Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Οι Ευρωπαίοι βαριούνται;



Ακούω συχνά τους Έλληνες να λένε: «Ωραίες οι Βρυξέλλες, καθαρή πόλη, περιποιημένη, αλλά βαρετή ρε παιδί μου, πεθαίνεις από πλήξη!» Έχει γίνει πια περίπου αυτονόητο ότι μόλις αναφέρεις τις Βρυξέλλες πρέπει αμέσως να πεις πόσο βαρετή πόλη είναι. Αν το παραλείψεις αμέσως σε βεβαιώνουν όλοι πως όποιος έζησε πολύ εκεί λόγω δουλειάς, λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκοβε φλέβες από βαρεμάρα μέχρι να μπορέσει να γυρίσει στη γλυκιά πατρίδα.
Οι Βρυξέλλες βέβαια δεν έχουν το μονοπώλιο. Η Ελβετία είναι μια χώρα που ο σωστός Έλληνας οφείλει να σνομπάρει εκ βάθους καρδίας επειδή είναι εγγυημένα βαρετή. Το ξέρουν από χέρι και εξ απαλών ονύχων. Πεθαίνεις από πλήξη στα ωραία χιονισμένα βουνά, γίνεσαι γελάδα που βόσκει μακαρίως και δεν αντέχεις δεύτερη μέρα.
Η Γερμανία είναι λιγότερο πληκτική μόνο επειδή είναι πολύ κουραστική. Εκεί πρέπει να δουλεύεις, σου πίνουνε το αίμα, άρα δεν προλαβαίνεις να βαρεθείς. Η Γαλλία είναι κάπως ενδιάμεση κατάσταση, αλλά οι Γάλλοι είναι σνομπ. Ευτυχώς για κείνους, δεν φημίζονται πολύ για την καθαριότητα και την τάξη τους, τα οποίο είναι πολύ βαρετά πράγματα γενικά. Εν ολίγοις, όσο πιο ανεπτυγμένη είναι μια χώρα, όσο πιο ανεβασμένο επίπεδο ζωής έχει, τόσο πιο βαρετή τη φανταζόμαστε εμείς οι μαθημένοι να ζούμε στο σασπένς της καθημερινότητας.
Βέβαια η Αθήνα δεν θεωρείται βαρετή. Αφού κάθε πρωί δεν ξέρεις πόσοι θα σε βρίσουν επειδή περπατάς στο πεζοδρόμιο ενώ εκείνοι τρέχουν με το μηχανάκι τους, ή αν θα σε χτυπήσουν που περνάς το φανάρι επειδή άναψε το πράσινο για πεζούς, ή αν θα τσακωθείς με τον ταξιτζή, αν θα είναι ανοιχτό το κέντρο να περνάνε τα τρόλεϊ, αν θα φτάσεις στην ώρα σου, αν θα προλάβεις το λεωφορείο, αν θα τσακωθείς με την εφοριακό, με τον τραπεζιτικό, με τον υπάλληλο του ταχυδρομείου, αν θα σε ταπεινώσει η πωλήτρια που ζήτησες μια μπλούζα, αν θα σου πάρει τη θέση στην ουρά ο από πίσω, αν.. αν.. αν… Ένα σωρό πράγματα κρίνονται στο δευτερόλεπτο από την ικανότητά σου να σπρώχνεις, να φωνάζεις, να κινείσαι γρήγορα και αποτελεσματικά. Άρα η ζωή σου είναι γεμάτη ενδιαφέρον. Οι Αθηναίοι είναι πάντα στην τσίτα, έτοιμοι να πάθουν κρίση υστερίας με το παραμικρό, το οποίο όμως πάντα είναι το κερασάκι στη βεβαρημένη τούρτα ταλαιπωρίας της μέρας τους. Έχουν λυμένο το ζωνάρι για καυγά στις ουρές, στα ταξί, στα μαγαζιά, στο δρόμο, ζουν μέσα σε διαρκή ένταση, και προφανώς θεωρούν ότι αυτή είναι η ενδιαφέρουσα ζωή. Να ξεκινάς με το αυτοκίνητο από την Κυψέλη για την Κηφισιά για να κάνεις δυο ώρες να φτάσεις και να γυρίσεις πίσω μια μέρα κανονική, χωρίς πορείες. Τώρα θα μου πείτε ότι η κανονική μέρα είναι με πορείες εδώ και λίγα χρόνια. Πράγμα που συντελεί στην έντονη ζωή που δεν σε αφήνει προφανώς να πλήξεις.
Εντάξει, παραδέχονται οι Αθηναίοι, η μέρα είναι δύσκολη, αλλά η νύχτα της Αθήνας είναι ζωντανή, διότι η πόλη ποτέ δεν κοιμάται. Πράγματι, υπάρχουν άνθρωποι που αφού κατάφεραν να φτάσουν στο σπίτι τους μετά από καυγάδες αφενός και τρομερή αξιοποίηση της υπομονής τους αφετέρου, διότι και τα δυο χρειάζονται για να επιζήσεις σε αυτή την πόλη, έχουν το κουράγιο να ξαναντυθούν για τη νύχτα και να μπουν πάλι σε αυτοκίνητο για να βγουν έξω. Η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει. Η ελπίδα ότι θα βρεθεί κάτι να σε ξεκουνήσει από την απελπιστική ρουτίνα της ζωής.
Και τι κάνουν οι άνθρωποι αυτοί, νέοι συνήθως και ορεξάτοι για να αντέχουν το ξενύχτι, στις περίφημες και πολυτραγουδισμένες νυχτερινές τους εξόδους; Χορεύουν μήπως και τραγουδούν; Πίνουν κυρίως, στριμώχνονται κυρίως, στοιβάζονται απελπιστικά σε μικρούς χώρους όπου κάνουν πάλι υπομονή για να μαζευτούν πολλοί και αφού πιουν κάμποσο ή χαπακωθούν ελαφρώς, να κουνήσουν λίγο το κορμάκι τους ανεπαισθήτως, κρυμμένοι στο πλήθος. Διότι οι τρομεροί και φοβεροί αυτοί γλεντζέδες στην πραγματικότητα ντρέπονται να χορέψουν. Όσο για να τραγουδήσουν δεν το συζητώ. Μόνο στα εξειδικευμένα καραόκε, και κυρίως για σαρκασμό και αυτοσαρκασμό. Ο σεμνότυφος επαρχιώτης ζει και βασιλεύει στην ψυχή των δήθεν ξέσαλων νέων.
Πολλές φορές όταν ταξίδευα παλιότερα στις «βαρετές» ευρωπαϊκές πόλεις προσπαθούσα ειλικρινά να βρω τα βαρετά στοιχεία που θα με βοηθούσαν να τις ζηλεύω λιγότερο. Στις Βρυξέλλες δεν τα κατάφερα, αλλά θα έφταιγε ίσως που στην πρώτη μου επίσκεψη ήμουν ερωτευμένη. Στη δεύτερη και στην τρίτη, χρόνια  μετά, ερωτεύτηκα τις Βρυξέλλες. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί θεωρείται βαρετή αυτή η πόλη, αν και αρχίζω να καταλαβαίνω την ελληνική κριτική. Κάτι που ίσως χρειάζεται κόπο για να το καταλάβεις είναι καλύτερα να το κατηγορείς εξαρχής. Θα γλιτώσεις και τον κόπο και την πιθανή αποτυχία της αναμέτρησης, γιατί αναμέτρηση είναι πολύ πιθανό να υπάρχει. Πρέπει να μιλάς ξένη γλώσσα, πρέπει να μπορέσεις να σταθείς σε παρέες με ανθρώπους πιο μορφωμένους, γυναίκες πιο κομψές, άνδρες πιο καλλιεργημένους, κινδυνεύεις να νιώσεις σαν τη Ζαχαρούλα στην Αθήνα, οπότε καλύτερα να έχεις απαξιώσει τα πάντα από πριν.
Ας πάρουμε τη βαρετή Ελβετία. Τι είναι τόσο βαρετό; Η καθαριότητα, η τάξη, το υψηλό βιοτικό επίπεδο, ή μήπως το πολύπλοκο πολιτικό σύστημα; Γιατί αυτό που φαίνεται τόσο απλό, το να ζουν ειρηνικά εδώ και αιώνες άνθρωποι διαφορετικών εθνοτήτων δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Στην Ελβετία υπάρχουν τέσσερις επίσημες γλώσσες, τα παιδιά μαθαίνουν υποχρεωτικά στο σχολείο τουλάχιστον άλλες δυο εκτός από τη μητρική τους και χρειάζονται ένα σωρό ρυθμίσεις για να προστατεύονται οι μικρότερες από τις μεγαλύτερες και οι μεγαλύτερες από τις μικρότερες. Στα μικρά μέρη ισχύει ακόμα η άμεση δημοκρατία σε λαϊκές συνελεύσεις για τοπικά ζητήματα. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε, η Ελβετία έχει πολύ έντονη πολιτική ζωή. Το πολιτικό της σύστημα είναι μελετημένο σε ένα σωρό λεπτομέρειες και το μελετάνε διαρκώς. Η Ευρώπη ολόκληρη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ελβετική εμπειρία για να φτιάξει θεσμούς συνύπαρξης.
Είναι βαρετά αυτά; Δεν έχουν αρκετή βία, οπότε αν κάποιος χρειάζεται τη βία στην καθημερινότητά του για να μη βαριέται, ίσως να βαριέται στην Ευρώπη. Ειδικά στην Ελβετία. Μπορεί όμως να απολαμβάνει κανείς άλλα πράγματα. Αντί να τσακώνεται μπορεί να χορεύει. Μπορεί να βλέπει τους φίλους του, να τους συναντά με αφορμή κοινά ενδιαφέροντα και στόχους. Ας πούμε μια Κυριακή να μαζεύονται και να φυτεύουν τα παρτέρια της πλατείας τους. Ή να πλέκουν και να πουλάνε τα πλεκτά για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ή να μην τα πουλάνε. Ή να διαβάζουν ένα βιβλίο και να ανταλλάσσουν εντυπώσεις. Ή να ανεβαίνουν στα βουνά της περιοχής τους. Ή να οργανώνουν πάρτι. Πράγματα που γίνονται και στην Ελλάδα δηλαδή,  αλλά περισσότερα, καλύτερα οργανωμένα, σε καλύτερους χώρους, πιο αποδεκτά, με μεγαλύτερη φαντασία, με περισσότερη ελευθερία και με λιγότερες πιθανότητες να προκαλέσουν σχόλια του τύπου: «Μα τι κάνουν αυτοί οι παλαβοί;»
Βέβαια επειδή η σύγκριση με τη ζωή τους είναι τραυματική, χρειαζόμαστε άμυνες για να μη μας πιάνει απελπισία όταν επισκεπτόμαστε ευρωπαϊκές πόλεις –και χωριά- Χρειαζόμαστε να πείθουμε τον εαυτό μας ότι αυτά που μας φαίνονται τόσο τέλεια δεν μπορεί παρά να είναι βαρετά, γιατί έχουν φτάσει σε τέτοιο βαθμό τελειότητας που δεν μπορούν να στοχεύουν παραπάνω. Αλλά αυτό είναι αντίστροφη προβολή του τι συμβαίνει σε μας. Εμείς οι έλληνες είμαστε που φτάσαμε σε έναν βαθμό βελτίωσης της ζωής μας πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα και χωρίς μεγάλη προσπάθεια και φοβόμαστε να αναμετρηθούμε με τον αληθινό μας εαυτό, τις αληθινές μας ανάγκες. Φοβόμαστε να καλλιεργηθούμε, μην τυχόν και είναι κάτι κουραστικό. Τρέχουμε στην άγρια καθημερινότητά μας, ζούμε στην τσίτα και η αλήθεια είναι ότι κατά βάθος βαριόμαστε όλο και περισσότερο.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Πανω στα Χάιλαντς, μέσα στα μουρς...

Έπρεπε να φοράω άλλα ρούχα, γιατί δεν αναδεικνύουν την προσπάθεια ετούτα εδώ. Αλλά είχα πάρει μόνο αυτό το μπουφάν που είναι πολύ χοντρό και ελαφρύ και το φορούσα κάθε μέρα στη Σκωτία. Κι εκείνη τη μέρα είχαμε ήδη περπατήσει για ώρες, είχαμε σκαρφαλώσει στα βουνά πάνω απο το χωριό Kingoussi ΄αν και δεν έχω καταφέρει να πάρω το κατάλληλα περήφανο ύφος. Ωστόσο είμαι ακόμα περήφανη για το κατόρθωμα μου, και νομίζω ότι είμαι ακόμα και παγωμένη, δεν μπορώ να ζεσταθώ αρκετά αν και ήδη τρεις μέρες στην Ελλάδα. Νομίζω το σώμα μου τρομοκρατήθηκε απο την αληθινή γεύση που έχουν τα Ανεμοδαρμένα Ύψη όταν τα φτάνεις ασυλλόγιστα νομίζοντας ότι μπορείς να αντισταθείς στη δύναμη του αέρα και του κρύου Τέλος πάντων, περπατώντας σε ένα μονοπάτι που προχωρούσε ανάμεσα σε ρείκια ανεβήκαμε στο γυμνο βουνό, και κατεβαίνοντας μόνο βρήκαμε δάσος, με τα δέντρα του ακόμα γυμνά. Ένα πράσινο παράσιτο σα φύκι έτρωγε τα κλαριά τους, ίδιο με το παράσιτο που κατάστρεφε αργά και σταθερά τα έλατα της Πάρνηθας πριν καούν μια και καλή, και βέβαια καταστρέφει ακόμα όσα δεν κάηκαν. Πώς να μη σκέφτομαι την Πάρνηθα λοιπόν, και τις ελπίδες που έχω, ή που δεν έχω, να περπατήσω ξανά στο μονοπάτι της εκείνο το πολυπερπατημένο, απο το Μον Παρνές στο Μπάφι, που τώρα έχει γίνει μια αχνή γραμμή μέσα στο γκρίζο αποκαϊδι;

Ίσως τα Μουρς, οι ερεικώνες με έλη ή χωρίς, να είναι πιο λογοτεχνικά, πιο γνωστά, πιο αναγνωρίσιμα και κυρίως πιο προσβάσιμα. Με το που φτάνεις στα ξενοδοχεία σου δίνουν χάρτες με τα μονοπάτια της περιοχής προτείνοντας βόλτες διαδοχικής δυσκολίας για κάθε γούστο. Περπατώντας εκεί αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στα βήματα των Χαϊλάντερς, αλλά και της Έμιλυ Μπροντέ, ακόμα και της Τζέιν Ώστεν που οι ηρωιδες της αγαπούσαν τους περιπάτους. Αλλά αυτά καλλιεργούνται, με λίγη προσπάθεια θα βρισκόταν και κάποιος διάσημος περιπατητής της Πάρνηθας και θα μπορούσε να προβληθεί λιγουλάκι ο ρομαντισμός του, αλλά έχει νόημα να ελπίζει κανείς και να προτείνει ιδέες;

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Edinburgh

Τρελοί τουρίστες. Τρελοί γονείς. Μέσα στο ψοφόκρυο του Μάρτη κουβαλήσαμε και τη μάνα μου εδώ, 85 χρονών γυναίκα. Με τα μάλλινα καλσόν, αλλά χωρίς καπέλο, δύσκολο να δεχτεί νέα κομμάτια ένδυσης στην ηλικία της. Τελικά τα δέχτηκε για να γλυτώσει τα χειρότερα.
Χιόνια μετά απο μια μέρα αναποφάσιστου επιθετικού αέρα. Παράξενη πόλη, σε λόφους και πλαγιές, με πάρκα μέσα που τριγυρίζουν γυμνούς λόφους ηφαιστιογενείς. Μεσαιωνική και γεωργιανή, η παλιά και η νέα, που φαίνεται ίδια σε μας τους Αθηναίους, δηλαδή φαίνεται παλιά. Πολύ παλιά, πολύ παράξενη για ανθρώπους που έχουν συνηθίσει την ομοιομορφία της πολυκατοικίας.
Στα σπίτια αυτά ωστόσο έζησαν άνθρωποι μιας εντελώς διαφορετικής εποχής, με τρομερές κοινωνικές διακρίσεις, με πολέμους και πολύ χαμηλό μέσο όρο ζωής, με αρρώστιες που τους θέριζαν, με σκουπίδια που τα είχαν συνηθίσει. Στο Μουσείο του Λαού φυλάνε τα λάβαρα των κοινωνικών αγώνων. Εργατικά σωματεία, σουφραζέτες, η Ένωση για την καθολική ψήφο. Αυτοί οι τελευταίοι, της Ένωσης για την καθολική ψήφο, έχουν κι ένα μνημείο στο νεκροταφείο, σε σχήμα οβελίσκου. Πολύ ψηλός οβελίσκος μάλιστα. Είναι δίπλα στο κυλινδρικό μνημείο του Χιούμ, απέναντι απο το λόφο με την απομίμηση μιας σειράς κολώνων του Παρθενώνα και διάφορες άλλες απομιμήσεις: ένα φάρο για το Νέλσονα, ένα μνημείο του Λυσικράτη για έναν φυσικό που ξεχνώ το όνομά του, ένα μαυσωλείο της Αλικαρνασού για κάποιον άλλον φυσικό. Ο αρχαίος κόσμος λατρευόταν σαν ανάμνηση της επιστήμης και της έρευνας, υποτίθεται ότι τότε οι άνθρωποι έψαχναν την αλήθεια, ενώ ο Μεσαίωνας την ξέχασε και αφοσιώθηκε στη θρησκεία. Το Εδιμβούργο έγινε κέντρο Σχολών και φιλοσόφων, περιοδικών που δημοσίευαν ανακαλύψεις και νέες ιδέες, πόλη λογίων και κυρίως επιστημόνων. Στα ιατρεία του έκαναν ανατομία με πάθος, αν τα πτώματα δεν αρκούσαν έκλεβαν απο τα νεκροταφεία. Κάποια στιγμή βρέθηκε και ο εγκληματίας που σκότωνε ανθρώπους για να πουλήσει στην Ιατρική Σχολή τα σώματα τους.
Τώρα στα σπίτια αυτά μένουν άνθρωποι που δεν δέχονται διακρίσεις. Είνοι οι πιο ελεύθεροι και προνομιούχοι του κόσμου, φοράνε ό,τι θέλουν, παντρεύονται όποιον θέλουν, έχουν ιατρική βοήθεια όταν αρρωσταίνουν, κι έχουν φτιάξει ένα σωρό εθελοντικές οργανώσεις. Δεν υπάρχει επίσημη εκκλησία, έχουν όλα τα δόγματα κι έχουν κι ένα τεράστιο τζαμί. Σέβονται όμως τους κανόνες που έχουν βάλει για να συμβιώνουν. Στις στάσεις των λεωφορείων περιμένουν στην ουρά, ακόμα κι άν βρέχει, και μπαίνουν μέσα με τη σειρά που έφτασαν. Δεν βιάζονται πολύ, ο οδηγός εξηγεί υπομονετικά στον καθένα ό,τι χρειάζεται να εξηγήσει και δεν κινδυνεύεις να κλειστείς ανάμεσα στις πόρτες αν αργήσεις λίγο να βγεις.
Στην κεντρική λεωφόρο υπάρχει το άγαλμα του γιατρού που βρήκε το χλωροφόρμιο. Μια γυναίκα που το χρησιμοποίησε στη γέννα της ονόμασε την κόρη της, απο ευγνωμοσύνη και θαυμασμό, Αναισθησία.
Εδιμβούργο, η Αθήνα του Βορρά όταν η σημερινή Αθήνα ακόμα δεν υπήρχε. Δυστυχώς κανείς δεν σκέφτηκε να τη φτιάξει λίγο κατ' εικόνα και ομοίωση του, όταν ξεκίνησε να φτιάχνεται.

Μου έρχεται να ουρλιάξω

Ναι, εντάξει, να κάνεις κατάληψη. Όμως έτσι, άντε- άντε; Εύκολο να το λες... Αν θέλεις να την κάνεις στ’ αλήθεια, πρέπει να βρεις  έναν σο...