι ο παππούς µε την ψηµένη όψη συµµετέχει στον θρίαµβο της τόσο φρέσκιας και τρυφερής ανθοδέσµης. Αυτός άνοιξε τον δρόµο, µε τη σκληρή του δουλειά,για τόση φρεσκάδα και τρυφερότητα. Εκείνη τη στιγµή έχουν ξεχαστεί οι γκρίνιες, το απαξιωµένο πτυχίο, οι καταλήψεις στα Πανεπιστήµια, έχει επέλθει ανακωχή τάξεων και γενεών. Ανεβαίνουν τη Μασσαλίας οι οικογένειες,στέκονται λίγο και κοιτάζουν γύρω,τα χαµόγελα συµµαζεύονται, σαν να ντρέπονται να τα περιφέρουν αναφανδόν ανάµεσα σε βιαστικούς µουρτζούφληδες ανθρώπους. Ψάχνουν κάπου να καθήσουν, δεν έχουν πολλές επιλογές. Κάνουν κάτι σαν περιφορά της ανθοδέσµης και του κοριτσίστικου θριάµβου. Αγόρια ακόµα δεν έχω δει να κρατάνε λουλούδια, πρέπει να το διεκδικήσουν. Τραπεζάκια έξω στον πεζόδροµο θα ήταν τέλεια για να δεχτούν τα λίγα λεπτά ευτυχίας που µοιράζονται, και να τα προσφέρουν στο κοινό, εµάς τους πεζοπόρους. Αλλά δεν υπάρχουν. Στριµώχνονται στα φοιτητικά καφενεία. Εκεί όπου ίσως οι νεαρές έπιναν καφέ ως φοιτήτριες. Αλλιώτικες τώρα οι τελειόφοιτες, σαν βρεφοκρατούσες µε την ανθοδέσµη, αλλόκοτες οι λαµπερές τους µητέρες, και πιο αλλόκοτος ο παππούς, που κάθεται άκρη στην καρέκλα, λες και φοβάται µην τον διώξουν.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Πέμπτη 13 ιανουαρίου http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4612796

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Kαροτσάκια μωρών

μητέρα με καρότσι σε πόλη μακρινή
Η τεχνολογία των καροτσιών για µωρά διαρκώς βελτιώνεται, παρατηρώ στον δρόµο. Πιο ψηλά, πιο ελαφρά, πιο εύκολα πτυσσόµενα, πολύ τα θαυµάζω. Καµιά φορά, αφηρηµένη, αποφασίζω και ποιο θα αγοράσω, λες κι έχω ακόµα µωρά σε καρότσι, ενώ τα παιδιάµου είναι πια σε ηλικία που θα µπορούσαν να χρειάζονται καρότσι για δικά τους µωρά, θεωρητικά τουλάχιστον.
Την περασµένη Κυριακή µε µια φίλη µείναµε ταυτόχρονα έκθαµβες µπροστά σε ένα καρότσι µωρού τόσο µελετηµένο και όµορφο,που µας µπέρδεψε και τις δύο χρονικά: ήµασταν έτοιµες να πάµε να το παραγγείλουµε. Υστερα βάλαµε τα γέλια και προσπαθήσαµε να θυµηθούµε τα καρότσια των µωρών µας, αλλά θυµόµασταν µόνο ότι ψάχναµε το τέλειο, ενώ είχαµε βολευτεί µε κάποιο µεταχειρισµένο, προσωρινά υποτίθεται. Λες και τα παιδιά θα µένανε αιώνια στο καρότσι. Μεγαλώνουν τόσο γρήγορα τα βρέφη, η τεχνολογία του καροτσιού φαίνεται χαµένος κόπος.

Ηταν ηλιόλουστη µέρα, χαζέψαµε πολλά καρότσια και µωρά, το ένα πιο χαριτωµένο από το άλλο, που τα είχαν βγάλει περίπατο στο ανανεωµένο Πεδίον του Αρεως. Υπάρχουν τα παλιότερα καρότσια, πιο ογκώδη και άβολα,και κάτι µοντέρνα που µοιάζουν µε κυλιόµενη αγκαλιά, καταπληκτικά. Θαυµάσαµε, µατιάσαµε, ζηλέψαµε µωρά και καροτσάκια µε την ψυχή µας. Υστερα, περνώντας στην Αλεξάνδρας κεφάτες, είδαµε ένα ζευγάρι να έρχεται σπρώχνοντας ένα καρότσι του σούπερ µάρκετ. Εµοιαζαν ρακοσυλλέκτες, εξαθλιωµένοι και οι δύο, νοµίσαµε ότι µάζευαν σκουπίδια στο καρότσι, αλλά όταν πλησίασαν, είδαµε πως είχαν µέσα ένα µωρό. Αντί για καπιτονέ επιφάνεια είχε γύρω του το µεταλλικό πλέγµα, έµοιαζε με κλουβί. Ανεβοκατεβαίνοντας τα πεζοδρόµια τρανταζόταν φριχτά, λες και έπρεπε να µεγαλώνει εκεί µέσα ένας άνθρωπος που θα συνήθιζε τις κακουχίες µε το που γεννήθηκε, να είναι έτοιµος για κάθε σκληρότητα στη ζωή του.
Τελικά, χρειάζεται τεχνολογία στα καρότσια. Αλλά δεν αρκεί.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Ξεστόλισμα του δέντρου

Έφτασε η δύσκολη στιγμή που πρέπει το χριστουγεννιάτικο δέντρο να ξεστολιστεί και να κατέβει στο πεζοδρόμιο. Θα προτιμούσα να το αφήσω έτσι μέχρι το Πάσχα, είναι τόσο πετυχημένο με τα στολίδια του. Κρέμονται πάνω του αποκτήματα από διάφορες περιόδους της οικογενειακής ζωής και της ανάπτυξης του γούστου παιδιών και μεγάλων. Οι μπάλες που θύμιζαν εκείνες που είχαμε οι μεγάλοι όταν ήμασταν παιδιά. Ένα μαδημένο εξωτικό πτηνό με μανταλάκι, το μόνο γνήσιο απομεινάρι μας. Διάφορες τσίγκινες μινιατούρες παιχνιδιών κινέζικης κατασκευής, οι Κινέζοι είναι εκπληκτικοί στο να ικανοποιούν κάθε γούστο. Μάλλον όλα τα πραγματάκια του δέντρου πρέπει να είναι κινέζικα, ακόμα και κάτι σικ στολίδια που αγοράσαμε μια χρονιά που μας είχε πιάσει μανία να επιδείξουμε υψηλό γούστο (αλλά την επόμενη χρονιά μας πέρασε η μανία) Εξαιρούνται τα ρώσικα παιχνίδια που πουλούσαν κάποτε οι Πόντιοι στις αγορές. Και το ίδιο το δέντρο φυσικά, γνήσιο τέκνο του Χολομώντα, το οποίο πέρασε κι εφέτος τη δραματική περιπέτεια που περνούν όλα τα έλατα από τα χρόνια του Άντερσεν και μετά. Αυτή τη μεταφορά από την απλότητα της φύσης στην ψεύτικη λαμπρότητα των ανθρώπων, στην εκμετάλλευση, στη χρησιμοποίηση που τελειώνει στα σκουπίδια. Πάντως για λίγες μέρες έζησε κι αυτό την εφήμερη δόξα που περιγράφει ο παραμυθάς. Μας εξασφάλισε τη διακόσμηση αληθινών γιορτών, το αντάμωμα της οικογένειας και την αναβίωση μιας ατμόσφαιρας σπατάλης που είναι η ίδια η λειτουργία του. Τα έβγαλε τα λεφτά του με το παραπάνω. Εδώ που τα λέμε θα του άξιζε κάτι καλύτερο από το να το στήσουμε στο πεζοδρόμιο έτσι γδυμένο, αλλά τι τελετουργίες να χωρέσεις σε τόσο στενά μέρη; Πάλι καλά που μπορέσαμε να το
φέρουμε για λίγο στη ζωή μας.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 10 Ιανουαρίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4612205

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Χωριό μου χωριουδάκι μου

Ανακάλυψη της Δράκειας στις αρχές της δεκαετίας70
Θα ήθελα να έχω έστω μια αληθινή παιδική ανάμνηση απο το χωριό μου. Μια φορά να με είχαν στείλει διακοπές στη γιαγιά μου και να το είχα αντικρίσει παιδί. Θα ήθελα να το έχω τουλάχιστον ονειρευτεί λιγάκι, να μου μιλούσε η μαμά μου γι αυτό, αλλά ούτε κι αυτό συνέβη. Το χωριό μου, η Δράκεια Πηλίου, είναι στ' αλήθεια χωριό μου, είναι της γιαγιάς μου ο τόπος, αλλά μου αντιστέκεται. Δεν το γνώρισα παρά ενήλικη, μόλις είχα κάπως ξεπεράσει την ανάγκη για ρίζες, χωριό, γιαγιάδες, κήπους, χώμα, γη, φύση, που με ταλάνισε μικρή. Μεγάλωσα στην Αθήνα, σε διαμέρισμα, κι όλα τα παιδάκια που ήξερα είχαν γιαγιά σε κάποιο χωριό. Τα σχολικά βιβλια μας, τα παραμύθια, όλα είχαν ήρωες παιδιά που ζούσαν σε χωριά. Μεγάλη στέρηση. Δυστυχώς η γιαγιά μου είχε πεθανει πριν γεννηθώ, κι η μάνα μου δεν είχε δει ποτέ την πατρίδα της μαμάς της μέχρι μια μέρα στις αρχές της δεκαετίας του '70 που πήγανε με το μπαμπά μου στην Πορταριά για μια δουλειά και τότε είπαν να φτάσουν ως τη Δράκεια.
Έτσι το γνώρισα το χωριό μου. Πρωτοπήγαμε οικογενειακώς το Πάσχα του 1973 θα πρέπει να ήταν, ή μια χρονιά πριν, και μείναμε στο σπίτι της ξαδέρφης της μαμάς μου, της Πόπης. Δεν έχω ξανακοιμηθεί σε πιο κρύα σεντόνια στη ζωή από όσο θυμάμαι, ούτε έχω τόσο τουρτουρίσει να μπω και να βγω από κρεβάτι, αλλά παρόλ’ αυτά το χωριό με ενθουσίασε. Είχε μια ομορφιά ανέγγιχτη ακόμα τότε από άσφαλτο, λαμαρίνα και τσιμέντο. Μόλις είχε ανοιχτεί ο δρόμος για τα αυτοκίνητα, ήταν ακόμα χωματόδρομος. Η ξαδέρφη της μαμάς μας πήγε δυο βόλτες σε καλντερίμια, μία στον Άγιο Λαυρέντη, το γειτονικό χωριό, και μία στο εκκλησάκι κάτω από το σπίτι της, τον Άγιο Σπυρίδωνα. Τέτοια φύση δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, εκείνα τα ξύλινα γεφυράκια πάνω από τα ρέματα έμοιαζαν με παραμύθι. Να έχω τέτοιο χωριό και να μην το έχω γνωρίσει παιδί; Ήταν μεγάλο κρίμα.
Με την αξίνα στον κήπο
Από τότε μέχρι σήμερα προσπαθώ να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Ήμουνα μεγάλη πια για να παίξω στην πλατεία, μπορούσα όμως να περπατήσω, κι ακόμα το κάνω συστηματικά. Μπορούσα να μαζέψω λουλούδια και να προσπαθήσω να μάθω τα ονόματα τους. Μπορούσα να βγάλω φωτογραφίες, να μιλήσω με τους ντόπιους, να τους ρωτήσω για τη γιαγιά μου, να επισκεφτω παλιά σπίτια, να κολυμπήσω στις παραλίες, να πιω τσίπουρα, να μάθω τις ιστορίες των ανθρώπων, να μην αφήσω πλατεία για πλατεία που να μην καθίσω να πιω έναν καφέ και να ατενίσω τη θέα, ΄να κάνω ο,τι μπορώ τέλος πάντων για να οικειοποιηθώ αυτή τη χαμένη πατρίδα.
Και το έκανα κατά δύναμη, ακόμα το κάνω. Η μαμά μου, ξετρελαμένη με την ανακάλυψη της, αγόρασε κάποια στιγμή ένα σπιτάκι που το βελτιώνουμε και το φροντίζουμε ακόμα. Στη Δράκεια βέβαια, όχι σε άλλο χωριό. Στον κήπο του τα δικά μου παιδιά χόρτασαν χώμα και παιχνίδι και λάσπη, ακόμα και να αρμέγουν κατσίκα έμαθαν απο τα γειτονόπουλα. Όλα αυτά που λαχταρούσα εγώ μικρή, τα παιδιά μου μπορεί και να τα μπούχτισαν. Από τριών χρονών τα έτρεχα στις πεζοπορίες, δεν καταλάβαινα κούραση και παράπονο. Οι χωριάτες τα έβλεπαν κι έλεγαν, καλέ δεν θα αντέξουν αυτά τόσο περπάτημα. Οι φίλοι μου κουνούσαν το κεφάλι τους. Ή που θα αγαπήσουν τη φύση, έλεγαν, ή που θα τη σιχαθούν.
Τώρα που μεγάλωσαν πάντως φαίνεται πως δεν τη σιχάθηκαν, μάλλον την αγάπησαν, και θα έχουν πάντα την ευτυχία να θυμούνται αληθινές στιγμές κοντά της, με αναφορά ένα αληθινό χωριό.
Περπάτημα απο τη Δράκεια στον Άγιο Λαυρέντη
 Εγώ ωστόσο ακόμα δεν έχω καταφέρει να νιώσω εντελώς οικεία με αυτό τον ξανακερδισμένο τόπο. Μου αντιστέκεται με το γνωστό τρόπο που αντιστέκονται οι πηλιορείτες. Κλειστοί, καθόλου φιλικοί, μυστικοπαθείς. Ποτέ δεν μου έδειξαν τα μονοπάτια που ζητούσα, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία του Χαρατσή δεν θα τα είχα μάθει ποτέ.
Όποτε πηγαίνω αισθάνομαι ξένη, και καθώς φθείρεται σιγά- σιγά το θάμβος της ομορφιάς του τόπου, καθώς το συνηθίζω κι ακόμα άδικα προσπαθώ να συνηθίσω τον τρόπο που οι ντόπιοι κακομεταχειρίζονται την ομορφιά αυτή, αναρωτιέμαι ώρες- ώρες αν έχει νόημα να πηγαίνω ακόμα σε αυτό το χωριό, μήπως πρέπει πια να παρατήσουμε την προσπάθεια
Μόνο χτες βράδυ, παραμονή των Θεοφανείων, που ήρθε η χορωδία ανδρών, όπως συνηθίζεται, στο σπίτι να πουν τα κάλαντα, ένιωσα λίγο να με υιοθετούν επιτέλους. Ήταν νέα φουρνιά οι τραγουδιστάδες, οι φίλοι των παιδιών μου πια που πήραν τη θέση των μεγάλων, κι όταν τους άνοιξα ήρθαν όλα να με χαιρετίσουν και να με φιλήσουν χαμογελαστά, θερμά. Τόσα χρόνια που χαρτζηλικώνω και χαϊδολογάω τα παιδάκια αυτά δεν πήγαν χαμένα, τουλάχιστον αυτά με μάθανε, σκέφτηκα, κι όπως πάντα το παθαίνω με τα κάλαντα, στην Αθήνα με τα παιδιά των μεταναστών, στη Δράκεια με τα παιδιά των ντόπιων που μεγάλωσαν και μοιάζουν περισσότερο με μετανάστες κι αυτά έτσι που πιάνουν δουλειά απο τα δώδεκά τους, πήρα να βουρκώνω.

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Μέσα στην ομίχλη

Μετά την ομίχλη ήρθε το χιόνι
Στο πηλιορείτικο χωριό  είδα την ομίχλη να σκαρφαλώνει στην πλαγιά βιαστική σα να είχε ραντεβού στην πλατεία. Στην οποία πλατεία δεν υπήρχε ψυχή, έριχνε μια ψιλή βροχή, περόνιαζε όποιον ξεμύτιζε στο δρόμο. Περπατούσα με μόνο οδηγό τα φώτα που μετεωρίζονταν στο γαλακτερό κενό, σπίτια,  δέντρα, άσφαλτος, καλντερίμια, λαμαρίνες και ερείπια, είχαν εξαφανιστεί. Δεν ακουγόταν τίποτε, τυλίγει και  ήχους η ομίχλη; Σα να αλάφρωνε το βήμα μου. Μια ανθρώπινη σκιά φάνηκε να πλησιάζει. Φαντάστηκα ότι ήταν η γιαγιά που δεν πρόλαβα να γνωρίσω, αυτή που εγκατέλειψε πριν πολλές δεκαετίες αυτό το χωριό. Τώρα θα με πάρει από το χέρι, ονειρεύτηκα, μόλις η ομίχλη διαλυθεί θα με σεργιανίσει στα καλντερίμια να μου δείξει τα κατατόπια. Τριάντα χρόνια τώρα που έρχομαι εδώ, ποτέ οι πατριώτες της δεν θέλησαν να μου δείξουν κάτι. Όποτε ρωτάω δεν απαντούν, αρχίζουν αυτοί να ρωτάνε. Γιατί θέλεις να πας εκεί, τι σε νοιάζει; Γιατί με τα πόδια, αυτοκίνητο δεν έχεις; Δεν έχει τίποτε εκεί… Τώρα θα φανεί η γιαγιά μου και θα μου δείξει ό,τι δεν ανακάλυψα μόνη μου. Βέβαια, μόλις η ομίχλη διαλυθεί δεν θα φανερωθεί το ταλαίπωρο χωριό που γνώρισα, αλλά εκείνο που δείχνει η προπολεμική φωτογραφία, με τα διώροφα σπίτια απλωμένα αρμονικά στην πλαγιά, πριν το σεισμό και τις ναζιστικές εκτελέσεις…
Όλη τη μέρα έκρυβε η ομίχλη το χωριό και το βράδυ άρχισε να διαλύεται. Όλη τη μέρα άφησα τη φαντασία μου να αλωνίζει κατά βούληση, είπα στη γιαγιά μου μαζεμένα τα παράπονα, κι όταν φάνηκαν πρώτα οι κορφές των γυμνών δέντρων, κι ύστερα όλα τα γνωστά περιγράμματα του χτεσινού τοπίου ήταν λίγο απογοητευτικό. Μόνη παρηγοριά τα χρώματα, είχαν βουτήξει τα πάντα στην υγρασία και φαίνονταν ζωηρά και καινούργια.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Λογοτεχνικό καλωσόρισμα

Το εξώφυλλο δεν μου αρέσει, καλά που προχώρησα παραμέσα
Στη δεκαετία του ’90, που είχαν αρχίσει να έρχονται στην Ελλάδα οι μετανάστες, είχα μεγάλο φόβο. Κάποτε αυτοί οι άνθρωποι θα γράψουν για μας, έλεγα και προειδοποιούσα, μην τους πληγώνετε και τους βασανίζετε, μην τους προσβάλετε και υποθηκεύετε την εικόνα της Ελλάδας στο μέλλον. Έτσι, από υπερβολικό πατριωτισμό, άρχισα να ενδιαφέρομαι για την υποδοχή που κάνουμε στους ξένους, και συνεχίζω. Το είχα λοιπόν προβλέψει ότι θα έγραφαν για μας, αλλά δεν είχα ακριβώς προβλέψει το πώς. Δεν είχα προβλέψει ας πούμε τη γενναιοδωρία και τον ανθρωπισμό του Γκαζμέντ Καπλάνι απέναντι στην Ελλάδα, όπως δεν μπορούσα να έχω προβλέψει και τον έρωτά του για την ελληνική γλώσσα.
Αγαπά μια γλώσσα που τον καταδιώκει, έτσι ομολογεί στο δεύτερο βιβλίο του, με τον τίτλο «Με λένε Ευρώπη» την αγαπά όμως βαθιά, καλλιεργεί αυτόν τον έρωτα, και να που της προσφέρει όχι μόνο ένα βιβλίο, αλλά, πιστεύω, ένα νέο είδος, ένα νέο λογοτεχνικό κόσμο. Τόσα χρόνια λέμε για τους Έλληνες της διασποράς, ας καλωσορίσουμε λοιπόν τους Έλληνες της συλλογής, του συθερισμού, του συντρύγου, πώς να το πούμε αυτό; Πώς να ονομάσουμε όλους αυτούς που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια, όλους τους μετανάστες που έμειναν μαζί μας, που άλλαξαν και που μας άλλαξαν, που μας πλούτισαν και μας άνοιξαν ορίζοντες, δυνατότητες; Ένθετα στο μυθιστόρημα του που είναι γεμάτο χιούμορ, ο συγγραφέας έχει βάλει και τις συνεντεύξεις με άλλους μετανάστες στην Ελλάδα, πραγματικά πρόσωπα, συνεντεύξεις και ιστορίες που είχαν δημοσιευτεί στα ΝΕΑ, μας προσφέρει λοιπόν όχι μόνο μια ιστορία αλλά μια πραγματικότητα που με πείσμα αγνοούν ακόμα πολλοί που νομίζουν πως είναι πατριώτες και τη διαστρεβλώνουν.
Μπορεί να φτωχαίνουμε σε πολλά ως χώρα,  να πεθαίνουμε όπως λένε μερικοί, αλλά σε μερικά πλουτίζουμε και ξαναζούμε.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 4 Ιανουαρίου 2011 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4611414

Μου έρχεται να ουρλιάξω

Ναι, εντάξει, να κάνεις κατάληψη. Όμως έτσι, άντε- άντε; Εύκολο να το λες... Αν θέλεις να την κάνεις στ’ αλήθεια, πρέπει να βρεις  έναν σο...